Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Δεν το ειχα δει να ερχεται

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 3 Απριλίου 2026 at 01:35.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Μόλις είχα κλείσει τα τριάντα. Η σχέση μας, από καθαρά επαγγελματική, είχε εξελιχθεί σταδιακά σε φιλική. Βγαίναμε περισσότερο ως συνάδελφοι· πίναμε μια μπίρα, βλέπαμε κάναν αγώνα της ομάδας μας. Ήμουν μόνος εκείνο το διάστημα και οι συζητήσεις μας παρέμεναν σε γενικό πλαίσιο.

    «Τι θα κάνεις στην άδεια;» με ρώτησε. «Δεν έχω κανονίσει κάτι, θα αράξω. Το πολύ-πολύ να πάω στο χωριό μου. Εσύ;» «Έχω ένα εξοχικό στο Λουτράκι. Θα πάω να ηρεμήσω εκεί, έλα καμιά μέρα αν θέλεις».

    Το αφήσαμε εκεί. Η εταιρεία έκλεινε για όλο τον Αύγουστο. Πέρασαν δυο-τρεις μέρες και η πόλη άδειασε. Καθώς ετοίμαζα τα πράγματά μου για το χωριό, με κυρίευσε μια νωθρότητα. Βαριόμουν, αλλά δεν ήθελα να μείνω και τόσο καιρό μόνος μου μέσα στη ζέστη. Ξαφνικά, το τηλέφωνό μου χτύπησε.

    «Πώς τα περνάς;» «Καλά, έλεγα να φύγω για το χωριό». «Δεν έρχεσαι μερικές μέρες σε μένα; Κι εγώ μόνος μου είμαι».

    Δεν το πολυσκέφτηκα. Πήρα τη CBF μου κι έφυγα για Λουτράκι. Ακολούθησα τις οδηγίες που μου είχε δώσει και, αφού σταμάτησα σε ένα μίνι μάρκετ λίγο πιο κάτω για να πάρω μπίρες, έφτασα στην πόρτα του. Μου άνοιξε ο Γιώργος.

    «Ωραίο σπίτι», ψιθύρισα μπαίνοντας. Ήταν πραγματικά εντυπωσιακό. Στην Περαχώρα, με πέτρινη μάντρα, φοίνικες και μια μικρή πισίνα στο κέντρο. «Του πατέρα μου είναι, μεγαλογιατρός...» μου είπε, νιώθοντας σχεδόν την ανάγκη να απολογηθεί για την πολυτέλεια. Έβγαλε τη μπλούζα του για να βουτήξει. Έμεινα να τον κοιτάζω· το κορμί του ήταν απίστευτα γυμνασμένο, μια εικόνα που δεν περίμενα.

    Μπήκε στο νερό κι εγώ τακτοποίησα γρήγορα τα πράγματά μου. Πήγα στην πισίνα και βούτηξα κι εγώ. Το νερό ήταν λυτρωτικό. Όταν βγήκα και άρχισα να σκουπίζομαι, εκείνος με πλησίασε. Η επιθυμία του ήταν πλέον αδύνατο να κρυφτεί.

    «Μάριε, ξέρω τα πάντα για εσένα», μου είπε και ήρθε τόσο κοντά που η ανάσα του με άγγιζε. Δεν είχα συνηθίσει να με φλερτάρουν με τέτοια ένταση. Ένιωσα τα χέρια μου να τρέμουν.

    «Το ξέρω ότι είμαι μικρότερός σου ηλικιακά και ίσως να μη θέλεις, αλλά...» είπε και κατέβασε το μαγιό του. Το βλέμμα μου καρφώθηκε πάνω του· σχεδόν άπλωσα το χέρι μου να τον αγγίξω. «Καλύτερα να το σταματήσουμε εδώ», ψιθύρισε ξαφνικά, κι ένιωσα πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό — όχι για εμένα, αλλά για τη στιγμή.

    «Γιατί;» τον ρώτησα. Με κοίταξε στα μάτια, αλλά πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη, τον αφόπλισα: «Γιατί, Αφέντη;»
    Η λέξη έμεινε να αιωρείται πάνω από την πισίνα, πιο βαριά και από την υγρασία της νύχτας που άρχιζε να πέφτει. Ο Γιώργος πάγωσε. Το βλέμμα του, που πριν ήταν γεμάτο δισταγμό, σκοτείνιασε απότομα. Η αμηχανία της ηλικιακής διαφοράς εξαφανίστηκε σε ένα δευτερόλεπτο, δίνοντας τη θέση της σε κάτι πολύ πιο αρχέγονο.

