Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μια Ζωή την έχουμε

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 10 Απριλίου 2026.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    23. Summer Wine

    Αν και ήμουν ικανοποιημένη από την τελευταία του δήλωση, and being me, αποφάσισα να τον ρωτήσω κάτι που με έτρωγε. Θα μου πεις γιατί δεν το είχα ρωτήσει νωρίτερα, και η απάντηση ήταν ότι “νωρίτερα” ήταν απλά νωρίς για τέτοια ερώτηση. Ωστόσο παρέμενε σημαντική και αν η απάντηση δε μου άρεσε ήταν κάτι που όσο νωρίτερα το γνώριζα τόσο λιγότερο δράμα θα είχαμε.

    «Να σου κάνω μια υποθετική ερώτηση;» προσπάθησα να τον ρωτήσω όσο πιο ουδέτερα γινόταν.

    Ο Σαράντης σήκωσε αργά το βλέμμα του πάνω μου και ακούμπησε πίσω στον καναπέ. Μάλλον καταλαβαίνοντας ότι η ερώτηση δεν ήταν ακριβώς αθώα, με κοίταξε επιφυλακτικά. «Δε μου αρέσει να απαντάω σε υποθετικές ερωτήσεις.»

    «Γιατί;»

    «Γιατί οι υποθετικές ερωτήσεις που έχουν πραγματική σημασία γι' αυτόν που τις κάνει σπάνια είναι ανεξάρτητες από κάποιες δεδομένες συνθήκες,» μου εξήγησε με τη χαρακτηριστική του ήρεμη ακρίβεια. «Κι αυτές οι συνθήκες, σε μια δεδομένη στιγμή, μπορούν να παράγουν διαφορετική απάντηση απ' ό,τι σε κάποια άλλη.»

    «Be that as it may, είναι ερώτηση που πρέπει να ξέρω την απάντηση, ακόμα και αν αυτή τη στιγμή είναι απλά θεωρητική,» επέμεινα με τη σειρά μου. Η σοβαρότητα της φωνής μου και το ύφος μου πρέπει να τον τάραξαν ελαφρώς, καθότι έγινε ακόμα πιο επιφυλακτικός.

    «Δεκτό,» μου απάντησε προσεκτικά, ύστερα από μια στιγμή. «Ρώτα με.»

    Κατέβασα το βλέμμα μου για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, μετά το ανέβασα πάλι. «Αν έμενα κατά λάθος έγκυος…» ξεκίνησα διστακτικά «θα σεβόσουν την απόφασή μου, όποια και αν ήταν αυτή;»

    Δε σάλεψε. Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω απ' ό,τι περίμενα, κι έπειτα μια λεπτή ρυτίδα σχηματίστηκε ανάμεσα στα φρύδια του.

    «Είσαι σίγουρη ότι αυτή είναι η σωστή ερώτηση;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    «Τι εννοείς;» τον ρώτησα αβέβαιη και ελαφρά ταραγμένη, νιώθοντας το στομάχι μου να σφίγγεται.

    Έσκυψε μπροστά και έπιασε απαλά το χέρι μου μέσα στο δικό του. «Μην ταράζεσαι, σουσουραδίτσα,» μου είπε σε καθησυχαστικό τόνο και συνέχισε. «Μήπως η σωστή ερώτηση είναι αν θα στήριζα την απόφασή σου και όχι αν θα τη σεβόμουν;»

    Εκεί βραχυκύκλωσα ελαφρά, είναι η αλήθεια. Άνοιξα το στόμα μου να πω κάτι και το έκλεισα ξανά.

    «Ο σεβασμός δεν συνεπάγεται στήριξη,» μου εξήγησε, χωρίς να αφήσει το χέρι μου. «Στην περίπτωση αυτή δεν έχει καν νόημα,» συνέχισε· «δεν είναι στο χέρι μου να ΜΗ σεβαστώ την όποια σου απόφαση…»

    Χαμογέλασε και πάλι καθησυχαστικά. «Αυτό που μπορώ να σου απαντήσω με απόλυτη βεβαιότητα είναι ότι θα σε στήριζα όποια και αν ήταν η απόφασή σου.»

    Έψαξα το πρόσωπό του προσπαθώντας να βρω κάποια ρωγμή. «Πώς είσαι τόσο βέβαιος, Σαράντη;» τον ρώτησα, μην έχοντας πειστεί πλήρως.

    Δεν έδειξε να ενοχλείται από την επιμονή μου. Ίσα ίσα, πήρε τον χρόνο του, σαν να θεωρούσε αυτονόητο ότι μια τέτοια ερώτηση άξιζε μια απάντηση χωρίς υπεκφυγές.

    «Υπάρχουν δύο ενδεχόμενα σε αυτό το υποθετικό σενάριο,» μου απάντησε με τον ίδιο ήρεμο, σταθερό τόνο. «Να συμβεί στο κοντινό παρόν ή να συμβεί στο μέλλον, όταν η σχέση μας θα έχει προχωρήσει ακόμα περισσότερο.»

    «Σωστά,» του είπα, κάνοντας μια μικρή κίνηση με το κεφάλι.

