Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

ΕΡΩΤΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΜΙΚΣ

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM & Fetish' που ξεκίνησε από το μέλος erma, στις 29 Ιουνίου 2009.

  1. erma

    erma Regular Member

    Ανάμεσα στα βιβλία της Παγκόσμιας Λογοτεχνίας υπήρξαν και βιβλία που όταν κυκλοφόρησαν προκάλεσαν σάλο για το περιεχόμενό τους. Κάποια κάηκαν, κάποια καταστράφηκαν, κάποια απαγορεύτηκαν για πάρα πολλά χρόνια, κάποιοι δημιουργοί τους φυλακίστηκαν, κάποιοι άλλοι έδωσαν το όνομά τους σε όρους της ψυχολογίας. Πολλά από αυτά τα βιβλία έγιναν κλασικά στο πέρασμα των χρόνων. Πολλά από αυτά τα βιβλία έγιναν έμπνευση για τις άλλες τέχνες, όπως το θέατρο, τον κινηματογράφο, την ζωγραφική, την φωτογραφία και φυσικά για τα κόμικς. Στη παρουσίαση που ακολουθεί θα διαβάσετε αποσπάσματα από τα πιο γνωστά βιβλία της ερωτικής λογοτεχνίας. Κάτω από κάθε απόσπασμα θα δείτε κόμικς εμπνευσμένα από αυτό ή από ολόκληρο το έργο.
    Προσωπική μου άποψη είναι, ότι τα πάντα είναι Τέχνη και γίνονται για να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς της. Δεν με ενδιαφέρει να μπω σε διαδικασία χαρακτηρισμών για το τι είναι ερωτικό, τι είναι αισθησιακό και τι είναι πορνό. Άλλωστε η αφήγηση του ερωτικού πάθους μέσα από τις σελίδες των περιοδικών κόμικς έγραψε μερικά από τα καλύτερα κεφάλαια της τέχνης του εικοστού αιώνα.


    Giacomo Casanova: Storia della mia vita (Η ιστορία της ζωής μου)

    […] Οι αισθησιακές απολαύσεις ήταν το πρώτο μου μέλημα σ’ όλη μου τη ζωή, για μένα τίποτε δεν ήταν πιο σημαντικό. Αισθανόμουν γεννημένος για το άλλο φύλο, γι’ αυτό και το αγάπησα και, όσο μου ήταν δυνατό, φρόντισα να μ’ αγαπήσει. Παράφορα αγάπησα και το καλό φαγητό και κυνήγησα με πάθος όλα τα αντικείμενα που έχουν προορισμό να κινούν την περιέργεια. […]

    Εκδόσεις Άγρα
    Μετάφραση Σοφία Διονυσοπούλου

    Σχεδιαστές: Dino Battaglia, Lorenzo Mattoti, Altan, Guido Crepax, Enric Sio, Maurizio Bovarini, Miguel Paiva, Ro Marcenaro, Gianni Peg, Cinzia Chigliano

     

     

     


    Leopold von Sacher Masoch: Venus in Pelz (Η Αφροδίτη με τις γούνες)

    […] Το επόμενο πρωί ήταν αποπνικτικό, ο αγέρας βαρύς γιομάτος εξωτικά αρώματα. Καθόμουνα πάλι στη κρεβατίνα και διάβαζα την ιστορία της μάγισσας, από την Οδύσσεια, που μεταμόρφωσε τους θαυμαστές της σε ζώα. Μαγευτική εικόνα έρωτα μιας άλλης εποχής. Μες από τα φύλλα και τα κλαδιά περνούσε ελαφρύ αεράκι που σήκωνε τις σελίδες του βιβλίου κι εγώ μπορούσα ν' αφουγκράζομαι το θρόισμα ενός γυναικείου φουστανιού στο μονοπάτι. Ήταν η Αφροδίτη χωρίς τις γούνες της, όχι! αυτή τη φορά ήταν η χήρα κι η Αφροδίτη ταυτόχρονα. Ω! τι γυναίκα! Πόσον ελκυστική ήταν με το ανάλαφρο μακρύ της φόρεμα, ενώ αδιαφορούσε για μένα. Τα ωραία της χαρακτηριστικά ήτανε ποιητικά και χαριτωμένα μαζί. Το κορμί της δεν ήταν μήτε ψηλό, μήτε κοντό και το πρόσωπό της πιο ελκυστικό και πιο προκλητικό -στο στυλ της εποχής των Γαλλίδων μαρκησιών- και κατά συνέπειαν αυστηρά ωραίο, αν κι ήταν ολότελα γοητευτικό. Μα τι γλυκύτητα και τι τσαχπίνικη χάρη πήγαζε απ' όλο της το παρουσιαστικό, από το μικρό της στόμα. Η επιδερμίδα της ήτανε τόσο λεπτή που εύκολα μπορούσες να διακρίνεις τις μπλε φλέβες ακόμα και μες από τη μουσελίνα που σκέπαζε τα χέρια και το λαιμό της. Τα κατακόκκινα μαλλιά της πέφτανε σε πλούσιες μπούκλες -γιατί τα μαλλιά της ήτανε καστανοκόκκινα, ούτε ξανθά, ούτε χρυσαφένια- και παιχνιδίζανε γύρω από τον αυχένα της μ' αληθινά διαβολικό, μα πάντα θαυμαστό τρόπο. Και τώρα τα μάτια της εκτοξεύανε πάνω μου πράσινες ακτίνες, γιατί ήτανε κυριολεκτικά πράσινα, σα πολύτιμα πετράδια, σα βαθιές και μυστηριώδεις βουνίσιες λίμνες κι η απαλή τους δύναμη ήταν απερίγραπτη.
    Πρόσεξε τη μεγάλη μου σύγχυση εξ αιτίας της οποίας παρέμενα καθιστός, χωρίς να της βγάλω το καπέλο μου. Χαμογέλασε δόλια. Σηκώθηκα τελικά και τη χαιρέτησα. Ήρθε προς το μέρος μου και ξέσπασε σε γέλια σα παιδί. Τραύλισα, όπως θα τραύλιζε μόνον ένας ερασιτέχνης ή ένας πίθηκος, σε μια τέτοια στιγμή. Έτσι γνωριστήκαμε. Η θεά ρώτησε τ' όνομά μου και μου 'πε το δικό της. Λεγότανε Βάντα Φον Ντουνάγιεφ. Κι ήτανε πραγματικά η Αφροδίτη μου...
    -"Μα κυρία, πώς σας ήρθεν αυτή η ιδέα";
    -"Από τη μικρήν εικόνα που βρήκα σε κάποιο βιβλίο σας".
    -"Το 'χα ξεχάσει τελείως..."
    -"Κι οι παράξενες σημειώσεις σας από πίσω..."
    -"Παράξενες, γιατί";
    Με κοίταξεν ερευνητικά.
    -"Πάντα ήθελα να γνωρίσω κάποιο πραγματικά εκκεντρικό για να μου αλλάξει τις αισθησιακές απολαύσεις. Σεις μου φαίνεστε μια από τις πιο εκκεντρικές, πιο εξωφρενικές υπάρξεις στον κόσμο".
    -"Σ' αυτή τη περίπτωση, ευγενική μου κυρία...", κόμπιασα πάλι από τη μοιραία βραδυγλωσσία κι από πάνω κοκκίνισα, έτσι που συγχωρείται σ' έφηβο ή δεκαεξάχρονο, αλλά όχι και σε νεαρό σαν εμένα, δέκα χρόνια μεγαλύτερο.
    -"Έγινα η αιτία για να τρομάξετε χθες το βράδυ";
    -"Θα σας διαψεύσω -αλλά καθίστε".
    Κάθισε κι απολάμβανε την αμηχανία μου, γιατί τώρα, με το φως της μέρας τη φοβόμουνα πιότερο. Το πάνω χείλι της τρεμούλιαζε από προκλητικό και κοροϊδευτικό χαμόγελο.
    -"Θεωρείς τον έρωτα κι ιδιαίτερα τη γυναίκα", άρχισε να λέει, "σα κάτι εχθρικό, που μάχεται μάταια ενάντιά σου και νιώθεις ωστόσο τη δύναμη του σα γλυκό πόνο, σα προκλητική σκληρότητα".
    -"Σεις φαντάζομαι, δε συμμερίζεστε αυτή την άποψη, ε";
    -"Όχι!", είπεν αποφασιστικά, κουνώντας έτσι το κεφάλι της, που οι μπούκλες της τιναχτήκανε σα πύρινες γλώσσες. "Η χωρίς κόπο ικανοποίηση κι ο ήρεμος αισθησιασμός των Ελλήνων, είναι το ιδεώδες μου και προσπαθώ να το εφαρμόζω στη ζωή μου. Όσο για την αγάπη που εκθειάζουν, ο χριστιανισμός κι οι συγκαιρινές ή ιπποτικές ψυχές, δε τη πιστεύω. Ναι, ξανακοίτα με, είμαι χειρότερη από κάποιον αιρετικό, είμαι ειδωλολάτρισσα.
    Φαντάζεσαι συ πως η θεά του έρωτα
    άκουσε πολύ συμβουλές
    όταν έκανε το κέφι της με τον ήρωα Αγχίση
    στο δάσος της Ίδης;
    Αυτές οι γραμμές από τις Ρωμαϊκές Ελεγείες, του Γκαίτε, συνεπαίρνανε πάντα τη φαντασία μου", συνέχισε. "Η Φύση δεν αναγνωρίζει άλλη αγάπη από κείνη των ηρωικών χρόνων, οπότε οι θεοί κι οι θεές αλληλοερωτεύονταν. Εκείνο τον καιρό ο έρωτας ήταν επακόλουθο κοιτάγματος, η ηδονή συνόδευε την ορμή. Κάθε τι άλλο, είναι απάτη, επιτήδευση, προσποίηση".
    -"Κάτι με τρομάζει σ' αυτό το αμείλικτον έμβλημα: τον χριστιανικό σταυρό. Ανέχεται πρώτ' απ' όλα, κάτι που αποτελεί εχθρό της φύσης και των αθώων παρορμήσεών της. Ο αγώνας της ψυχής ενάντια στην αισθησιοκρατία είναι το ευαγγέλιο των σύγχρονων. Δε θέλω να 'χω καμιά σχέση μ' αυτό. Ναι κυρία, η θέση σας είναι στον Όλυμπο, αλλά το δικό μας σύγχρονο πνεύμα δε μπορεί ν' ανεχτεί πια τη... γνησιότητα των αρχαίων, τουλάχιστον στην αγάπη. Μας ξεσηκώνει η ιδέα της συμμετοχής στις χάρες μιας γυναίκας, αν αυτή ήταν μια Ασπασία. Είμαστε ζηλιάρηδες σα τον θεό μας. Αυτό σημαίνει πως η υπόληψη της αξιόλογης Φρύνης, κατέληξε να 'ναι ντροπή για μας. Αναζητάμε μάλλον, μιαν ωχρή παρθένα του Χολμπάιν, που θ' ανήκει μόνο σε μας, παρά μιαν αρχαία Αφροδίτη κι ας έχει θεϊκήν ομορφιά, που μπορεί όμως να ερωτεύεται σήμερα τον Αγχίση, αύριο τον Πάρη, την άλλη τον 'Αδωνη κι αν η φύση πάρει τον καλύτερο από μας, σε περίπτωση που γίνουμε έρμαιο μιας τέτοιας γυναίκας, από έξαρση πάθους, ένα τέτοιο χαρούμενο κράτημα από τη ζωή, μας φαίνεται σατανικό, σκληρό και θεωρούμε την ευδαιμονία μας αμάρτημα, για το οποίο οφείλουμε να πληρώσουμε". […]

