Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Αύριο ας ξαναδιαλέξουμε

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος skia, στις 16 Σεπτεμβρίου 2026 at 15:56.

  1. skia

    skia Contributor

    Εκείνο το βράδυ, όσα συνήθως τους χώριζαν από τον υπόλοιπο κόσμο έμειναν κλειδωμένα στο συρτάρι. Οι αλυσίδες. Οι κανόνες. Τα πρωτόκολλα. Απόψε σειρά είχαν οι λέξεις. Δυο ποτήρια κρασί περίμεναν ανέγγιχτα πάνω στο τραπέζι κι ανάμεσά τους αιωρούνταν μια ερώτηση. Από εκείνες που τις κρατάς καιρό πίσω από τα δόντια, γιατί ξέρεις πως, μόλις ειπωθούν, δεν μπορείς να τις πάρεις πίσω.
    Εκείνη καθόταν απέναντί του.
    Τον παρατηρούσε. Ήξερε αυτά τα χέρια. Είχαν υπάρξει βράδια που μια κίνησή τους αρκούσε για να σωπάσει ολόκληρος ο κόσμος μέσα της.Απόψε, όμως, δεν ήθελε να σωπάσει.
    «Πού πάμε;»
    Η ερώτηση έπεσε ανάμεσά τους απαλά, σχεδόν αθόρυβα.
    Εκείνος σήκωσε τα μάτια.
    «Τι εννοείς;»
    Χαμογέλασε κουρασμένα. «Ξέρεις.»
    Και ήξερε. Στην αρχή όλα ήταν απλά.
    Υπήρχαν όρια. Λέξεις καθαρές. Ένα «ναι» κι ένα «όχι» που δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Εκείνος είχε μάθει το σώμα της σαν να μαθαίνει κανείς μια άγνωστη γλώσσα· αργά, προσεκτικά, χωρίς να θεωρεί τίποτα αυτονόητο. Έμαθε τις ανάσες της, τις μικρές συσπάσεις των δαχτύλων, ακόμη και τις σιωπές της.
    Κι εκείνη τον εμπιστεύτηκε. Με ό,τι χωρά μέσα σε αυτή τη λέξη.
    Παράξενο πράγμα η εμπιστοσύνη.
    Στην αρχή της παραχωρείς μια γωνιά. Ύστερα ένα δωμάτιο. Κάποτε της δίνεις κι ένα κλειδί. Και μια μέρα ξυπνάς και ανακαλύπτεις πως έχει μπει αθόρυβα σε ολόκληρο το σπίτι.
    Κάπως έτσι συνέβη και μ' εκείνους.
    Στην αρχή έμεναν μαζί από κούραση. Μετά από συνήθεια. Ύστερα έπαψαν να ψάχνουν λόγο. Τα ξημερώματα τούς έβρισκαν αλλιώτικους. Οι ρόλοι έμεναν πεταμένοι κάπου δίπλα στα ρούχα τους, σαν κάτι που δεν είχε θέση στο πρωινό φως. Εκείνη ξυπόλυτη στον πάγκο της κουζίνας. Εκείνος να φτιάχνει καφέ. Κάποτε αποκοιμήθηκε στον καναπέ και ξύπνησε με μια κουβέρτα πάνω της. Δεν ρώτησε. Δεν εξήγησε.
    Μια άλλη νύχτα αρρώστησε εκείνος. Τον είδε για πρώτη φορά χωρίς τη γνώριμη βεβαιότητα. Κάθισε δίπλα του μέχρι που αποκοιμήθηκε.
    Κανένας κανόνας δεν της ζητούσε να μείνει. Κι ίσως αυτό να ήταν που τη φόβισε περισσότερο. Είχε πάψει να περιμένει μόνο τις νύχτες τους. Περίμενε τα πρωινά.
    «Είμαστε καλά», είπε εκείνος. Η φωνή του την έφερε πίσω.
    «Δεν σε ρώτησα αν είμαστε καλά. Σε ρώτησα πού πάμε.». Πήρε το ποτήρι του. Το κρασί κινήθηκε στα τοιχώματα καθώς το γύριζε ανάμεσα στα δάχτυλά του.