    «Και καθένα από τα δύο ενδεχόμενα έχει πάλι δύο υπο…ενδεχόμενα, αν μου επιτρέπεις τον νεολογισμό,» συνέχισε, κάνοντας μια μικρή κίνηση με το ελεύθερό του χέρι. «Να μη θες να το κρατήσεις—που εικάζω ότι είναι και το πιο πιθανό—ή να αποφασίσεις τελικά να το κρατήσεις.»

    Αυτή τη φορά δεν είπα τίποτα. Μόνο τον κοίταξα και περίμενα.

    «Ωραία. Ας πάρουμε το πιθανότερο υποενδεχόμενο το οποίο είναι να μη θέλεις να κρατήσεις το παιδί.»

    «Οκ…» του είπα διστακτικά, νιώθοντας το στήθος μου να ανεβοκατεβαίνει λίγο πιο γρήγορα.

    «Ούτε εγώ έχω ιδιαίτερη κάψα να ξαναγίνω πατέρας,» μου είπε, και ένα διακριτικό χαμόγελο τράβηξε την άκρη του στόματός του. «Οπότε, στην πρώτη περίπτωση, αν δε θέλεις να το κρατήσεις, η απάντηση είναι πολύ απλή — δε νομίζω ότι χρειάζεται καν συζήτηση,» συνέχισε. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε. «Το πιο ζόρικο θα ήταν να θέλεις ξαφνικά να το κρατήσεις…»

    «Και;» τον προέτρεψα, γέρνοντας λίγο προς το μέρος του.

    Με κοίταξε κατάματα, και η ένταση στο βλέμμα του με κάρφωσε στη θέση μου.

    «Όπως ίσως έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις—και σε διαβεβαιώ ότι όσο η σχέση μας προχωράει θα το βλέπεις ξανά και ξανά με τα ίδια σου τα μάτια—είμαι άνθρωπος που παίρνει τις ευθύνες του στα σοβαρά,» μου είπε με φωνή γεμάτη σιγουριά. «Οπότε θα γινόμουν πατέρας αυτού του παιδιού, όπως κι αν κατέληγε η σχέση μας στο μέλλον.»

    «Εντάξει,» του είπα κουνώντας ελαφρά το κεφάλι μου καταφατικά, αφήνοντας το βλέμμα μου να ξεκολλήσει για μια στιγμή από το δικό του. «Στη δεύτερη περίπτωση;»

    «Είναι τόσο απλή όσο η πρώτη,» μου είπε χαμογελώντας μου, απλά θα έχω ακόμα πιο ισχυρούς λόγους να σε στηρίξω όποια και αν είναι η απόφασή σου.»

    Η λογική των απαντήσεών του ήταν αδιαμφισβήτητη αλλά δεν ήταν αυτή καθαυτή που σκόρπισαν τις ανησυχίες μου. Ήταν η ηρεμία και η σιγουριά στη φωνή του, μα πάνω απ’ όλα ο τρόπος που καθόταν απέναντί μου, χωρίς να αμύνεται, χωρίς να με πιέζει, χωρίς να προσπαθεί να κερδίσει πόντους. Απλώς παρών. Σταθερός.

    Ξαλαφρωμένη και για να ελαφρύνω και την ατμόσφαιρα του απάντησα παιχνιδιάρικα: «Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!»

    «Λοιπόν… συνεχίζουμε;» με ρώτησε εννοώντας το παιχνίδι.

    «Αμέ!» του απάντησα. «Σειρά σου να ρωτήσεις.»

    «Ωραία, ωραία!» είπε τρίβοντας τα χέρια του. «Λοιπόν θέλω να μου πεις αν υπάρχουν και άλλες φορές που έχεις γίνει δημόσιο θέαμα…» είπε και χαμογέλασε πονηρά. «Με την καλή έννοια!»

    «Αν εννοείς να τα πετάξω, πέρα από την Πάρο και εκείνο το BDSM party όχι,» του απάντησα. «Δεν είναι κάθε μέρα του Αγιαννιού!»

    «Έστω!» μου απάντησε χωρίς να απογοητευτεί. «Η ερώτηση ωστόσο δεν αλλάζει!»

    «Χμμμ…» έκανα σκεπτική. «Κάτσε να σκεφτώ…»

    Παρόλο το… αμαρτωλό παρελθόν μου δεν είμαι άνθρωπος που αφήνεται να χάσει τον έλεγχο, ακριβώς το αντίθετο. Αυτό που εννοώ «γίνομαι ντίρλα» για μένα δε σημαίνει να μην ξέρω που πατώ και που πηγαίνω, σημαίνει να έχω κάνει κεφάλι, και οι όχι και μεγάλες μου αναστολές να έχουν πάει περίπατο.

    Έχω πηδηχτεί και το έχω μετανιώσει που πηδήχτηκα, αλλά ποτέ δεν κατηγόρησα τον άλλον ότι με εκμεταλλεύτηκε. Το έκανα επειδή το ήθελα, άσχετο αν το πρωί, νηφάλια, αναρωτιόμουν τι στο διάολο του βρήκα. Σπίτι μου δεν έφερνα κανέναν, και δεν πήγαινα ποτέ στο σπίτι κανενός που δεν γνώριζα αρκετά ώστε να μπορώ να τον εμπιστευτώ στοιχειωδώς.