    Εκδόσεις: Ερατώ
    Μετάφραση: Ιωάννα Βασιλείου

    Σχεδιαστής: Guido Crepax

     

     

     

     

     

     

     

     


    Alfred de Musset: Gamiani ou deux nuits d’ exces (Γκαμιανι ή δυο νύχτες παραφοράς)

    [...] Μέχρι τα δεκαπέντε μου χρόνια ήμουν εντελώς αθώα, σας το ορκίζομαι. Από τη σκέψη μου δεν είχε περάσει ποτέ ούτε η διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Ζούσα ανέμελη και ευτυχισμένη, όταν μια ημέρα πολύ ζεστή, που βρισκόμουν ολομόναχη στο σπίτι, αισθάνθηκα την ανάγκη να νιώσω πιο άνετα, να ελευθερωθώ.
    Γδύθηκα, και ξάπλωσα σχεδόν γυμνή σ' ένα ντιβάνι...
    Ώ! Ντρέπομαι!... Τεντωνόμουν, άνοιγα τα πόδια, στροβιλιζόμουν προς κάθε κατεύθυνση. Εν αγνοία μου, έπαιρνα τις πιο αυθάδεις πόζες.
    Το ύφασμα του ντιβανιού ήταν δροσερό. Η δροσιά του μου προξενούσε μια ευχάριστη αίσθηση, μια γλυκιά ανατριχίλα στο σώμα. Ω! Πόσο ελεύθερα ανέπνεα. Η ατμόσφαιρα γύρω ήταν χλιαρή, την ένιωθα να με διαπερνά απαλά. Μια ηδονή γλυκιά και ελκυστική. Μια έκσταση σαγηνευτική. Μου φαινόταν ότι μια νέα ζωή πλημμύριζε την ύπαρξή μου, ήμουν πιο δυνατή, πιο μεγάλη, εισέπνεα μια θεία πνοή, άνθιζα κάτω από το φως ενός όμορφου ουρανού!
    - Είσθε ποιητική, Φαννύ.
    - Σας περιγράφω ακριβώς τα συναισθήματά μου. Το βλέμμα μου περιδιάβαινε αυτάρεσκα στο σώμα μου, τα χέρια μου πηδούσαν από το λαιμό μου στο στήθος κι από το στήθος πιο κάτω. Εκεί σταματούσαν και τότε, παρά τη θέλησή μου, βυθιζόμουν σε μια βαθιά ονειροπόληση.
    Οι λέξεις έρωτας, εραστής έρχονταν και ξανάρχονταν ασταμάτητα με την ανεξήγητη για μένα σημασία τους. Είχα λησμονήσει ότι είχα γονείς και φίλους. Κατέληξα να νιώθω μόνη, δοκιμάζοντας ένα φρικτό κενό.
    Σηκώθηκα, κοιτάζοντας γύρω μου θλιμμένα.
    Έμεινα για λίγο σκεπτική, με το κεφάλι να γέρνει μελαγχολικά, τα χέρια μια να δένονται, μια να λύνονται και να μένουν μετέωρα. Έπειτα, εξετάζοντας και αγγίζοντας πάλι το σώμα μου, αναρωτήθηκα αν όλα ετούτα θα με οδηγούσαν κάπου, αν είχαν ένα τέλος... Ενστικτωδώς, καταλάβαινα ότι μου έλειπε κάτι που δεν μπορούσα να το προσδιορίσω, κάτι που το ήθελα, το ποθούσα με όλη μου την ψυχή.
    Πρέπει να έδινα την εντύπωση χαμένης, γιατί κάποια στιγμή γελούσα αχαλίνωτα. Τα χέρια μου άνοιγαν, σαν για να αγγίξουν το αντικείμενο των ευχών μου. Κατέληξα να αγκαλιάζω σφιχτά τον ίδιο μου τον εαυτό. Περιπτυσσόμουν, χαϊδευόμουν, φυλακιζόμουν από τα ίδια μου τα χέρια. Μου χρειαζόταν απολύτως κάτι το συγκεκριμένο, ένα σώμα, να το αγκαλιάσω να το σφίξω. Στην κατάσταση αυτή, της παραίσθησης, έπαιρνα τον ίδιο μου τον εαυτό για τον εαυτό κάποιου άλλου, πιστεύοντας ότι δίνομαι σε έναν άλλο.
    Από το παράθυρο, μακριά, φαίνονταν τα δένδρα και το γρασίδι. Ήθελα να ενδώσω στον πειρασμό να τρέξω, να κυλιστώ καταγής, ή να χαθώ, να πετάξω μέσα στις φυλλωσιές. Ατένιζα τον ουρανό, ποθούσα να εκτιναχθώ στον αέρα, να διαλυθώ μέσα στο γαλάζιο, να ενωθώ με τους ατμούς, με τον ουρανό με τους αγγέλους.
    Κόντευα να τρελαθώ. Το αίμα μου κόχλαζε, μου ανέβηκε στο κεφάλι.
    Εντελώς χαμένη, όρμησα παράφορα στο μαξιλάρια. Κρατούσα ένα σφικτά ανάμεσα στα σκέλη μου, πίεζα ένα άλλο στην αγκαλιά μου. Το φιλούσα τρελά, το περιέβαλλα με πάθος, του χαμογελούσα, νόμιζα πως ήμουν μεθυσμένη, κατακυριευμένη από τις αισθήσεις. Ξαφνικά, σταματώ, σκιρτώ. Μου φαίνεται ότι λιώνω, βυθίζομαι. Αχ, αναφώνησα, Θεέ μου! Αχ! Αχ! Και σηκώθηκα απότομα, έντρομη.
    Ήμουν μουσκεμένη παντού.
    Δεν καταλάβαινα τι μου είχε συμβεί. Νομίζοντας πως είχα πληγωθεί, φοβήθηκα. Έπεσα στα γόνατα, ικετεύοντας τον Θεό να με συγχωρήσει, αν είχα πράξει κάτι κακό. [...]