    «Πρέπει όλα να πηγαίνουν κάπου;»
    Κοίταξε έξω. Ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.
    «Όχι. Αλλά θέλω να ξέρω αν περπατάμε προς την ίδια κατεύθυνση.»
    Σώπασε. Τι ειρωνεία. Ο άνθρωπος που μπορούσε να ακούσει ακόμη κι όσα δεν έλεγε το σώμα της, τώρα δεν μπορούσε να βρει λίγες λέξεις.
    «Φοβάσαι ότι θα φύγω;»
    «Όχι.»
    «Τότε;»
    Τον κοίταξε. «Φοβάμαι ότι θα μείνω.»
    Τα δάχτυλά του ακινητοποιήθηκαν γύρω από το ποτήρι.
    «Να μείνω τόσο πολύ μέσα σε κάτι όμορφο, που να ξεχάσω να αναρωτηθώ αν περιμένω κάτι που δεν θα έρθει ποτέ.»
    «Τι περιμένεις;»
    Χαμήλωσε τα μάτια. Μια υπόσχεση; Ένα αύριο;
    «Δεν ξέρω.»Η φωνή της χαμήλωσε. «Ίσως εσένα. Μόνο εσένα.»
    Τότε άρχισε να βρέχει. Ο ουρανός παραδόθηκε ολόκληρος.
    Εκείνος σηκώθηκε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο, με την πλάτη γυρισμένη.
    Εκείνη δεν τον ακολούθησε.
    Υπάρχουν σιωπές που χρειάζονται χώρο για να τελειώσουν αυτό που έχουν να πουν.
    «Νόμιζα ότι αυτό ήθελες.»
    «Το ήθελα.»
    «Και τώρα;»
    «Τώρα ίσως θέλω κάτι άλλο.»
    Γύρισε. «Τι;»
    «Αλήθεια.»
    «Σου είπα ποτέ ψέματα;»
    Εκείνη κούνησε αργά το κεφάλι.
    «Δεν χρειάζεται κάτι να είναι ψέμα για να μην είναι αλήθεια.»
    Η βροχή χτυπούσε το τζάμι.
    «Κάποτε μου είπες πως δεν θέλεις να μην μπορώ να φύγω. Θέλεις να μπορώ και να επιλέγω να μένω.»
    «Το πιστεύω ακόμη.»
    Πλησίασε.
    «Τότε πρέπει να ξέρω τι επιλέγω.»
    Σταμάτησε μπροστά του.
    «Την υποταγή μου σου την έδωσα.»
    Μια ανάσα. «Την αβεβαιότητά μου όχι.»
    Για πρώτη φορά χαμήλωσε εκείνος το βλέμμα.
    «Φοβάμαι πως, αν του δώσουμε ετικέτα, θα το χαλάσουμε.»
    «Δεν χρειάζεται όνομα.»
    Τον κοίταξε. «Έχει ήδη ουσία.»
    Έμεινε για λίγο ακίνητος. Ύστερα είπε:
    «Δεν είμαι καλός στο να χρειάζομαι.»
    Κάτι μέσα της λύγισε. Όχι από αδυναμία. Από εκείνη την τρυφερότητα που γεννιέται όταν ο άνθρωπος απέναντί σου κατεβάζει, έστω για λίγο, τα όπλα του.
    «Κι εγώ νομίζεις πως δεν φοβάμαι;»
    «Εσύ ξέρεις να παραδίνεσαι.»
    Σήκωσε τα μάτια της στα δικά του.
    «Την καρδιά μου τη φυλάω περισσότερο.»
    «Και τώρα;»
    «Τώρα δεν ξέρω αν την έχω φυλάξει αρκετά.»
    Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Μα σταμάτησε πριν την αγγίξει. Μερικά εκατοστά μόνο. Μια απόσταση ασήμαντη για τον κόσμο. Τεράστια για εκείνους.
    Εκείνη κοίταξε το χέρι του.
    Ύστερα ακούμπησε μόνη της το δικό της μέσα στην παλάμη του.
    «Πες μου μόνο ένα πράγμα. Υπάρχω για σένα όταν βγαίνουμε από αυτό το δωμάτιο;»
    «Ναι.»
