Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΤΙΜΩΡΙΑ

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 8 Ιανουαρίου 2026 at 01:39.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Μου ζήτησε να βγάλω τα ρούχα μου και παρόλο που δεν ήταν κάτι που δεν περίμενα, ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό. Το ήθελα τόσο πολύ και το παρακαλούσα για μέρες, όμως τώρα που η στιγμή είχε φτάσει, ένιωθα μια παράξενη άρνηση μέσα μου. Δεν ήταν ότι δεν ήξερα τη θέση μου ή ότι με ξάφνιαζε αυτό που θα συνέβαινε. Το αντίθετο μάλιστα. Φοβόμουν γιατί γνώριζα πολύ καλά τι θα ακολουθήσει. Τα λάθη μου μπορεί να φαίνονταν ασήμαντα στα μάτια οποιουδήποτε άλλου, όμως για εκείνον είχαν τεράστια σημασία και ήταν ικανά να αλλάξουν τα πάντα. Ζήτησα συγγνώμη ξανά και ξανά, έκλαψα και ικέτεψα για λίγη ελεημοσύνη, αλλά εκείνος παρέμενε ξεκάθαρος και αμετακίνητος όπως πάντα. Ήταν απόλυτα ειλικρινής στη στάση του.

    Δεν ένιωθα απλώς μια σκληρότητα από μέρους του, ένιωθα την ίδια του την αλήθεια και τον τρόπο που είχε επιλέξει για να με κατέχει και να με εκπαιδεύει. Το ήξερα βαθιά μέσα μου, όμως συνέχιζα να ικετεύω γιατί φοβόμουν πως αυτή τη φορά δεν θα είχα τις αντοχές να το αντιμετωπίσω. Δεν με φόβιζε ο σωματικός πόνος, αλλά η απόλυτη απουσία του. Αυτή ήταν η πραγματική τιμωρία και η πρώτη συνέπεια των πράξεών μου. Ακολούθησαν δύο μήνες μιας σιωπής που έμοιαζε νεκρική. Γυρνούσε στο σπίτι και δεν μου απηύθυνε τον λόγο, ούτε καν με κοίταζε στα μάτια. Εγώ συνέχιζα να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, έπλενα, καθάριζα και μαγείρευα, όμως για εκείνον ήμουν πια αόρατος. Δεν υπήρχαν πια χτυπήματα, δεν υπήρχε επαφή, με είχε περιορίσει στον ρόλο ενός απλού οικιακού βοηθού. Αν χρειαζόταν το οτιδήποτε, μου άφηνε απλώς μικρά σημειώματα με ελάχιστες λέξεις, όπως παστίτσιο ή πλύνε το αμάξι.

    Αυτοί οι δύο μήνες ήταν ακραίοι για μένα. Έκλαιγα ασταμάτητα ακόμα και μπροστά του, αδυνάτισα πολύ και ένιωθα να μαραζώνω μέρα με τη μέρα. Εκείνη τη μέρα ήταν τα γενέθλιά του και μου έστειλε ένα μήνυμα να πάω στο γραφείο του. Η απόσταση ήταν μία ώρα με τα πόδια και αφού δεν είχα χρήματα ούτε άδεια για να πάρω το λεωφορείο, ξεκίνησα να περπατάω. Όταν έφτασα, οι υπόλοιποι είχαν ήδη φύγει. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα μέσα. Τότε άκουσα τη φωνή του για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό.

    Με διέταξε να γδυθώ με έναν τρόπο απότομο και σκληρό. Καθώς έβγαζα τα ρούχα μου, ένιωσα πιο γυμνός από ποτέ, παρόλο που ήμουν μόνιμα δικός του τα τελευταία δύο χρόνια. Ήρθε κοντά μου και μου είπε πως τον απογοήτευσα. Κοίταζα το πάτωμα με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά μου και ευχόμουν να άνοιγε η γη να με καταπιεί για να γλιτώσω από αυτή την ντροπή. Άδειασε το γραφείο του και μου ζήτησε να ξαπλώσω μπρούμυτα πάνω του. Το έκανα περιμένοντας πως ίσως με μαστίγωνε, αλλά αντί γι αυτό, με άφησε εκεί απλώς να με κοιτάζει. Όσο περνούσε η ώρα, η ντροπή μου μεγάλωνε και γινόταν ανυπόφορη. Τελικά με ρώτησε αν πιστεύω πως μου αξίζει να με συγχωρέσει και οι λέξεις του με έκαναν να χάσω τελείως τη γη κάτω από τα πόδια μου.

