Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μια Ζωή την έχουμε

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 10 Απριλίου 2026.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    23. Summer Wine

    Αν και ήμουν ικανοποιημένη από την τελευταία του δήλωση, and being me, αποφάσισα να τον ρωτήσω κάτι που με έτρωγε. Θα μου πεις γιατί δεν το είχα ρωτήσει νωρίτερα, και η απάντηση ήταν ότι “νωρίτερα” ήταν απλά νωρίς για τέτοια ερώτηση. Ωστόσο παρέμενε σημαντική και αν η απάντηση δε μου άρεσε ήταν κάτι που όσο νωρίτερα το γνώριζα τόσο λιγότερο δράμα θα είχαμε.

    «Να σου κάνω μια υποθετική ερώτηση;» προσπάθησα να τον ρωτήσω όσο πιο ουδέτερα γινόταν.

    Ο Σαράντης σήκωσε αργά το βλέμμα του πάνω μου και ακούμπησε πίσω στον καναπέ. Μάλλον καταλαβαίνοντας ότι η ερώτηση δεν ήταν ακριβώς αθώα, με κοίταξε επιφυλακτικά. «Δε μου αρέσει να απαντάω σε υποθετικές ερωτήσεις.»

    «Γιατί;»

    «Γιατί οι υποθετικές ερωτήσεις που έχουν πραγματική σημασία γι' αυτόν που τις κάνει σπάνια είναι ανεξάρτητες από κάποιες δεδομένες συνθήκες,» μου εξήγησε με τη χαρακτηριστική του ήρεμη ακρίβεια. «Κι αυτές οι συνθήκες, σε μια δεδομένη στιγμή, μπορούν να παράγουν διαφορετική απάντηση απ' ό,τι σε κάποια άλλη.»

    «Be that as it may, είναι ερώτηση που πρέπει να ξέρω την απάντηση, ακόμα και αν αυτή τη στιγμή είναι απλά θεωρητική,» επέμεινα με τη σειρά μου. Η σοβαρότητα της φωνής μου και το ύφος μου πρέπει να τον τάραξαν ελαφρώς, καθότι έγινε ακόμα πιο επιφυλακτικός.

    «Δεκτό,» μου απάντησε προσεκτικά, ύστερα από μια στιγμή. «Ρώτα με.»

    Κατέβασα το βλέμμα μου για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, μετά το ανέβασα πάλι. «Αν έμενα κατά λάθος έγκυος…» ξεκίνησα διστακτικά «θα σεβόσουν την απόφασή μου, όποια και αν ήταν αυτή;»

    Δε σάλεψε. Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω απ' ό,τι περίμενα, κι έπειτα μια λεπτή ρυτίδα σχηματίστηκε ανάμεσα στα φρύδια του.

    «Είσαι σίγουρη ότι αυτή είναι η σωστή ερώτηση;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    «Τι εννοείς;» τον ρώτησα αβέβαιη και ελαφρά ταραγμένη, νιώθοντας το στομάχι μου να σφίγγεται.

    Έσκυψε μπροστά και έπιασε απαλά το χέρι μου μέσα στο δικό του. «Μην ταράζεσαι, σουσουραδίτσα,» μου είπε σε καθησυχαστικό τόνο και συνέχισε. «Μήπως η σωστή ερώτηση είναι αν θα στήριζα την απόφασή σου και όχι αν θα τη σεβόμουν;»

    Εκεί βραχυκύκλωσα ελαφρά, είναι η αλήθεια. Άνοιξα το στόμα μου να πω κάτι και το έκλεισα ξανά.

    «Ο σεβασμός δεν συνεπάγεται στήριξη,» μου εξήγησε, χωρίς να αφήσει το χέρι μου. «Στην περίπτωση αυτή δεν έχει καν νόημα,» συνέχισε· «δεν είναι στο χέρι μου να ΜΗ σεβαστώ την όποια σου απόφαση…»

    Χαμογέλασε και πάλι καθησυχαστικά. «Αυτό που μπορώ να σου απαντήσω με απόλυτη βεβαιότητα είναι ότι θα σε στήριζα όποια και αν ήταν η απόφασή σου.»

    Έψαξα το πρόσωπό του προσπαθώντας να βρω κάποια ρωγμή. «Πώς είσαι τόσο βέβαιος, Σαράντη;» τον ρώτησα, μην έχοντας πειστεί πλήρως.

    Δεν έδειξε να ενοχλείται από την επιμονή μου. Ίσα ίσα, πήρε τον χρόνο του, σαν να θεωρούσε αυτονόητο ότι μια τέτοια ερώτηση άξιζε μια απάντηση χωρίς υπεκφυγές.

    «Υπάρχουν δύο ενδεχόμενα σε αυτό το υποθετικό σενάριο,» μου απάντησε με τον ίδιο ήρεμο, σταθερό τόνο. «Να συμβεί στο κοντινό παρόν ή να συμβεί στο μέλλον, όταν η σχέση μας θα έχει προχωρήσει ακόμα περισσότερο.»

    «Σωστά,» του είπα, κάνοντας μια μικρή κίνηση με το κεφάλι.

    «Και καθένα από τα δύο ενδεχόμενα έχει πάλι δύο υπο…ενδεχόμενα, αν μου επιτρέπεις τον νεολογισμό,» συνέχισε, κάνοντας μια μικρή κίνηση με το ελεύθερό του χέρι. «Να μη θες να το κρατήσεις—που εικάζω ότι είναι και το πιο πιθανό—ή να αποφασίσεις τελικά να το κρατήσεις.»

    Αυτή τη φορά δεν είπα τίποτα. Μόνο τον κοίταξα και περίμενα.

    «Ωραία. Ας πάρουμε το πιθανότερο υποενδεχόμενο το οποίο είναι να μη θέλεις να κρατήσεις το παιδί.»

    «Οκ…» του είπα διστακτικά, νιώθοντας το στήθος μου να ανεβοκατεβαίνει λίγο πιο γρήγορα.

    «Ούτε εγώ έχω ιδιαίτερη κάψα να ξαναγίνω πατέρας,» μου είπε, και ένα διακριτικό χαμόγελο τράβηξε την άκρη του στόματός του. «Οπότε, στην πρώτη περίπτωση, αν δε θέλεις να το κρατήσεις, η απάντηση είναι πολύ απλή — δε νομίζω ότι χρειάζεται καν συζήτηση,» συνέχισε. Το χαμόγελο εξαφανίστηκε. «Το πιο ζόρικο θα ήταν να θέλεις ξαφνικά να το κρατήσεις…»

    «Και;» τον προέτρεψα, γέρνοντας λίγο προς το μέρος του.

    Με κοίταξε κατάματα, και η ένταση στο βλέμμα του με κάρφωσε στη θέση μου.

    «Όπως ίσως έχεις αρχίσει να καταλαβαίνεις—και σε διαβεβαιώ ότι όσο η σχέση μας προχωράει θα το βλέπεις ξανά και ξανά με τα ίδια σου τα μάτια—είμαι άνθρωπος που παίρνει τις ευθύνες του στα σοβαρά,» μου είπε με φωνή γεμάτη σιγουριά. «Οπότε θα γινόμουν πατέρας αυτού του παιδιού, όπως κι αν κατέληγε η σχέση μας στο μέλλον.»

    «Εντάξει,» του είπα κουνώντας ελαφρά το κεφάλι μου καταφατικά, αφήνοντας το βλέμμα μου να ξεκολλήσει για μια στιγμή από το δικό του. «Στη δεύτερη περίπτωση;»

    «Είναι τόσο απλή όσο η πρώτη,» μου είπε χαμογελώντας μου, απλά θα έχω ακόμα πιο ισχυρούς λόγους να σε στηρίξω όποια και αν είναι η απόφασή σου.»

    Η λογική των απαντήσεών του ήταν αδιαμφισβήτητη αλλά δεν ήταν αυτή καθαυτή που σκόρπισαν τις ανησυχίες μου. Ήταν η ηρεμία και η σιγουριά στη φωνή του, μα πάνω απ’ όλα ο τρόπος που καθόταν απέναντί μου, χωρίς να αμύνεται, χωρίς να με πιέζει, χωρίς να προσπαθεί να κερδίσει πόντους. Απλώς παρών. Σταθερός.

    Ξαλαφρωμένη και για να ελαφρύνω και την ατμόσφαιρα του απάντησα παιχνιδιάρικα: «Μ’ αρέσει ο τρόπος που σκέφτεσαι!»

    «Λοιπόν… συνεχίζουμε;» με ρώτησε εννοώντας το παιχνίδι.

    «Αμέ!» του απάντησα. «Σειρά σου να ρωτήσεις.»

    «Ωραία, ωραία!» είπε τρίβοντας τα χέρια του. «Λοιπόν θέλω να μου πεις αν υπάρχουν και άλλες φορές που έχεις γίνει δημόσιο θέαμα…» είπε και χαμογέλασε πονηρά. «Με την καλή έννοια!»

    «Αν εννοείς να τα πετάξω, πέρα από την Πάρο και εκείνο το BDSM party όχι,» του απάντησα. «Δεν είναι κάθε μέρα του Αγιαννιού!»

    «Έστω!» μου απάντησε χωρίς να απογοητευτεί. «Η ερώτηση ωστόσο δεν αλλάζει!»

    «Χμμμ…» έκανα σκεπτική. «Κάτσε να σκεφτώ…»

    Παρόλο το… αμαρτωλό παρελθόν μου δεν είμαι άνθρωπος που αφήνεται να χάσει τον έλεγχο, ακριβώς το αντίθετο. Αυτό που εννοώ «γίνομαι ντίρλα» για μένα δε σημαίνει να μην ξέρω που πατώ και που πηγαίνω, σημαίνει να έχω κάνει κεφάλι, και οι όχι και μεγάλες μου αναστολές να έχουν πάει περίπατο.

    Έχω πηδηχτεί και το έχω μετανιώσει που πηδήχτηκα, αλλά ποτέ δεν κατηγόρησα τον άλλον ότι με εκμεταλλεύτηκε. Το έκανα επειδή το ήθελα, άσχετο αν το πρωί, νηφάλια, αναρωτιόμουν τι στο διάολο του βρήκα. Σπίτι μου δεν έφερνα κανέναν, και δεν πήγαινα ποτέ στο σπίτι κανενός που δεν γνώριζα αρκετά ώστε να μπορώ να τον εμπιστευτώ στοιχειωδώς.

    Τα μάτια μας τα βγάζαμε σε γαμιστρώνες τύπου 3X, όπου ο καθένας πήγαινε με το δικό του μέσο, και μετά χώριζαν οι δρόμοι μας, τουλάχιστον για τη βραδιά. Θα μου πεις, πάλι, τον Φώτη ή τον Μίλτο, ή και ακόμα και τον Λάμπρο που ήταν μεταξύ Φώτη και Μίλτου, τους είχα φέρει σπίτι μου, αλλά αυτοί δεν ήταν ξεπέτες.

