Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η Μούσα και ο Μουσικός...

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Ηλίας, στις 28 Ιανουαρίου 2026 at 19:05.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Πάντα αναρωτιόμουν..
    Κλέβω από τον έρωτα ή αυτός από εμένα...

    Μια φορά κι ένα καιρό...


    Η Μούσα και ο Μουσικός

    Ο ήλιος από το παράθυρο του αυτοκινήτου χαϊδεύει τρυφερά το πρόσωπο της. Τα χέρια της στο τιμόνι στο δρόμο και στο χρόνο τις γραμμές της να τραβά. Ιστορίες της ζωής της που περνούν σαν παράλληλες εικόνες από δίπλα της. Το χαμόγελο της παίζει, κρύβεται, χάνεται και ξανά από την αρχή. Τα μάτια της λουλούδια, πότε άγρια και πότε ήρεμα σαν την έρημο που στον άνεμο χορεύει. Γυρνώ κοιτώ προς τα δεξιά μου. Το τοπίο πλούσιο μελωδία που την καρδιά μου κάνει να αναπνέει. Δέντρα που λικνίζονται, δράκοι ροζ που με τα σύννεφα παίζουν κυνηγητό.

    Κοιτώ ξανά μπροστά. Η θάλασσα από μακριά, μας φωνάζει και τους δύο…

    Στην άμμο, παιδί που παίζει. Τρέχει, βιάζεται, τα πράγματα της βάζει, στη δική της τάξη. Τα ισιώνει, τα κοιτάει, τα αφήνει και στη θάλασσα τρέχει και τα πόδια της βουτά. Ένα λουλούδι που τον ήλιο κάνει να γελάσει.

    Τρέχω μαζί της, με τους αφρούς χορεύουμε, σώματα που μουσκεύουν, συνειδήσεις που στο ανέμελο πίνουν, πίνουν και μεθούν. Πέφτει, γονατίζει και το νερό στα χέρια της μαζεύει. Στο κεφάλι της αφήνει. Σταγόνες που στο πρόσωπο της κυλούν. Αλμυρά πετράδια που να γευτώ θέλω. Γονατίζω δίπλα της και τις παλάμες στο μάγουλα της βάζω…

    Με τα μάτια της γαλήνης στη ψυχή μου τραγούδια χαρίζει. Ο ήλιος τις σκληρές ακτίνες απομακρύνει, ο κόσμος ολάκερος γύρω μας παγώνει. Στρατιωτάκια ακούνητα, αμίλητα, αγάλματα που αδιάφορα μ’ αφήνουν. Το κεφάλι της κοντά στο δικό μου φέρνω. Τα χείλια μου, απαλά αγγίζουν τα δικά της. Μία στιγμή, αιώνα να κρατήσει. Ανάμεσα στα δικά μου χείλη, τα δικά της τρυφερά πιέζω. Κύματα που γεννιούνται και μιλούν με αγάπη. Με τα δόντια τρυφερά δαγκώνω.

    Στάζουν αλμύρα, πιο δυνατά, ζεσταίνονται. Τα σώματα μας τρέμουν, όχι δεν είναι από το κρύο, είναι της αντάρας η γλυκιά φωτιά. Μία φλόγα που με παίρνει και με τη βία κρατιέμαι. Την στιγμή μη σβήσω. Τα χέρια μου στο κεφάλι της πιέζω και βαθιά τη γλώσσα μου βυθίζω.

    Σ’ ένα βυθό γαλάζιο, στη ψυχή να ψάξω, για κοχύλια και λουλούδια του νερού. Το κύμα δυναμώνει. Τα ρούχα μας παίρνει και τα πάει μακριά. Δε μας νοιάζει. Γυμνοί στην άμμο βουτάμε. Το σώμα της από κάτω και το δικό μου από πάνω. Τα χείλια και οι γλώσσες μας δεμένες με δεσμά αλώβητα. Ενωμένα ακόμα είναι και όταν μέσα της μπαίνω. Το βογκητό της στο στόμα μου, άχυρα και ξύλα για τη φωτιά που ανάβει…

    Με τα πόδια και τα χέρια μία μεγάλη αγκαλιά. Με σπρώχνει ακόμη πιο βαθιά, μέσα μένω, σώματα ενωμένα, φωνές των δύο, που σαν ένα χορεύουν. Στο στόμα της βυθίζομαι και στον κόλπο της βαθιά, αφροί γεννιούνται. Με δύναμη την παίρνω και σε χαοτικό χορό τα σώματα μας θέλουν και με ταχύτητα στην κορφή του κόσμου με χαρά και πάθος ψηλά τη σημαία τους καρφώνουν.

    Η γη ξανά γυρίζει με ταχύτητα, αλλά εμείς πιο γρήγορα καλπάζουμε. Άλογα που τον έρωτα από την αρχή ορίζουν. Οι φωνές της, νύμφες που με οδηγούν…

    Που μας οδηγούν…

    Σε μία κορύφωση, σ’ ένα οργασμό..