    «Ξέρεις τι λες, Μάριε;» η φωνή του είχε χαμηλώσει, είχε γίνει μια μπάσα δόνηση που την ένιωθα μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών μου.

    «Ξέρω ακριβώς τι λέω», απάντησα, χωρίς να χαμηλώσω τα μάτια.

    Έκανε ένα βήμα ακόμα. Τώρα τα σώματά μας ακουμπούσαν. Το βρεγμένο του δέρμα έκαιγε πάνω στο δικό μου. Άπλωσε το χέρι του, έπιασε τον σβέρκο μου με μια δύναμη που δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις και με ανάγκασε να τον κοιτάξω στα μάτια.

    «Εδώ δεν είμαστε στο γραφείο. Εδώ δεν υπάρχουν ευγένειες», ψιθύρισε, και η ένταση ανάμεσά μας ήταν πλέον ηλεκτρική.

    Με έσπρωξε απαλά αλλά σταθερά προς την άκρη της πισίνας. Η πλάτη μου ακούμπησε στα κρύα πλακάκια, ενώ το σώμα του με εγκλώβιζε. Η αντίθεση της παγωμένης πέτρας με τη δική του θερμοκρασία με έκανε να ανατριχιάσω.

    «Αν ξεκινήσουμε αυτό το παιχνίδι, Μάριε, θα το πάμε μέχρι τέλους. Κατάλαβες;»

    Δεν απάντησα με λόγια. Απλώς έγειρα το κεφάλι μου πίσω, εκθέτοντας τον λαιμό μου, σε μια κίνηση απόλυτης αποδοχής. Ένιωσα το χαμόγελό του να ακουμπάει στο δέρμα μου πριν νιώσω τα δόντια του.

    «Κατάλαβα», ψιθύρισα, και ήξερα ότι αυτός ο Αύγουστος στο Λουτράκι δεν θα έμοιαζε με κανέναν άλλον.
    Με άρπαξε από τα μαλλιά, όχι απότομα, αλλά με μια κυριαρχική σταθερότητα που με ανάγκασε να γείρω το κεφάλι πίσω. «Γονάτισε», με διέταξε. Η φωνή του είχε χάσει κάθε ίχνος συναδελφικής ευγένειας. Ήταν μια διαταγή που δεν σήκωνε άρνηση.

    Γονάτισα στα βρεγμένα πλακάκια. Η μυρωδιά του χλωρίου από την πισίνα ανακατευόταν με τη μυρωδιά του δέρματός του που έκαιγε από τον ήλιο. Ήταν μπροστά μου, γυμνός, επιβλητικός, και η στύση του σημάδευε το πρόσωπό μου, παλλόμενη και προκλητική.

    «Ξέρεις τι πρέπει να κάνεις», είπε χαμηλόφωνα, πιέζοντας το χέρι του πιο δυνατά στα μαλλιά μου, σπρώχνοντάς με προς το μέρος του.

    Δεν περίμενα δεύτερη κουβέντα. Τον άρπαξα από τους γλουτούς, νιώθοντας τους σκληρούς μυς του να τεντώνονται κάτω από τα δάχτυλά μου, και τον πήρα βαθιά στο στόμα μου. Η γεύση του ήταν έντονη, αλμυρή από τη θάλασσα και τη ζέστη της ημέρας. Ένιωσα το σώμα του να τινάζεται στην πρώτη επαφή.
    Ο ρυθμός του έγινε καταιγιστικός. Τα δάχτυλά του είχαν γαντζωθεί στα μαλλιά μου, τραβώντας με με μια πρωτόγονη βία που με έκανε να πνίγομαι, αλλά και να τον θέλω ακόμα πιο βαθιά. Ένιωσα τη στύση του να πάλλεται στο λαιμό μου, έτοιμη να εκραγεί.

    «Κατάπιέ τα όλα, Μάριε!» με διέταξε, και η φωνή του έσπασε σε έναν βαρύ αναστεναγμό καθώς άδειαζε μέσα μου. Η ζεστή, αλμυρή γεύση του με πλημμύρισε. Έμεινα εκεί, γονατιστός, με τα μάτια δακρυσμένα από την προσπάθεια, περιμένοντας την επόμενη κίνησή του.

    Δεν πρόλαβα να πάρω ανάσα. Με άρπαξε από τον ώμο και με σήκωσε απότομα. Πριν προλάβω να καταλάβω τι συμβαίνει, με έσπρωξε πάνω στην πέτρινη πεζούλα της πισίνας. Το κρύο μάρμαρο πάγωσε την κοιλιά μου, ενώ ο Γιώργος εξαφανίστηκε για δευτερόλεπτα μέσα στο σπίτι.