    Η ερώτησή του έμεινε να αιωρείται στον αέρα, βαριά και αμείλικτη, ενώ εγώ έσφιγγα τις γροθιές μου πάνω στην ψυχρή επιφάνεια του ξύλου. Δεν περίμενε απάντηση, το ήξερα. Η απάντηση θα δινόταν μέσα από το σώμα μου. Ένιωσα την παρουσία του να μετακινείται πίσω μου και ο ήχος από τη δερμάτινη ζώνη του που βγήκε από τις θηλιές ακούστηκε σαν απειλή μέσα στην απόλυτη ησυχία του γραφείου. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που την ένιωθα στον λαιμό μου.

    Το πρώτο χτύπημα ήρθε ξαφνικά και ήταν τόσο δυνατό που μου έκοψε την ανάσα. Δεν ήταν ο πόνος που με σόκαρε περισσότερο, αλλά η ορμή με την οποία έσπασε η δίμηνη σιωπή μας. Το δέρμα μου άναψε αμέσως και ένα ουρλιαχτό πνίγηκε στο μαξιλάρι των χεριών μου. Πριν προλάβω να πάρω ανάσα, ακολούθησε το δεύτερο και μετά το τρίτο. Κάθε χτύπημα ήταν μετρημένο, στοχευμένο, μια προσπάθεια να χαράξει πάνω μου όλη την απογοήτευση που του είχα προκαλέσει. Το σώμα μου τινζόταν σε κάθε επαφή, οι μύες μου συσπώνταν ακούσια και ο ιδρώτας άρχισε να κυλάει ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου.

    Δεν σταμάτησε. Συνέχισε με έναν ρυθμό που με ανάγκαζε να μετράω την κάθε στιγμή, να νιώθω την κάψα να εξαπλώνεται και να γίνεται ένα βαθύ, παλλόμενο κύμα. Ένιωθα τα οπίσθιά μου και τους μηρούς μου να φλέγονται, ενώ τα δάκρυα πλέον έτρεχαν ασταμάτητα, βρέχοντας το γραφείο του. Όσο κι αν πονούσα, υπήρχε κάτι λυτρωτικό σε αυτό. Με κάθε χτύπημα ένιωθα πως ο τοίχος που είχε χτίσει ανάμεσά μας αυτούς τους δύο μήνες άρχιζε να γκρεμίζεται. Προτιμούσα χίλιες φορές αυτόν τον οξύ πόνο από την παγερή του αδιαφορία.

    Όταν τελικά σταμάτησε, η ησυχία που ακολούθησε ήταν σχεδόν εκκωφαντική. Άκουγα μόνο τη βαριά του ανάσα πίσω από την πλάτη μου. Ένιωθα το δέρμα μου να σφύζει, ζεστό και πρησμένο, και κάθε μικρή κίνηση ήταν ένα μαρτύριο. Δεν απομακρύνθηκε αμέσως. Έβαλε το χέρι του πάνω στο ταλαιπωρημένο μου σώμα και η επαφή του, αν και σταθερή, ένιωσα να με ηλεκτρίζει. Ήταν η πρώτη φορά που με άγγιζε μετά από τόσο καιρό και αυτό το άγγιγμα, πάνω στην πληγή, ήταν η δική του μορφή ελέους.

    Μου ζήτησε να σηκωθώ και να τον κοιτάξω στα μάτια, ενώ το σώμα μου έτρεμε από την ένταση και την εξάντληση. Η τιμωρία είχε τελειώσει, αλλά το σημάδι της θα έμενε πάνω μου για μέρες, θυμίζοντάς μου σε ποιον ανήκω και ποιο ήταν το τίμημα για να κερδίσω ξανά τη θέση μου δίπλα του.