    Τα μάτια μας τα βγάζαμε σε γαμιστρώνες τύπου 3X, όπου ο καθένας πήγαινε με το δικό του μέσο, και μετά χώριζαν οι δρόμοι μας, τουλάχιστον για τη βραδιά. Θα μου πεις, πάλι, τον Φώτη ή τον Μίλτο, ή και ακόμα και τον Λάμπρο που ήταν μεταξύ Φώτη και Μίλτου, τους είχα φέρει σπίτι μου, αλλά αυτοί δεν ήταν ξεπέτες.

    (Αν και για να είμαι ειλικρινής ο Μίλτος ως ξεπέτα ξεκίνησε αλλά σπίτι μου ήρθε αφού αποφάσισα να μονιμοποιηθεί ως… ξεπέτα)

    Καλά όλα αυτά αλλά άκυρα, καθώς η ερώτηση του Σαράντη ήταν περί δημοσίων θεαμάτων και όχι περί ιδιωτικών (που κάμποσα από αυτά, εδώ που τα λέμε, σηκώνει συζήτηση αν ήταν καν θεάματα, εξ ου και οι πρωινές μετάνοιες…)

    Και τότε μου ήρθε!

    «Δεν το λες ακριβώς δημόσιο θέαμα,» ξεκίνησα την εισαγωγή, «αλλά έχω ανεβάσει ένα video με εμένα τον Αλέξη και τον Larry να χορεύουμε το beat it,» του είπα χαζογελώντας στην ανάμνηση. «Ψήνεσαι;»

    «Ψήθηκα!» μου απάντησε με ενθουσιασμό. «Αλλά ποιος είναι ο Αλέξης;»

    «Φιλαράκι από τη σχολή χορού, γιατί ο Φώτης δεν το είχε με το χορό με την καμία.»

    Έκανα λίγο πίσω για να πιάσω το κινητό μου και μου πήρε κάμποση ώρα να βρω το post, ήταν και αρχαιολογία π’ ανάθεμά το. Πάντως παράπονα δεν είχα, είχε μαζέψει ένα σκασμό σχόλια και likes, όχι άσχημα για ένα βίντεο περίπου μισού λεπτού.

    Το κομμάτι που χορεύαμε ήταν αυτό στη σκηνή της μονομαχίας που ο Michael Jackson (εγώ, στη συγκεκριμένη περίπτωση) μπαίνει ανάμεσα στους δύο αρχηγούς (ο Larry αυτόν με το άσπρο μπουφάν και ο Αλέξης αυτός με το μαύρο.)

    Στο βίντεο φορούσα ένα κοντό άσπρο μπούστο χωρίς σουτιέν (duh!), ένα ξεκούμπωτο—(duh δις!)—κοντό κόκκινο δερμάτινο μπουφάν και μαύρο υφασμάτινο παντελόνι.

    «Το βρήκα!» του είπα ενθουσιασμένη και του το έδωσα.

    «Για να δούμε τι θα δούμε,» είπε και πάτησε το play.

    No one wants to be defeated!
    Showin’ how funky and strong is your fight,
    it doesn’t matter who’s wrong or right,
    Just beat it! Beat it! Beat it! Beat it!

    No one wants to be defeated!
    Showin’ how funky and strong is your fight,
    It doesn’t matter who’s wrong or right,
    Just beat it! Beat it! Beat it! Beat it!

    Και κούνημα εγώ, κούνημα τα κορίτσια μέσα στο μπούστο, κούνημα ο Larry και ο Αλέξης, άνοιγμα του δερμάτινου για να φανούν τα… μπουσταρισμένα κορίτσια σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, δεν είναι να απορείς με τα likes που είχε μαζέψει.

    Και με το που τέλειωσε το video ο Σαράντης το έβαλε να παίξει σε επανάληψη. Και ξανά! Και ξανά! Και ξανά! Νομίζω ότι κάπου έχασα το μέτρημα, πρέπει να το έβαλε να παίξει πάνω από 6-7 φορές.

    “Damn!” μου είπε εντυπωσιασμένος και κοιτάζοντάς με πραγματικό θαυμασμό. “YOU REALLY ARE SOMETHING!” μου επανέλαβε για πολλοστή φορά τονίζοντας την κάθε λέξη ξεχωριστά.

    “It takes one to know one!” του απάντησα το κομπλιμέντο και αυτή τη φορά ήταν εκείνος που με τράβηξε πάνω του και μου ρούφηξε την ψυχή από τα χείλη.

    «Η αλήθεια είναι ότι ζηλεύω λίγο,» μου εξομολογήθηκε όταν βρήκαμε και οι δυο τις ανάσες μου.

    Έγειρα πίσω με προσποιητή έκπληξη. «Θέλεις να χορέψεις μαζί μου Michael Jackson?»

    «Μπα, τέτοιο κούνημα ούτε σε χίλια χρόνια!» μου απάντησε χαζογελώντας. «Χώρια που μου λείπουν τα σχετικά εξαρτήματα,» συνέχισε, και προς επίρρωση μου τσίμπησε πολύ απαλά το αριστερό στήθος.

    «Μφφφ… δικαιολογίες!» συνέχισα να τον πειράζω. «Ούτε ο Larry ούτε ο Αλέξης είχαν!»

    «Αυτό που θέλω να πω είναι ότι… είσαι τελείως διαφορετική κλάση,» μου απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους τους. «Χθες που χορεύαμε twist…» συνέχισε, «ήθελα… ήθελα απλά να σταματήσω και να σε χαζεύω.»