    Επέστρεψε κρατώντας μια μεγάλη ξύλινη κουτάλα. Το πρόσωπό του ήταν πλέον ανέκφραστο, σαν να είχε πάρει τη θέση του ένας άλλος άνθρωπος.

    «Σου είπα ότι εδώ δεν υπάρχουν ευγένειες», ψιθύρισε.

    Το πρώτο χτύπημα ήρθε απροειδοποίητα. Ο ήχος της κουτάλας που έσκασε πάνω στο γυμνό, βρεγμένο μου δέρμα αντήχησε σε όλο τον κήπο. Ένας οξύς, καυτός πόνος με διαπέρασε, κάνοντάς με να τινάξω τη μέση μου στον αέρα.

    «Μη κουνιέσαι!»

    Το δεύτερο και το τρίτο χτύπημα ήρθαν διαδοχικά, πιο δυνατά, πιο μεθοδικά. Το δέρμα μου άρχισε να φλέγεται. Ένιωσα τα πρώτα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά μου, όχι μόνο από τον πόνο, αλλά από την απόλυτη υποταγή που με ανάγκαζε να νιώσω. Η ξύλινη κουτάλα έπεφτε αλύπητα, αφήνοντας κόκκινα σημάδια που έκαιγαν κάτω από το φως του φεγγαριού.

    Έκλαιγα πια κανονικά, με το πρόσωπο χωμένο στα χέρια μου πάνω στην πέτρα, ενώ ο ήχος των χτυπημάτων διέλυε τη σιωπή της Περαχώρας. Κάθε φορά που η κουτάλα έβρισκε τον στόχο της, ένιωθα τον «συνάδελφο» Γιώργο να πεθαίνει και τον Αφέντη μου να γεννιέται.

    Ο Γιώργος άφησε έναν βαρύ, πνιχτό βρυχηθμό. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν ακόμα πιο βαθιά στα μαλλιά μου, καθοδηγώντας τον ρυθμό μου με μια δίψα που έδειχνε πόσο καιρό το κρατούσε μέσα του. Κάθε φορά που έμπαινα πιο βαθιά, ένιωθα την κυριαρχία του να με πλακώνει, να με πνίγει σχεδόν, κι αυτό με έκανε να τον θέλω ακόμα περισσότερο.

    «Πιο δυνατά, Μάριε... έτσι...» μουρμούρισε, και η ένταση της στιγμής δίπλα στο νερό μετατράπηκε σε έναν καταιγισμό από ανάσες και υγρά χτυπήματα που αντηχούσαν στην απόλυτη ησυχία της Περαχώρας.
    Ο Γιώργος δεν σταμάτησε. Κάθε χτύπημα με την ξύλινη κουτάλα ακουγόταν σαν ξερός πυροβολισμός μέσα στην ησυχία της νύχτας. Το δέρμα μου, βρεγμένο ακόμα από το νερό της πισίνας, αντιδρούσε με έναν καυτό, διαπεραστικό πόνο που με έκανε να σφίγγω τα δόντια μέχρι να πονέσουν τα ούλα μου.

    «Δεν σου έδωσα άδεια να κουνηθείς, Μάριε», είπε με μια φωνή παγωμένη, ενώ η κουτάλα προσγειώθηκε με δύναμη ακριβώς στο κέντρο του γλουτού μου.

    Ένιωθα το αίμα να ανεβαίνει στην επιφάνεια. Το αρχικό ροζ χρώμα είχε δώσει τη θέση του σε ένα βαθύ, φλογισμένο κόκκινο που άρχισε γρήγορα να σκοτεινιάζει. Τα χτυπήματα έπεφταν μεθοδικά, το ένα δίπλα στο άλλο, καλύπτοντας κάθε εκατοστό. Η ξύλινη επιφάνεια έβρισκε τον στόχο της αλύπητα, και σύντομα το κόκκινο άρχισε να μετατρέπεται σε ένα δυσοίωνο, μελανό μωβ.

    «Αφέντη... σε παρακαλώ...» ψιθύρισα μέσα από τους λυγμούς μου, με το πρόσωπο κολλημένο στην παγωμένη πέτρα. Τα δάκρυά μου έτρεχαν πια ανεξέλεγκτα, μουσκεύοντας το μάρμαρο κάτω από τα μάτια μου.

    «Σε παρακαλώ, τι;» ρώτησε και η κουτάλα βρήκε τη γραμμή που χωρίζει τον γλουτό από τον μηρό, ένα σημείο τόσο ευαίσθητο που με έκανε να ουρλιάξω πνιχτά.

