1. Λόγω τεχνικού προβλήματος το forum ήτανε κάτω για κάποιες μέρες. Το προβλημα εχει λυθει και ολα λειτουργούν σωστα.
    Απόκρυψη ανακοίνωσης
Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Η Φυσική σου Θέση

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 13 Φεβρουαρίου 2026 at 00:06.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Η σιωπή στο σαλόνι ήταν βαριά, σχεδόν αποπνικτική. Ο Μάριος καθόταν στην άκρη του δερμάτινου καναπέ, με τα χέρια του σφιχτά ενωμένα ανάμεσα στα γόνατά του. Περίμενε τον Κώστα, τον κολλητό του, που είχε αργήσει στο ραντεβού τους, αλλά τώρα, καθώς άκουγε τα τακούνια να χτυπούν ρυθμικά στο μωσαϊκό του διαδρόμου, ευχόταν να μην είχε έρθει ποτέ.

    Η Κυρία Αλεξία μπήκε στο δωμάτιο. Δεν ήταν απλώς η μητέρα του φίλου του. Ήταν μια γυναίκα που πάντα απέπνεε μια παγερή, αδιαπέραστη εξουσία. Στα 50 της, διατηρούσε μια αυστηρή ομορφιά που φαινόταν να μην αγγίζεται από τον χρόνο. Φορούσε ένα αυστηρό ταγέρ και το βλέμμα της, όταν έπεσε πάνω στον Μάριο, δεν είχε ίχνος μητρικής ζεστασιάς. Ήταν το βλέμμα ενός αρπακτικού που ζυγίζει το θήραμα.

    «Ακόμα εδώ είσαι, Μάριε;» ρώτησε, με φωνή που έμοιαζε περισσότερο με διαπίστωση παρά με ερώτηση. Δεν περίμενε απάντηση. Περπάτησε προς το μέρος του και στάθηκε από πάνω του. Ο Μάριος ένιωσε την ανάγκη να μικρύνει, να εξαφανιστεί.

    «Ναι... Κυρία Αλεξία. Ο Κώστας...» τραύλισε.

    «Ο Κώστας δεν θα έρθει σύντομα», τον διέκοψε κοφτά. «Και εσύ φαίνεσαι πολύ ανήσυχος για κάποιον που απλώς περιμένει έναν φίλο».

    Τα μάτια της καρφώθηκαν στα χέρια του που έτρεμαν ελαφρά. Ένα αχνό, σχεδόν περιφρονητικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Ήξερε. Ο Μάριος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Πάντα ένιωθε ότι εκείνη έβλεπε πίσω από την κοινωνική του μάσκα, ότι διέκρινε την αδυναμία του, την έμφυτη ανάγκη του να υπακούει.

    «Σήκω», διέταξε χαμηλόφωνα.

    Ο Μάριος σηκώθηκε μηχανικά, σαν μαριονέτα.

    «Κοίταξέ με».

    Τόλμησε να υψώσει το βλέμμα του. Στα μάτια της Κυρίας Αλεξίας είδε την απόλυτη κυριαρχία. Δεν υπήρχε πια η «μαμά του φίλου». Υπήρχε μόνο η Αφέντρα.

    «Πάντα σε παρατηρούσα, Μάριε», είπε αργά, κάνοντας ένα βήμα προς το μέρος του, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα πίσω. «Πάντα έβλεπα πώς κοιτάζεις το πάτωμα όταν σου μιλάω. Πώς τρέμεις όταν ανεβάζω τον τόνο της φωνής μου. Δεν είσαι φτιαγμένος για να είσαι άντρας, έτσι δεν είναι; Είσαι φτιαγμένος για να υπηρετείς».

    Ο Μάριος άνοιξε το στόμα του να μιλήσει, αλλά δεν βγήκε λέξη. Η αλήθεια τον χτύπησε σαν χαστούκι.

    «Τα παπούτσια μου», είπε εκείνη ξαφνικά, δείχνοντας τις γόβες της. «Με ενοχλούν. Βγάλ' τες».

    Ήταν η στιγμή της απόφασης. Ο Μάριος κοίταξε τις γόβες, μετά το πρόσωπό της, και ένιωσε εκείνη τη γνωστή φλόγα της υποταγής να τον καίει. Χωρίς να πει λέξη, γονάτισε. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς άγγιξε τον αστράγαλό της. Το δέρμα της ήταν απαλό, αλλά η παρουσία της από πάνω του ήταν βαριά σαν σίδερο. Αφαίρεσε την πρώτη γόβα με προσοχή, σχεδόν με ευλάβεια, και την άφησε στο πλάι. Μετά τη δεύτερη.

    Έμεινε γονατιστός, κοιτάζοντας τα πόδια της, ανίκανος να σηκωθεί.

    «Εκεί», ακούστηκε η φωνή της από ψηλά. «Αυτή είναι η φυσική σου θέση. Στα πόδια μου. Όχι στον καναπέ μου».

    Η Κυρία Αλεξία ακούμπησε το πόδι της στον ώμο του και τον πίεσε προς τα κάτω. Ο Μάριος έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε στην πίεση.

    «Από σήμερα, Μάριε, ξεχνάς τον Κώστα. Ξεχνάς ποιος ήσουν όταν μπήκες σε αυτό το σπίτι. Τώρα ανήκεις στην Κυρία Αλεξία. Και έχω πολλές δουλειές που χρειάζονται ένα υπάκουο, σιωπηλό εργαλείο».

    Έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί του, με μια φωνή που του πάγωσε και του πυρπόλησε το αίμα ταυτόχρονα:

    «Και το πρώτο πράγμα που θα μάθεις, είναι ότι δεν μιλάς αν δεν σου δώσω την άδεια. Και δεν τελειώνεις, αν δεν στο επιτρέψω εγώ. Κατάλαβες, σκλάβε;»

    «Ναι, Κυρία μου», ψιθύρισε ο Μάριος, νιώθοντας για πρώτη φορά μετά από καιρό, ότι βρισκόταν ακριβώς εκεί που έπρεπε να είναι. Στο έλεος της.
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Η απάντησή του χάθηκε σχεδόν στον αέρα. Ανεπαρκής.