    Μου έπιασε το χέρι και μου το χάιδεψε.

    «Απλά… απλά θα ήθελα να μπορώ να σε συνοδεύω αξιοπρεπώς,» συνέχισε ντροπαλά, και ήταν τόσο γλυκούλης και ευάλωτος ο τρόπος που μου το είπε, που μ’ έκανε να θέλω να τον πιάσω αγκαλιά και να τον σφίξω πάνω μου.

    Μα πριν προλάβω να καν να αντιδράσω το έριξε στην καντάδα!

    “So, won’t you, please be my, be my Swayze, be my Swayze? (My one and only Swayze) Say you’ll tech me dancing, be my Swayze now!” μου είπε τραγουδιστά και μ’ έπιασαν τα πλευρά μου από τα γέλια.

    “It’s a deal, Frances!” του απάντησα γελώντας ακόμα. «Μόνο μου μου ζητήσεις να σε σηκώσω στα χέρια!»

    «Καλά, θα συμβιβαστώ!» προσπάθησε αποτυχημένα να μου κάνει τον συγκαταβατικό καθώς το πρόσωπό του έλαμπε λες και ήταν ο Ευχούλης, να πούμε.

    «Να σου πω!» του είπα καθώς μου ήρθε ιδέα. «Αν και τον τελευταίο καιρό το είχα ρίξει στην παλαβή…» ξεκίνησα την εισαγωγή «γιατί κάποιος όνομα και μη χωριό με ξεμυάλισε ελαφρώς,» συνέχισα βάζοντας τα γέλια με το τάχα απορημένο ερωτηματικό βλέμμα πού μου έκανε δείχνοντας τον εαυτό του, «θες να έρθεις μαζί μου σε κάποιο μάθημα;»

    «Εξαρτάται,» μου απάντησε. «Αρκουδιάρη θα έχει το μαγαζί;»

    «Έλα μωρέ Σαράντη δεν είσαι τόσο χάλια!» του απάντησα. «Οκ, χορεύεις ελαφρά σαν ξεκούρδιστος» (χάχανο) «αλλά αυτό διορθώνεται!»

    «Εντάξει,» μου είπε χαμογελώντας. «Απλά…» ξεκίνησε να λέει διστακτικά και τον διέκοψα.

    «Απλά τι, Γιάγκο Δράκο;» τον ρώτησα βλέποντας τον δισταγμό του.

    «Τίποτα!» μου είπε με σιγουριά και με το πρόσωπό του να φωτίζεται και πάλι.

    «Ναι, όχι σε μένα αυτά!» του είπα τάχα μου απειλητικά χτυπώντας τον απαλά με το δάχτυλο στο στέρνο. «Οδοστρωτήρας, remember?»

    “Me ta boss!” μου έκανε χτυπώντας τις γροθιές στο στέρνο.

    «Μη μου κάνεις εμένα τον King Kong, θα σε κάνω ping-pong!» του είπα κοιτάζοντάς τον τάχα μου με μισό μάτι. «Μολόγατα όλα!»

    Έκανε πίσω δήθεν κεραυνοβολημένος. «Να δεις που θα με δείρει κι από πάνω!»

    «Και θα σε δείρω!» του απάντησα και αυτό με έκανε να θυμηθώ ότι δεν είχαμε ξεκινήσει ακόμα την ταινία. «Μολόγα πρώτα και μετά θα δούμε το the kopanoi!» του δήλωσα.

    «Τίποτα σουσουραδίτσα μου, πραγματικά,» μου είπε χαμογελαστός. «Δεν… δεν ήθελα να σου γίνω φόρτωμα.!»

    «Δεν είμαστε με τα καλά μας!» του απάντησα μην πιστεύοντας τ’ αφτιά μου. Σηκώθηκα από πάνω του και γονάτισα μπροστά του, γιατί πως να το κάνουμε, ο νταμποσουλίνος έχει υπεργολάβο!

    «ΖΗΤΑ ΤΑΠΕΙΝΑ ΣΥΓΝΩΜΗ, ΤΩΡΑ!» του απάντησα ακόμα γονατιστή.

    «Συγνώμη σουσουραδίτσα μου!» μου απάντησε προσπαθώντας απελπισμένα να μη βάλει τα γέλια. «Ήμουν απαραδέκτου!»

    «Ήσουν!» τον διαβεβαίωσα.

    «Θα τιμωρηθώ, κιόλας;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

    «Μέσω υπεργολάβου;» τον ρώτησα πνίγοντας ένα χάχανο.

    «Εννοείται!» μου απάντησε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρός. «Τι τα φοράμε τα γαλόνια;»

    «Και κερατάς και δαρμένος δηλαδή!»

    «Κερατάς δεν είσαι και δε θα γίνεις,» με διαβεβαίωσε. «Τούτου λεχθέντος… όταν έχω δίκιο έχω δίκιο, και όταν έχω άδικο…»

    «Έχεις πάλι δίκιο…»

    «Είδες τι δυνατή που είσαι στο σταυρόλεξο;» μου είπε στέλνοντάς ένα φιλάκι στον αέρα. «Λοιπόν, ήμουν απαράδεκτος και πρέπει να τιμωρηθώ, πάει και τελείωσε! I have spoken!»