    Εκδόσεις Άγρα
    Μετάφραση Α. Στάικος

    Σχεδιαστής: Leone Frollo

     

     

     

     


    James M. Cain: The postman always rings twice (Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές)

    […] Σταματήσαμε και κοιτάξαμε το αυτοκίνητο. Κρεμόταν στις δύο του ρόδες στη μέση περίπου της χαράδρας. Κι εκείνος ήταν ακόμα εκεί, αλλά τώρα στο πάτωμα. Από τη σπασμένη μπουκάλα χύνονταν ακόμη μ’ ένα γουργούρισμα μερικές σταγόνες από κει που ‘ταν σφηνωμένη ανάμεσα σ’ αυτό και στο κάθισμα. Η σκεπή τ’ αμαξιού είχε χωθεί μέσα κι οι προφυλακτήρες είχαν λυγίσει κι οι δυο. Δοκίμασα τις πόρτες. Εξαρτιόταν πολλά κι από αυτές γιατί έπρεπε να μπω μέσα και να κοπώ με γυαλί, τη στιγμή που αυτή θα ‘τρεχε πάνω στο δρόμο για βοήθεια. Οι πόρτες άνοιγαν μια χαρά.
    Άρχισα να την τραβολογάω απ’ την μπλούζα, σπάζοντας τα κουμπιά και τσαλακώνοντας την έτσι που να μοιάζει κι αυτή αναστατωμένη. Με κοιτούσε όσο το έκανα αυτό και τα μάτια της δεν έμοιαζαν πια μπλε, έμοιαζαν μαύρα. Ένιωθα σχεδόν την αναπνοή της καθώς έβγαινε γοργά απ’ το στήθος της. Ύστερα σταμάτησα να τη νιώθω. Ήρθε πολύ κοντά μου.
    «Σκίσ’ τα, σκίσ’τα».
    Της έσκισα τα ρούχα. Έχωσα το χέρι μου μέσα απ’ την μπλούζα της και τράβηξα απότομα το ύφασμα. Έμεινε ξεσκέπαστη απ’ το σαγόνι ως την κοιλιά.
    «Αυτό σου συνέβη καθώς σερνόσουνα έξω. Πιάστηκες από το χερούλι της πόρτας».
    Η φωνή μου ακούστηκε παράξενα, σαν να ‘βγαινε από μαγνητόφωνο.
    «Κι αυτό δεν έχεις ιδέα πως σου συνέβη».
    Πήρα φόρα και τη χτύπησα στο μάτι όσο πιο δυνατά μπορούσα. Έπεσε. Ήταν τώρα εκεί στα πόδια μου, τα μάτια της έλαμπαν, το στήθος της έτρεμε και σηκωνόταν ψηλά προς το μέρος μου. Ήταν εκεί κι ανάσα μου έβγαινε κιόλας σφυριχτή μέσ’ απ’ τα δόντια μου και βαριά σαν μουγκρητό ζώου κι η γλώσσα είχε σχεδόν πρηστεί μες στο στόμα μου απ’ το αίμα που σφυροκοπούσε από μέσα της.
    «Ναι! Ναι, Φρανκ, έλα».
    Την επόμενη στιγμή ήμουνα κι εγώ κάτω μαζί της με τα μάτια μας καρφωμένα του καθενός στον άλλο, αγκαλιασμένοι σφιχτά και παλεύοντας ν’ αγκαλιαστούμε ακόμα σφιχτότερα κι όσο πιο κοντά γινόταν ο ένας στον άλλο. Θα μπορούσε τότε, εκείνη τη στιγμή, να ‘χε ραΐσει η γη και να ‘χε ανοίξει από κάτω η κόλαση. Δε θα ‘χε καμιά σημασία. Έπρεπε να την πάρω εκείνη τη στιγμή ακόμα κι αν θα με κρέμαγαν γι’ αυτό.
    Κι αυτό ακριβώς έκανα. […]

    Εκδόσεις: Οδυσσέας
    Μετάφραση: Γιώργος Λαζόπουλος

    Σχεδιαστής: Jordi Berner

     

     

     

     

    Συνεχίζεται...
     
  2. erma

    erma Regular Member

    Reage Pauline: Histoire d’ O (Η ιστορία της Ο)

    […] Της έβαλαν λοιπόν τούτο το κολιέ κι αυτά τα βραχιόλια στο λαιμό και τους καρπούς της κι έπειτα ο άντρας της είπε να σηκωθεί. Κάθισε στη θέση της πάνω στο σκαμνί με τη γούνα και την έφερε κοντά προς τα γόνατά του, πέρασε το γαντοφορεμένο χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της κι επάνω στα στήθη της και της εξήγησε πως το ίδιο βράδυ θα τη παρουσίαζαν, έπειτα από το δείπνο που θα το 'παιρνε μόνη της. Πράγματι, δείπνησε μόνη της, πάντα γυμνή, σ' ένα είδος μικρού γραφείου, όπου έν αόρατο χέρι της έφερνε φαγητά από μια θυρίδα. Όταν τέλειωσε το δείπνο οι δυο γυναίκες ήρθαν να τη πάρουν. Στο μπουντουάρ, τοποθέτησαν μαζί πίσω στη πλάτη της, τους δυο χαλκάδες των βραχιολιών της, της έβαλαν πάνω στους ώμους πιασμένη μ' ένα κολιέ, μια μακριά κόκκινη κάπα, που τη κάλυπτε ολάκερη, αλλά που άνοιγε όταν περπατούσε, αφού δε μπορούσε να τη συγκρατήσει γιατί είχε δεμένα τα χέρια της πίσω στη πλάτη. Μια γυναίκα προχωρούσε μπροστά της κι άνοιγε τις πόρτες, η άλλη την ακολουθούσε και τις ξανάκλεινε. Διασχίσαν ένα διάδρομο, δυο σαλόνια και μπήκανε στη βιβλιοθήκη, όπου τέσσερεις άντρες παίρνανε τον καφέ τους. Φορούσαν τις ίδιες μεγάλες ρόμπες όπως κι ο πρώτος, ήσαν όμως δίχως μάσκες. Ωστόσο δε πρόφτασε η Ο να διακρίνει αν ήταν κι ο εραστής της ανάμεσά τους (ήτανε πράγματι) γιατί ένας εξ αυτών έστρεψε προς το μέρος της ένα προβολέα που τη τύφλωνε.
    Όλοι μείναν ακίνητοι, οι δυο γυναίκες ζερβόδεξα κι οι άντρες απέναντι που τη κοίταζαν. Έπειτα ο προβολέας έσβησε κι οι γυναίκες φύγανε. Ξανάβαλαν όμως πάλι ένα πανί στα μάτια της Ο. Τότε τη βάλανε να περπατήσει, κάπως σκοντάφτοντας κι αισθάνθηκε να βρίσκεται μπρος σε μεγάλη φωτιά, εκεί που κάθονταν οι τέσσερεις άντρες: αισθανόταν τη θερμότητα κι άκουγε στη σιγαλιά το θόρυβο που κάμανε καίγοντας τα ξύλα. Ήταν απέναντι από τη φωτιά. Δυο χέρια σηκώσανε τη κάπα της, άλλα δυο γλιστρήσανε κατά μήκος του κορμιού για να ελέγξουνε το δέσιμο των βραχιολιών: δεν ήτανε γαντοφορεμένα κι εν απ' αυτά μπήκε μέσα της κι από τις δυο μεριές ταυτόχρονα, τόσον απότομα που 'βγαλε μια κραυγή. Κάποιος γέλασε. Κάποιος άλλος είπε:
    -"Ας τη γυρίσουμε να δούμε τα στήθη και τη κοιλιά".
    Τη γυρίσανε κι η ζέστη της φωτιάς γινόταν αισθητή στη μέση της. Ένα χέρι της έπιασε το 'να στήθος, ένα στόμα της έπιασε την άκρη του άλλου. Όμως ξαφνικά έχασε την ισορροπία της κι έπεσε προς τα πίσω, κρατημένη -από ποια άραγε χέρια;- ενώ εντωμεταξύ τις άνοιγαν τα πόδια και τα χείλη, ελαφρά, αισθάνθηκε μαλλιά ανάμεσα στα μπούτια της. Άκουσε να λένε πως έπρεπε να τη βάλουνε να γονατίσει. Έτσι κι έγινε. Αισθανόταν πολύ άσχημα έτσι γονατιστή και πιότερο γιατί δεν έπρεπε να πλησιάσει τα γόνατά της και γιατί τα δεμένα στη πλάτη χέρια της τη κάνανε να γέρνει κάπως εμπρός. Της επέτρεψαν τότε να σκύψει λίγο προς τα πίσω, μισοκαθισμένη στις φτέρνες, όπως κάμουν οι καλόγριες.
    -"Δεν την έχετε ποτέ δέσει";
    -"Όχι ποτέ".
    -"Ούτε μαστιγώσει";
    -"Ποτέ, αλλ’ ακριβώς...", απαντούσεν ο εραστής της.
    -"Ακριβώς", είπεν η άλλη φωνή, "αν τη δένατε που και που, αν τη μαστιγώνατε λιγάκι κι αν αυτό της άρεσε!... Αυτό που χρειάζεται είναι να ξεπεραστεί η στιγμή όπου θα αισθανόταν ευχαρίστηση για να προκληθούνε δάκρυα". […]