    Η Κυρία Αλεξία δεν κουνήθηκε. «Δεν σε άκουσα», είπε παγερά. Το χέρι της άφησε τον ώμο του και χώθηκε ξαφνικά στα μαλλιά του, τραβώντας το κεφάλι του προς τα πίσω βίαια, αναγκάζοντάς τον να κοιτάξει το ταβάνι, εκθέτοντας τον λαιμό του.

    «ΕΙΠΑ, ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ, ΣΚΛΑΒΕ;» Η φωνή της δεν ήταν φωνή, ήταν μαστίγιο.

    «ΝΑΙ, ΚΥΡΙΑ ΜΟΥ! Κατάλαβα!» φώναξε ο Μάριος, με τη φωνή του να σπάει από τον φόβο και μια παράξενη, σκοτεινή ανακούφιση.

    «Καλύτερα». Τον άφησε απότομα και το κεφάλι του έπεσε ξανά μπροστά. «Αλλά τα λόγια είναι εύκολα. Χρειάζομαι αποδείξεις».

    Το γυμνό της πόδι μετακινήθηκε από το πάτωμα και ακούμπησε στο στέρνο του. Τα δάχτυλά της, με το άψογο πεντικιούρ, πίεσαν το ύφασμα του πουκαμίσου του, νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή από κάτω.

    «Αυτά τα ρούχα», είπε με αποστροφή, κοιτάζοντας το τζιν και το καλοσιδερωμένο πουκάμισο που φορούσε για να βγει με τον φίλο του. «Είναι ρούχα ανθρώπου. Ρούχα κάποιου που έχει άποψη και κοινωνική ζωή. Εσύ δεν είσαι πια άνθρωπος. Είσαι σκεύος. Και τα σκεύη δεν φοράνε ρούχα μέσα στο σπίτι μου, εκτός αν εγώ το διατάξω».

    Απομάκρυνε το πόδι της και έκανε ένα βήμα πίσω, σταυρώνοντας τα χέρια κάτω από το στήθος της.

    «Γδύσου».

    Ο Μάριος πάγωσε. Το μυαλό του, ακόμα θολωμένο από την ξαφνική αλλαγή της πραγματικότητας, πήγε ενστικτωδώς στην εξώπορτα.

    «Μα... Κυρία μου... εδώ στο σαλόνι; Ο Κώστας μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμ...»

    Το χαστούκι ήρθε γρήγορα, κοφτό και καυτερό στο μάγουλό του. Δεν ήταν πολύ δυνατό, αλλά ήταν αρκετό για να του κόψει την ανάσα και να του γυρίσει το πρόσωπο. Η παλάμη της Κυρίας Αλεξίας έκαιγε πάνω στο δέρμα του.

    «Ποιος σου έδωσε την άδεια να σκέφτεσαι; Ποιος σου έδωσε την άδεια να μιλάς για τον γιο μου;» Η φωνή της ήταν επικίνδυνα ήρεμη τώρα. «Όταν είσαι μαζί μου, ο έξω κόσμος παύει να υπάρχει. Δεν υπάρχει Κώστας, δεν υπάρχει ντροπή, δεν υπάρχει τίποτα πέρα από τη φωνή μου. Τώρα, γδύσου. Όλα. Έχεις δέκα δευτερόλεπτα πριν αποφασίσω ότι χρειάζεσαι πραγματικό πόνο για να μάθεις».

    Ο Μάριος δεν χρειάστηκε δεύτερη προειδοποίηση. Με τρεμάμενα χέρια, άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό του, σκίζοντας σχεδόν ένα κουμπί στη βιασύνη του. Πέταξε το πουκάμισο στο πάτωμα, μετά τη ζώνη, το τζιν. Έμεινε με το μποξεράκι του, ανασαίνοντας βαριά, γονατιστός ανάμεσα στα πεταμένα ρούχα του.

    «Όλα, είπα», ακούστηκε η φωνή της από πάνω του, αμείλικτη.

    Ο Μάριος κατέβασε το εσώρουχό του. Η απόλυτη γύμνια του μέσα στο σαλόνι της μητέρας του φίλου του ήταν η πιο τρομακτική και ταυτόχρονα η πιο διεγερτική στιγμή της ζωής του. Ένιωθε εκτεθειμένος, μικρός, ασήμαντος. Ένιωθε επιτέλους ο εαυτός του.

    Η Κυρία Αλεξία τον περπάτησε γύρω γύρω, επιθεωρώντας τον σαν να αγόραζε ζώο. Το βλέμμα της στάθηκε για λίγο στην στύση που άρχισε να σχηματίζεται παρά τον φόβο του – ή ίσως εξαιτίας αυτού.

    «Αηδιαστικό», σχολίασε ψυχρά. «Αυτό το πράγμα νομίζει ότι έχει δική του βούληση. Νομίζει ότι μπορεί να σκληραίνει όποτε θέλει, μπροστά μου».

    Εκείνη πλησίασε την ακριβή, δερμάτινη τσάντα της που βρισκόταν στο τραπεζάκι. Έβγαλε ένα μικρό, μαύρο βελούδινο πουγκί. Ο ήχος του μετάλλου που ακούστηκε από μέσα έκανε τον Μάριο να ανατριχιάσει προκαταβολικά.

    «Σου είπα ότι δεν θα τελειώνεις αν δεν το επιτρέψω εγώ», είπε η Κυρία Αλεξία, γυρίζοντας προς το μέρος του. Στο χέρι της κρατούσε μια μικρή, αστραφτερή μεταλλική συσκευή αγνότητας – ένα κλουβί τόσο μικρό που φάνταζε αδύνατον να τον χωρέσει.

    Τα μάτια του Μάριου γούρλωσαν. Το ήξερε. Το είχε προγραμματίσει.

    «Ήρθε η ώρα να το κάνουμε επίσημο, σκλάβε», είπε εκείνη με ένα σκληρό χαμόγελο θριάμβου. «Άνοιξε τα πόδια σου και ετοιμάσου να αποχαιρετήσεις τον ανδρισμό σου. Από σήμερα, ανήκει στην τσέπη μου».
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Μάριος υπάκουσε. Τα πόδια του άνοιξαν τρέμοντας, εκθέτοντας την τρωτότητά του στην κριτική της. Η ανάσα του ήταν κοφτή, ένας θόρυβος φόβου μέσα στη σιωπή του δωματίου.