    (Αν και για να είμαι ειλικρινής ο Μίλτος ως ξεπέτα ξεκίνησε αλλά σπίτι μου ήρθε αφού αποφάσισα να μονιμοποιηθεί ως… ξεπέτα)

    Καλά όλα αυτά αλλά άκυρα, καθώς η ερώτηση του Σαράντη ήταν περί δημοσίων θεαμάτων και όχι περί ιδιωτικών (που κάμποσα από αυτά, εδώ που τα λέμε, σηκώνει συζήτηση αν ήταν καν θεάματα, εξ ου και οι πρωινές μετάνοιες…)

    Και τότε μου ήρθε!

    «Δεν το λες ακριβώς δημόσιο θέαμα,» ξεκίνησα την εισαγωγή, «αλλά έχω ανεβάσει ένα video με εμένα τον Αλέξη και τον Larry να χορεύουμε το beat it,» του είπα χαζογελώντας στην ανάμνηση. «Ψήνεσαι;»

    «Ψήθηκα!» μου απάντησε με ενθουσιασμό. «Αλλά ποιος είναι ο Αλέξης;»

    «Φιλαράκι από τη σχολή χορού, γιατί ο Φώτης δεν το είχε με το χορό με την καμία.»

    Έκανα λίγο πίσω για να πιάσω το κινητό μου και μου πήρε κάμποση ώρα να βρω το post, ήταν και αρχαιολογία π’ ανάθεμά το. Πάντως παράπονα δεν είχα, είχε μαζέψει ένα σκασμό σχόλια και likes, όχι άσχημα για ένα βίντεο περίπου μισού λεπτού.

    Το κομμάτι που χορεύαμε ήταν αυτό στη σκηνή της μονομαχίας που ο Michael Jackson (εγώ, στη συγκεκριμένη περίπτωση) μπαίνει ανάμεσα στους δύο αρχηγούς (ο Larry αυτόν με το άσπρο μπουφάν και ο Αλέξης αυτός με το μαύρο.)

    Στο βίντεο φορούσα ένα κοντό άσπρο μπούστο χωρίς σουτιέν (duh!), ένα ξεκούμπωτο—(duh δις!)—κοντό κόκκινο δερμάτινο μπουφάν και μαύρο υφασμάτινο παντελόνι.

    «Το βρήκα!» του είπα ενθουσιασμένη και του το έδωσα.

    «Για να δούμε τι θα δούμε,» είπε και πάτησε το play.

    No one wants to be defeated!
    Showin’ how funky and strong is your fight,
    it doesn’t matter who’s wrong or right,
    Just beat it! Beat it! Beat it! Beat it!

    No one wants to be defeated!
    Showin’ how funky and strong is your fight,
    It doesn’t matter who’s wrong or right,
    Just beat it! Beat it! Beat it! Beat it!

    Και κούνημα εγώ, κούνημα τα κορίτσια μέσα στο μπούστο, κούνημα ο Larry και ο Αλέξης, άνοιγμα του δερμάτινου για να φανούν τα… μπουσταρισμένα κορίτσια σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια, δεν είναι να απορείς με τα likes που είχε μαζέψει.

    Και με το που τέλειωσε το video ο Σαράντης το έβαλε να παίξει σε επανάληψη. Και ξανά! Και ξανά! Και ξανά! Νομίζω ότι κάπου έχασα το μέτρημα, πρέπει να το έβαλε να παίξει πάνω από 6-7 φορές.

    “Damn!” μου είπε εντυπωσιασμένος και κοιτάζοντάς με πραγματικό θαυμασμό. “YOU REALLY ARE SOMETHING!” μου επανέλαβε για πολλοστή φορά τονίζοντας την κάθε λέξη ξεχωριστά.

    “It takes one to know one!” του απάντησα το κομπλιμέντο και αυτή τη φορά ήταν εκείνος που με τράβηξε πάνω του και μου ρούφηξε την ψυχή από τα χείλη.

    «Η αλήθεια είναι ότι ζηλεύω λίγο,» μου εξομολογήθηκε όταν βρήκαμε και οι δυο τις ανάσες μου.

    Έγειρα πίσω με προσποιητή έκπληξη. «Θέλεις να χορέψεις μαζί μου Michael Jackson?»

    «Μπα, τέτοιο κούνημα ούτε σε χίλια χρόνια!» μου απάντησε χαζογελώντας. «Χώρια που μου λείπουν τα σχετικά εξαρτήματα,» συνέχισε, και προς επίρρωση μου τσίμπησε πολύ απαλά το αριστερό στήθος.

    «Μφφφ… δικαιολογίες!» συνέχισα να τον πειράζω. «Ούτε ο Larry ούτε ο Αλέξης είχαν!»

    «Αυτό που θέλω να πω είναι ότι… είσαι τελείως διαφορετική κλάση,» μου απάντησε ανασηκώνοντας τους ώμους τους. «Χθες που χορεύαμε twist…» συνέχισε, «ήθελα… ήθελα απλά να σταματήσω και να σε χαζεύω.»

    Μου έπιασε το χέρι και μου το χάιδεψε.

    «Απλά… απλά θα ήθελα να μπορώ να σε συνοδεύω αξιοπρεπώς,» συνέχισε ντροπαλά, και ήταν τόσο γλυκούλης και ευάλωτος ο τρόπος που μου το είπε, που μ’ έκανε να θέλω να τον πιάσω αγκαλιά και να τον σφίξω πάνω μου.

    Μα πριν προλάβω να καν να αντιδράσω το έριξε στην καντάδα!

    “So, won’t you, please be my, be my Swayze, be my Swayze? (My one and only Swayze) Say you’ll tech me dancing, be my Swayze now!” μου είπε τραγουδιστά και μ’ έπιασαν τα πλευρά μου από τα γέλια.

    “It’s a deal, Frances!” του απάντησα γελώντας ακόμα. «Μόνο μου μου ζητήσεις να σε σηκώσω στα χέρια!»

    «Καλά, θα συμβιβαστώ!» προσπάθησε αποτυχημένα να μου κάνει τον συγκαταβατικό καθώς το πρόσωπό του έλαμπε λες και ήταν ο Ευχούλης, να πούμε.

    «Να σου πω!» του είπα καθώς μου ήρθε ιδέα. «Αν και τον τελευταίο καιρό το είχα ρίξει στην παλαβή…» ξεκίνησα την εισαγωγή «γιατί κάποιος όνομα και μη χωριό με ξεμυάλισε ελαφρώς,» συνέχισα βάζοντας τα γέλια με το τάχα απορημένο ερωτηματικό βλέμμα πού μου έκανε δείχνοντας τον εαυτό του, «θες να έρθεις μαζί μου σε κάποιο μάθημα;»

    «Εξαρτάται,» μου απάντησε. «Αρκουδιάρη θα έχει το μαγαζί;»

    «Έλα μωρέ Σαράντη δεν είσαι τόσο χάλια!» του απάντησα. «Οκ, χορεύεις ελαφρά σαν ξεκούρδιστος» (χάχανο) «αλλά αυτό διορθώνεται!»

    «Εντάξει,» μου είπε χαμογελώντας. «Απλά…» ξεκίνησε να λέει διστακτικά και τον διέκοψα.

    «Απλά τι, Γιάγκο Δράκο;» τον ρώτησα βλέποντας τον δισταγμό του.

    «Τίποτα!» μου είπε με σιγουριά και με το πρόσωπό του να φωτίζεται και πάλι.

    «Ναι, όχι σε μένα αυτά!» του είπα τάχα μου απειλητικά χτυπώντας τον απαλά με το δάχτυλο στο στέρνο. «Οδοστρωτήρας, remember?»

    “Me ta boss!” μου έκανε χτυπώντας τις γροθιές στο στέρνο.

    «Μη μου κάνεις εμένα τον King Kong, θα σε κάνω ping-pong!» του είπα κοιτάζοντάς τον τάχα μου με μισό μάτι. «Μολόγατα όλα!»

    Έκανε πίσω δήθεν κεραυνοβολημένος. «Να δεις που θα με δείρει κι από πάνω!»

    «Και θα σε δείρω!» του απάντησα και αυτό με έκανε να θυμηθώ ότι δεν είχαμε ξεκινήσει ακόμα την ταινία. «Μολόγα πρώτα και μετά θα δούμε το the kopanoi!» του δήλωσα.

    «Τίποτα σουσουραδίτσα μου, πραγματικά,» μου είπε χαμογελαστός. «Δεν… δεν ήθελα να σου γίνω φόρτωμα.!»

    «Δεν είμαστε με τα καλά μας!» του απάντησα μην πιστεύοντας τ’ αφτιά μου. Σηκώθηκα από πάνω του και γονάτισα μπροστά του, γιατί πως να το κάνουμε, ο νταμποσουλίνος έχει υπεργολάβο!

    «ΖΗΤΑ ΤΑΠΕΙΝΑ ΣΥΓΝΩΜΗ, ΤΩΡΑ!» του απάντησα ακόμα γονατιστή.

    «Συγνώμη σουσουραδίτσα μου!» μου απάντησε προσπαθώντας απελπισμένα να μη βάλει τα γέλια. «Ήμουν απαραδέκτου!»

    «Ήσουν!» τον διαβεβαίωσα.

    «Θα τιμωρηθώ, κιόλας;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

    «Μέσω υπεργολάβου;» τον ρώτησα πνίγοντας ένα χάχανο.

    «Εννοείται!» μου απάντησε προσπαθώντας να κρατηθεί σοβαρός. «Τι τα φοράμε τα γαλόνια;»

    «Και κερατάς και δαρμένος δηλαδή!»

    «Κερατάς δεν είσαι και δε θα γίνεις,» με διαβεβαίωσε. «Τούτου λεχθέντος… όταν έχω δίκιο έχω δίκιο, και όταν έχω άδικο…»

    «Έχεις πάλι δίκιο…»

    «Είδες τι δυνατή που είσαι στο σταυρόλεξο;» μου είπε στέλνοντάς ένα φιλάκι στον αέρα. «Λοιπόν, ήμουν απαράδεκτος και πρέπει να τιμωρηθώ, πάει και τελείωσε! I have spoken!»

    «Αυτό λέγεται daboss-ική καταπίεση!»

    «Πολλά λες!» μου απάντησε. “Assume position να… τιμωρηθώ!”

    «Κλαψ, λυγμ;» του έκανα διστακτικά.

    «Έλα εδώ και θα κλάψεις με όρεξη!» συνέχισε το δούλεμα.