    Εκδόσεις: Μαστορίδη
    Μετάφραση: Δανιήλ Μαστορίδης

    Σχεδιαστές: Guido Crepax, Loϊc Dubigeon

     

     

     

     


    Bataille Georges: Histoire de l’ oeil (Η ιστορία του ματιού)

    […] Πρέπει να πω πως παρ' όλ' αυτά, πέρασε πολύς καιρός ώσπου να κάνουμε έρωτα, εκμεταλλευόμασταν όμως όλες τις ευκαιρίες για να επιδοθούμε σ' ασυνήθιστες πράξεις. Αυτό δε σημαίνει πως δεν είμασταν ντροπαλοί, κάθε άλλο μάλιστα, όμως κάτι ακατανίκητο μας έσπρωχνε και τους δυο να προκαλούμε ζευγαρωτά την αιδώ με τη μεγαλύτερη ξεδιαντροπιά. Έτσι, πριν καλά-καλά ολοκληρώσει αυτό που μου ζητούσε, δηλαδή να μη ξανατραβήξω ποτέ πια μόνος μου μαλακία, (είμασταν στη κορυφή ενός απότομου βράχου που κρεμότανε πάνω από τη θάλασσα), μου κατέβασε το πανταλόνι, με ξάπλωσε καταγής, μάζεψε ως απάνω τα φουστάνια της, κάθισε στη κοιλιά μου κι αποξεχάστηκε, ενώ εγώ βύθιζα στον κώλο της ένα μου δάχτυλο, που το 'χα προηγουμένως πασαλείψει με το νεαρό μου σπέρμα. Έπειτα γύρισε και ξάπλωσε προς τα μπρος, με το κεφάλι κάτω από το πέος μου, ανάμεσα στα μπούτια μου και σηκώνοντας ψηλά τον κώλο, μετακίνησε το κορμί της προς εμένα που σήκωνα με τέτοιο τρόπο το κεφάλι, ώστε να το φέρω στο ίδιο ύψος με τον κώλο της, έτσι που τα γόνατά της ήρθανε και στηριχτήκανε στους ώμους μου.
    -"Μπορείς να κατουρήσεις προς τα πάνω και να το φτάσεις στον κώλο μου;" με ρώτησε.
    -"Μπορώ" απάντησα, "έτσι που κάθεσαι όμως, θα σου κατουρήσω το φουστάνι και το πρόσωπο".
    -"Ε και;" μ' έκοψεν αυτή αποφασιστικά κι έκανα αυτό που μου 'πε. Δε πρόφτασα όμως να τελειώσω το κατούρημα κι ένα δεύτερο κύμα ξεχύθηκεν από μέσα μου και τη κατάβρεξε, τούτη τη φορά όμως ήταν όμορφο κάτασπρο σπέρμα.
    Στο μεταξύ, η μυρωδιά της θάλασσας μπερδευότανε με τη μυρωδιά των μουσκεμένων εσωρούχων, των γυμνών μας σωμάτων και του σπέρματος. Είχεν αρχίσει να βραδιάζει κι εμείς είμασταν πάντα σε κείνη την απίθανη στάση, χωρίς ν' ανησυχούμε ή να κουνιόμαστε, οπότε κάποια στιγμή ακούσαμε βήματα στα χόρτα.
    -"Μη κουνιέσαι, σ' ικετεύω", μου 'πε η Σιμόν. Τα βήματα είχαν σταματήσει, δε μπορούσαμε όμως να δούμε ποιος ερχόταν. Και των δυο μας οι ανάσες είχαν κοπεί. Έτσι τουρλωμένος όπως ήταν ο κώλος της, έμοιαζε πράγματι με πανίσχυρη ικεσία, τόσο τέλειος ήταν, με τους δυο στενούς κι αφράτους του γλουτούς, που τους χώριζε το βαθύ σχίσμα στη μέση και δεν είχα καμιά αμφιβολία πως είτε άντρας ήταν αυτός ο άγνωστος, είτε γυναίκα, γρήγορα θα υπέκυπτε στον πειρασμό και θ' αναγκαζόταν, βλέποντας αυτόν τον κώλο, να τραβήξει μιαν αβυσσαλέα μαλακία. Τα βήματα όμως ξανακούστηκαν, πιο βιαστικά τώρα, σχεδόν σα τρέξιμο και ξαφνικά είδα να εμφανίζεται ένα υπέροχο ξανθό κορίτσι, η Μαρσέλ, απ' όλες μας τις φίλες ή πιο αγνή κι η πιο ευάλωτη. Εμείς οι δυο όμως ήμασταν πολύ σφιχτά μπλεγμένοι με τη φριχτή στάση που 'χαμε πάρει και δε μπορούσαμε να κουνήσουμε ούτε το μικρό μας δαχτυλάκι, οπότε ξαφνικά ή έρημη φίλη μας σωριάστηκε καταγής και ζάρωσε στα χόρτα κλαίγοντας με λυγμούς. Τότε μόνο λύσαμε το εξωφρενικό μας αγκάλιασμα και ριχτήκαμε πάνω σ' ένα εγκαταλειμμένο σώμα. Η Σιμόν της σήκωσε τη φούστα, της έσχισε τη κυλότα και μου 'δειξε συνεπαρμένη, ένα καινούργιο κώλο, το ίδιο ωραίο, το ίδιο τέλειο με τον δικό της, που έπεσα κι άρχισα να τον φιλώ με λύσσα, ενώ συγχρόνως έτριβα τον κώλο της Σιμόν που τύλιξε τα μπούτια της γύρω από τη μέση της παράξενης Μαρσέλ, η οποία το μόνο πια που δεν έκρυβε ήταν οι λυγμοί της.
    -"Μαρσέλ", της φώναξα, "σ' εξορκίζω, σταμάτα να κλαις. Θέλω να με φιλήσεις στο στόμα..." Τα ωραία της ίσια μαλλιά της τα χάιδευε η Σιμόν δίνοντάς της παντού τρυφερά φιλιά.
    Στο μεταξύ, ο καιρός είχε γυρίσει για τα καλά στη καταιγίδα και μαζί με τη νύχτα, άρχισαν να πέφτουν χοντρές σταγόνες, φέρνοντας χαλάρωση, μετά το πλάκωμα της αποπνικτικής ζέστης μιας ολάκερης μέρας που δε κουνιόταν φύλλο. Η θάλασσα έκανε τώρα φοβερό θόρυβο που τον σκέπαζαν τα μακρόσυρτα μπουμπουνητά του κεραυνού και με τις αστραπές μπορούσα κι έβλεπα ξαφνικά, σα να 'ταν μέρα μεσημέρι, τους δυο αυνανιζόμενους κώλους των κοριτσιών που δε βγάζανε πια λέξη. Τα τρία κορμιά μας τα υποδαύλιζε βάναυση φρενίτιδα. Δυο νεαρά στόματα συναγωνίζονταν ποιο θα κάνει δικό του τον κώλο μου, τ' αρχίδια μου και τη ψωλή μου, εγώ όμως άνοιγα κι όλο άνοιγα, γυναικεία σκέλια υγρά από σάλια ή σπέρμα σα να 'θελα να ξεφύγω από το σφιχταγκάλιασμα ενός τέρατος, αλλ' αυτό το τέρας δεν ήταν άλλο από τη τρομαχτική βία των κινήσεών μου. Τελικά, η ζεστή βροχή άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς κι έκανε τελείως μούσκεμα τα σώματά μας που δε κρύβανε πια τίποτα. Δυνατοί κεραυνοί μας συγκλόνιζαν και φούντωναν κάθε φορά και περισσότερο την αγανάχτησή μας, κάνοντας μας να βγάζουμε κραυγές λύσσας που επαναλαμβάνονταν με κάθε αστραπή, γιατί η καθεμιά έβγαζε στο φως τα γεννητικά μας όργανα. Η Σιμόν είχε βρει μια γούβα με λάσπη και λάσπωνε το σώμα της πασαλείβοντάς το έξαλλη, μαλακιζόταν με το χώμα και τρανταζόταν από βίαιες συσπάσεις ηδονής καθώς τη μαστίγωνε η μπόρα, ενώ εγώ είχα το κεφάλι μου χωμένο σφιχτά ανάμεσα στα λασπωμένα μπούτια της κι αυτή το πρόσωπό της βουτηγμένο στα λασπόνερα, όπου πηγαινόφερνε μ' άγριες κινήσεις τον κώλο της Μαρσέλ την οποία είχε πλοκαμιάσει τυλίγοντας το ένα της μπράτσο γύρω από τη μέση της, ενώ με τ' άλλο χέρι είχε γαντζώσει τον γλουτό και τον τραβούσε και τον άνοιγε με δύναμη. […]