    Η Κυρία Αλεξία γονάτισε ανάμεσα στα πόδια του, όχι με ερωτική διάθεση, αλλά με την κλινική ψυχρότητα ενός γιατρού ή ενός εκπαιδευτή ζώων. Κράτησε το μεταλλικό κλουβί στο ένα χέρι και με το άλλο άρπαξε τη στύση του. Το άγγιγμά της ήταν σκληρό, κτητικό.

    «Είναι σκληρό», παρατήρησε με δυσαρέσκεια. «Δεν χωράει έτσι. Πρέπει να μαλακώσει για να μπει στη νέα του θέση».

    Το χέρι της έσφιξε απότομα, προκαλώντας του πόνο αντί για ηδονή. Ο Μάριος έβγαλε ένα πνιγμένο επιφώνημα.

    «Μην τολμήσεις», τον προειδοποίησε χαμηλόφωνα. «Σκέψου πόσο τιποτένιος είσαι. Σκέψου ότι σε λίγο θα μπει ο γιος μου από την πόρτα και θα σε βρει γυμνό, κλειδωμένο σαν σκυλί στα πόδια της μάνας του».

    Η εικόνα αυτή, αντί να τον ηρεμήσει, έστειλε ένα νέο κύμα αίματος στη βουβωνική του χώρα, ένα μίγμα ντροπής και διεστραμμένης έξαψης. Η Κυρία Αλεξία γέλασε περιφρονητικά.

    «Ανεπίδεκτος μαθήσεως. Θα πονέσεις λοιπόν».

    Χωρίς άλλη προειδοποίηση, πίεσε τη βάση του κλουβιού πάνω του, εγκλωβίζοντας τους όρχεις και τον φαλλό του στη μέγγενη του μετάλλου. Ο Μάριος δάγκωσε τα χείλη του για να μην ουρλιάξει καθώς εκείνη έσπρωχνε τη σάρκα του μέσα στον στενό σωλήνα. Ήταν μια βίαιη είσοδος σε μια νέα πραγματικότητα. Με επιδέξιες κινήσεις, ασφάλισε τον δακτύλιο πίσω από το σακούλι του και κούμπωσε το λουκέτο.

    Κλικ.

    Ο ήχος ήταν ξερός, μεταλλικός, οριστικός. Η Κυρία Αλεξία σηκώθηκε και τον κοίταξε από ψηλά. Ο Μάριος ένιωθε το μέταλλο κρύο και βαρύ, να τον πνίγει, να του κόβει την ανάσα. Η στύση του τώρα πονούσε φρικτά, παγιδευμένη μέσα στο ατσάλι, ανήμπορη να εκτονωθεί, ανήμπορη να υποχωρήσει.

    «Τέλεια», ψιθύρισε εκείνη. Σήκωσε το μικροσκοπικό κλειδί στο ύψος των ματιών του, γυαλίζοντας στο φως του πολυελαίου. «Αυτό, Μάριε, είναι η ελευθερία σου. Και τώρα...»

    Το άφησε να γλιστρήσει αργά μέσα στο ντεκολτέ της, ανάμεσα στο στήθος της, σε ένα μέρος ζεστό και απρόσιτο.

    «...τώρα είναι δικό μου. Όπως κι εσύ».

    Ο Μάριος κοίταζε το σημείο που χάθηκε το κλειδί, μαγεμένος και τρομοκρατημένος.

    «Τώρα, σήκω», διέταξε.

    Ο Μάριος σηκώθηκε με δυσκολία, το κλουβί να τραβάει και να πιέζει σε κάθε κίνηση. Στεκόταν γυμνός, με τα ρούχα του πεταμένα στο πάτωμα, μπροστά στην ντυμένη, άψογη Κυρία Αλεξία.

    «Μάζεψε τα κουρέλια σου», του είπε δείχνοντας τα ρούχα του. «Και πήγαινέ τα στο δωμάτιο υπηρεσίας, δίπλα στην κουζίνα. Εκεί θα κοιμάσαι από δω και πέρα, όταν δεν σε χρειάζομαι».

    Πριν προλάβει να κάνει βήμα, το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε.

    Ο Μάριος πάγωσε. Το αίμα έφυγε από το πρόσωπό του.

    Η Κυρία Αλεξία χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που θα μπορούσε να παγώσει την κόλαση.

    «Άργησε», είπε κοιτάζοντας το ρολόι της. «Αλλά ήρθε. Μην κουνηθείς, σκλάβε. Θέλω να δω αν ο Κώστας θα προσέξει το καινούργιο σου... κόσμημα».

    Περπάτησε προς την πόρτα, αφήνοντας τον Μάριο γυμνό, κλειδωμένο και πανικόβλητο στη μέση του σαλονιού, να ακούει τον ήχο του κλειδιού στην εξώπορτα να γυρίζει.

    Η πόρτα άνοιξε.

    «Γεια σου μαμά, συγγνώμη που άργησα, είχε κίνηση... Ο Μάριος ήρθε;» ακούστηκε η φωνή του Κώστα από το χολ.

    «Είναι μέσα, αγόρι μου», απάντησε η Κυρία Αλεξία με τη γλυκιά, μητρική φωνή της, ενώ τα μάτια της, που συνάντησαν τα μάτια του Μάριου πάνω από τον ώμο της, έλαμπαν από σαδιστική ευχαρίστηση. «Σε περιμένει... όπως ακριβώς του αρμόζει».
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Κώστας πάγωσε στο κατώφλι του σαλονιού. Τα κλειδιά του αυτοκινήτου γλίστρησαν από το χέρι του και έπεσαν στο χαλί με έναν υπόκωφο ήχο, αλλά κανείς δεν έδωσε σημασία. Το βλέμμα του καρφώθηκε στον Μάριο – τον κολλητό του από το γυμνάσιο, τον άνθρωπο που μέχρι πριν λίγο περίμενε να πάνε για μπύρες – ο οποίος τώρα στεκόταν γυμνός, τρέμοντας, με τα γεννητικά του όργανα φυλακισμένα σε ένα μεταλλικό κλουβί.

    «Τι στο ...;» ψιθύρισε ο Κώστας.

    Ο Μάριος ένιωσε την επιθυμία να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. Έκανε μια αντανακλαστική κίνηση να καλύψει τη γύμνια του με τα χέρια του, σκύβοντας το κεφάλι από ντροπή.