    «Ουφ!» του είπα και ανέβηκα στον καναπέ και ξάπλωσα από πάνω του τουρλώνοντας τα πισινά μου.

    «Πάρε κι αυτή, πάρε και τούτη!» μου είπε ξεκινώντας να μου ρίχνει σφαλιάρες στα κωλομέρια, πάνω από τη φόρμα.

    Βέβαια δεν τις έλεγες ακριβώς σφαλιάρες, ίσα που με ακουμπούσε κάθε φορά.

    «Με γλεντάς Γιάγκο Δράκο;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

    «Σιωπή! Με τιμωρώ σκληρά!» μου είπε συνεχίζοντας τα χάδια.

    «Πώς είναι τιμωρία αυτό ρε νούμερο;» δεν άντεξα και τον ρώτησα βάζοντας τα γέλια κανονικά και με το νόμο.

    Αντί απάντησης μου έπιασε το χέρι και το ακούμπησε στο παντελόνι του. Ναι, ο John Wick Ιπποκλείδης JR ήταν οπλισμένος.

    «Βρε καυλοράπανο!» τον πείραξα και αυτή τη φορά ήταν ο Σαράντης που έβαλε τα γέλια.

    «ΚΑΥΛΟΡΑΠΑΝΟ; ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ!» έκανε συνεχίζοντας να γελάει, προφανώς δεν είχε ακούσει ποτέ του την έκφραση.

    «Κάτσε να σου δείξω κάτι άλλο!» του είπα και σηκώθηκα από τη… θέση τιμωρίας πιάνοντας το κινητό. «Κάποιος μου είχε κάνει γύπινγκ,» ξεκίνησα κερδίζοντας ένα νέο γύρο γέλιου—μάλλον ούτε αυτό το είχε ακούσει ποτέ του—«και κάποιος το έκανε screenshot και τον έκραξε στο youtube!»

    Εντάξει, ο τύπος που έκραζε ήταν Θεός της λεξιπλασίας. Εδώ εγώ που είχα δει το βίντεο ένα σκασμό φορές, όχι ο Σαράντης που το έβλεπε για πρώτη! Πραγματικά κόντεψε να μου μείνει.

    «Ρε παλαμοβροντη, ρε μοναχογαμια μουνοκαρτερη, ρε τοξοκροταλε λαχταρομουνη…»

    Και μετά ξεχάσαμε για λίγη ώρα το The Kopanoi και πιάσαμε όλα τα βίντεο του τυπά με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να νομίζω ότι θα μου φύγουν τα τσίσα, πραγματικά όμως!

    Και μετά με απείλησε με τιμωρία για αυθάδεια που τον είπα νούμερο. Και μετά ξετιμωρήθηκα γιατί του εξήγησα ότι για μένα αυτό είναι τίτλος τιμής. Και μετά τιμωρήθηκα γιατί δεν του το είπα.

    Με δυο λόγια «γιατί έτσι!»

    Όσο για την τιμωρία… θα την έλεγα και πρωτότυπη αν είχα καταφέρει να κρατηθώ σοβαρή: Να κάτσω πέντε λεπτά στη γωνία με τη μύτη να ακουμπάει στον τοίχο να αναλογιστώ τα κρίματά μου.

    Πλάκα στην πλάκα, αν αυτό ήταν πραγματική τιμωρία και όχι χαβαλές, δε θα περνούσα καθόλου καλά. Και μπορεί με τον Σαράντη να μην είχαμε το είδος της σχέσης που οι τιμωρίες δεν είναι μέρος του παιχνιδιού αλλά και πάλι… Για παράδειγμα αν με είχε βάλει να κάνω αυτό όταν είχα υψώσει τον τόνο της φωνής μου, θα ήταν πραγματικά τιμωρία.

    Και D/s ή όχι θα τη δεχόμουν χωρίς δεύτερη κουβέντα.

    «Να σε ρωτήσω κάτι;» του είπα με το που γύρισα στον καναπέ.

    «Να με ρωτήσεις, σουσουραδίτσα!» μου απάντησε τρυφερά κάνοντάς μου νόημα να σκαρφαλώσω πάνω μου.

    «Θα με έβαζες να το κάνω αυτό στα σοβαρά;» τον ρώτησα χωρίς περιστροφές.

    «Όχι,» μου απάντησε με βεβαιότητα. «Και δεν το έκανα ούτε με την Ειρήνη.»

    «Γιατί;»

    «Γιατί υπάρχουν τριών ειδών παραβατικές συμπεριφορές,» ξεκίνησε να μου εξηγεί. «Αυτές που μπορούν να συγχωρεθούν μία φορά, αυτές που μπορεί να συγχωρεθούν στον βαθμό που δε θα επαναληφθούν πάνω από δυο-τρεις φορές, και οι πραγματικά ασυγχώρητες.»

    Έγνεψα καταφατικά και συνέχισε. «Αν είναι ασυγχώρητη, τότε η τιμωρία δεν έχει νόημα ως μέθοδος σωφρονισμού. Απλά χωρίζουν οι δρόμοι μας, και το αν μετάνιωσες ή όχι πλέον θα είναι άνευ σημασίας.»

    «Οκ,» του είπα ξεροκαταπίνοντας στη σκέψη του να κάνω κάτι τόσο βαρύ που από μόνο του να είναι ασυγχώρητο.

    «Αν είναι κάτι που συγχωρέθηκε μία φορά αλλά αυτό συνεχίζει να συμβαίνει, τότε γίνεται και μη αποδεκτό για τη συνέχεια της σχέσης,» μου είπε και έγνεψα και πάλι. «Άρα αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να γίνει άμεσα κατανοητό ότι υπήρξε παραβατική συμπεριφορά, ποια ήταν αυτή, και γιατί τη θεωρώ παραβατική.»

    «Κατάλαβα,» του είπα.

    «Με λίγα λόγια αυτό που με ενδιαφέρει είναι να καταλάβεις το όποιο λάθος σου. Δεν είσαι παιδάκι, η τιμωρία δε θα προσφέρει κάτι παραπάνω.»

    Έγνεψα καταφατικά μα δεν είχε τελειώσει. «Και ότι ισχύει για εσένα, ισχύει και για μένα Ζωή. Ναι, μπορεί να καυλώνω να σε έχω όπως θέλω στο κρεββάτι,» ξεκίνησε να μου λέει τσιμπώντας μου και πάλι απαλά το στήθος «αλλά η Ζωή που έχω αρχίσει να ερωτεύομαι μέχρι τα μπούνια είναι η Ζωή που χέρι που θα σηκωθεί πάνω της θα το χώσει στο μέρος που δεν πιάνει ήλιος.»

    «Εγώ θα σε τιμωρώ διά υπεργολάβου!» του είπα ρίχνοντάς το στο χαβαλέ, αλλά κατάλαβα ακριβώς τι εννοούσε. «Γονυπετής θα ζητάς συγνώμη, φουκαρά μου!»

    «Θα φροντίσω να μη σε πιάσουν τα γόνατά σου, τότε» μου είπε στον ίδιο τόνο, και ήταν όση διαβεβαίωση μπορούσα να του ζητήσω.

    “You do that!” του είπα χαμογελαστή. «Και τώρα The Kopanoi!»

    «Βρες την ταινία και περίμενέ με, σου έχω έκπληξη!» μου έκανε.

    «Τι έκπληξη;» τον ρώτησα μην μπορώντας να κρύψω τον ενθουσιασμό μου.

    «Αν στο πω τι έκπληξη θα είναι ρε νούμερο;» μου απάντησε τονίζοντας το “νούμερο” και κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

    “Touché”

    «Ευχαρίστως!» μου έκανε χουφτώνοντάς μου και τα δύο στήθη. «Τι; εσύ το ζήτησες, σου χαλάω εγώ χατίρι;» συνέχισε χουφτώνοντάς με ακόμα πιο δυνατά.

    «ΡΕ ΝΟΥΜΕΡΟ!» του έκανα βάζοντας και πάλι τα γέλια, «ΘΑ ΣΟΒΑΡΕΥΤΕΙΣ;»

    «ΠΟΤΕ!» μου είπε αλλά σταμάτησε το χούφτωμα. «Επιστρέφω Δημήτριος!»

    «ΜΗΤΣΟ ΜΟΥ!»

    «Δεν γύρισα ακόμα!» μου είπε το νούμερο, και χαχανίζοντας επέστρεψε στην κουζίνα, ποιος ξέρει τι ετοίμαζε πάλι ο Μακιαβελικός νταμποσουλίνος.

    Άνοιξα την τηλεόραση ( αλήθεια, γιατί ήμασταν τόση ώρα στη μούγκα; ) και έψαξα στο youtube την ταινία που ήξερα ότι την είχε ολόκληρη και σε καλή σχετικά ποιότητα, 720p. Και επειδή στη συγκεκριμένη ταινία οι τίτλοι είναι… μέρος της ταινίας, πάτησα pause περιμένοντας τον… Μήτσο.

    «Κλείσε τα μάτια σου!» μου είπε και ως καλή και υπάΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑκουη σκλάβα έκανα αυτό που με διέταξε ο Κύρης και Αφέντης μου.

    «Μήτσο μου;» του έκανα κερδίζοντας το χάχανό του.

    “You may open your eyes!” μου είπε και στον ενθουσιασμό μου παραλίγο να πετάξω τον κουβά με τα popcorn που μου έφερε στο πάτωμα, και τρέχα μάζευ’ τα μετά!

    «Είσαι ο καλυτεροτεροτερότερος μακιαβελικός νταμποσουλίνος του κόσμου!» τσίριξα ενθουσιασμένη!

    «Γιατί έχει κι άλλους;» με ρώτησε καχύποπτα.

    «Όχι μωρό μου,» τον διαβεβαίωσα. «Είσαι σαν την παλιά διαφήμιση: Γάλατα υπάρχουν πολλά, νουνού όμως ένα!»

    «Πρόλαβες αυτή τη διαφήμιση;» με ρώτησε με απορία. Αυτή είναι παμπάλαια!

    «Να είναι καλά ο τύπος που έχει το κανάλι με τις παλιές διαφημίσεις!» του έκανα, και προς επίρρωση σηκώθηκα και το έριξα στο μουσικοχορευτικό. «Κουτί-κουτί-κουτί, και τι κουτί-κουτί, τώρα η Heninger καινούργια σε κουτί!»

    «Και μετά λέει εμένα νούμερο, το νούμερο!» είπε γελώντας και έσκυψε και με φίλησε. «Δε θα βαρεθώ να το λέω, είσαι απίθανη ρε μούτρο!»

    «Είμαι!» του απάντησα ενθουσιασμένη τραβώντας τον πάνω μου για να του δώσω ένα φιλάκι. «Και τώρα κύρη μου κι Αφέντη μου παλούκωσε τον κώλο σου κάτω γιατί…»

    «Γιατί;» με ρώτησε προκλητικά.