    «Αυτό λέγεται daboss-ική καταπίεση!»

    «Πολλά λες!» μου απάντησε. “Assume position να… τιμωρηθώ!”

    «Κλαψ, λυγμ;» του έκανα διστακτικά.

    «Έλα εδώ και θα κλάψεις με όρεξη!» συνέχισε το δούλεμα.

    «Ουφ!» του είπα και ανέβηκα στον καναπέ και ξάπλωσα από πάνω του τουρλώνοντας τα πισινά μου.

    «Πάρε κι αυτή, πάρε και τούτη!» μου είπε ξεκινώντας να μου ρίχνει σφαλιάρες στα κωλομέρια, πάνω από τη φόρμα.

    Βέβαια δεν τις έλεγες ακριβώς σφαλιάρες, ίσα που με ακουμπούσε κάθε φορά.

    «Με γλεντάς Γιάγκο Δράκο;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

    «Σιωπή! Με τιμωρώ σκληρά!» μου είπε συνεχίζοντας τα χάδια.

    «Πώς είναι τιμωρία αυτό ρε νούμερο;» δεν άντεξα και τον ρώτησα βάζοντας τα γέλια κανονικά και με το νόμο.

    Αντί απάντησης μου έπιασε το χέρι και το ακούμπησε στο παντελόνι του. Ναι, ο John Wick Ιπποκλείδης JR ήταν οπλισμένος.

    «Βρε καυλοράπανο!» τον πείραξα και αυτή τη φορά ήταν ο Σαράντης που έβαλε τα γέλια.

    «ΚΑΥΛΟΡΑΠΑΝΟ; ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!» έκανε συνεχίζοντας να γελάει, προφανώς δεν είχε ακούσει ποτέ του την έκφραση.

    «Κάτσε να σου δείξω κάτι άλλο!» του είπα και σηκώθηκα από τη… θέση τιμωρίας πιάνοντας το κινητό. «Κάποιος μου είχε κάνει γύπινγκ,» ξεκίνησα κερδίζοντας ένα νέο γύρο γέλιου—μάλλον ούτε αυτό το είχε ακούσει ποτέ του—«και κάποιος το έκανε screenshot και τον έκραξε στο youtube!»

    Εντάξει, ο τύπος που έκραζε ήταν Θεός της λεξιπλασίας. Εδώ εγώ που είχα δει το βίντεο ένα σκασμό φορές, όχι ο Σαράντης που το έβλεπε για πρώτη! Πραγματικά κόντεψε να μου μείνει.

    «Ρε παλαμοβροντη, ρε μοναχογαμια μουνοκαρτερη, ρε τοξοκροταλε λαχταρομουνη…»

    Και μετά ξεχάσαμε για λίγη ώρα το The Kopanoi και πιάσαμε όλα τα βίντεο του τυπά με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να νομίζω ότι θα μου φύγουν τα τσίσα, πραγματικά όμως!

    Και μετά με απείλησε με τιμωρία για αυθάδεια που τον είπα νούμερο. Και μετά ξετιμωρήθηκα γιατί του εξήγησα ότι για μένα αυτό είναι τίτλος τιμής. Και μετά τιμωρήθηκα γιατί δεν του το είπα.

    Με δυο λόγια «γιατί έτσι!»

    Όσο για την τιμωρία… θα την έλεγα και πρωτότυπη αν είχα καταφέρει να κρατηθώ σοβαρή: Να κάτσω πέντε λεπτά στη γωνία με τη μύτη να ακουμπάει στον τοίχο να αναλογιστώ τα κρίματά μου.

    Πλάκα στην πλάκα, αν αυτό ήταν πραγματική τιμωρία και όχι χαβαλές, δε θα περνούσα καθόλου καλά. Και μπορεί με τον Σαράντη να μην είχαμε το είδος της σχέσης που οι τιμωρίες δεν είναι μέρος του παιχνιδιού αλλά και πάλι… Για παράδειγμα αν με είχε βάλει να κάνω αυτό όταν είχα υψώσει τον τόνο της φωνής μου, θα ήταν πραγματικά τιμωρία.

    Και D/s ή όχι θα τη δεχόμουν χωρίς δεύτερη κουβέντα.

    «Να σε ρωτήσω κάτι;» του είπα με το που γύρισα στον καναπέ.

    «Να με ρωτήσεις, σουσουραδίτσα!» μου απάντησε τρυφερά κάνοντάς μου νόημα να σκαρφαλώσω πάνω μου.

    «Θα με έβαζες να το κάνω αυτό στα σοβαρά;» τον ρώτησα χωρίς περιστροφές.

    «Όχι,» μου απάντησε με βεβαιότητα. «Και δεν το έκανα ούτε με την Ειρήνη.»

    «Γιατί;»

    «Γιατί υπάρχουν τριών ειδών παραβατικές συμπεριφορές,» ξεκίνησε να μου εξηγεί. «Αυτές που μπορούν να συγχωρεθούν μία φορά, αυτές που μπορεί να συγχωρεθούν στον βαθμό που δε θα επαναληφθούν πάνω από δυο-τρεις φορές, και οι πραγματικά ασυγχώρητες.»