    Συνέχισε για ώρα. Ο κώλος μου είχε πρηστεί, είχε γίνει μια ενιαία, παλλόμενη μάζα από πόνο και θερμότητα. Το μωβ χρώμα είχε πλέον απλωθεί παντού, μια σκούρα, βίαιη σφραγίδα της κυριαρχίας του πάνω στο κορμί μου. Κάθε νέο χτύπημα πάνω στο ήδη μελανιασμένο δέρμα με έκανε να τρέμω σύγκορμος, να νιώθω την προσωπικότητά μου να διαλύεται και να μένει μόνο η ιδιότητά μου ως κτήμα του.

    Όταν επιτέλους σταμάτησε, η σιωπή που ακολούθησε ήταν σχεδόν πιο επώδυνη από τα χτυπήματα. Άκουγα μόνο τη βαριά του ανάσα πίσω μου και τον δικό μου σπαραγμό.

    «Κοίταξε τον εαυτό σου», διέταξε, πιάνοντάς με από το σβέρκο και αναγκάζοντάς με να στρέψω το κεφάλι προς τα πίσω, για να δω στον καθρέφτη της τζαμαρίας το κατεστραμμένο, μωβ δέρμα μου. «Αυτό είναι το σημάδι μου. Θα το κουβαλάς πάνω σου για μέρες».
    Ο ήχος από το χτύπημα της εξώπορτας έκοψε την ανάσα μου στα δύο. Πριν προλάβει ο Γιώργος να αφήσει την κουτάλα, η βαριά σιδερένια πόρτα άνοιξε. Ήταν η Έλενα, η γειτόνισσα από τη διπλανή βίλα. Μια σαρανταπεντάρα ξανθιά, πραγματική οπτασία, που στεκόταν εκεί φορώντας μόνο ένα ημιδιάφανο μεταξωτό καφτάνι. Τα μάτια της έλαμπαν με μια περίεργη έξαψη· είχε δει τα πάντα από τον φράχτη.

    «Δεν ήξερα ότι είχες επισκέπτες, Γιώργο», είπε με μια φωνή γεμάτη υπονοούμενα, καθώς το βλέμμα της καρφώθηκε πάνω στον μωβ, μελανιασμένο μου κώλο που ακόμα έτρεμε από τον πόνο. «Αλλά βλέπω ότι τον περιποιείσαι καλά το μικρό».

    Ο Γιώργος δεν ταράχτηκε. Αντίθετα, ένα σκοτεινό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη του. Άφησε την κουτάλα να πέσει στα πλακάκια με έναν ξερό ήχο.

    «Είδες κάτι που σου άρεσε, Έλενα;» τη ρώτησε, πλησιάζοντάς την με την αυτοπεποίθηση του κυρίαρχου.

    «Είδα αυτό που χρειαζόμουν», απάντησε εκείνη και με ένα τράβηγμα άφησε το καφτάνι να γλιστρήσει στο έδαφος. Το σώμα της ήταν αγαλματένιο, με καμπύλες που έκοβαν την ανάσα και ένα στήθος που προκαλούσε.

    Πλησίασε τον Γιώργο και τον άρπαξε από τον σβέρκο, φιλώντας τον με μια πρωτόγονη δίψα. Εκείνος την παγίδευσε ανάμεσα στα χέρια του, σηκώνοντάς την ψηλά, ενώ τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του. Άρχισαν να κάνουν έρωτα εκεί, μπροστά στα μάτια μου, δίπλα στην πισίνα, με μια βία που ταίριαζε απόλυτα με την ατμόσφαιρα της νύχτας.

    Εγώ έμενα γονατιστός, με το πρόσωπο βρεγμένο από τα δάκρυα και το δέρμα μου να φλέγεται από τα χτυπήματα, αναγκασμένος να παρακολουθώ τον Αφέντη μου να την παίρνει αλύπητα. Ο ήχος των σωμάτων τους που συγκρούονταν ανακατευόταν με τις δικές μου βαριές ανάσες.

    «Κοίτα μας, Μάριε!» φώναξε ο Γιώργος, ενώ η Έλενα έβγαζε κραυγές ηδονής που αντηχούσαν μέχρι τη θάλασσα.

    Ήμουν ο θεατής της δικής μου υποταγής, παρακολουθώντας τους δύο αυτούς ανθρώπους να ενώνονται σε ένα κρεσέντο λαγνείας, ενώ ο πόνος στον κώλο μου μου υπενθύμιζε κάθε δευτερόλεπτο σε ποιον ανήκα.