    «Συγγνώμη... Κώστα, εγώ... η μητέρα σου...» τραύλισε, με δάκρυα να γεμίζουν τα μάτια του.

    Η Κυρία Αλεξία δεν μίλησε. Απλά ακούμπησε στον τοίχο, σταύρωσε τα χέρια και περίμενε, παρατηρώντας τον γιο της με ένα αινιγματικό μειδίαμα.

    Ο Κώστας δεν κοίταξε τη μητέρα του. Το σοκ στο πρόσωπό του άρχισε να υποχωρεί, αλλά όχι για να δώσει τη θέση του στην οργή ή την αμηχανία που περίμενε ο Μάριος. Αντίθετα, μια παράξενη, σκοτεινή λάμψη άρχισε να φωτίζει τα μάτια του. Το σαγόνι του έσφιξε. Περπάτησε αργά προς το μέρος του Μάριου, ο οποίος έκανε αυθόρμητα ένα βήμα πίσω.

    «Μην κουνιέσαι», είπε ο Κώστας. Η φωνή του ήταν διαφορετική. Βαριά. Κοφτή. Δεν ήταν η φωνή του φίλου του.

    Ο Μάριος πάγωσε. Ο Κώστας τον πλησίασε τόσο κοντά που ο Μάριος μπορούσε να μυρίσει την κολόνια του. Ο Κώστας κατέβασε το βλέμμα του στα χέρια του Μάριου που κάλυβαν το κλουβί.

    «Κατέβασε τα χέρια σου», διέταξε ήρεμα.

    Ο Μάριος δίστασε, κοιτάζοντας τον φίλο του με απόγνωση. «Κώστα, σε παρακαλώ...»

    «Είπα, κατέβασε τα γαμημένα χέρια σου, Μάριε», γρύλισε ο Κώστας και άρπαξε τους καρπούς του Μάριου, τραβώντας τους βίαια στο πλάι, αφήνοντας το κλουβί πλήρως εκτεθειμένο.

    Ο Κώστας κοίταξε το μέταλλο, μετά το τρεμάμενο σώμα του φίλου του, και τέλος τα μάτια του Μάριου που ήταν γεμάτα φόβο και... λατρεία. Και τότε, όλα έβγαλαν νόημα. Τα χρόνια που ο Μάριος ήταν πάντα ο "ακόλουθος", η έλλειψη πρωτοβουλίας, ο τρόπος που κοίταζε πάντα χαμηλά.

    «Ώστε αυτό είσαι τελικά...» ψιθύρισε ο Κώστας, αφήνοντας ένα μικρό, περιφρονητικό γέλιο. «Τόσα χρόνια νόμιζα ότι είσαι απλά μαλακός χαρακτήρας. Αλλά εσύ είσαι απλά μια τρύπα που έψαχνε αφέντη».

    Άπλωσε το χέρι του και χτύπησε ελαφρά, σχεδόν παιχνιδιάρικα αλλά και υποτιμητικά, το μεταλλικό κλουβί με το δάχτυλό του. Ντιν. Ο ήχος αντήχησε στο σαλόνι. Ο Μάριος τινάχτηκε.

    «Ωραίο παιχνίδι, μητέρα», είπε ο Κώστας χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. «Του πάει. Ταιριάζει με την προσωπικότητά του. Μηδενική».

    «Ήξερα ότι θα συμφωνούσες», απάντησε η Αλεξία, ευχαριστημένη.

    Ο Κώστας έπιασε το πηγούνι του Μάριου και του σήκωσε το κεφάλι, αναγκάζοντάς τον να τον κοιτάξει στα μάτια. Η φιλία είχε εξατμιστεί. Στη θέση της υπήρχε τώρα μια νέα ιεραρχία, σκληρή και ξεκάθαρη.

    «Νόμιζες ότι θα σε λυπηθώ;» ρώτησε ο Κώστας χαμηλόφωνα. «Νόμιζες ότι θα τσακωθώ με τη μάνα μου για σένα; Για ένα σκουλήκι;»

    Ο Μάριος κούνησε αρνητικά το κεφάλι του, ανίκανος να μιλήσει.

    «Απάντα μου!» φώναξε ο Κώστας και του έριξε ένα δυνατό χαστούκι, πολύ πιο δυνατό από αυτό της Αλεξίας. Το κεφάλι του Μάριου γύρισε απότομα.

    «Όχι... Όχι, Κύριε Κώστα...» του ξέφυγε.

    Ο Κώστας χαμογέλασε πλατιά. Του άρεσε ο τίτλος. Του άρεσε υπερβολικά.

    «Κύριε Κώστα...» επανέλαβε δοκιμάζοντας τη λέξη. «Μου αρέσει. Αλλά ξέρεις τι θα μου άρεσε περισσότερο;»

    Έσπρωξε τον Μάριο με δύναμη στο στήθος, ρίχνοντάς τον πίσω στον καναπέ.

    «Να δω αν αυτό το κλουβί είναι όντως ανθεκτικό. Γιατί σκοπεύω να σε χρησιμοποιήσω πολύ πιο σκληρά από τη μητέρα μου, Μάριε. Εκείνη θέλει έναν υπηρέτη. Εγώ... εγώ θέλω ένα τασάκι».

    Γύρισε προς την Αλεξία, με τα μάτια του να γυαλίζουν από μια νέα, επικίνδυνη όρεξη.

    «Μπορώ να τον δανειστώ για λίγο στο δωμάτιό μου; Θέλω να δοκιμάσω τις αντοχές του καινούργιου μας κατοικίδιου».

    Η Κυρία Αλεξία χαμογέλασε και του πέταξε το μικρό κλειδί.

    «Είναι όλος δικός σου, γιε μου. Απλά μην τον χαλάσεις τελείως. Έχω δουλειές για αύριο».

    Ο Κώστας έπιασε το κλειδί στον αέρα. Γύρισε στον Μάριο, που τον κοίταζε τρομοκρατημένος αλλά και με μια φλόγα να καίει στα μάτια του.

    «Σήκω», διέταξε ο Κώστας. «Και ακολούθα με. Έχουμε πολλά να... συζητήσουμε».
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    Η πόρτα του δωματίου έκλεισε πίσω τους με έναν βαρύ ήχο, αποκόβοντας τον Μάριο από την «ασφάλεια» του σαλονιού και της Κυρίας Αλεξίας. Εδώ, στο εφηβικό δωμάτιο του Κώστα, η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική. Πιο κλειστή, πιο επιθετική, γεμάτη τεστοστερόνη και μια σκοτεινή οικειότητα που τώρα έμοιαζε εφιαλτική.