    Έγνεψα καταφατικά και συνέχισε. «Αν είναι ασυγχώρητη, τότε η τιμωρία δεν έχει νόημα ως μέθοδος σωφρονισμού. Απλά χωρίζουν οι δρόμοι μας, και το αν μετάνιωσες ή όχι πλέον θα είναι άνευ σημασίας.»

    «Οκ,» του είπα ξεροκαταπίνοντας στη σκέψη του να κάνω κάτι τόσο βαρύ που από μόνο του να είναι ασυγχώρητο.

    «Αν είναι κάτι που συγχωρέθηκε μία φορά αλλά αυτό συνεχίζει να συμβαίνει, τότε γίνεται και μη αποδεκτό για τη συνέχεια της σχέσης,» μου είπε και έγνεψα και πάλι. «Άρα αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να γίνει άμεσα κατανοητό ότι υπήρξε παραβατική συμπεριφορά, ποια ήταν αυτή, και γιατί τη θεωρώ παραβατική.»

    «Κατάλαβα,» του είπα.

    «Με λίγα λόγια αυτό που με ενδιαφέρει είναι να καταλάβεις το όποιο λάθος σου. Δεν είσαι παιδάκι, η τιμωρία δε θα προσφέρει κάτι παραπάνω.»

    Έγνεψα καταφατικά μα δεν είχε τελειώσει. «Και ότι ισχύει για εσένα, ισχύει και για μένα Ζωή. Ναι, μπορεί να καυλώνω να σε έχω όπως θέλω στο κρεββάτι,» ξεκίνησε να μου λέει τσιμπώντας μου και πάλι απαλά το στήθος «αλλά η Ζωή που έχω αρχίσει να ερωτεύομαι μέχρι τα μπούνια είναι η Ζωή που χέρι που θα σηκωθεί πάνω της θα το χώσει στο μέρος που δεν πιάνει ήλιος.»

    «Εγώ θα σε τιμωρώ διά υπεργολάβου!» του είπα ρίχνοντάς το στο χαβαλέ, αλλά κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε. «Γονυπετής θα ζητάς συγνώμη, φουκαρά μου!»

    «Θα φροντίσω να μη σε πιάσουν τα γόνατά σου, τότε» μου είπε στον ίδιο τόνο, και ήταν όση διαβεβαίωση μπορούσα να του ζητήσω.

    “You do that!” του είπα χαμογελαστή. «Και τώρα The Kopanoi!»

    «Βρες την ταινία και περίμενέ με, σου έχω έκπληξη!» μου έκανε.

    «Τι έκπληξη;» τον ρώτησα μην μπορώντας να κρύψω τον ενθουσιασμό μου.

    «Αν στο πω τι έκπληξη θα είναι ρε νούμερο;» μου απάντησε τονίζοντας το “νούμερο” και κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

    “Touché”

    «Ευχαρίστως!» μου έκανε χουφτώνοντάς μου και τα δύο στήθη. «Τι; εσύ το ζήτησες, σου χαλάω εγώ χατίρι;» συνέχισε χουφτώνοντάς με ακόμα πιο δυνατά.

    «ΡΕ ΝΟΥΜΕΡΟ!» του έκανα βάζοντας και πάλι τα γέλια, «ΘΑ ΣΟΒΑΡΕΥΤΕΙΣ;»

    «ΠΟΤΕ!» μου είπε αλλά σταμάτησε το χούφτωμα. «Επιστρέφω Δημήτριος!»

    «ΜΗΤΣΟ ΜΟΥ!»

    «Δεν γύρισα ακόμα!» μου είπε το νούμερο, και χαχανίζοντας επέστρεψε στην κουζίνα, ποιος ξέρει τι ετοίμαζε πάλι ο Μακιαβελικός νταμποσουλίνος.

    Άνοιξα την τηλεόραση ( αλήθεια, γιατί ήμασταν τόση ώρα στη μούγκα; ) και έψαξα στο youtube την ταινία που ήξερα ότι την είχε ολόκληρη και σε καλή σχετικά ποιότητα, 720p. Και επειδή στη συγκεκριμένη ταινία οι τίτλοι είναι… μέρος της ταινίας, πάτησα pause περιμένοντας τον… Μήτσο.

    «Κλείσε τα μάτια σου!» μου είπε και ως καλή και υπάΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑκουη σκλάβα έκανα αυτό που με διέταξε ο Κύρης και Αφέντης μου.

    «Μήτσο μου;» του έκανα κερδίζοντας το χάχανό του.

    “You may open your eyes!” μου είπε και στον ενθουσιασμό μου παραλίγο να πετάξω τον κουβά με τα popcorn που μου έφερε στο πάτωμα, και τρέχα μάζευ’ τα μετά!

    «Είσαι ο καλυτεροτεροτερότερος μακιαβελικός νταμποσουλίνος του κόσμου!» τσίριξα ενθουσιασμένη!

    «Γιατί έχει κι άλλους;» με ρώτησε καχύποπτα.

    «Όχι μωρό μου,» τον διαβεβαίωσα. «Είσαι σαν την παλιά διαφήμιση: Γάλατα υπάρχουν πολλά, νουνού όμως ένα!»

    «Πρόλαβες αυτή τη διαφήμιση;» με ρώτησε με απορία. Αυτή είναι παμπάλαια!