    «Βλέπω τον υπεργολάβο σου με μαυρισμένο κωλαράκι!» του έκανα γλυκουλινιάρικα, κερδίζοντας και πάλι το γέλιο του.

    Με το που κάθισε, ακούμπησε τα ποπ-κορν στα γόνατά του και έγειρα πάνω του και πάτησα το play.

    Τα πρώτα γέλια ξεκίνησαν με το τραγούδι των τίτλων, που στην πραγματικότητα λέει σε περίληψη την ίδια την ταινία.

    Δε θα κουραστώ να το λέω, το The Kopanoi είναι πραγματικό cult αριστούργημα που το πήρε μπάλα η εποχή της βιντεοκασέτας, παρόλο που ήταν ταινία που γράφηκε για κινηματογράφο, όχι για τριήμερη ξεπέτα κατευθείαν για βίντεο.

    Από που να το πιάσεις και από που να το αφήσεις; Από το εξαιρετικό καστ; Από τις ατάκες που έπεφταν σε ρυθμό οπλοπολυβόλου; Από τη μουσική; Από το ίδιο το σλάπστικ; Έπρεπε να έρθει η εποχή του internet ώστε οι Kopanoi να λάβουν την αναγνώριση που πραγματικά άξιζαν.

    Ο Σαράντης που περίμενε μια χαζοταινία του κιλού που για κάποιο απίθανο για εκείνον λόγο μου άρεσε πραγματικά κεραυνοβολήθηκε, με τον καλό τρόπο. Αποτέλεσμα ήταν περισσότερο να του ρίχνω κλεφτές ματιές την ώρα που γελούσε παρά να παρακολουθώ την ταινία.

    Στη σκηνή της Discotheque με τον Μίκυ και τον Γκόγκο δάκρυσε από τα γέλια, σε σημείο που μου ζήτησε να βάλω τη σκηνή να παίξει σε επανάληψη δυο τρεις φορές, καθώς κάθε φορά που έβαζε τα γέλια, έχανε τις υπόλοιπες ατάκες.

    Δεν έχει νόημα να περιγράφω, πραγματικά πρέπει να δείτε την ταινία για να καταλάβετε πόσο πραγματικά απίστευτη κωμωδία είναι. Εντάξει, το παραδέχομαι, το δεύτερο μισό είναι λίγο άνισο, αλλά δε βαριέσαι; Ουδείς τέλειος!

    «Εντάξει, δεν το περίμενα αυτό με την καμία!» μου είπε όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους. «Πόνεσε το στομάχι μου!»

    «Μήπως να σου δώσω το τηλέφωνο του Μίλτου;» τον πείραξα. «Κολλητάρια θα γινόσασταν!»

    «Και δε φοβάσαι μήπως σε παρατήσουμε και πάμε να ζήσουμε τον έρωτά μας;» μου απάντησε στο ίδιο ύφος.

    «Μπα, ο Μίλτος δεν είναι ανδρόγυνος, δεν είναι του γούστου σου!»

    “Damn!” έκανε με θεατρική απελπισία.

    «Εσύ όμως είσαι,» του απάντησα χαχανίζοντας, «και ο Μίλτος δεν είναι Tony ή Βάιος, το ψήνει και απ’ τις δυο μεριές!»

    «Χαχαχα, τοίχο-τοίχο;» με ρώτησε γελώντας.

    «Και προπάντων αν σου πέσει κάτω το σαπούνι… μείνε άπλυτος,» συνέχισα γελώντας.

    «Και είναι και προικισμένος κατά τα γραφάς!»

    «Εμένα μου λες;» του έκανα στενάζοντας κερδίζοντας ξανά το βροντερό του γέλιο.

    «Να σου πω,» μου είπε σχεδόν ντροπαλά αλλάζοντας τελείως το θέμα. «Έχεις άλλο βίντεο που χορεύεις;»

    «Αμέ!» του απάντησα χαμογελαστή και το πρόσωπό του φωτίστηκε και πάλι. «Το ξέρεις το summer wine?»

    «Sinatra και Hazlewood!» μου απάντησε. «Φυσικά και το ξέρω!»

    «Ο Αλέξης, που είδες στο βίντεο, είναι και χορογράφος,» του εξήγησα. «Έκανε χορογραφία αλλά για το cover του Valo και της Avelon.»

    «Δείξ’ το μου σε παρακαλώ!» μου έκανε με ανυπομονησία. «Αν μπορείς στην τηλεόραση!»

    «Ό,τι θέλει ο νταμπουσουλίνος μου!» του είπα κάνοντάς του και μουσουνίτσα. Βρήκα το βίντεο στο κινητό και το έκανα να προβάλει στην τηλεόραση.

    Η εικόνα άνοιξε στην κύρια αίθουσα της σχολής. Ξύλινο πάτωμα γυαλισμένο από τα χρόνια, καθρέφτες σε όλο το μήκος του ενός τοίχου, μπάρα στο ύψος των ισχίων και ψηλά παράθυρα που γέμιζαν το χώρο με φως. Ο Αλέξης φορούσε μαύρο πουκάμισο και παντελόνι ενώ εγώ ένα μονοκόμματο midi στο κόκκινο της φωτιάς, και ασορτί nude γόβες.

    Strawberries cherries and an angel’s kiss in spring
    My summer wine is really made from all these things

    Στην εισαγωγή στεκόμασταν στις δύο άκρες της αίθουσας. Η χορογραφία είχε στηθεί πάνω σε αυτή την απόσταση: το κενό ως πρώτος χαρακτήρας, η προσέγγιση ως δεύτερος. Όταν άρχισε να τραγουδάει η Avelon, ξεκίνησα να τον πλησιάζω με μικρά ανοίγματα του σώματος, σαν να μ' έσπρωχνε η μουσική.

    Ο Αλέξης είχε χτίσει τον κορμό σε foxtrot. Καθαρές γραμμές, πλάγιες κινήσεις, στροφές που άνοιγαν την αίθουσα μέχρι να μοιάζει μεγαλύτερη απ' ό,τι ήταν. Αλλά δεν ήταν το κλασσικό foxtrot. Όταν τραγουδούσε η Avelon μαλάκωνε και άλλαζε σχεδόν σε bolero—πιο αργά βήματα, πιο παρατεταμένες κινήσεις και η απόστασή μας να μεγαλώνει και να μικραίνει σαν αναπνοή.

    Στη σημεία που τραγουδούσε ο Valo, ο χορός άλλαζε χρώμα και πάλι χρώμα. Tango κρατήματα και μικρές κοφτές παύσεις όσο ακριβώς χρειαζόταν για να συνοδέψει το βαρύ, σχεδόν υπνωτισμένο, ύφος του τραγουδιστή.

    Τα σώματα έρχονταν πιο κοντά, οι κινήσεις γινόντουσαν πιο αποφασιστικές, και οι στροφές παραχωρούσαν τη θέση τους σε κρατήματα γεμάτα από την αόρατη ένταση της μουσικής: σαν το τραγούδι να περνούσε από το γλυκό κρασί στη μέθη.

    Η κάμερα μάς έπιανε πότε ολόκληρους—για να δουλέψουν οι γραμμές στο πάτωμα—και πότε πιο κοντά, στους ώμους, στα χέρια, στις αλλαγές του βλέμματος. Το ίδιο το τραγούδι είναι μια ιστορία αποπλάνησης και ο Αλέξης το είχε χορογραφήσει στην εντέλεια: βελούδο και λεπίδα.

    Στην τελευταία φράση ο Αλέξης με γύρισε αργά προς το μέρος του, κι εγώ ξέφυγα από το κράτημά του και απομακρύνθηκα, σαν μεθυστικό όνειρο που χάνεται στο πρώτο φως της αυγής.

    Η κίνηση πάγωσε χωρίς υπερβολή: το κόκκινο ακίνητο απέναντι στο μαύρο, κι ο αέρας να κρατά ακόμη την τελευταία νότα.

    Η οθόνη μαύρισε και εμφανίστηκε κείμενο σαν τίτλος από βουβή ταινία:
    Λευκά γράμματα πάνω σε απόλυτο μαύρο, σαν να έκλεινε μια παλιά ιστορία αποπλάνησης που μόλις είχε ξαναειπωθεί με σώματα αντί για λόγια.

    «Δεν… δεν έχω λόγια», είπε ο Σαράντης, σαν να προσπαθούσε να ξαναβρεί την αναπνοή του. Με κοίταζε με εκείνο το άγγιγμα δέους στα μάτια, σαν να μην ήξερε πώς να χωρέσει αυτό που ένιωθε σε προτάσεις. «Είναι… ήταν… είναι…» κατάφερε να πει τρώγοντας τα λόγια του, και ήταν τόσο γλυκός που η καρδιά μου πήγε να σπάσει.

    “Strawberries cherries and an angel's kiss in spring,” άρχισα να του τραγουδάω χαμηλά και όσο και αν η φωνή μου δεν μπορεί να συγκριθεί με της Avelon ή της Sinatra, κατάφερα να την κάνω όσο πιο αισθησιακή μπορούσα. “My summer wine is really made from all these things, take off your silver spurs and help me pass the time, and I will give to you summer wine… ooh summer wine.”

    Κατέβηκα από πάνω του και με μια κίνηση έβγαλα τη μπλούζα μου μένοντας γυμνή από πάνω. Γονάτισα μπροστά του και του κατέβασα το παντελόνι ίσα-ίσα ώστε να ελευθερωθεί ο John Wick Ιπποκλείδης Jr (πάει, του έμεινε το παρατσούκλι!)

    Χαμήλωσα προς το μέρος του…

    …και τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται.
     
  2. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    24. What trust is

    Όπως κάθε φορά που τού το 'κανα αυτό, του πήρε λίγη ώρα να βρει τις ανάσες του. All in all, που λένε και στο χωριό, a job very well done.

    (Και τι job, ε; Φυσάει… Αγγλιστί)

    Έγειρα στο πλάι, στηριγμένη στον αγκώνα μου, και τον παρακολούθησα για λίγο, το στήθος του ν' ανεβοκατεβαίνει.

    “Once again I blew… your mind,” του είπα χαμογελώντας αυτάρεσκα, κι ήπια μια γουλιά από την παγωμένη πλέον σοκολάτα—γιατί να πω την αμαρτία μου, μια πικρίλα την έκανε, τρομάρα του!

    “And not only my mind!” μου απάντησε χασκογελώντας, ακόμα ξέπνοος, και μου έκανε νόημα με τα δάχτυλά του να σκαρφαλώσω και πάλι πάνω του.

    Έκανα να πάω να βάλω το μπλουζάκι μου, και εισέπραξα ένα επιτιμητικό σήκωμα του φρυδιού του.