    «Τότε πού υπάρχω; Τα μάτια του σκοτείνιασαν.»
    «Δεν ξέρω ακόμη.»
    Η απάντηση πόνεσε. Μα ο πόνος είχε κάτι καθαρό. Γιατί η αλήθεια, ακόμη κι όταν πληγώνει, δεν αφήνει σκιές για να κρυφτείς μέσα τους.
    «Μη μου υποσχεθείς τίποτα», του είπε. «Μόνο μη με κρατήσεις, αν δεν ξέρεις γιατί με κρατάς.»
    «Δεν θέλω να φύγεις.»
    «Δεν είναι το ίδιο.»
    «Το ξέρω.»
    Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε τίποτε άλλο.
    Μίλησαν ώρες. Για όσα είχαν αφήσει να κατοικούν στις παύσεις τους. Για τα μηνύματα που περίμεναν περισσότερο απ' όσο παραδέχονταν. Για τη ζήλια που είχε περάσει κάποτε ανάμεσά τους και κανείς δεν την είχε φωνάξει με το όνομά της. Για τους φόβους και τις αποστάσεις τους.
    Και για εκείνη τη στιγμή που η επιθυμία είχε πάψει να είναι μόνο επιθυμία.
    Δεν είπαν «για πάντα».
    Ίσως επειδή το «για πάντα» είναι μια πολύ εύκολη λέξη για δύο ανθρώπους που δυσκολεύονται τόσο με το «αύριο».
    Η βροχή είχε κοπάσει όταν σηκώθηκαν.
    Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλον.
    Για μια στιγμή οι παλιοί τους ρόλοι πέρασαν σαν σκιά ανάμεσά τους. Θα αρκούσε μία λέξη. Μια εντολή.
    Και όλα θα επέστρεφαν στο γνώριμο. Εκείνος, όμως, δεν την είπε.
    «Μείνε απόψε.» Τον κοίταξε. Δεν υπήρχε Κυριαρχία στη φωνή του. Μόνο ένας άνθρωπος που, για πρώτη φορά, δεν ζητούσε υπακοή. Ζητούσε παρουσία.
    «Το θέλεις;»
    «Ναι.»
    Άνοιξε τα χέρια του. Δεν έκανε ούτε βήμα προς το μέρος της. Περίμενε.
    Κι εκείνη έμεινε για λίγο απέναντί του.
    Όρθια. Ελεύθερη. Ανάμεσά τους λίγα μόνο βήματα. Ίσως, όμως, ολόκληρη η ιστορία τους να χωρούσε μέσα σε εκείνη την απόσταση. Ύστερα προχώρησε. Ένα βήμα. Κι ακόμη ένα. Μέχρι που ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος του. Άκουσε την καρδιά του. Δεν χτυπούσε σαν καρδιά Κυρίαρχου. Χτυπούσε σαν καρδιά ανθρώπου. «Και αύριο;» ψιθύρισε. Τα χέρια του έκλεισαν απαλά γύρω της.
    «Αύριο ας ξαναδιαλέξουμε.»
    Έξω η βροχή είχε σταματήσει.
    Μερικές σταγόνες έμεναν ακόμη πάνω στο τζάμι και κατέβαιναν αργά, χαράζοντας δρόμους που δεν υπήρχαν πριν.
    Κανείς τους δεν ήξερε πού θα βρίσκονταν σε έναν χρόνο.
    Ίσως ούτε σε έναν μήνα. Μα εκείνο το βράδυ δεν χρειάζονταν το «για πάντα».
    Τους αρκούσε η αλήθεια του «απόψε».
    Εκείνος είχε ανοίξει τα χέρια του.
    Κι εκείνη είχε ακόμη όλη την ελευθερία να φύγει.
    Μα έκανε το βήμα. Μόνη της. Και χώθηκε στην αγκαλιά του όχι γιατί έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Αλλά γιατί, εκείνο το βράδυ, εκεί ήταν που επέλεξε να μείνει.
    skia
    (Diclaimer: πρόσωπα και καταστάσεις είναι φανταστικά)