    Εκδόσεις: Άγρα
    Μετάφραση: Δημ. Δημητριάδη

    Σχεδιαστές: Guido Crepax, Damian Carulla

     

     

     

     


    Marquis de Sade: Les 120 journees de Sodome (120 μέρες στα Σόδομα)

    […] Σηκώθηκαν τη κανονική ώρα. Ο επίσκοπος που είχε τελείως συνέλθει από τις ακρότητές του, είχε ξυπνήσει στις τέσσερεις το πρωί και θεώρησε σκανδαλώδες το γεγονός να τον αφήσουν να κοιμηθεί μόνο. Χτύπησε το κουδούνι για να ‘ρθουν στην ορισμένη θέση τους η Ιουλία κι ο γαμιάς που του αντιστοιχούσε. Φτάσανε σχεδόν αμέσως και στα χέρια τους ο ακόλαστος βυθίστηκε ξανά μέσα σε νέες ασωτείες. […]

    Εκδόσεις: Εξάντας
    Μετάφραση: Τάκης Θεοδωρόπουλος, Πέτρος Παπαδόπουλος

    Σχεδιαστής: Rodval Matias

     


    Marquis de Sade: La philosophie dans le boudoir (Η φιλοσοφία του μπουντουάρ)

    [...]
    Κα ντε ΣΑΙΝΤ-ΑΝΖ: Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντικό να φροντίσουμε να μη ξεφύγει το δηλητήριο που κυκλοφορεί στις φλέβες της κυρίας. Γι’ αυτό η Ευγενία θα ράψει προσεχτικά το μουνί και τον κώλο της, έτσι το δηλητηριασμένο υγρό, πιο συγκεντρωμένο, λιγότερο εκτεθειμένο στους κινδύνους της εξάτμισης και χωρίς οδό διαφυγής θα κάψει καλύτερα τα κόκαλα.

    ΕΥΓΕΝΙΑ: Έξοχο! Γρήγορα, γρήγορα, φέρτε μου βελόνι και κλωστή!... Ανοίξτε τα μπούτια σας, μαμά, για να σας ράψω καλά. Έτσι δε θα ‘χω και αδερφάκι! (η κα ντε Σαιντ-Ανζ δίνει στην Ευγενία μια μεγάλη βελόνα όπου είναι περασμένη μια χοντρή, κόκκινη, κερωμένη κλωστή. Η Ευγενία ράβει).

    Κα ντε ΜΙΤΣΙΒΑΛ: Θεέ μου, τι πόνος!

    ΝΤΟΛΜΑΝΣΕ: (γελά σαν τρελός) Πραγματικά, υπέροχη ιδέα! Αγαπητή μου, σε τιμά. Ούτε που θα μου περνούσε από το μυαλό!

    ΕΥΓΕΝΙΑ: (κάπου κάπου κεντά τα χείλη του αιδοίου, καρφώνει τη βελόνα στο εσωτερικό του, άλλοτε πάλι δουλεύει την κοιλιά και το όρος της Αφροδίτης τής μητέρας της) Μη δίνεις σημασία, μανούλα. Δοκιμάζω τη βελόνα.

    ΙΠΠΟΤΗΣ: Το πορνίδιο θα την πεθάνει στην αιμοραγία!

    ΝΤΟΛΜΑΝΣΕ: (βάζει την κα ντε Σαιντ-Ανζ να του την παίξει και παρακολουθεί το εγχείρημα) Θεέ μου, πώς με καυλώνει αυτή η παραδοξότητα! Ευγενία, περισσότερα ράμματα για να στερεώσει η ραφή.

    ΕΥΓΕΝΙΑ: Αν χρειαστεί, θα κάνω διακόσια. Ιππότη, χαϊδέψτε με όσο δουλεύω.

    ΙΠΠΟΤΗΣ: Δεν ξανάδα τόσο διεστραμμένο κορίτσι.

    ΕΥΓΕΝΙΑ: (ξαναμένη) Όχι επίθετα, ιππότη, θα σας τσιμπήσω! Περιοριστείτε να με ερεθίσετε σωστά. Λίγο τον κώλο μου, άγγελέ μου, σε ικετεύω. Δεν έχεις άλλο χέρι; Α! δεν μπορώ πια να δω, ράβω όπου θέλω… Κοιτάχτε πώς ξεφεύγει η βελόνα μου… στα μπούτια… στα βυζιά της… Γαμώ το! Τι ηδονή! […]

    Εκδόσεις: Εξάντας
    Μετάφραση: Βασίλης Καλλιπολίτης

    Σχεδιαστές: George Pichard, Erich von Gotha

     

     

     


    Guillaume Apollinaire: Les onze mille verges (Οι έντεκα χιλιάδες βέργες)

    […] Ο Μόνυ άρχισε να την παρατηρεί και σύντομα διαπίστωσε ότι τα δάχτυλά της στέκονταν περισσότερο απ’ ότι χρειαζόταν μέσα στις πληγές.
    Έφεραν ένα τραυματία με φριχτή όψη. Το πρόσωπό του ήταν ματωμένο και το στήθος ανοιχτό.
    Η νοσοκόμος του έδεσε τα τραύματα με λαγνεία. Είχε βάλει το δεξί χέρι της στη χαίνουσα οπή και έδειχνε να απολαμβάνει την επαφή με την ασπαίρουσα σάρκα.
    Ξαφνικά, η μάγισσα σήκωσε τα μάτια της και είδε μπροστά της, από την άλλη πλευρά του φορείου, τον Μόνυ να την κοιτάζει χαμογελώντας περιφρονητικά.
    Αυτή κοκκίνησε, αλλά εκείνος την καθησύχασε:
    «Ηρεμήστε, μη φοβάστε τίποτα, καταλαβαίνω καλύτερα από τον καθένα τη λαγνεία που αισθάνεστε. Κι εγώ επίσης έχω τα χέρια μου λερωμένα. Απολαύστε αυτούς τους τραυματίες αλλά μην αρνηθείτε τα αγκαλιάσματά μου».
    Εκείνη κατέβασε τα μάτια σιωπηλά. Ο Μόνυ βρέθηκε γρήγορα πίσω της. Ανασήκωσε τα φουστάνια της και ανακάλυψε έναν υπέροχο κώλο, που τα μεριά του ήταν τόσο σφιχτά, λες και είχαν ορκιστεί να μη χωρίσουν ποτέ.
    Τώρα ξέσκιζε πυρετωδώς και μ’ ένα αγγελικό χαμόγελο στα χείλη, την απαίσια πληγή του ετοιμοθάνατου. Έσκυψε επιτρέποντας στον Μόνυ να απολαύσει καλύτερα το θέαμα του κώλου της.
    Της έχωσε τότε το κεντρί του ανάμεσα στα βελούδινα χείλη του μουνιού της, πισωκολλητά, και με το δεξί του χέρι, άρχισε να της χαϊδεύει τα κωλομέρια, ενώ το αριστερό του έψαχνε την κλειτορίδα. Η νοσοκόμος απολάμβανε σιωπηλά, μπήγοντας τα δάχτυλά της μέσα στην πληγή του ετοιμοθάνατου που έβγαζε έναν απαίσιο ρόγχο. Έβγαλε την τελευταία του πνοή τη στιγμή που ο Μόνυ εκσπερμάτωνε. Η νοσοκόμος τον υποχρέωσε να βγει και ξεβρακώνοντας το νεκρό, έβγαλε το όργανό του που ήταν σκληρό σαν σίδερο, και το έχωσε στο μουνί της, απολαμβάνοντας πάντα σιωπηλά και με μια έκφραση πιο αγγελική παρά ποτέ. […]

    Εκδόσεις: Γαβριηλίδης/Άρκτος
    Μετάφραση: Βασίλης Νικολαΐδης

    Σχεδιαστές: George Pichard, Vincenzo Jannuzzi

     

     

     

     

     
     
  3. erma

    erma Regular Member

    Giovanni Boccaccio: Decameron (Δεκαήμερο)