    «Να είναι καλά ο τύπος που έχει το κανάλι με τις παλιές διαφημίσεις!» του έκανα, και προς επίρρωση σηκώθηκα και το έριξα στο μουσικοχορευτικό. «Κουτί-κουτί-κουτί, και τι κουτί-κουτί, τώρα η Heninger καινούργια σε κουτί!»

    «Και μετά λέει εμένα νούμερο, το νούμερο!» είπε γελώντας και έσκυψε και με φίλησε. «Δε θα βαρεθώ να το λέω, είσαι απίθανη ρε μούτρο!»

    «Είμαι!» του απάντησα ενθουσιασμένη τραβώντας τον πάνω μου για να του δώσω ένα φιλάκι. «Και τώρα κύρη μου κι Αφέντη μου παλούκωσε τον κώλο σου κάτω γιατί…»

    «Γιατί;» με ρώτησε προκλητικά.

    «Βλέπω τον υπεργολάβο σου με μαυρισμένο κωλαράκι!» του έκανα γλυκουλινιάρικα, κερδίζοντας και πάλι το γέλιο του.

    Με το που κάθισε, ακούμπησε τα ποπ-κορν στα γόνατά του και έγειρα πάνω του και πάτησα το play.

    Τα πρώτα γέλια ξεκίνησαν με το τραγούδι των τίτλων, που στην πραγματικότητα λέει σε περίληψη την ίδια την ταινία.

    Δε θα κουραστώ να το λέω, το The Kopanoi είναι πραγματικό cult αριστούργημα που το πήρε μπάλα η εποχή της βιντεοκασέτας, παρόλο που ήταν ταινία που γράφηκε για κινηματογράφο, όχι για τριήμερη ξεπέτα κατευθείαν για βίντεο.

    Από που να το πιάσεις και από που να το αφήσεις; Από το εξαιρετικό καστ; Από τις ατάκες που έπεφταν σε ρυθμό οπλοπολυβόλου; Από τη μουσική; Από το ίδιο το σλάπστικ; Έπρεπε να έρθει η εποχή του internet ώστε οι Kopanoi να λάβουν την αναγνώριση που πραγματικά άξιζαν.

    Ο Σαράντης που περίμενε μια χαζοταινία του κιλού που για κάποιο απίθανο για εκείνον λόγο μου άρεσε πραγματικά κεραυνοβολήθηκε, με τον καλό τρόπο. Αποτέλεσμα ήταν περισσότερο να του ρίχνω κλεφτές ματιές την ώρα που γελούσε παρά να παρακολουθώ την ταινία.

    Στη σκηνή της Discotheque με τον Μίκυ και τον Γκόγκο δάκρυσε από τα γέλια, σε σημείο που μου ζήτησε να βάλω τη σκηνή να παίξει σε επανάληψη δυο τρεις φορές, καθώς κάθε φορά που έβαζε τα γέλια, έχανε τις υπόλοιπες ατάκες.

    Δεν έχει νόημα να περιγράφω, πραγματικά πρέπει να δείτε την ταινία για να καταλάβετε πόσο πραγματικά απίστευτη κωμωδία είναι. Εντάξει, το παραδέχομαι, το δεύτερο μισό είναι λίγο άνισο, αλλά δε βαριέσαι; Ουδείς τέλειος!

    «Εντάξει, δεν το περίμενα αυτό με την καμία!» μου είπε όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους. «Πόνεσε το στομάχι μου!»

    «Μήπως να σου δώσω το τηλέφωνο του Μίλτου;» τον πείραξα. «Κολλητάρια θα γινόσασταν!»

    «Και δε φοβάσαι μήπως σε παρατήσουμε και πάμε να ζήσουμε τον έρωτά μας;» μου απάντησε στο ίδιο ύφος.

    «Μπα, ο Μίλτος δεν είναι ανδρόγυνος, δεν είναι του γούστου σου!»

    “Damn!” έκανε με θεατρική απελπισία.

    «Εσύ όμως είσαι,» του απάντησα χαχανίζοντας, «και ο Μίλτος δεν είναι Tony ή Βάιος, το ψήνει και απ’ τις δυο μεριές!»

    «Χαχαχα, τοίχο-τοίχο;» με ρώτησε γελώντας.

    «Και προπάντων αν σου πέσει κάτω το σαπούνι… μείνε άπλυτος,» συνέχισα γελώντας.

    «Και είναι και προικισμένος κατά τα γραφάς!»

    «Εμένα μου λες;» του έκανα στενάζοντας κερδίζοντας ξανά το βροντερό του γέλιο.

    «Να σου πω,» μου είπε σχεδόν ντροπαλά αλλάζοντας τελείως το θέμα. «Έχεις άλλο βίντεο που χορεύεις;»

    «Αμέ!» του απάντησα χαμογελαστή και το πρόσωπό του φωτίστηκε και πάλι. «Το ξέρεις το summer wine?»

    «Sinatra και Hazlewood!» μου απάντησε. «Φυσικά και το ξέρω!»

    «Ο Αλέξης, που είδες στο βίντεο, είναι και χορογράφος,» του εξήγησα. «Έκανε χορογραφία αλλά για το cover του Valo και της Avelon.»

    «Δείξ’ το μου σε παρακαλώ!» μου έκανε με ανυπομονησία. «Αν μπορείς στην τηλεόραση!»