    «Σου είπα εγώ να ντυθείς;»

    «Η αλήθεια είναι ότι δε μου το είπες!» απάντησα αναστενάζοντας. Άφησα τη μπλούζα να μου γλιστρήσει πάλι από τα δάχτυλα και σκαρφάλωσα πάνω του. Αμέσως μόλις το έκανα, εκείνος με τράβηξε πιο κοντά και, σφίγγοντάς με στην αγκαλιά του, με φίλησε βαθιά.

    «Τώρα μπορείς να φορέσεις το μπλουζάκι σου!» μου είπε χαμογελώντας μου παιχνιδιάρικα.

    Έκανα λίγο πίσω και σταύρωσα τα χέρια μου μπροστά στα στήθη μου, τάχα μου τσαμπουκαλεμένη. «Μου κάνεις γυμνάσια, Κύρη και Αφέντη μου;» τον ρώτησα κοιτάζοντάς τον με μισό μάτι.

    «Και γυμνάσια, και λύκεια και πανεπιστήμια,» μου απάντησε κάνοντάς μου ένα ping στη μύτη.

    «Ζόρικος τούτος δω,» μονολόγησα αντιγράφοντας τον Μίκυ από τους Κόπανους.

    Έγειρε ελαφρά το κεφάλι του στο πλάι, με ψεύτικα αυστηρό ύφος.

    «Δεν κατάλαβα, είπατε κάτι;»

    «Θεός φυλάξοι, Κύρη και Αφέντη μου!» του απάντησα χαχανίζοντας και έκανα ξανά να πιάσω τη μπλούζα μου.

    «Φίδι! Χέλι! Όλο ξεγλιστράς!» μου έκανε ο Σαράντης αντιγράφοντας τη Φρόσω, αλλά αυτή τη φορά με άφησε να φορέσω το μπλουζάκι μου. Μετά σοβάρεψε ξανά. Έγειρε λίγο πίσω στα μαξιλάρια και με κοίταξε σα να με έβλεπε για πρώτη φορά.

    «Ζωή…» ξεκίνησε να λέει, και σταμάτησε για λίγο, σα να έψαχνε να βρει τα λόγια του. Πέρασε αργά το χέρι του στα μαλλιά του. «Έχεις… έχεις και άλλα τέτοια βίντεο;»

    «Έχω,» του απάντησα χαμογελαστή. Το χαμόγελο όμως κάπως μου έπεσε στη συνέχεια. «Μην… μην το πάρεις στραβά,» συνέχισα διστακτικά, «αλλά ο Αλέξης λέει ότι είμαι η μούσα του.»

    «Γιατί να το πάρω στραβά;» με ρώτησε με ειλικρινή απορία, οι ώμοι του πιο χαλαροί απ' ό,τι περίμενα.

    «Γιατί ο Φώτης, τουλάχιστον στην αρχή, το είχε πάρει,» του απάντησα στενάζοντας στην ανάμνηση. «Και η αλήθεια είναι ότι δεν τον αδικώ…»

    Ο Σαράντης με κοίταξε έκπληκτος, αλλά δεν είπε τίποτα—περίμενε.

    «Κοίτα, με τον Αλέξη είχαμε παρελθόν πριν τα φτιάξω με τον Φώτη…» του εξήγησα, παίζοντας ασυναίσθητα με την άκρη του σεντονιού.

    «Μάλιστα,» απάντησε προσεκτικά. «Και να υποθέσω, σε εκείνο το σημείο ήταν χρονολογικά πρόσφατη;» μου είπε κοιτώντας με ερωτηματικά.

    «Ναι και όχι,» του απάντησα γνέφοντας διστακτικά. «Εννοώ… με τον Αλέξη δεν είχαμε σχέση-σχέση,» συνέχισα τονίζοντας τις δύο τελευταίες λέξεις.

    “Friends with benefits?”

    «Κάτι τέτοιο,» του απάντησα κουνώντας το κεφάλι μου καταφατικά. «Κοίτα… είχαμε πολύ καλή χημεία…» ξεκίνησα να λέω αμυντικά, μα με διέκοψε μ' ένα ανεπαίσθητο γελάκι.

    «Κάτι κατάλαβα βλέποντάς σας να χορεύετε,» μου είπε χαμογελώντας καθησυχαστικά. «Θα… θα έπρεπε να είμαι στραβός για να μην το δω!»

    Ένιωσα τους ώμους μου να χαλαρώνουν λιγάκι. «Ε, ούτε ο Φώτης ήταν στραβός,» του είπα προσπαθώντας να δώσω ανάλαφρο τόνο. «Οπότε… ναι, στην αρχή καταλάβαινα τον δισταγμό του…»

    «Και;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με εξεταστικά.

    «Είτε εμπιστεύεσαι αυτόν με τον οποίο είσαι μαζί, είτε δεν έχεις λόγους να είσαι μαζί του,» του απάντησα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Και ναι, καταλαβαίνω ότι η εμπιστοσύνη είναι κάτι που χτίζεται σιγά-σιγά, αλλά ακόμα κι αυτό προϋποθέτει μια ελάχιστη βάση.»

    Ένευσε σιωπηλά, χωρίς να αφήσει το βλέμμα του από εμένα.

    «Πώς το πήρε όταν του το είπες;»

    «Δεν του το είπα εγώ, εκείνος μου το είπε,» του απάντησα χαμογελώντας στην ανάμνηση. «Και μου το έδειξε με τις πράξεις του.»

    «Δηλαδή;» Έσκυψε λίγο μπροστά.

    «Δηλαδή κάποια μέρα βγήκαμε εγώ και ο Αλέξης μόνοι μας για ποτό. Φυσικά και το είχα πει από πριν στον Φώτη—δε θα το έκανα αν δεν είχα τη ρητή διαβεβαίωσή του ότι δε θα είχε πρόβλημα.»

    «Και αν είχε;»

    «Τότε πολύ απλά δε θα έβγαινα,» του απάντησα. «Μεταξύ του να είμαι καλά με τον Φώτη, με τον οποίο ήμουν ερωτευμένη, και του να βγω για ένα ποτό με τον Αλέξη, προτιμούσα το πρώτο.»

    «Δε θα σε πείραζε;» με ρώτησε προσεκτικά.

    «Φυσικά και θα με πείραζε,» του απάντησα χωρίς δισταγμό. «Αλλά το να βάλω σε ρίσκο τη σχέση μου για ένα ποτό θα με πείραζε περισσότερο.»

    Χαμήλωσα για μια στιγμή τα μάτια μου, και τα σήκωσα πάλι πάνω του.

    «Οι σχέσεις απαιτούν συμβιβασμούς. Ο Φώτης ποτέ δε μου ζήτησε να διακόψω τη φιλική μου σχέση με τον Αλέξη, but I would make damned sure that he would be ok with me going out alone with Alex,» συνέχισα για κάποιο λόγο στα αγγλικά.

    «Και τι έγινε τελικά;»

    Πήρα μια ανάσα, νιώθοντας τη φωνή του Φώτη να ξανάρχεται στο αυτί μου σχεδόν αυτούσια.

    «Μου είπε το εξής: “Η ερώτηση πώς ξέρεις ότι μπορείς να εμπιστευτείς κάποιον έχει μία απάντηση—δεν το ξέρεις, και ακριβώς αυτό είναι η εμπιστοσύνη.”»

    «Άρα,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια, «η δήλωση ότι ο Φώτης το είχε πάρει στραβά δεν είναι ακριβής.»

    Ναι, ένα δίκιο το είχε. Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, και μου ξέφυγε ένας μικρός στεναγμός. «Έχεις δίκιο…» ξεκίνησα και έκανα μια μικρή παύση. «Το σωστό ήταν “στην αρχή δεν ένιωθε άνετα”…»

    «Πότε γνωριστήκατε με τον Αλέξη;»

    «Ουυυυ, πολλά χρόνια!» του είπα κάνοντας και τη σχετική χειρονομία. «Από τότε που άρχισα τον χορό.»

    «Και πότε…» ξεκίνησε να με ρωτάει με πονηρό χαμόγελο, «ας πούμε ήρθατε πιο κοντά;»

    «Αφού έκλεισα τα δεκαοχτώ,» του εξομολογήθηκα. «Με κρατούσε σε απόσταση.»

    «Τον γούσταρες, ε;» με ρώτησε περισσότερο σαν συμπέρασμα παρά σαν πραγματική ερώτηση.

    «Σαν παλαβή,» του απάντησα χασκογελώντας και κουνώντας ελαφρά το κεφάλι μου. «Παίδαρος, χορευταράς, ήταν να μην τον γουστάρω;»

    «Και γιατί παραμείνατε στο friend with benefits?» με ρώτησε κοιτάζοντάς με ξανά εξεταστικά.

    «Γιατί πέρα από τον χορό, ή κανένα ποτάκι στο χαλαρό — κι αν εξαιρέσεις το σεξ — δεν ταιριάζουμε ιδιαίτερα,» απάντησα χαλαρά. Χαμογέλασα στην ανάμνηση, και κάτι ζεστό μου ανέβηκε στα μάγουλα. «Ακόμα και την πρώτη φορά που… δεν έβλεπα την ώρα να φύγουμε από εκεί που ήμασταν και να ξεμοναχιαστούμε!»

    Ο Σαράντης έβαλε τα γέλια, με το κεφάλι του να γέρνει ελαφρά πίσω. «Το μυαλό σου στο κοκό, λυσσάρα!»

    «Εννοείται!» του απάντησα χαχανίζοντας. «Για ποια με πέρασες, για καμιά καθώς-πρέπει;» του είπα βγάζοντας κοροϊδευτικά τη γλώσσα μου.

    «Ξέρεις κάτι, Ζωή;»

    Σοβάρεψε απότομα. Έπιασε τα χέρια μου μέσα στα δικά του και ξεκίνησε αργά, με την χαρακτηριστική του ηρεμία.

    «Η αξιοπρέπεια είναι η έμφυτη αξία και ο εσωτερικός σεβασμός που δικαιούται κάθε άνθρωπος, απλώς και μόνο επειδή υπάρχει,» μου είπε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    «Το ξέρω, Σαράντη μου,» του είπα τρυφερά, σφίγγοντας ελαφρά τα δάχτυλά μου γύρω από τα δικά του. «Ωστόσο δεν είπα ότι δεν είμαι αξιοπρεπής — είπα ότι δεν είμαι καθώς-πρέπει,» συνέχισα χαμογελώντας. «Την αξιοπρέπειά μου δεν μπορεί να την κρίνει κανείς, μόνο εγώ.»

    Έγνεψε καταφατικά δείχνοντας ότι συμφωνεί μαζί μου.

    «Τον καθωσπρεπισμό ωστόσο…» Το χαμόγελό μου πλάτυνε. «…τον έχω γραμμένο εκεί που δεν πιάνει μελάνι.»