    […] Όταν όμως έφτασε στον άλλο μεγάλο δάσκαλο, πήρε κι από κείνον την ίδια απάντηση και προχωρώντας κι άλλο έφτασε στο κελί ενός νεαρού ερημίτη, ενός ανθρώπου ευλαβούς κι αγαθού, που τ' όνομά του ήτανε Ρούστικο και στον οποίον έκανε την ίδια ερώτηση όπως και στους άλλους. Εκείνος θέλοντας να δοκιμάσει τη δική του πίστη, δε την έδιωξε, όπως είχανε κάνει οι άλλοι, αλλά τη δέχτηκε στο κελί του κι όταν ήρθε η νύχτα της έφτιαξε ένα μικρό κρεβάτι με φύλλα φοίνικα και τη προσκάλεσε να πλαγιάσει και να ξεκουραστεί. Αφού έγινε αυτό, οι πειρασμοί δεν άργησαν να πολεμάνε τη δύναμη της αντοχής του, που 'χε κλονιστεί σημαντικά και σχεδόν τον είχε εγκαταλείψει κι έτσι χωρίς να περιμένει και πολλά χτυπήματα, παραιτήθηκε του αγώνα και παραδέχτηκε πως είχε ηττηθεί. Μετά, παραμερίζοντας ευλαβικές σκέψεις, δεήσεις κι εξαγνισμούς, άρχισε να στριφογυρίζει στη μνήμη του τα νιάτα και την ομορφιά της νεαρής κόρης και να σκέφτεται τι τρόπο να βρει, ώστε να κερδίσει αυτό που επιθυμεί χωρίς να περάσει για διεφθαρμένος.
    Έτσι, την άλλη μέρα, κάνοντάς της ερωτήσεις, ανακάλυψε πως δεν είχε γνωρίσει ποτέ άντρα και πως ήτανε τόσον αγαθή, όσον ακριβώς φαινότανε και για το λόγον αυτό, συλλογιζόταν ότι με το πρόσχημα της υπηρεσίας του Θεού, θα μπορούσε να την απολαύσει. Σε πρώτη φάση, της εξήγησε διεξοδικά πόσο μέγας εχθρός του Θεού είναι ο Διάβολος και μετά της έδωσε να καταλάβει πως η μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορούσε να προσφέρει κανείς στο Θεό ήτανε να βάλει τον Διάβολο στη Κόλαση, εκεί που τον είχε καταδικάσει Κείνος. Το κορίτσι ρώτησε:
    -"Πώς μπορεί να γίνει αυτό;" κι εκείνος της απάντησε:
    -"Θα το μάθεις αμέσως. Κάνε ό,τι κάνω κι εγώ..." και λέγοντας αυτά, έβγαλε τα λίγα ρούχα που φορούσε κι έμεινε τέλεια γυμνός. Το ίδιο έκαμε και το κορίτσι. Κατόπιν, έπεσε στα γόνατα, σα να 'κανε προσευχή και την έβαλε να κάτσει στην αγκαλιά του. Έτσι καταπώς είχανε τα πράματα κι έτσι όπως είχανε φουντώσει πιότερο από ποτέ οι επιθυμίες του Ρούστικο, όταν είδε την ομορφιά της ολόγυμνη, ήρθε κι η ανάσταση της σάρκας. Η Αλιμπέχ το 'δε και ξαφνιάστηκε.
    -"Ρούστικο", είπε, "τι είναι αυτό που 'χεις εσύ και που σηκώνεται έτσι και που δεν έχω γω";
    -"Έχε πίστη κόρη μου", της απάντησε, "αυτός είναι ο Διάβολος που σου 'λεγα και κοίτα πόσο πολύ με τυραννά, που με το ζόρι αντέχω".
    -"Ευλογημένος να 'ναι ο Κύριος!", είπε τότε το κορίτσι, "Απ' ό,τι βλέπω είμαι σε καλύτερη κατάσταση από σένα, γιατί εγώ δεν έχω κει κάτω Διάβολο".
    -"Σωστά!" ανταπάντησε ο Ρούστικο, "Αλλά συ έχεις κάτι άλλο που δε το 'χω γω, αντ' αυτού..."
    -"Και τί είναι αυτό;" ρώτησε η Αλιμπέχ κι εκείνος σκεφτικός τάχα, απάντησε:
    -"Εσύ έχεις τη Κόλαση και σου λέω ότι πιστεύω πως ο Θεός σ' έστειλε δω για το καλό της ψυχής μου, γιατί όποτε αυτός ο Διάβολος θα με βασανίζει έτσι κι αν σ' ευχαριστεί να δείξεις συμπόνοια σε μένα και να υπομείνεις να τονε βάλω πίσω στη Κόλαση, θα μου χαρίσεις τη μεγαλύτερη παρηγοριά και θα προσφέρεις στο Θεό πολύ μεγάλη ευχαρίστηση κι υπηρεσία. Τότε θα κάνεις όντως αυτό για το οποίο λες ότι ήρθες στα μέρη αυτά"!
    -"Πράγματι, πατέρα μου, αφού εγώ έχω τη Κόλαση, ας γίνει έτσι όποτε επιθυμείς!" απάντησε το κορίτσι καλόπιστα.
    -"Κόρη, να 'σαι βλογημένη!" της είπε ο Ρούστικο τρέμοντας από ανυπομονησία. "Ας πάμε λοιπόν κι ας τονε βάλουμε πίσω κει, για να μ' αφήσει μετά στην ησυχία μου!" και λέγοντας αυτά, τη ξάπλωσε και τη δίδαξε τι πρέπει να κάνει για να φυλακίσουνε τον καταραμένο του Θεού. Το κορίτσι που δεν είχε ξαναβάλει κανένα Διάβολο μέχρι τότε στη Κόλασή της, τη πρώτη φορά ένιωσε κάποιο πόνο και για το λόγο αυτόν είπε στον Ρούστικο:
    -"Αλήθεια πατέρα μου, αυτός ο Διάβολος πρέπει να 'ναι πολύ κακό πράμα κι εχθρός κάθε πράξης του Θεού, αφού πονά και την ίδια τη Κόλαση, πόσο μάλλον όλα τ' άλλα, όταν πας να τονε βάλεις πάλι κει".
    -"Κόρη", απάντησε αυτός, "δε θα συμβαίνει πάντα έτσι..." και μέχρι το τέλος έπρεπε να γίνει έξι φορές, πριν κουνήσουν από το κρεβάτι και τονε βάλανε στη Κόλαση ξανά, σε τέτοιο βαθμό που για την ώρα καταπολεμήσανε την έπαρση του κεφαλιού του κι έμεινε κει ήσυχα και πρόθυμα. [...]

    Εκδόσεις: Γράμματα
    Μετάφραση: Γεράσιμος Σπαταλάς

    Σχεδιαστής: Carlo Ambrosini

     

     

     

     


    Giorgio Baffo: Sonetta (Σονέτα)

    Άκουσε ζωγράφε, σχεδίασε για μένα μια γυναίκα
    χωρίς πουκαμίσα, όπως ο Θεός την έπλασε
    με ξανθά μακριά μαλλιά
    και ένα λουλουδάκι στο κεφάλι σαν βαρόνη.

    Δώσε σε αυτήν να έχει ένα πρόσωπο Μαντόνας
    με λευκό και τρυφερό στήθος
    ένα άγγιγμα στα κωλομέρεια
    και το μουνί όσο περισσότερο μπορείς.

    Σε παρακαλώ, φτιάξε μου μια πρόσχαρη εικόνα
    βάλε αυτήν σε ένα λευκό κρεβάτι
    και να μπορεί κάποιος να την δει να μαλακίζεται.

    Άσε το μουνί να είναι όλο έξω
    και άφησε την τελείως να γλυκαίνεται πάντα
    και άφησε τους όλους να καταλαβαίνουν ότι αυτή τελειώνει.

    Μετάφραση: Σ.Α.