    Η δερμάτινη ζώνη έδωσε τη θέση της σε κάτι πολύ πιο απειλητικό. Τον άκουσα να ανοίγει το συρτάρι του και το σφύριγμα της βίτσας στον αέρα με έκανε να σφιχτώ ενστικτωδώς. Αν η ζώνη ήταν ένας τρόπος να ξεσπάσει η οργή του, η βίτσα ήταν η χειρουργική λεπτομέρεια της τιμωρίας μου. Ήταν το εργαλείο που θα δοκίμαζε τις αντοχές μου μέχρι το τέλος.

    Το πρώτο χτύπημα ήταν σαν μια λεπτή γραμμή φωτιάς που χαράχτηκε στο δέρμα μου. Ήταν ένας πόνος οξύς, που διείσδυσε βαθιά και με έκανε να βγάλω μια πνιχτή κραυγή. Δεν υπήρχε πια η προστασία της μούδιασης. Κάθε χτύπημα που ακολουθούσε έβρισκε τα προηγούμενα σημάδια, δημιουργώντας ένα πλέγμα από κάψα που με έκανε να σπαρταράω πάνω στο ξύλο του γραφείου. Η βίτσα λύγιζε και τύλιγε το σώμα μου, φτάνοντας σε σημεία που η ζώνη δεν μπορούσε να αγγίξει.

    «Μίλα μου» με διέταξε με μια φωνή που δεν άφηνε περιθώρια. «Πες μου τι σου αξίζει».

    Μεταξύ των χτυπημάτων, προσπαθούσα να βρω την ανάσα μου. Οι λέξεις έβγαιναν σπασμένες από τους λυγμούς. Του είπα πως μου αξίζει η απόλυτη υποταγή, πως μου αξίζει να πονάω για να καταλάβω το μέγεθος της απογοήτευσης που του πρόσφερα. Εκείνος όμως δεν σταματούσε. Ήθελε να φτάσω στο όριο, εκεί που ο εγωισμός εξαφανίζεται τελείως και μένει μόνο η ανάγκη για τη δική του παρουσία.

    Η βίτσα συνέχισε να πέφτει ρυθμικά, ασταμάτητα. Ένιωθα το σώμα μου να παραδίδεται, να μην μπορεί πια να αντισταθεί στην ένταση. Οι αντοχές μου είχαν στερέψει και το μόνο που ήθελα ήταν να σταματήσει αυτός ο κύκλος της σιωπής και του πόνου. Έπεσα στα γόνατα δίπλα από το γραφείο, γυμνός και τσακισμένος, αγκαλιάζοντας τα πόδια του. Ικέτευσα όχι για να σταματήσει ο πόνος, αλλά για να με δει ξανά ως δικό του άνθρωπο.

    «Σε παρακαλώ» ψιθύρισα ανάμεσα στα δάκρυα, «κάνε με ξανά δικό σου, δεν αντέχω άλλο να είμαι τίποτα για σένα».

    Τότε, η βίτσα ακούμπησε απαλά στον ώμο μου αντί να με χτυπήσει. Ένιωσα το χέρι του να μπλέκεται στα μαλλιά μου και να με αναγκάζει να σηκώσω το κεφάλι. Το βλέμμα του είχε αλλάξει. Η παγερή σκληρότητα είχε δώσει τη θέση της σε μια σκοτεινή ικανοποίηση, σε μια αποδοχή.

    «Τώρα είσαι εδώ» είπε χαμηλόφωνα.

    Η συγχώρεση δεν ήρθε με λόγια αγάπης, αλλά με την επιστροφή της κυριαρχίας του πάνω μου. Με τράβηξε κοντά του και με κράτησε σφιχτά, ενώ το σώμα μου έτρεμε ακόμα από την υπερένταση. Σε εκείνη την αγκαλιά, παρά τις πληγές που έτσουζαν, ένιωσα για πρώτη φορά μετά από δύο μήνες πως είχα επιστρέψει στο σπίτι μου.