    “Story time?” με ρώτησε κοιτάζοντάς με σαν κουτάβι.

    “You da boss!” του απάντησα παίζοντας πονηρά τα βλέφαρά μου

    Μαρούσι, 2017


    «Πού ήσουν χθες, νεαρά; Είχαμε πρόβα!» με ρώτησε μόλις με είδε να μπαίνω στην αίθουσα.

    Έγειρα το κεφάλι μου στο πλάι και του χάρισα ένα γλυκόξινο χαμόγελο.

    «Καλησπέρα και σε σένα!» του απάντησα ειρωνικά. «Είχα τα γενέθλιά μου χθες, οπότε ως κορίτσι κι εγώ βγήκα να τα κοπανίσω, τώρα που μπορώ και νόμιμα!»

    «Ενώ πριν, ας πούμε, μόνο αναψυκτικά;» με ρώτησε γελώντας, σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος.

    «Τόσα χρόνια στην παρανομία…!» του είπα χαχανίζοντας. «Ήθελα επιτέλους να νιώσω νομοταγής πολίτης!» συνέχισα κοροϊδευτικά.

    «Σιγά ρε νονά της νύχτας!» μου απάντησε πειρακτικά, και μου ανακάτεψε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά καθώς περνούσα από δίπλα του. «Σε κάθε περίπτωση, χρόνια σου πολλά και ευτυχισμένα!»

    «Ευχαριστώ πολύ!» του απάντησα χαρίζοντάς του το πιο γλυκό μου χαμόγελο.

    Αν και τον γούσταρα σαν τρελή—και παρόλο που μούσα του με ανέβαζε, μούσα του με κατέβαζε—εκτός σχολής κρατούσε τις αποστάσεις του. Και εντάξει, όσο ήταν με την πρώην του το καταλάβαινα· όμως είχε χωρίσει πάνω από ένα εξάμηνο, και πάλι τίποτα.

    Του άρεσα, και το ήξερα ότι του άρεσα, και πραγματικά δεν μπορούσα να τον καταλάβω. Θα μου πεις, μέχρι χθες δεν είχα κλείσει τα δεκαοχτώ· αλλά ο Αλέξης δεν ήταν και κανένας μπάρμπας—εικοσιενός ήταν, να πούμε.

    Πέταξα την τσάντα μου σε μια γωνία και ξεκίνησα να βγάζω το ζακετάκι μου· για αρχές Ιούνη σήμερα είχε ψύχρα!

    «Σήμερα θα πρέπει να κάτσουμε λίγο παραπάνω,» μου είπε, δείχνοντας με το πιγούνι του τον καθρέφτη απέναντι· είχαμε μια χορογραφία του που έπρεπε να μάθω.

    «Δεν γίνεται, Αλέξη μου,» του είπα ελαφρά στεναχωρημένη, μαζεύοντας τα μαλλιά μου σε αλογοουρά. «Έχω πανελλήνιες, το ξέχασες;»

    Χτύπησε με την παλάμη το μέτωπό του.

    «Αμάν! Ναι…»

    «Και εντάξει, χθες το έριξα λίγο στην τρελή καθώς δεν έγραφα σήμερα, αλλά αύριο γράφω,» του είπα απολογητικά.

    «Και γιατί ήρθες μωρέ;» με ρώτησε με απορία.

    «Για να καθαρίσει το κεφάλι μου,» του εξήγησα, και κατέβηκα στο πάτωμα να αρχίσω τις πρώτες διατάσεις. «Λοιπόν, πάω να κάνω ένα ελαφρύ ζέσταμα και έρχομαι. Όσο προλάβουμε…»

    «Εντάξει,» μου απάντησε, και πρόσθεσε γελαστά: «Έχε χάρη… μουσίτσα!»

    Σήκωσα το κεφάλι μου από τις διατάσεις, επιτηδευμένα κορδωμένη.

    «Πήρα προαγωγή από μούσα;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.
    “So proud!

    Πάτησα ξυπόλυτη στο ξύλινο πάτωμα, κι άκουσα τον Αλέξη να βάζει χαμηλά από τα ηχεία το τραγούδι για να μπω στο κλίμα. Δεν το ήξερα αλλά ήταν πολύ όμορφο, ζωηρό παιχνιδιάρικο… καθαρή
    pop αλλά όχι σύγχρονη.

    «Όμορφο τραγούδι!» του είπα χαμογελώντας. «Ποιο είναι;»

    «“Something is Happening” λέγεται το τραγούδι,» μου απάντησε ο Αλέξης. «Herman Hermits, τέλη δεκαετίας ‘60»

    “All yours!” του είπα όταν τέλειωσα με το ζέσταμα, και το πως άστραψε το βλέμμα του με έκανε να ανατριχιάσω σύγκορμη.

    Και ήταν και ο λόγος που απορούσα με τη διστακτικότητά του, καθώς η χημεία μας ήταν ολοφάνερη, σχεδόν ηλεκτρική.

    Και έγινε ακόμα περισσότερο όταν ξεκινήσαμε. Η χορογραφία ήταν βασισμένη σε
    East Coast Swing όπως μου εξήγησε. Ανάλαφρο, σχετικά γρήγορο, και φιγουρατζίδικο, ήταν ό,τι πρέπει για να εντυπωσιάσεις τους καλεσμένους χωρίς να χρειάζεται να είσαι επαγγελματίας χορευτής.

    Από την άλλη, ωστόσο, δεν ήταν και χορογραφία που μπορούσε να μαθευτεί σε ένα-δυο μαθήματα, και για σήμερα ο χρόνος μου ήταν περιορισμένος.

    «Πότε τελειώνεις;» με ρώτησε. «Ο γάμος είναι μέσα Ιούλη και δεν έχουμε τον άπειρο χρόνο,» συνέχισε ξεφυσώντας.

    «Την άλλη Παρασκευή δίνω το τελευταίο μου μάθημα,» του είπα και διάβασα την απογοήτευση στο βλέμμα του. «Ωστόσο,» βιάστηκα να συνεχίσω, «και αύριο είναι Παρασκευή, οπότε μπορούμε να κάτσουμε λίγο παραπάνω.»

    «Αύριο δε μπορώ να κάτσω εγώ παραπάνω,» μου είπε στενάζοντας. «Μπορείς το Σάββατο, ή θα βγεις για να τα τσούξεις νομίμως;» με πείραξε.

    «Και αύριο μπορώ και το Σάββατο, δεν έχω κανονίσει κάτι,» του είπα κοιτάζοντάς τον με νόημα.

    «Εντάξει λοιπόν! Και αν είσαι και καλή μαθήτρια θα σε πάω και για νόμιμη μπύρα το Σάββατο,» μου είπε πειρακτικά.

    «Γατάκι!» του απάντησα με ενθουσιασμό.

    Και φυσικά την Παρασκευή και το Σάββατο έδωσα τον καλύτερο εαυτό μου, και κάπως έτσι εκείνο το Σαββατόβραδο βρεθήκαμε σε μπαράκι στα Εξάρχεια.

    Η αλήθεια είναι ότι πέρα από το χορό δεν είχαμε άλλα κοινά, και αν δεν ήμουν εν μέσω πανελληνίων και με… αράχνες ανάμεσα στα πόδια μου, η πρώτη φορά που βγήκαμε θα ήταν και η τελευταία. Ωστόσο είχα τρελές ορέξεις, και μπορεί να μου φαινόταν σχετικά βαρετός, αλλά κάθε φορά που με άγγιζε ένιωθα σα να με χτυπάει ρεύμα.

    Αλήθεια το λέω, από ένα σημείο και πέρα το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να ξεμοναχιαστούμε, να με βάλει κάτω και να μη μπορώ να πάρω μετά τα πόδια μου. Ο ίδιος, πάλι, ήταν διστακτικός αλλά εγώ δεν είμαι από αυτές που ντρέπονται, και έτσι στο τέλος της βραδιάς βρέθηκα σπίτι του.

    Εκεί… μεταμορφώθηκε στον Αλέξη που φαντασιωνόμουν δύο ολόκληρα χρόνια. Με πήρε με όλους τους δυνατούς και αδύνατους τρόπους—εκτός ενός, σε αυτό μέχρι το Φώτη ήμουν κάθετη—με αποτέλεσμα όταν με πήγε σπίτι μου το βράδυ να μη μπορώ καλά-καλά να περπατήσω.

    Μαζί του έκανα για πρώτη φορά
    reverse cowgirl, μαζί του έκανα για πρώτη φορά στο πλάι και ήταν και ο δεύτερος που τον άφησα να τελειώσει στο στόμα μου, έστω και αν δεν κατάπια. Το κλου, ωστόσο, ήταν αυτό που δεν κατάφερα να κάνω ξανά ποτέ με άλλον: Με πήρε όρθιος, με εμένα πάνω του και τα πόδια μου τυλιγμένα γύρω από τη μέση του.

    Θεούλη μου τι ήταν αυτό;
    Νέα Ερυθραία, σήμερα.

    «Και γιατί δεν το ξανάκανες αυτό;» με ρώτησε με περιέργεια ο Σαράντης.

    «Μαζί του το έκανα πολλές φορές με αυτό τον τρόπο,» του εξήγησα. «Με άλλον δεν έχω καταφέρει να το κάνω…»

    «Κατάλαβα… σωματική δύναμη…» μου είπε.

    «Υπάρχει και το νερό, μωρό μου!» του έκανα πονηρά. «Θέληση να υπάρχει και όλα γίνονται!» συνέχισα κλείνοντάς του το μάτι με νόημα.

    «Και δε μου λες, μετά το Φώτη ξαναβρεθήκατε;»

    «Όχι,» του απάντησα κουνώντας το κεφάλι μου αρνητικά. «Όταν χώρισα με το Φώτη ο Αλέξης είχε πλέον κοπέλα.» Μου ξέφυγε ένα ειρωνικό γελάκι. «Καλά, όχι ότι θα ήταν εμπόδιο αυτό για μένα…» ξεκίνησα και πάλι, «απλά δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον.»

    «Και μπράβο του,» μου έκανε ο Σαράντης.

    «Αυτός έχασε!» του απάντησα αυτάρεσκα. «Ξέρεις πόσες φορές έφαγε πόρτα όταν μου ζήτησε… πίσω πόρτα;» τον ρώτησα χαχανίζοντας. «Ε, μετά το Φώτη θα του καθόμουν!»

    «Βρε Μεσσαλίνα!» μου είπε γελώντας. «Βρε Λουκρητία Βοργία!»

    “Just being honest!” του απάντησα σηκώνοντας τα χέρια σα να παραδινόμουν.