    Σχεδιαστής: Milo Manara

     

     

     

     


    Choderlos de Laclos: Les liaisons dangerous (Επικίνδυνες σχέσεις)

    Το παραλήρημα της ηδονής όπου η απόλαυση εξαγνίζεται από την υπερβολή.
    Θα έχετε δίκιο να με κοροϊδέψετε. Κοροϊδέψτε με λοιπόν κι ας μιλήσουμε για άλλα πράγματα. Για άλλα πράγματα ; Για τα ίδια δηλαδή, τα ίδια πράγματα : τις γυναίκες. Τις γυναίκες προς κατάκτησιν ή τις γυναίκες προς απώλεια ή και τα δύο μαζί.
    Από τα πράγματα που με κολακεύουν περισσότερο, είναι μία επίθεση έντονη, άρτια εκτελεσμένη, με μία αρμονική διαδοχή των καταστάσεων, παρά την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται,•που δεν μας εξαναγκάζει να μεταμεληθούμε αλλά να επωφεληθούμε από την ίδια την αδεξιότητά μας,•που δίνει πάντοτε την εντύπωση της βίας ακόμα και για τα πράγματα που εμείς οι ίδιες, με τη θέλησή μας, παραχωρούμε,•που κολακεύει τα δύο ξεχωριστά μας πάθη: την δόξα της άμυνας και την ηδονή της ήττας.
    Έτσι, αντί να δημιουργήσουμε, όπως πασχίζουμε, μία διαπρεπή μηχανορράφο, δημιουργούμε μία εύκολη γυναίκα. Και δεν γνωρίζω ανιαρότερο πράγμα από την ανόητη ευκολία των γυναικών να παραδίδονται δίχως να γνωρίζουν πώς και γιατί, μόνο και μόνο επειδή είναι ανίκανες να αντισταθούν στην πρώτη τυχούσα επίθεση. Οι γυναίκες αυτές είναι αποκλειστικά και μόνο μηχανές ηδονής.
    Όχι, δεν θα χαρεί τις απολαύσεις της αμαρτίας και τις τιμές της αρετής. Δεν μου αρκεί να την κατέχω, επιθυμώ να μου παραδοθεί με τη θέλησή της. Δεν μ' ενδιαφέρει να την πλησιάσω αλλά να επιτύχω την ομολογία του έρωτά της.
    Συντάσσω μία κατήχηση της ερωτικής κραιπάλης προς χρήσιν της μαθητρίας μου.
    Αυτό το κορίτσι είναι πραγματικά σαγηνευτικό ! Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στην αφελή της γλυκύτητα και την ωμότητα της γλώσσας, εντυπωσιάζει.
    Θα διαπιστώσετε ότι δεν απομακρύνθηκα ούτε κατά κεραίαν από τις αρχές της ερωτικής τέχνης, από τις αρχές της πολεμικής τέχνης δηλαδή.

    Εκδόσεις: Άγρα
    Μετάφραση: Ανδρέας Στάικος

    Σχεδιαστής: Corrado Roi

     

     

     

     

    ---------- Post added at 19:28 ---------- Previous post was at 19:26 ----------

    Guillaume Apollinaire: Les exploits d’ un petit Don Jouan (Τα κατορθώματα ενός μικρού Δον Ζουάν)

    Η εξομολόγηση της μητέρας μου ήταν πολύ αθώα μα όχι χωρίς ενδιαφέρον:
    - Έχω κάτι ακόμα να σας ρωτήσω, πάτερ μου, είπε, αφού είχε απαριθμήσει της καθημερινές της αμαρτίες, ο σύζυγός μου, εδώ και λίγο καιρό μου ζητάει να κάνω ορισμένα πράγματα. Την πρώτη νύχτα του γάμου μας με είχε ξεγυμνώσει κι αυτό το επαναλάμβανε από καιρού εις καιρόν. Μα τώρα θέλει συνέχεια να με βλέπει γυμνή και μου ‘δειξε ένα παλιό βιβλίο γραμμένο από κάποιον ιερωμένο, που ανάμεσα σε άλλα λέει τα εξής: «Οι σύζυγοι πρέπει να πραγματοποιούν τη σεξουαλική πράξη ολόγυμνοι, με τέτοιο τρόπο ώστε το σπέρμα του ανδρός ν’ ανακατεύεται όσο το δυνατόν καλύτερα μ’ εκείνο της γυναικός». Τώρα έχω ενδοιασμούς πάνω σ’ αυτό το θέμα, κι αυτό οφείλεται στο ότι γερνάω.
    Ο Εξομολογητής. – Αυτό το βιβλίο έχει γραφτεί τον Μεσαίωνα. Η μόδα του εσωρούχου δεν είχε διαδοθεί. Μονάχα οι άνθρωποι της υψηλής τάξης φόραγαν τέτοια πράγματα. Οι απλοί άνθρωποι κοιμόντουσαν χωρίς εσώρουχα στο συζυγικό κρεβάτι, και υπάρχουν ακόμα αγροτικές περιοχές που η συνήθεια αυτή έχει παραμείνει. Η Εκκλησία δεν βλέπει με καλό μάτι αυτό το γεγονός, μα δεν το απαγορεύει κατηγορηματικά.
    Η Μητέρα μου. – Τώρα ησύχασα σε αυτό το θέμα. Μα ο σύζυγος μου με βάζει να παίρνω ορισμένες στάσεις που ντρέπομαι.
    Πρόσφατα αναγκάστηκα να κάτσω ολόγυμνη στο πάτωμα στα τέσσερα, κι εκείνος με κοιτούσε από πίσω. Κάθε φορά μου δίνει ένα μπαστούνι κι ενώ εγώ πρέπει να κάνω τον γύρο του δωματίου γυμνή, εκείνος με διατάζει: Εμπρός, μαρς! ή πάλι: Αλτ! ή πάλι: Κλίνατε επί δεξιά ή επ’ αριστερά, όπως στις ασκήσεις.
    Ο Εξομολογητής. – Αυτό δεν θα ‘πρεπε να συμβαίνει, αλλά αν το κάνετε μόνο από υπακοή, δεν διαπράττετε αμαρτία.
    Η Μητέρα μου. – Αχ! Έχω ακόμα κάτι μες στην καρδιά μου, μα ντρέπομαι να μιλήσω.
    Ο Εξομολογητής. – Δεν υπάρχει αμαρτία που να μη μπορεί να συγχωρεθεί, κόρη μου. Αλαφρώστε τη συνείδησή σας.
    Ο Μητέρα μου. – Ο σύζυγός μου θέλει πάντα να με παίρνει από πίσω και φέρεται με τέτοιο τρόπο που πάω να λυποθυμίσω από ντροπή. Πρόσφατα λοιπόν, ένιωσα καθαρά να βάζει το δάχτυλό του, αλειμένο με κρέμα, μέσα… μέσα… μέσα στον πρωκτό. Θέλησα να σηκωθώ, εκείνος με καθησύχασε, μα ένιωσα καθαρά ότι έβαλε μέσα το μέλος του. Στην αρχή πόνεσα, μα δεν ξέρω γιατί, μετά από κάποια στιγμή, μου άρεσε, και όταν τελείωσε είχα την ίδια αίσθηση σαν να το είχε κάνει από τη φυσική οδό. (Τα υπόλοιπα τα είπε μουρμουρίζοντας, με μια φωνή πολύ χαμηλή για να μπορέσω ν’ ακούσω).
    Ο Εξομολογητής. – Αυτό είναι αμαρτία. Στείλτε μου τον σύζυγό σας για εξομολόγηση.
    Το υπόλοιπο της εξομολόγησης δεν παρουσίαζε ενδιαφέρον. Σε λίγο πήρε θέση η θεία μου κι άκουσα την ευχάριστη φωνή της. Κατηγορούσε τον εαυτό της, όπως κατάλαβα, γιατί αμελούσε συχνά να εξομολογηθεί. Αλλά έμεινα εμβρόντητος όταν πρόσθεσε χαμηλόφωνα και διστακτικά ότι, ενώ μέχρι τώρα δεν είχε νιώσει σεξουαλικό πόθο, είχε νιώσει ερωτικά βλέποντας τον νεαρό ανιψιό της στο μπάνιο, ότι είχε αγγίξει το κορμί του με πόθο, αλλά ότι είχε μπορέσει να χαλιναγωγήσει εγκαίρως τις κακές της επιθυμίες. Μόνο μια φορά ακόμα, όταν ο ανιψιός της κοιμόταν, ενώ η κουβέρτα ήταν πεσμένη και μπορούσε να δει τ’ ανδρικά του όργανα, τον είχε παρατηρήσει για ώρα πολλή και είχε ακόμα πάρει το μέλος του στο στόμα της. Αυτό το είχε πει πολύ διστακτικά. Θα ‘λεγε κανείς ότι οι λέξεις δεν μπορούσαν πια να βγουν από το στόμα. Ένιωσα μια περίεργη συγκίνηση.
    Ο Εξομολογητής. – Δεν είχατε ποτέ σας σχέσεις με άντρες ή τουλάχιστον δεν έχετε αμαρτήσει μόνη σας;
    Η Θεία μου. – Είμαι ακόμα παρθένα, τουλάχιστον σε σχέση με τους άντρες. Αρκετές φορές έχω κοιταχτεί στον καθρέπτη κι έχω αγγίξει με το χέρι μου τ’ απόκρυφά μου μέρη. Μια φορά… (Δίσταζε να συνεχίσει).
    Ο Εξομολογητής. – Κουράγιο, κόρη μου! Μην κρύβετε τίποτα από τον εξομολογητή σας.
    Η Θεία μου. – Μια φορά η αδελφή μου μού είπε: «Η καμαριέρα μας χρησιμοποιεί πολλά κεριά. Σίγουρα διαβάζει μυθιστορήματα στο κρεβάτι και θα βάλει φωτιά στο σπίτι κανένα βράδυ. Ξάπλωσε κοντά της και πρόσεχε την». Έτσι κι έκανα, το ίδιο βράδυ, βλέποντας φως στο δωμάτιό της. Είχα αφήσει την πόρτα ανοιχτή και μπήκα στο δωμάτιο της Κέιτ αθόρυβα. Ήταν καθισμένη στο πάτωμα, με την πλάτη της μισογυρισμένη προς τα μένα κι έγερνε προς το κρεβάτι της. Μπροστά της πάνω σε μια καρέκλα είχε τοποθετήσει έναν καθρέπτη. Δεξιά και αριστερά από τον καθρέπτη ήταν αναμμένα δύο κεριά. Η Κέιτ ήταν με το εσώρουχό της και μέσα στον καθρέπτη ξεχώρισα ότι κρατούσε με τα δυο της χέρια ένα αντικείμενο λευκό και μακρύ που το πηγαινοέφερνε ανάμεσα στα ορθάνοιχτα μπούτια της. Αναστέναζε βαθιά και το κορμί της ταραζόταν ολόκληρο. Ξαφνικά, την άκουσα να φωνάζει: «Ωχ, ωχ, άαχ! Τι ωραίο που είναι!». Το κεφάλι της κρεμόταν, τα μάτια της ήταν κλειστά κι έμοιαζε να είναι εκτός εαυτού. Τότε κινήθηκα, εκείνη αναπήδησε και είδα ότι κρατούσε ένα κερί σχεδόν τελείως σπασμένο. Εκεί επάνω, μου εξήγησε ότι αυτό το ‘κανε σε ανάμνηση του εραστή της που πήγε φαντάρος. Παραξενεύτηκα που μπορεί κανείς να το κάνει έτσι, μα εκείνη με ικέτεψε να μην πειράξω τίποτα. Έφυγα, αλλά αυτό το θέαμα μου έκανε τέτοια εντύπωση που μετά δεν μπόρεσα, πάτερ μου, να κρατηθώ να μη δοκιμάσω κι εγώ, κι από τότε, αλίμονο! το ‘χω κάνει αρκετές φορές. Ναι, κι έχω πέσει ακόμα πιο χαμηλά, πάτερ μου. Συχνά βγάζω το εσώρουχό μου και, σε διάφορες στάσεις, ικανοποιώ, σύμφωνα με το παράδειγμά της, ένοχους πόθους.
    Ο εξομολογητής την συμβούλεψε να παντρευτεί και της έδωσε άφεση αμαρτιών.