    Ο Κώστας γύρισε το κλειδί στην κλειδαριά. Κλικ.

    «Πόσες φορές έχουμε κάτσει εδώ μέσα, ρε Μάριε;» ρώτησε ο Κώστας, πετώντας τα κλειδιά του πάνω στο γραφείο, δίπλα στο κλειδί του κλουβιού. «Πόσες φορές παίξαμε, μιλήσαμε για γκόμενες... και τελικά, εσύ ονειρευόσουν αυτό;»

    Ο Κώστας γύρισε απότομα και τον άρπαξε από τον λαιμό, κολλώντας τον στον τοίχο. Ο Μάριος άφησε έναν πνιγμένο ήχο, τα μάτια του γουρλωμένα από τον φόβο. Ο φίλος του δεν υπήρχε πια. Μπροστά του είχε έναν ξένο, έναν Αφέντη που διψούσε για κυριαρχία.

    «Κοιτάζω τα μάτια σου και βλέπω ότι το θέλεις», ψιθύρισε ο Κώστας, σφίγγοντας τα δάχτυλά του. «Θέλεις να σε διαλύσω. Να σε κάνω να ξεχάσεις το όνομά σου».

    Τον έσπρωξε βίαια προς το κρεβάτι. Ο Μάριος σκόνταψε και έπεσε μπρούμυτα στο στρώμα. Πριν προλάβει να ανασάνει, ένιωσε το βάρος του Κώστα να πέφτει πάνω στην πλάτη του, καθηλώνοντάς τον.

    «Μην κουνιέσαι, σκουλήκι», γρύλισε ο Κώστας.

    Το χέρι του Κώστα κατέβηκε χαμηλά, χουφτώνοντας τους γλουτούς του Μάριου με μια κτητικότητα που πονούσε. Ο Μάριος έτρεμε. Ένιωθε το μέταλλο του κλουβιού να πιέζεται στο στρώμα, μια συνεχή υπενθύμιση ότι το μπροστινό του μέρος ήταν άχρηστο.

    «Ξέρεις τι θα γίνει τώρα, έτσι;» ψιθύρισε ο Κώστας στο αυτί του, δαγκώνοντας τον λοβό του δυνατά. «Η μάνα μου σου κλείδωσε το πουλί. Εγώ θα σου ανοίξω την τρύπα. Θα σε ξεπαρθενέψω, Μάριε. Θα σε κάνω γυναίκα μου».

    Ο Μάριος ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. «Κώστα... Κύριε... πονάει...»

    «Δεν έχεις δει τίποτα ακόμα».

    Ο Κώστας δεν έδειξε κανένα έλεος. Χωρίς προετοιμασία, χωρίς χάδια, έφτυσε στα δάχτυλά του και τα έχωσε βίαια μέσα στον Μάριο. Ο Μάριος ούρλιαξε στο μαξιλάρι, το σώμα του τινάχτηκε σαν ψάρι. Ο πόνος ήταν οξύς, καυτός, σαν μαχαίρι.

    «Σκάσε!» διέταξε ο Κώστας και του έριξε ένα χαστούκι στον γλουτό. «Χαλάρωσε ή θα πονέσει περισσότερο».

    Τα δάχτυλα βγήκαν και αμέσως μετά, ο Μάριος ένιωσε την κεφαλή του Κώστα να πιέζει την παρθένα είσοδό του. Ήταν σκληρός, αμείλικτος.

    «Αυτό είναι το πεπρωμένο σου», είπε ο Κώστας και έσπρωξε.

    Η εισβολή ήταν βίαιη. Ο Μάριος ένιωσε να σκίζεται, να ανοίγει με τρόπο που δεν φανταζόταν ότι ήταν δυνατόν. Έκλαψε φωναχτά, τα δάκτυλά του γράπωσαν το σεντόνι, αλλά ο Κώστας δεν σταμάτησε. Με μια δυνατή ώθηση, χώθηκε ολόκληρος μέσα του.

    Ο χρόνος σταμάτησε για τον Μάριο. Ο πόνος ήταν τυφλωτικός, αλλά μέσα σε αυτόν, ένιωσε κάτι να σπάει στην ψυχή του. Η τελευταία του αξιοπρέπεια, η τελευταία του αντίσταση, διαλύθηκαν. Ήταν γεμάτος. Γεμάτος από τον κολλητό του. Γεμάτος από τον Αφέντη του.

    «Κοιτάξου», λαχάνιασε ο Κώστας, αρχίζοντας να κινείται με άγριο, τιμωρητικό ρυθμό. «Κλαίς σαν κοριτσάκι. Αλλά σε νιώθω να σφίγγεις γύρω μου. Το σώμα σου ξέρει που ανήκει».

    Κάθε χτύπημα ήταν μια δήλωση ιδιοκτησίας. Το κλουβί χτυπούσε ρυθμικά στο στρώμα, κλανκ-κλανκ-κλανκ, συνοδεύοντας τα βογγητά του Μάριου και τις βαριές ανάσες του Κώστα. Ο Κώστας τον κρατούσε από τα μαλλιά, τραβώντας του το κεφάλι πίσω, αναγκάζοντάς τον να δέχεται κάθε εκατοστό του χωρίς να μπορεί να κρυφτεί.

    «Πες το!» φώναξε ο Κώστας, χτυπώντας τον δυνατά μέσα του, βρίσκοντας ένα σημείο που έκανε τον Μάριο να ζαλιστεί από τον πόνο και την ηδονή. «Πες τίνος είσαι!»

    «Δικός... δικός σου!» έκλαψε ο Μάριος, η φωνή του σπασμένη, αγνώριστη. «Είμαι δικός σου, Κύριε Κώστα! Η τρύπα σου!»

    Ο Κώστας γρύλισε, η κυριαρχία του απόλυτη. Αύξησε τον ρυθμό, αδιαφορώντας για τις κραυγές του Μάριου, θέλοντας να τον σημαδέψει βαθιά, να τον κάνει να μην μπορεί να περπατήσει, να μην μπορεί να ξεχάσει ποτέ αυτή τη μέρα.