    Η επιστροφή στο σπίτι δεν έμοιαζε με καμία άλλη. Παρόλο που το κορμί μου φλεγόταν και κάθε κίνηση στο κάθισμα του αυτοκινήτου μου προκαλούσε έναν οξύ πόνο, μέσα μου ένιωθα μια παράξενη γαλήνη. Η σιωπή που μας τύλιγε τώρα δεν ήταν πια νεκρική· ήταν γεμάτη από την παρουσία του. Με είχε ξαναδεί, με είχε αγγίξει, με είχε τιμωρήσει. Υπήρχα ξανά για εκείνον.

    Μόλις μπήκαμε στο σπίτι, η ατμόσφαιρα είχε ήδη αλλάξει. Τα σημειώματα πάνω στον πάγκο της κουζίνας έμοιαζαν πια με μακρινές αναμνήσεις ενός εφιάλτη που είχε τελειώσει. Με οδήγησε στο υπνοδωμάτιο και με έβαλε να καθίσω στην άκρη του κρεβατιού. Άρχισε να περιποιείται τις πληγές μου με κινήσεις αργές και προσεκτικές, μια αντίθεση που πάντα με συγκλόνιζε: τα ίδια χέρια που πριν λίγο με χτυπούσαν με τόση αυστηρότητα, τώρα με φρόντιζαν με μια σχεδόν ιερή ηρεμία.

    Μέσα στην ανακούφιση της στιγμής, ένιωσα μια οικειότητα που με έκανε να ξεχαστώ. «Σε ευχαριστώ που με συγχώρεσες» του είπα χαμηλόφωνα, κοιτάζοντάς τον στα μάτια με ευγνωμοσύνη. «Δεν θα σε απογοητεύσω ξανά, το υπόσχομαι».

    Το χέρι του, που εκείνη τη στιγμή άπλωνε την καταπραϋντική κρέμα, σταμάτησε απότομα. Ένιωσα την πίεση των δακτύλων του να αυξάνεται πάνω στο δέρμα μου και το βλέμμα του έγινε πάλι αιχμηρό, σαν να χαράζει την απόσταση ανάμεσά μας.

    «Μάλλον ξέχασες πολύ γρήγορα το μάθημά σου» είπε με μια φωνή που έκανε την καρδιά μου να παγώσει. «Θα σου το υπενθυμίσω λοιπόν για να μην υπάρξει επόμενη φορά. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που σου επέτρεψα να μου απευθυνθείς στον ενικό. Η συγχώρεση δεν σημαίνει ισότητα. Σημαίνει ότι επιστρέφεις στη θέση σου, κάτω από τους δικούς μου όρους».

    Η ντροπή με πλημμύρισε ξανά, πιο βαθιά από πριν. Κατάλαβα αμέσως το σφάλμα μου. Η οικειότητα που ένιωθα ήταν μια ψευδαίσθηση που μόλις είχε γκρεμιστεί.

    «Ζητώ συγγνώμη, Κύριε» ψιθύρισα, χαμηλώνοντας το κεφάλι μέχρι το πηγούνι μου να ακουμπήσει στο στήθος μου. «Δεν θα επαναληφθεί».

    «Το ξέρω ότι δεν θα επαναληφθεί» απάντησε εκείνος, συνεχίζοντας τη φροντίδα του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, αφήνοντας όμως την προειδοποίηση να αιωρείται στο δωμάτιο σαν αόρατο δεσμωτήριο. Η θέση μου είχε αποκατασταθεί, αλλά τα όρια είχαν χαραχτεί πιο βαθιά από τις πληγές στην πλάτη μου.

    Η πειθαρχία επέστρεψε πριν ακόμα στεγνώσει η κρέμα πάνω στις πληγές μου. Το υπόλοιπο βράδυ δεν είχε καμία σχέση με τη χαλάρωση που θα περίμενε κανείς μετά από μια συμφιλίωση. Για εκείνον, η συγχώρεση ήταν η αρχή μιας νέας, πιο σφιχτής περιόδου ελέγχου. Με διέταξε να μείνω γονατιστός στο χαλί δίπλα από το κρεβάτι του, απαγορεύοντάς μου να ξαπλώσω μαζί του. Το σώμα μου έτρεμε από την κούραση και τον πόνο, αλλά η εντολή του ήταν σαφής: έπρεπε να παραμείνω σε εγρήγορση, έτοιμος να τον υπηρετήσω αν ξυπνούσε μέσα στη νύχτα.