    «Ό,τι θέλει ο νταμπουσουλίνος μου!» του είπα κάνοντάς του και μουσουνίτσα. Βρήκα το βίντεο στο κινητό και το έκανα να προβάλει στην τηλεόραση.

    Η εικόνα άνοιξε στην κύρια αίθουσα της σχολής. Ξύλινο πάτωμα γυαλισμένο από τα χρόνια, καθρέφτες σε όλο το μήκος του ενός τοίχου, μπάρα στο ύψος των ισχίων και ψηλά παράθυρα που γέμιζαν το χώρο με φως. Ο Αλέξης φορούσε μαύρο πουκάμισο και παντελόνι ενώ εγώ ένα μονοκόμματο midi στο κόκκινο της φωτιάς, και ασορτί nude γόβες.

    Strawberries cherries and an angel’s kiss in spring
    My summer wine is really made from all these things

    Στην εισαγωγή στεκόμασταν στις δύο άκρες της αίθουσας. Η χορογραφία είχε στηθεί πάνω σε αυτή την απόσταση: το κενό ως πρώτος χαρακτήρας, η προσέγγιση ως δεύτερος. Όταν άρχισε να τραγουδάει η Avelon, ξεκίνησα να τον πλησιάζω με μικρά ανοίγματα του σώματος, σαν να μ' έσπρωχνε η μουσική.

    Ο Αλέξης είχε χτίσει τον κορμό σε foxtrot. Καθαρές γραμμές, πλάγιες κινήσεις, στροφές που άνοιγαν την αίθουσα μέχρι να μοιάζει μεγαλύτερη απ' ό,τι ήταν. Αλλά δεν ήταν το κλασσικό foxtrot. Όταν τραγουδούσε η Avelon μαλάκωνε και άλλαζε σχεδόν σε bolero—πιο αργά βήματα, πιο παρατεταμένες κινήσεις και η απόστασή μας να μεγαλώνει και να μικραίνει σαν αναπνοή.

    Στη σημεία που τραγουδούσε ο Valo, ο χορός άλλαζε χρώμα και πάλι χρώμα. Tango κρατήματα και μικρές κοφτές παύσεις όσο ακριβώς χρειαζόταν για να συνοδέψει το βαρύ, σχεδόν υπνωτισμένο, ύφος του τραγουδιστή.

    Τα σώματα έρχονταν πιο κοντά, οι κινήσεις γινόντουσαν πιο αποφασιστικές, και οι στροφές παραχωρούσαν τη θέση τους σε κρατήματα γεμάτα από την αόρατη ένταση της μουσικής: σαν το τραγούδι να περνούσε από το γλυκό κρασί στη μέθη.

    Η κάμερα μάς έπιανε πότε ολόκληρους—για να δουλέψουν οι γραμμές στο πάτωμα—και πότε πιο κοντά, στους ώμους, στα χέρια, στις αλλαγές του βλέμματος. Το ίδιο το τραγούδι είναι μια ιστορία αποπλάνησης και ο Αλέξης το είχε χορογραφήσει στην εντέλεια: βελούδο και λεπίδα.

    Στην τελευταία φράση ο Αλέξης με γύρισε αργά προς το μέρος του, κι εγώ ξέφυγα από το κράτημά του και απομακρύνθηκα, σαν μεθυστικό όνειρο που χάνεται στο πρώτο φως της αυγής.

    Η κίνηση πάγωσε χωρίς υπερβολή: το κόκκινο ακίνητο απέναντι στο μαύρο, κι ο αέρας να κρατά ακόμη την τελευταία νότα.

    Η οθόνη μαύρισε και εμφανίστηκε κείμενο σαν τίτλος από βουβή ταινία:
    Λευκά γράμματα πάνω σε απόλυτο μαύρο, σαν να έκλεινε μια παλιά ιστορία αποπλάνησης που μόλις είχε ξαναειπωθεί με σώματα αντί για λόγια.

    «Δεν… δεν έχω λόγια», είπε ο Σαράντης, σαν να προσπαθούσε να ξαναβρεί την αναπνοή του. Με κοίταζε με εκείνο το άγγιγμα δέους στα μάτια, σαν να μην ήξερε πώς να χωρέσει αυτό που ένιωθε σε προτάσεις. «Είναι… ήταν… είναι…» κατάφερε να πει τρώγοντας τα λόγια του, και ήταν τόσο γλυκός που η καρδιά μου πήγε να σπάσει.

    “Strawberries cherries and an angel's kiss in spring,” άρχισα να του τραγουδάω χαμηλά και όσο και αν η φωνή μου δεν μπορεί να συγκριθεί με της Avelon ή της Sinatra, κατάφερα να την κάνω όσο πιο αισθησιακή μπορούσα. “My summer wine is really made from all these things, take off your silver spurs and help me pass the time, and I will give to you summer wine… ooh summer wine.”

    Κατέβηκα από πάνω του και με μια κίνηση έβγαλα τη μπλούζα μου μένοντας γυμνή από πάνω. Γονάτισα μπροστά του και του κατέβασα το παντελόνι ίσα-ίσα ώστε να ελευθερωθεί ο John Wick Ιπποκλείδης Jr (πάει, του έμεινε το παρατσούκλι!)

    Χαμήλωσα προς το μέρος του…

    …και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.