    «Έστω,» είπε χαμογελώντας. «Λοιπόν,» συνέχισε αλλάζοντας τόνο, «πάω να πάρω τηλέφωνο το καμάρι μου πριν πέσει για ύπνο!»

    «Φιλάκια να της δώσεις!» του είπα και σηκώθηκα από πάνω του για να μπορέσει κι εκείνος να σηκωθεί.

    «Βεβαίως!» μου είπε χαμογελαστά. Μετά το βλέμμα του έγινε ξανά λίγο ντροπαλό. «Όσο μιλάω θέλω κάτι από εσένα.»

    «Ό,τι θες μωρό μου,» του είπα.

    «Θέλω να… να μου βρεις το αγαπημένο σου βίντεο…» είπε, και πριν το μυαλό μου πάει αλλού συμπλήρωσε, «που χορεύεις εννοώ!»

    «Εντάξει!» του απάντησα γνέφοντάς του καταφατικά, με το χαμόγελο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου.

    Το αγαπημένο μου, μακράν, ήταν το Bohemian Rhapsody—σε χορογραφία του English National Ballet παρακαλώ—απλοποιημένη από τον Αλέξη, γιατί εντάξει, είμαι καλή χορεύτρια αλλά το μπαλέτο is a special level of hell, και ακόμα και στην απλοποιημένη εκδοχή μού είχε βγάλει την ψυχή να το μάθω.

    Μαρούσι, 2025

    Είχε τα πάντα—και κυριολεκτώ. Πέντε λεπτά και πενήντα πέντε δευτερόλεπτα κομματιού που περνά από αργή μπαλάντα σε όπερα, σε σκληρό ροκ, και πάλι πίσω σε αργή μελωδία. Σχεδόν έξι λεπτά. Μια αιωνιότητα όταν είσαι πάνω σε σκηνή.

    H αρχική μπαλάντα ξεκινούσε με ό,τι αργό και απαιτητικό υπάρχει στο μπαλέτο: adagio—δηλαδή αργές κινήσεις με τον παρτενέρ να σε στηρίζει.

    Ο Αλέξης με κρατούσε σε arabesque (το ένα πόδι δηλαδή, με το άλλο πόδι τεντωμένο πίσω στον αέρα ψηλά και κορμός σε ευθεία) και έκανε promenade, δηλαδή με γύριζε αργά γύρω από τον δικό του άξονα σαν να ήμουν άγαλμα σε περιστρεφόμενο βάθρο.

    Μετά είχε fish dive—μια κίνηση όπου με έπιανε στη μέση τη στιγμή που είχα βουτήξει μπροστά, με το κεφάλι κοντά στο πάτωμα και τα πόδια τεντωμένα ψηλά πίσω, ισορροπώντας σε μια πραγματικά εφιαλτική γωνία αν δεν τα 'χεις δουλεμένα τέλεια με τον παρτενέρ σου.

    Και, τέλος, είχε ένα press lift στο τέλος της μπαλάντας, όπου ο Αλέξης με σήκωνε σε τεντωμένα χέρια πάνω από το κεφάλι του—εγώ πάλι σε arabesque—και έπρεπε να μείνω ακίνητη στον αέρα σαν να είχα ανέβει εκεί μόνη μου από μαγική δύναμη.

    Στο οπερετικό μέρος, εκείνο το θεατρικό “Galileo, Galileo, Figaro”, η χορογραφία γινόταν ξαφνικά κοφτή—staccato που λέμε στη μουσική. Piqué turns στη διαγώνιο—στροφές όπου πατάς απότομα στη μύτη και γυρνάς, βήμα-στροφή-βήμα-στροφή, διασχίζοντας τη σκηνή σαν να σταυρώνεις γραμμές.

    Grand jetés—τα μεγάλα άλματα όπου τα πόδια ανοίγουν στις εκατόν ογδόντα μοίρες ενώ είσαι στον αέρα, και πρέπει να φαίνεται σαν να επιπλέεις και ένα από αυτά κατέληγε σε lift εν πτήση: πηδούσα μπροστά σε grand jeté, ο Αλέξης με έπιανε στη μέση όσο ήμουν ακόμα ανοιγμένη στον αέρα, και με σήκωνε ψηλά.

    Στο ροκ κομμάτι, εκεί που το τραγούδι παίρνει φωτιά με το «So you think you can stone me and spit in my eye», έπεφτε στο πάτωμα όλη η κλασική τεχνική και έβγαινε καθαρό σύγχρονο. Αυτό που στα αγγλικά λέμε floorwork—κυλίσεις στο πάτωμα, σύρσιμο, πτώσεις και ανακτήσεις, contraction-release όπου ο κορμός μαζεύεται σαν να τον χτυπάει αόρατο χέρι και μετά εκρήγνυται προς τα έξω.

    Το ENB το κάνει αυτό υπέροχα—μπλέκει σύγχρονο μέσα στην κλασική τεχνική, σε ένα δευτερόλεπτο είσαι μπαλαρίνα και στο επόμενο είσαι κάποια που σπαράζει στο πάτωμα. Και είναι από τα δυσκολότερα πράγματα να κάνεις, γιατί πρέπει να ξέρεις και τα δύο εξίσου καλά.

    Και είχε πιρουέτες για να ξεκάνεις τη χορεύτρια. En dehors και en dedans (από έξω και από μέσα, ανάλογα την κατεύθυνση της στροφής), και—ναι, μου τα έβαλε ακόμα και στην απλοποιημένη εκδοχή—μια σειρά από fouettés.

    Οι fouettés είναι οι πιο γάμησέ με στροφές στο μπαλέτο: στέκεσαι σε ένα πόδι στη μύτη, και το άλλο «χτυπάει» έξω και μέσα ξανά και ξανά, σαν μαστίγιο. Κάθε χτύπημα σου δίνει την ενέργεια για άλλη μια στροφή. Όλη η Odette/Odile στη Λίμνη των Κύκνων έχει τριάντα δύο συνεχόμενες fouettés—που είναι, παρεμπιπτόντως, ο λόγος που οι μπαλαρίνες έχουν γόνατα σαν εκατόχρονων μέχρι τα είκοσι. Εγώ έκανα οκτώ και είδα το Χριστό φαντάρο!

    Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είχαμε και το petit allegro—δηλαδή γρήγορο βηματισμό, μικρά πηδηματάκια και κινήσεις των πελμάτων με ταχύτητα μηχανής. Δεν φαίνεται από μακριά αλλά εκεί πραγματικά διαλύεσαι, γιατί δεν αφήνει τις κνήμες σου να πάρουν ανάσα: δεκάδες χιλιοστά του δευτερολέπτου, δεκάδες πατήματα, και σου βγαίνει η ψυχή από τη μύτη.

    Στο τέλος, στην επιστροφή της μελωδίας—“Nothing really matters”—η χορογραφία επέστρεφε στην απαλότητα της αρχής. Άλλη μια promenade σε arabesque, ένα τελευταίο shoulder sit όπου καθόμουν πάνω στον ώμο του και με κουβαλούσε αργά στη σκηνή σαν να ήμουν ψυχή που τη μεταφέρει κάποιος σε άλλο μέρος, και ένα τελικό port de bras—δηλαδή «μεταφορά των χεριών» στα γαλλικά, ένα αργό άνοιγμα και κλείσιμο των χεριών που μοιάζει απλό αλλά απαιτεί απόλυτη ακρίβεια που η ψυχή σου να βγαίνει από τις άκρες των δαχτύλων σου.

    Είχε τα κέρατά του, με δυο λόγια. Ένα μήνα πρόβες, πέντε φορές την εβδομάδα, και ακόμα και σήμερα αν μου παίξουν το κομμάτι, βγάζω την παρτιτούρα στο σώμα μου χωρίς να σκεφτώ.

    Και να ήταν μόνο αυτό…

    Ο Αλέξης είχε ακολουθήσει και την ενδυματολογία του National Ballet, με αποτέλεσμα εκείνος να φοράει μόνο ένα σορτσάκι, κι εγώ ένα εφαρμοστό φορμάκι με δαντέλες και ανοιχτή πλάτη.

    Το πρόβλημα… εγώ έχω αρκετά πιο πλούσια τα ελέη από την Erina Takahashi, γύρω από την οποία είχε στηθεί η χορογραφία, οπότε… καταλαβαίνετε. Βάλε και τον Αλέξη που θυμίζει άγαλμα, βάλε και την ηλεκτρική χημεία που υπήρχε μεταξύ μας, βάλε και το ότι στο μεταξύ είχε κοπέλα οπότε είχε κοπεί το φίκι-φίκι… και οι πρόβες ήταν μια κόλαση.

    Και δυο μην πω.

    Εγώ σε fish dive, εκείνος να με κρατάει στη μέση, το πρόσωπό του εκατοστά από το στήθος μου. Εγώ σε shoulder sit, με τα πόδια κρεμασμένα και τις δύο πλευρές του σώματός του. Εγώ στο πάτωμα σε split μετά από μια κύλιση, εκείνος από πάνω μου να με σηκώνει σε supported arabesque.

    Όλο αυτό πέντε φορές την εβδομάδα, για ένα μήνα, και να μην μπορώ να εκτονωθώ με αυτόν που πραγματικά ήθελα να εκτονωθώ. Ένα θα σας πω, οι ξεπέτες και το εργόχειρο πήγαν σύννεφο, αλλά τι τα θες; It wasn’t the real thing—ή, πιο σωστά—it wasn’t with the man I ached to be fucked.

    Το αποτέλεσμα πάντως ήταν εξαιρετικό, και ας έμπαινε στις αρχές συχνά πυκνά ο Αλέξης να σβήνει κάποια απαράδεκτα σεξουαλικά σχόλια από κάτω από το βίντεο στο YouTube. Και πραγματικά ρε παιδί μου, μερικούς άνδρες δεν μπορώ να τους καταλάβω. Ρε μαλάκα, μπαλέτο βλέπεις στο YouTube, όχι τσόντα στο Pornhub, δηλαδή για όνομα.
    Νέα Ερυθραία, σήμερα.

    Το μυαλό μου γύρισε στο παρόν και μου ξέφυγε ένας αναστεναγμός—δεν θυμάται μόνο το μυαλό, θυμάται και το σώμα. Οι άνθρωποι είμαστε πολύπλοκα όντα, δε μου έλειπε ούτε ο Αλέξης, ούτε το σεξ. Μου έλειπε το σεξ με τον Αλέξη—τελεία.

    Μπορεί έξω από το κρεββάτι να ήταν πιο βαρετός και από ταινία του Αγγελόπουλου, αλλά στο κρεββάτι μάγκα μου έπιανα κουβέντα με το πάνθεο. Το σεξ μαζί του, πέρα από παιχνιδιάρικες στα κωλομέρια, δεν είχε ίχνος από T/b—αυτό το ανακάλυψα αργότερα με το Φώτη.