    Με έναν τελευταίο, βίαιο σπασμό, ο Κώστας τελείωσε βαθιά μέσα του, πλημμυρίζοντάς τον, σφραγίζοντας την ιδιοκτησία του με τον πιο αρχέγονο τρόπο. Έμεινε εκεί για λίγο, βαραίνοντας πάνω στο τρεμάμενο σώμα του Μάριου, απολαμβάνοντας την απόλυτη παράδοση του φίλου του.

    Όταν τραβήχτηκε, ο Μάριος κατέρρευσε στο στρώμα, λυγμικός, ιδρωμένος, πονεμένος, αλλά άδειος από κάθε δική του θέληση.

    Ο Κώστας σηκώθηκε, κούμπωσε το παντελόνι του και τον κοίταξε με ένα παγωμένο χαμόγελο ικανοποίησης. Πήρε το κλειδί του κλουβιού από το γραφείο και το πέταξε πάνω στο ιδρωμένο σώμα του Μάριου. Όχι για να τον ξεκλειδώσει, αλλά για να του θυμίσει ότι δεν το αξίζει.

    «Καλώς ήρθες στη νέα σου ζωή, Μάριε», είπε ψυχρά. «Τώρα ντύσου. Η μητέρα μου περιμένει να της φτιάξεις καφέ. Και μετά... έχω κι άλλους φίλους που θα ήθελαν να σε γνωρίσουν».
     
  6. slave32

    slave32 Contributor

    Το επόμενο πρωί βρήκε τον Μάριο στο γκαράζ της έπαυλης, γονατισμένο στο τσιμέντο. Το σώμα του ούρλιαζε από τον πόνο. Κάθε κίνηση του θύμιζε τη βιαιότητα του Κώστα το προηγούμενο βράδυ, μια εσωτερική φλόγα που δεν έλεγε να σβήσει. Αλλά δεν είχε επιλογή. Η Κυρία Αλεξία του είχε δώσει σαφείς εντολές: το μαύρο SUV της έπρεπε να αστράφτει πριν βγουν.

    Φορούσε μόνο ένα παλιό παντελόνι εργασίας, χωρίς εσώρουχο, με το κλουβί να τρίβεται επώδυνα στο ύφασμα και να του υπενθυμίζει σε κάθε βήμα ότι δεν του ανήκει πια τίποτα. Έτριβε τις ζάντες με μανία, ο ιδρώτας έσταζε στο μέτωπό του.

    «Ελπίζω να τελείωσες, Μάριε», ακούστηκε η φωνή της από την πόρτα της κουζίνας.

    Η Κυρία Αλεξία στεκόταν εκεί, άψογη, ντυμένη με ένα εφαρμοστό φόρεμα που τόνιζε την κυριαρχική της φιγούρα, κρατώντας ένα λεπτό τσιγάρο στο χέρι. Ο Μάριος σηκώθηκε αμέσως και κατέβασε το κεφάλι.

    «Ναι, Κυρία Αλεξία. Είναι έτοιμο».

    Εκείνη πλησίασε, έκανε έναν γύρο γύρω από το αυτοκίνητο, περνώντας το δάχτυλό της από το καπό για να ελέγξει για σκόνη.

    «Μέτριο», σχολίασε αδιάφορα. «Αλλά βιαζόμαστε. Πήγαινε άλλαξε. Φόρα τη στολή του οδηγού που σου άφησα. Και γρήγορα. Πάμε Κολωνάκι. Η Έλενα μας περιμένει».
    Η διαδρομή προς το κέντρο ήταν βασανιστήριο. Ο Μάριος οδηγούσε σιωπηλός, με τα μάτια καρφωμένα στον δρόμο, ενώ η Κυρία Αλεξία μιλούσε στο τηλέφωνο, αγνοώντας την ύπαρξή του. Κάθε λακκούβα στον δρόμο έστελνε κύματα πόνου στο κακοποιημένο του σώμα, αλλά έπρεπε να παραμένει ανέκφραστος.

    Έφτασαν στο ρετιρέ της Κυρίας Έλενας, της κολλητής της Αλεξίας. Η Έλενα ήταν μια γυναίκα εξίσου εντυπωσιακή, με πιο κοφτά χαρακτηριστικά και ένα βλέμμα που γυάλιζε από μια έμφυτη σκληρότητα. Τους υποδέχτηκε με χαμόγελα και φιλιά, αλλά το βλέμμα της έπεσε αμέσως στον Μάριο που στεκόταν αμήχανος πίσω από την Αλεξία, κρατώντας τις τσάντες τους.

    «Αυτό είναι λοιπόν;» ρώτησε η Έλενα, σηκώνοντας το φρύδι της. «Ο φίλος του Κωστάκη;»

    «Αυτό ήταν ο φίλος του Κωστάκη», διόρθωσε η Αλεξία χαμογελώντας πονηρά. «Τώρα είναι ο Μάριος. Το κατοικίδιό μας. Μάριε, άσε τα πράγματα και έλα εδώ».

    Ο Μάριος πλησίασε τρέμοντας. Βρισκόταν στη μέση ενός πολυτελούς σαλονιού, μπροστά σε δύο γυναίκες που τον κοιτούσαν σαν πείραμα.

    «Γδύσου», διέταξε η Αλεξία, ανάβοντας ένα τσιγάρο και καθίζοντας άνετα στην πολυθρόνα.

    Ο Μάριος υπάκουσε μηχανικά. Έβγαλε το σακάκι, το πουκάμισο, το παντελόνι. Όταν έμεινε γυμνός, φορώντας μόνο το μεταλλικό κλουβί, η Έλενα άφησε ένα επιφώνημα θαυμασμού και έκπληξης.

    «Κοιτάξτε τον...» ψιθύρισε η Έλενα, πλησιάζοντας. Έκανε έναν κύκλο γύρω του, παρατηρώντας τα σημάδια στην πλάτη του, τις μελανιές στους γλουτούς από τον Κώστα. «Βλέπω ότι ο γιος σου έκανε καλή δουλειά χθες».

    «Ο Κώστας ήταν... ενθουσιώδης», γέλασε η Αλεξία. «Αλλά νομίζω ότι του λείπει η φινέτσα. Χρειάζεται γυναικείο χέρι».