    Εκδόσεις: Ερατώ
    Μετάφραση: Μανώλης Μανουσάκης

    Σχεδιαστής: George Pichard

     

     

     

     

     

     


    Marquis de Sade: Juliette (Ιουλιέτα)


    [...] Και η ξαναμμένη μου γλώσσα γλίστρησε μέσα στο στόμα της. Δέχτηκε το ερωτικό εκείνο φιλί, το δέχτηκε χωρίς θυμό κι όταν επιχείρησα ένα δεύτερο ήταν πια ο έρωτας ο ίδιος που μου το ανταπέδωσε: η πιο δροσερή, η πιο όμορφη γλωσσίτσα ήρθε να δώσει ζωή στα πυρωμένα μου χείλη. Πήρα περισσότερο θάρρος, παραμερίζοντας τα ρούχα που έκρυβαν από τα μάτια μου τα ομορφότερα στήθη του κόσμου, χάρισα σ’ εκείνες τις ρώγες τα πιο υπέροχα χάδια πιπιλώντας τες με τη γλώσσα μου, τυφλωμένη από έρωτα, ενώ τα άπληστα χέρια μου μάλαζαν τους μαστούς. Αφέθηκε χωρίς αντίσταση, κατασυγκινημένη, ενώ από τα μεγάλα, γαλάζια και κατάπληκτα μάτια της κυλούσαν δάκρυα ηδονής που με μούσκευαν… Εγώ, εκτός εαυτού, μεθυσμένη από ηδονή… ξεπερνώντας όλα τα εμπόδια, προσπαθούσα να της μεταδώσω τη φλόγα που με κατέτρωγε…
    - Μα τι κάνεις! μου φωνάζει, ξεχνάς λοιπόν πώς είμαστε και οι δυο γυναίκες;
    - Α, αγάπη μου, της απαντώ κι εγώ, πρέπει να ξεπερνάμε κάπου – κάπου τη Φύση για να μπορούμε να τη λατρεύουμε περισσότερο! Πόσο δυστυχισμένοι θα ‘μασταν αν δεν μπορούσαμε ν’ αψηφήσουμε τα όρια που εκείνη έθεσε στην ηδονή μας!
    Και καθώς παθιαζόμουν όλο και περισσότερο, τόλμησα να σχίσω τη λινή φούστα της για να αποκαλυφθούν στα μάτια μου όλα εκείνα τα κάλλη που ποθούσα να κάνω δικά μου. Εκείνη, άναυδη… ερεθισμένη από τους θερμούς στεναγμούς μου, παραιτήθηκε από κάθε αντίσταση. Την έριξα ανάσκελα στον καναπέ, της άνοιξα διάπλατα τα μπούτια και καταπιάστηκα με το πιο φουσκωτό μουνί που μπορεί να δει κανείς. Είχε γείρει στην αγκαλιά μου πιέζοντας τον ροδαλό μαστό της στο ένα μου χέρι και αναστέναζε σιγανά ενόσω το στόμα μου στόλιζε με φιλιά τον άλλο της μαστό. Τα χέρια μου κατευθύνθηκαν προς την κλειτορίδα της. Ήθελα να δοκιμάσω την ευαισθησία της… Θεέ και Κύριε, πόσο μεγάλη και ευαίσθητη ήταν εκείνη η κλειτορίδα! Κόντεψε να λιποθυμήσει την ώρα που το χέρι μου προετοίμαζε τόσο επιδέξια τον οργασμό της. Παρ’ όλη τη μάχη που έδωσε η ετοιμοθάνατη σεμνοτυφία της, κάποιοι πνιγμένοι αναστεναγμοί ήρθαν να μου δηλώσουν την ήττα της! Τότε ακριβώς αύξησα και ενέτεινα τα χάδια μου.
    Κανένα πλάσμα στον κόσμο δεν υπηρετεί την ηδονή όσο εγώ… Διαισθάνομαι πότε η ερωμένη μου χρειάζεται βοήθεια για τον οργασμό της: πρέπει τότε να ρουφήξω τα υγρά της για να διευκολύνω το χύμα της. Με πόση θέρμη και πόσο πάθος πρόσφερα αυτή την υπηρεσία στη φίλη μου. Γονατισμένη μπροστά στα μπούτια της, της σήκωσα τα χέρια βαστώντας τα με τα δικά μου, βύθισα τη γλώσσα μου στο μουνί της και βάλθηκα να την γλείφω και να ρουφώ τα υγρά της ενώ, ταυτόχρονα, ηδόνιζα πάντα την κλειτορίδα της με τη μύτη μου. Και τι πισινός ήταν αυτός που χάιδευαν μανιωδώς τα χέρια μου! Ο ίδιος ο πισινός της Αφροδίτης! Καταλάβαινα πως έπρεπε να την κάνω οπωσδήποτε να καυλώσει σε κάθε σημείο του κορμιού της. Μόνο έτσι θα ολοκληρωνόταν η ηδονή… κανένα μέλος δεν έπρεπε να μείνει αμέτοχο και η γυναίκα που μαλακίζεται από κάποιον τρίτο οφείλει να προκαλέσει τον γενικό αυτό ερεθισμό του σώματός της, να τελειοποιήσει με τον τρόπο αυτό την έκστασή της ώστε να μπορέσει να πολλαπλασιάσει το παραλήρημά της. Ψαχούλεψα λοιπόν τον όμορφο, μικροκαμωμένο πρωκτό της για να του μεταδώσω όλη μου τη φλόγα με το δάχτυλό μου. Ήταν τόσο μικρή και τόσο στενή η λεπτεπίλεπτη εκείνη τρυπίτσα που δυσκολεύτηκα να τη συναντήσω! Στο τέλος, βέβαια, το πέτυχα και τα δάχτυλά μου χώθηκαν με σθένος μέσα της… Έξοχη αντίδραση! Δεν πρόκειται να απογοητευθείτε ποτέ από τις ευαίσθητες γυναίκες. Το δάχτυλό μου δεν πρόλαβε καλά – καλά να εισχωρήσει και αναστέναξε… χλόμιασε… και τέλος, η υπέροχη εκείνη γυναίκα έχυσε μέσα στην πιο θεία έκσταση, χάρη στο ντελίριο που της είχα προκαλέσει εγώ! [...]

    Εκδόσεις: Εξάντας
    Μετάφραση: Γιώργος Παυλόπουλος

    Σχεδιαστής: Philippe Cavell & Robert Merodack