    Κάθε φορά που τα βλέφαρά μου βάραιναν, η φωνή του ακουγόταν μέσα στο σκοτάδι, ψυχρή και απόλυτη, υπενθυμίζοντάς μου πως η παρουσία μου εκεί ήταν προνόμιο και όχι δικαίωμα. Δεν υπήρχαν πια χάδια, ούτε τρυφερά λόγια. Υπήρχε μόνο η ιεραρχία που είχε αποκατασταθεί με τόσο βίαιο τρόπο στο γραφείο του.

    Το πρωί με βρήκε στην ίδια θέση, με τους μύες μου πιασμένους και το δέρμα μου να τραβάει. Καθώς στάθηκα μπροστά του, τρέμοντας από την αγωνία και την κούραση της ορθοστασίας όλη νύχτα, εκείνος δεν έδειξε κανένα έλεος για την κατάστασή μου. Πριν καν προλάβει να πιάσει το πόμολο της πόρτας για να φύγει, κοντοστάθηκε. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για μια στιγμή στον χώρο και μετά καρφώθηκε πάνω μου, ψυχρό και υπολογιστικό.

    «Νόμιζες ότι η χθεσινή συγχώρεση σήμαινε πως σήμερα θα ξεκινήσουμε με καθαρό μέτωπο;» ρώτησε, και η φωνή του ήταν σαν λεπίδα που έσκιζε την πρωινή ησυχία.

    Χωρίς να περιμένει απάντηση, πήρε τη βίτσα που είχε αφήσει πάνω στο κομοδίνο. Με ένα νεύμα του κεφαλιού του, με διέταξε να στηριχτώ στον τοίχο, με τα χέρια ψηλά. Το σώμα μου διαμαρτυρήθηκε, οι πληγές της προηγούμενης νύχτας άναψαν ξανά στην ιδέα και μόνο της επαφής, αλλά η υπακοή μου ήταν πλέον τυφλή.

    Το πρώτο χτύπημα ήρθε απροειδοποίητα. Ήταν μια ξερή, κοφτερή βολή που με βρήκε ακριβώς πάνω στα σημάδια του γραφείου. Ο πόνος ήταν τόσο οξύς που είδα λευκό μπροστά στα μάτια μου, αλλά εκείνος δεν σταμάτησε. Ακολούθησαν άλλα τρία, μετρημένα, σκληρά, σαν να ήθελε να σφραγίσει τη μνήμη μου πριν την αναχώρησή του. Το δέρμα μου άνοιξε σε νέα σημεία και η ανάσα μου βγήκε σαν πνιχτό ουρλιαχτό που αντήχησε στους άδειους τοίχους.

    «Αυτό είναι για να θυμάσαι όλη μέρα τη θέση σου όσο θα λείπω» είπε, ενώ η ανάσα του ήταν πλέον κοντά στο αυτί μου, βαριά και απόλυτη. «Κάθε φορά που θα κάθεσαι, κάθε φορά που θα κινείσαι, θα νιώθεις το βάρος της εξουσίας μου πάνω σου. Δεν είσαι τίποτα παραπάνω από ένα κτήμα μου που χρειάζεται διαρκή υπενθύμιση».

    Πέταξε τη βίτσα στο πάτωμα με μια κίνηση γεμάτη περιφρόνηση. Με άφησε εκεί, να σπαρταράω από τον πόνο, με το μέτωπο ακουμπισμένο στον κρύο τοίχο και τα δάκρυα να κυλούν ασταμάτητα. Χωρίς άλλη κουβέντα, άνοιξε την πόρτα και βγήκε, κλείνοντάς την με έναν ήχο που ακούστηκε σαν οριστικό κλείδωμα της ελευθερίας μου. Έμεινα μόνος μέσα στη σιωπή, φέροντας πάνω μου τη νωπή, αιματηρή υπογραφή της κυριαρχίας του, γνωρίζοντας πως πλέον δεν υπήρχε επιστροφή.