    Η Έλενα άπλωσε το χέρι της και χτύπησε το κλουβί με το νύχι της. Ο Μάριος τινάχτηκε.

    «Είναι κλειδωμένος σφιχτά», παρατήρησε. «Και φαίνεται τόσο... παραδομένος. Αλεξία, νομίζω ότι πρέπει να τον εγκαινιάσουμε κι εμείς. Έχω ένα καινούργιο μαστίγιο που δεν έχω δοκιμάσει ακόμα».

    Η Αλεξία τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά από το τσιγάρο της. «Εξαιρετική ιδέα. Μάριε, γονάτισε. Και μην τολμήσεις να βγάλεις κιχ».

    Ο Μάριος γονάτισε στο χαλί. Η Έλενα επέστρεψε κρατώντας ένα κοντό, δερμάτινο μαστίγιο ιππασίας. Χωρίς προειδοποίηση, το κατέβασε με δύναμη στην πλάτη του Μάριου.

    Φλατς.

    Ο ήχος ήταν οξύς. Ο Μάριος έσφιξε τα δόντια του.

    «Μ' αρέσει πώς τρέμει», είπε η Έλενα και ξαναχτύπησε. Πιο δυνατά. Και ξανά.

    Οι δύο γυναίκες εναλλάσσονταν. Η Αλεξία έδινε οδηγίες, η Έλενα εκτελούσε, και μετά το αντίστροφο. Το σώμα του Μάριου γέμισε κόκκινες γραμμές, ο πόνος ήταν κάψιμο, αλλά η παρουσία τους, η προσοχή τους πάνω του, τον έκανε να νιώθει μια άρρωστη ολοκλήρωση.

    Κάποια στιγμή, η Αλεξία σήκωσε το χέρι της για να σταματήσουν. Πλησίασε τον Μάριο, ο οποίος λαχάνιαζε, με το κεφάλι ακουμπισμένο στο πάτωμα.

    «Είσαι καλό σκυλί, Μάριε», είπε χαμηλόφωνα. «Αλλά πρέπει να μάθεις ότι ανήκεις σε εμένα. Ότι το δέρμα σου είναι δικός μου καμβάς».

    Κοίταξε το τσιγάρο της. Η καύτρα ήταν κατακόκκινη, πυρωμένη.

    «Έλενα, κράτα τον», είπε ψυχρά.

    Η Έλενα πάτησε το τακούνι της στον αυχένα του Μάριου, καθηλώνοντάς τον στο πάτωμα. Ο Μάριος κατάλαβε τι ερχόταν. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από τον τρόμο.

    «Όχι... Κυρία μου... παρακαλώ...»

    «Σσσς...» έκανε η Αλεξία. «Θα πονέσει μόνο για λίγο. Αλλά το σημάδι θα μείνει για πάντα. Για να θυμάσαι ποια σε κατέχει».

    Έσκυψε αργά. Η θερμότητα του τσιγάρου πλησίασε το στήθος του, ακριβώς πάνω από την καρδιά. Ο χρόνος πάγωσε. Και μετά, η Αλεξία πίεσε την καύτρα στο δέρμα του.

    Ο Μάριος ούρλιαξε. Ήταν μια κραυγή που έβγαινε από τα βάθη των σωθικών του, ένας ήχος καθαρού πόνου καθώς η σάρκα του τσιτσιριζόταν. Η μυρωδιά του καμένου δέρματος γέμισε τον αέρα. Η Αλεξία δεν το τράβηξε αμέσως. Το κράτησε εκεί, στρίβοντάς το ελαφρά, σβήνοντάς το πάνω στο στήθος του.

    Όταν τελικά τραβήχτηκε, ο Μάριος κατέρρευσε, λυγμικός, τρέμοντας ανεξέλεγκτα.

    Η Αλεξία πέταξε το αποτσίγαρο στο τασάκι και φύσηξε τον καπνό.

    «Τώρα είσαι σημαδεμένος», είπε με ικανοποίηση, θαυμάζοντας το έγκαυμα στο στήθος του. «Σήκω τώρα. Η Έλενα θέλει να σε χρησιμοποιήσει για υποπόδιο όσο πίνουμε τον καφέ μας».
     
  7. slave32

    slave32 Contributor

    Η ώρα περνούσε αργά στο ρετιρέ της Έλενας. Ο Μάριος παρέμενε ακίνητος, ένα ζωντανό υποπόδιο κάτω από τις γόβες των δύο γυναικών, με το στήθος του να καίει από το πρόσφατο σημάδι της Αλεξίας. Ο πόνος ήταν οξύς, αλλά η ακινησία ήταν μαρτύριο.

    «Νομίζω πως ήρθε η ώρα για το κυρίως πιάτο», είπε η Έλενα, αφήνοντας το ποτήρι της στο τραπέζι. «Ο Κώστας έστειλε μήνυμα. Είναι κάτω. Και φέρνει και τον Στάθη».

    Η Αλεξία γέλασε, φυσώντας τον καπνό προς το μέρος του Μάριου. «Τον Στάθη; Τον γυμναστή; Εξαιρετικά. Ο Μάριος θα χαρεί πολύ να γνωρίσει καινούργιους... φίλους».

    Το κουδούνι χτύπησε. Ο Μάριος ένιωσε το στομάχι του να δένεται κόμπος. Όταν η πόρτα άνοιξε, ο Κώστας μπήκε μέσα με τον αέρα του κατακτητή, ακολουθούμενος από έναν ψηλό, μυώδη άντρα με ξυρισμένο κεφάλι και βλέμμα που γυάλιζε από αγριότητα.

    «Πού είναι η πουτάνα μας;» ρώτησε ο Κώστας δυνατά, χωρίς καν να χαιρετήσει τις γυναίκες.

    «Εδώ, αγόρι μου», έδειξε η Αλεξία με το πόδι της. «Περιμένει».

    Ο Στάθης σφύριξε κοιτάζοντας τον Μάριο γυμνό, σημαδεμένο και κλειδωμένο. «Ωραίο εργαλείο, Κώστα. Είχες δίκιο. Φαίνεται ανθεκτικός».

    «Είναι», απάντησε ο Κώστας και πλησίασε τον Μάριο. Τον άρπαξε από τα μαλλιά και τον σήκωσε. «Σήκω. Σήμερα θα μάθεις τι σημαίνει να είσαι κοινόχρηστος».