    Vanilla που λένε και στο χωριό… αλλά Μαδαγασκάρης, όχι ό,τι κι ότι!

    Μέχρι τώρα είναι ο μόνος που μπορούσε να με πάρει στα όρθια με τον τρόπο που έκανε τα μάτια να μου γυρίζουν ανάποδα, και—καλώς ή κακώς—μέσα στο νερό δεν είναι το ίδιο.

    Βέβαια, ειδικά με το Φώτη που του έριχνα και μισό κεφάλι, δε γινόταν αλλιώς, αλλά ούτε με τον Μίλτο το είχαμε καταφέρει. Προσπαθήσαμε μια φορά είναι η αλήθεια αλλά παραλίγο να γκρεμοτσακιστούμε, οπότε τα αφήσαμε αυτά τα κόλπα.

    Και δεν λέω, έχω βγάλει τα μάτια μου και με διάφορους άλλους, αλλά ούτε εκεί είχε βρεθεί κάποιος που να έχει και τη δύναμη και τη σωματική διάπλαση του Αλέξη, οπότε θέλοντας και μη έμεινα με τις θεάρεστες αναμνήσεις.

    Και ναι μεν είμαι υπέρ της ειλικρίνειας και των ανοιχτών χαρτιών, αλλά υπάρχουν μερικά πράγματα που απλά δεν μπορείς να τα πεις σε έναν άλλο άνδρα, όσο καλοπροαίρετος και αν είναι. Πώς να του το πεις και να μην το πάρει στραβά; Πώς να του το πεις και να μη νιώσει ανεπαρκής;

    Κι εγώ το ίδιο δε θα αισθανόμουν αν πχ ο Σαράντης μου έλεγε ότι με την Ειρήνη ή με την οποιαδήποτε Ειρήνη, είχε κάνει τα γαμήσια της ζωής του; Θα μου πεις ότι του λόγου του είχε και έναν Βάιο και έναν Tony, μπορεί κάλλιστα να ήταν με εκείνους που είχε κάνει τα γαμήσια της ζωής του.

    Τι τα θες, αυτοί ήταν αγοράκια, έτσι κι αλλιώς δε θα μπορούσα ποτέ να τους ανταγωνιστώ, οπότε… ναι, εκεί δε θα σκάλωνα. Ignorance is bliss καμιά φορά, υπάρχουν μερικά πράγματα που αν δεν είσαι σίγουρη για το πως θα εκλάβεις την απάντηση, καλύτερα να μην τα ρωτήσεις.

    Καλά όλα αυτά αλλά τι θα του απαντούσα του Σαράντη αν με ρωτούσε πόσο καλό ήταν το σεξ με τον Αλέξη; Δεν ήθελα σε καμία περίπτωση να του πω ψέματα, αλλά πώς θα μπορούσα να του πω την αλήθεια χωρίς να τον κάνω να ζηλέψει ή να νιώσει… λιγότερος;

    Τέλος πάντων, ως βασική μου αρχή είχα πάντα να μην αγχώνομαι υπό των υποθετικών που δεν είναι του χεριού μου, δεν ήταν τώρα καιρός να αρχίσω να το κάνω. Βρήκα το video στο κινητό και έφαγα ένα-δυο λεπτά μέχρι να θυμηθώ πώς γίνεται cast στην τηλεόραση, και πάνω στην ώρα ήρθε και ο Σαράντης.

    «Έχεις δυο φιλιά από το τερατάκι!» μου έκανε χαμογελαστός.

    «Δεν βλέπω κίνηση!» του απάντησα πειρακτικά και τέντωσα το κεφάλι μου προς το μέρος του.

    «Ματς μουτς!» μου έκανε χαχανίζοντας, δίνοντάς μου ένα φιλί σε κάθε μάγουλο.

    «Τι κάνει το Μελινάκι;»

    «Μια χαρά! Είχε κέφια, ο Γρηγόρης—που γύρισε χθες το βράδυ από το Λονδίνο—της έφερε δύο παιχνίδια puzzle, το Logic Street και το IQ puzzler pro και η Μελίνα έχει ξετρελαθεί!» μου είπε με ένα χαμόγελο μέχρι τ’ αφτιά. «Η Ειρήνη μου έστειλε και βίντεο, δες!»

    Πήρα το κινητό στα χέρια μου και ξεκίνησα το βίντεο. Πάνω στο τραπέζι είχε πέντε μπλε σπίτια με δύο θέσεις το καθένα και δίπλα είχε σκόρπιες πλαστικές φιγούρες. Η Μελίνα πήρε μια κάρτα και την άνοιξε. Κάθε κάρτα είχε σύμβολα, ανθρωπάκια ή ζωάκια αριστερά και δεξιά ενώ στη μέση είχε σύμβολα, που υπέθεσα ότι έδειχναν πώς έπρεπε να τοποθετηθούν.

    Η συγκεκριμένη κάρτα που άνοιξε είχε πάνω πάνω ένα σπιτάκι με τον αριθμό 5, το οποίο υπέθεσα ότι σημαίνει ότι έπρεπε να γεμίσει και τα πέντε σπιτάκια, ένα άνθρωπο και ένα σκυλάκι. Από κάτω είχε 8 γραμμές, με διάφορες φιγούρες στην αριστερή στήλη, σύμβολα στη μεσαία στήλη, το οποίο υπέθεσα ότι ήταν κανόνες, και στη δεξιά στήλη είχε έξι φιγούρες, καθώς η πρώτη και η τέταρτη γραμμή δεν είχαν φιγούρες δεξιά.

    Η Μελίνα μελέτησε την κάρτα, και ανάθεμα αν της χρειάστηκε πάνω από 5-6 δευτερόλεπτα, και άρχισε να τοποθετεί τις φιγούρες στα σπιτάκια. Όταν τέλειωσε, γύρισε την κάρτα, και όντως τα είχε τοποθετήσει σωστά.

    «Μπράβο αγάπη μου!» ακούστηκε μια ανδρική φωνή γεμάτη θαυμασμό, υπέθεσα ότι ήταν ο Γρηγόρης.

    Μπράβο δε θα πει τίποτα, ακόμα και αν ήξερα τι σημαίνουν τα σύμβολα, αμφιβάλλω αν θα μου έπαιρνε λιγότερο από μισό λεπτό να λύσω τη λογική τους.

    «Και φαντάσου ότι η κάρτα που διάλεξε είναι το “advanced mode,” για παιδιά από οκτώ ως δέκα!» μου είπε γεμάτος υπερηφάνεια ο Σαράντης και μετά αναστέναξε και πάλι. «Σήμερα το πρωί άρχισε να ασχολείται, και μέχρι το απόγευμα είχε λύσει και τις 85 κάρτες του παιχνιδιού.»

    Και τότε θυμήθηκα και πάλι τα λόγια του, πόσο δύσκολο ήταν να κρατήσεις engaged ένα τέτοιο μυαλό, πόσο μάλλον όταν αυτό ανήκει σε ένα πεντάχρονο, ή έστω, πενταμισάχρονο παιδί, και αναρωτήθηκα για ακόμα μία φορά πως θα φαινόταν ο κόσμος μας μέσα από τα μάτια της Μελίνας.

    Σε slow motion, το δίχως άλλο…

    Ο Σαράντης πρόσεξε το χαμένο βλέμμα μου και η φωνή του είχε μια δόση ανησυχίας. «Ζωή;» με ρώτησε επιφυλακτικά.

    «Απλά…» είπα και σταμάτησα ψάχνοντας τις λέξεις… “How could anyone hope to keep up with a mind like hers?” τον ρώτησα στα αγγλικά με φωνή γεμάτη δέος.

    “You can’t” μου απάντησε ο Σαράντης, στενάζοντας. “You simply can’t. What you can do is provide an environment that keeps her engaged, but first and foremost people that treat her with love, not simple wonder,” συνέχισε και σταμάτησε και με χάιδεψε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    “People that understand that no matter how out of range her IQ is, she is still a child.”

    Με δυο λόγια ακριβώς ότι είχα κάνει εγώ χθες και προχθές.

    Ένιωσα ταυτόχρονα ανακούφιση και άγχος, και δε μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν πιο έντονο. Ανακούφιση γιατί χάρη του Σαράντη θα γινόμουν μέρος της ζωής της Μελίνα—και ενστικτωδώς είχα συμπεριφερθεί ακριβώς με τον τρόπο χρειαζόταν η Μελίνα—και άγχος ακριβώς για τον ίδιο λόγο: Θα γινόμασταν η μία μέρος της ζωής της άλλης, έστω και αν αυτό ήταν part time και όχι full time.

    Όχι, σκέφτηκα μέσα μου πεισμωμένη. Εγώ ήμουν που τον είχα διαβεβαιώσει ότι δεν είχα πρόβλημα να περνάω χρόνο με τη Μελίνα, φτάνει αυτό να μην ήταν full time, και λόγο που δίνει η Ζωή Αγγελή δεν παίρνει πίσω.

    Ο Σαράντης συνέχισε να με κοιτάζει αλλά στο πρόσωπό του διαγράφηκε και πάλι μια σκιά ανησυχίας. Του χαμογέλασα για να τη διαλύσω και πήρα τα χέρια του στα δικά μου.

    «Θέλω να σου δείξω κάτι,» του είπα, και άνοιξα το κινητό μου και έψαξα το album.

    Η φωτογραφία δεν ήταν τραβηγμένη από κινητό, για την ακρίβεια την είχε τραβήξει ο πατέρας μου. Δεν τη θυμάμαι, ήμουν πέντε χρονών τότε, αλλά ήταν χειμώνας και ο παππούς με κρατούσε αγκαλιά και μου έλεγε παραμύθι, κι εγώ τον κοιτούσα με λατρεία.

    Έδωσα στο Σαράντη το κινητό και όταν κοίταξε τη φωτογραφία, και χωρίς να το καταλάβει, το πρόσωπό του φωτίστηκε σα χριστουγεννιάτικο δέντρο.

    «ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΥΚΛΙ;» με ρώτησε χαμογελώντας ακόμα σαν χαζός.

    «Εγώ,» του απάντησα ανταποδίδοντας το χαμόγελο.

    «Μπορείς να μου τη στείλεις σε παρακαλώ;» με ρώτησε δίνοντάς μου πίσω το κινητό μου.

    «Και το ρωτάς;» του απάντησα και του έστειλα την φωτογραφία από το messenger και άφησα το κινητό στο τραπεζάκι. «Σαράντη μου;» συνέχισα, παίρνοντας τα χέρια του στα δικά μου. «Ξέρω πολλά Κέλτικα παραμύθια!»

    Σας το ορκίζομαι σε ότι έχω ιερό, παραλίγο να βάλει τα κλάματα!