    Το κορίτσι κλαίει και εγώ στην αγκαλιά μου, σφιχτά κρατώ.

    Δίπλα μου βαθιά κοιμάται, με τις αμαρτίες φορεμένες ως πλούσιες καμπύλες να με καλούν να τις ληστέψω…

    Το χέρι μου απλώνω και στη σχισμή το δάχτυλο τρυφερά απλώνω. Λίγο την αγγίζω, να το νιώθει στο όνειρο της άραγε; Το δάχτυλο μου ανεβαίνει, στο γοφό της γραμμή βαθιά αφήνει με το αλέτρι του, σε χώρο τρυφερό. Στο ύπνο της, τα χείλια της ανοίγει και με φωνή μικρή ανάσα βγαίνει. Το χέρι μου στη μέση, στη ράχη, στο ώμο, στο στήθος, στο λαιμό, άλογα καλπάζει. Βογκάει και τα μάτια ανοίγει. Θολά, οι κουρτίνες την εικόνα κρύβουν από τις κόρες…

    Κίνηση του ξάφνου, το πόδι από πάνω της περνώ και ανάσκελα πρόσωπο με πρόσωπο, καβαλάρης γω και άλογο η αυτή. Τρομαγμένη, τις κουρτίνες από τα μάτια αφαιρεί, τα μαλλιά της δάσος στην καταιγίδα, στα χείλια, τέρατα μακριά κρατείστε μας από τούτο το καλό…

    Φιλί βαθύ τις δίνω και την φωτιά που ανάβει, εγώ με το στόμα μου να προσπαθώ να σβήσω.

    Αντιστέκεται, δεν θέλει, θέλει και αφήνεται, τα πόδια της ανοίγει, όπως καλά της έχω μάθει και τα χέρια της στα δικά μου, τα δάχτυλα της δένει.

    Μέσα της βαθιά μπαίνω, ερεθισμένος είμαι, το άκαμπτο, υγρό το κόλπο που ζητά. Οι φωνές της, κλώνοι της που κρυφτό μαζί μου παίζουν. Να εδώ, όχι εκεί τις βρίσκω.

    Δυναμώνουν και γοργά με τη βία την γαμάω…

    Το κρεσέντο τραγούδι μυθικό. Αυτή κι εγώ σε βουνό μαζί ανεβαίνουμε, την απίστευτη θέα για να βρούμε, αλλά ξάφνου…

    Σταματώ. Τα μάτια της γουρλώνει, τα χείλια σφίγγει, τα άγρια της τα φορά και με τα πόδια με σπρώχνει να συνέ και χύσω. Χαστούκι δυνατό και τα λουλούδια τα παλά το κορμό λικνίζουν. Η σκύλα, την υποχώρηση δεν έμαθε ποτέ και με πείσμα…

    Δεύτερο χαστούκι, πιο δυνατό ακόμα και πεταλούδες βλέπει, γαλάζιες, πράσινες, κόκκινες στο μετάξι να πετούν και…

    -Σταμάτα της λέω. Τις πεταλούδες της αφήνει και στα μάτια της με κοιτά. Σηκώνομαι…

    -Το κοντό σου φόρεμα, θέλω να φορέσεις, δίχως εσώρουχα και στη νύχτα να με ακολουθήσεις.

    Το κεφάλι της, κουνά, μία, δύο, τρεις φορές και υπακούει…

    Η ώρα είναι 4 και 13 το πρωί…

    Η νύχτα μόνη, μαλάκια από τη γη τραβά, την υγρασία στο γρασίδι της απλώνει…

    Στα ίχνη που αφήνω, κρυμμένα τα δικά σου. Λύκοι που τη λεία τους στο φως της ημισελήνου ψάχνουν.

    Ποτάμια από στεγνό τσιμέντο, σκυλόψαρα με ρόδες, νησίδες με της γκρίζας της απόχρωσης του καυσαερίου άνθη. Στα 400 και 13 ακόμα μέτρα, μία σχεδία που τα ποτάμια από απάνω καβαλά. Δύο τα μικρά της άκρα, στο ένα από αυτά με δύναμη πάνω τους σε σπρώχνω…

    …το στόμα σου ανοίγεις και μέσα το λόγο μου βυθίζω. Οι γλώσσες μας θηρία που παλεύουν, ποιανού το νήμα το άλλο να πατήσει;

    Τα χέρια μου στο λαιμό σου κολάρο, τα χείλη δαγκώνω δυνατά, αίμα να ξεφύγει από τη σάρκα στο στήθος σου να στάξει.

    Βογκάς.

    Φωνάζω…

    Ξυπνώ.

    Καιρό τον ένα και φορά τη μία.