    Τον έσυραν στο κέντρο του δωματίου, πάνω στο ακριβό χαλί. Η ατμόσφαιρα μύριζε σεξ, ιδρώτα και φόβο.

    «Στα τέσσερα», διέταξε ο Στάθης. Ο Μάριος υπάκουσε αμέσως, εκθέτοντας τα πάντα στην κριτική των τεσσάρων.

    Η Έλενα πλησίασε πρώτη. Χωρίς να βγάλει τις γόβες της, πάτησε πάνω στην πλάτη του Μάριου, αναγκάζοντάς τον να χαμηλώσει κι άλλο.

    «Μου αρέσει αυτή η στάση», είπε. «Αλλά το στόμα του είναι άδειο».

    «Θα το διορθώσουμε αυτό», γρύλισε ο Στάθης.

    Ξεκούμπωσε το παντελόνι του και έβγαλε το μέλος του, σκληρό και έτοιμο. Ο Κώστας έκανε το ίδιο πίσω από τον Μάριο. Ο Μάριος βρέθηκε παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο άντρες, ενώ οι δύο γυναίκες παρακολουθούσαν σαν θεατές σε αρένα.

    «Άνοιξε», διέταξε ο Στάθης και έσπρωξε το μέλος του στο στόμα του Μάριου. Ο Μάριος πνίγηκε, τα μάτια του δάκρυσαν, αλλά δεν αντιστάθηκε. Άρχισε να ρουφάει μηχανικά, υπακούοντας στο ένστικτο της επιβίωσης.

    Πίσω, ο Κώστας δεν είχε την ίδια υπομονή. Έφτυσε στην παλάμη του και χωρίς προειδοποίηση, χώθηκε μέσα στον Μάριο με μια βίαιη κίνηση. Ο Μάριος προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά το στόμα του ήταν γεμάτο από τον Στάθη. Ένας υπόκωφος βρόγχος πόνου ακούστηκε μόνο.

    «Έτσι... πάρε μας και τους δύο», ψιθύρισε ο Κώστας, αρχίζοντας να κινείται γρήγορα, χτυπώντας τους γλουτούς του Μάριου με δύναμη.

    Η Αλεξία πλησίασε και κάθισε στην πολυθρόνα ακριβώς δίπλα στο κεφάλι του Μάριου. Άπλωσε το πόδι της και ακούμπησε την αιχμηρή μύτη της γόβας της στο μάγουλό του, πιέζοντας το δέρμα.

    «Κοίτα με, σκλάβε», είπε ήρεμα. «Κοίτα την Κυρία σου ενώ σε γαμάνε οι φίλοι μου. Αυτή είναι η ζωή σου τώρα. Ένα δοχείο για τα σπέρματά μας».

    Το δωμάτιο γέμισε με τους ήχους της σάρκας που χτυπάει σε σάρκα, τα βαριανασάματα των αντρών και τους πνιγμένους ήχους του Μάριου. Ο Στάθης ήταν βίαιος στο στόμα, αναγκάζοντάς τον σε βαθιές καταπόσεις, ενώ ο Κώστας τον σημάδευε βαθιά στον προστάτη, κάνοντας το κλειδωμένο του πέος να στάζει υγρά από την πίεση, χωρίς καμία ελπίδα εκτόνωσης.

    «Αλλάξτε!» φώναξε η Έλενα κάποια στιγμή, σαν σκηνοθέτης.

    Οι άντρες τραβήχτηκαν. Ο Μάριος έπεσε στο πλάι, λαχανιασμένος. Πριν προλάβει να συνέλθει, ο Κώστας τον γύρισε ανάσκελα. Ο Στάθης πήρε θέση από πάνω του, ενώ ο Κώστας κάθισε στο πρόσωπό του.

    Η σκηνή έγινε χαοτική. Χέρια, πόδια, στόματα. Ο Μάριος ένιωθε χαστούκια, φτυσιές, γέλια. Δεν ήξερε πια ποιος τον ακουμπούσε. Ήταν ένα αντικείμενο που περνούσε από χέρι σε χέρι. Οι γυναίκες συμμετείχαν τώρα πιο ενεργά, χτυπώντας τον με τα μαστίγια στα ευαίσθητα σημεία, ενώ οι άντρες τον χρησιμοποιούσαν σαν να μην υπήρχε αύριο.

    «Τελειώνω!» φώναξε ο Στάθης, τραβώντας τον Μάριο από τα μαλλιά. «Κι εγώ!» ακολούθησε ο Κώστας.

    Τον έβαλαν ξανά στα τέσσερα. Ο Στάθης τελείωσε πάνω στο πρόσωπό του, καλύπτοντας τα μάτια και το στόμα του με πηχτό υγρό. Ο Κώστας, με μια τελευταία δυνατή ώθηση, άδειασε βαθιά μέσα του, γεμίζοντάς τον μέχρι να ξεχειλίσει.

    Ο Μάριος κατέρρευσε στο χαλί, μια μάζα από ιδρώτα, σπέρμα και πόνο. Το κλουβί του γυάλιζε κάτω από το φως, άθικτο, υπενθυμίζοντας την αιώνια στέρησή του.

    Η Αλεξία σηκώθηκε και στάθηκε από πάνω του. Κοίταξε το θέαμα με απόλυτη ικανοποίηση. Ένας σκλάβος κατεστραμμένος, χρησιμοποιημένος, σημαδεμένος.

    «Υπέροχα», είπε, και έριξε τη στάχτη του τσιγάρου της πάνω στο ιδρωμένο του σώμα. «Έλενα, αγάπη μου, φώναξε την καθαρίστρια για το χαλί αύριο. Όσο για αυτόν...»

    Έδωσε μια ελαφριά κλωτσιά στα πλευρά του Μάριου.

    «...άσε τον να κοιμηθεί στο χαλάκι της εισόδου. Αύριο έχουμε κι άλλες δουλειές».

    Ο Μάριος, μέσα από τη ζάλη του, έκλεισε τα μάτια. Πονούσε παντού, ένιωθε ταπεινωμένος όσο ποτέ, αλλά βαθιά μέσα του, μια άρρωστη φωνή του ψιθύρισε ότι επιτέλους, ανήκε κάπου. Ήταν το τίποτα τους. Και αυτό ήταν το παν.