Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Κυρίαρχο Ζευγάρι

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 27 Αυγούστου 2025 at 17:39.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Εκείνος κοντά στα πενήντα πέντε καθηγητής μου στο πανεπιστήμιο. Μεσαίου αναστήματος περίπου ένα ογδόντα, αδύνατος γκριζομάλλης. Είχε αρχίσει να ασπρίζει το ίδιο και τα γένια του. Λιγομίλητος, έντονη βραχνή φωνή, αυστηρός.

    Ήμουν στο δεύτερο έτος τότε. Σχεδόν είκοσι ετών. Όσοι είχαμε το μάθημα του γνωρίζαμε πως δύσκολα θα το περνούσαμε με τη μία, έβαζε δύσκολα θέματα. Αλλά όπως έλεγαν οι παλιοί αν παρακολουθούσες κάποια στιγμή θα το πέρναγες.

    Ο καθηγητής αυτός είχε το συνήθειο κάθε χρόνο να παίρνει έναν φοιτητή ή μια φοιτήτρια για βοηθό του. Δεν υπήρχαν συγκεκριμένες πληροφορίες πως κάτι τέτοιο θα σε βοηθούσε στην τελική βαθμολογία γιατί άλλοι βοηθοί του το είχαν περάσει κι άλλοι ακόμα το χρωστάνε. Αυτό που ήταν σίγουρο είναι ότι ο βοηθός του δεν ήταν ευνοούμενος του και πολλές φορές ακούγονταν ότι έβαζε τους βοηθούς ακόμα και να του κάνουν το σούπερ μάρκετ. Για αυτό τον λόγο δεν ήθελε σχεδόν κανείς να γίνει βοηθός του.

    Εκείνη την ημέρα ήξερα πως θα διάλεγε βοηθό. Σήκωσα το χέρι μου εγώ και μια φοιτήτρια. Όταν διαπίστωσα πως πρόκειται για την πιο γοητευτική φοιτήτρια της σχολής κατάλαβα πως είχα λίγες πιθανότητες να επιλέξει εμένα. Όπως κι έγινε. Δεν ξέρω γιατί σήκωσε η συγκεκριμένη το χέρι της, ίσως κι αυτή είναι το ίδιο ερωτευμένη με τον καθηγητή όπως εγώ.

    Δεν το κρύβω ότι απογοητεύτηκα πολύ. Όταν τελείωσε το μάθημα του δεν είχα κουράγιο να παρακολουθήσω τίποτα άλλο, γύρισα κατευθείαν στο σπίτι. Έκανα ένα μπάνιο, στάθηκα γυμνός μπροστά στον καθρέφτη μου. Με κοίταξα. Γυμνάζομαι, κάνω κολυμβητήριο από τα πέντε μου. Μυρίζω όμορφα, είμαι περιποιημένος. Έβαλα τα κλάματα. Έπεσα γυμνός για ύπνο. Οι μέρες κυλούσαν έτσι.

    Στο όνειρο μου ήρθε πάλι αυτός.Όπως κάθε μέρα από τότε και ας πέρασε ένας μήνας. Εγώ ήμουν μπροστά του, γονατιστός, δικός του. Ξύπνησα. Ιδρωμένος, ερεθισμένος. Η ώρα ήταν πέντε το πρωί. Σηκώθηκα, σχεδόν δεν σκεφτόμουν. Ντύθηκα ετοιμάστηκα κι έφυγα για το πανεπιστήμιο Γνώριζα πως εκείνος έρχεται νωρίς. Η ώρα ήταν επτάμιση πήγα κατευθείαν στο γραφείο του. Βρέθηκα έξω από τη πόρτα και δεν ήξερα τι να του πω, αλλά πλέον δεν σκεφτόμουν λογικά άλλο. Χτύπησα τη πόρτα.

    «Παρακαλώ» μου είπε με τη βραχνή του φωνή. Μπήκα μέσα. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο κι έδενε τη γραβάτα γύρω από το λαιμό του. Με κοίταξε κατευθείαν μέσα στα μάτια. Τόσο έντονα που κοίταξα το πάτωμα κι ένιωσα έτοιμος να γονατίσω, αλλά κρατήθηκα. Δεν μιλούσα, μόνο κοίταζα το πάτωμα.

    «Τι συμβαίνει νεαρέ;» μου είπε κι αυτή τη φορά ένιωσα την αυστηρότητα του.
    «Γιατί δεν με πήρατε για βοηθό σας;» τον ρώτησα και παραλίγο να βάλω τα κλάματα.
    Γέλασε.
    «Τόσο πολύ το θέλεις;» με πλησίασε. Έγνεψα καταφατικά, τον κοίταζα.
    «Μπορώ;» του είπα δείχνοντας μου την θέληση να του δέσω τη γραβάτα.
    «Ναι» απάντησε και μου το επέτρεψε. Έτρεμα αλλά το κατάφερα.

    «Ίσως έπρεπε να με βοηθάς εσύ, η νεαρά που επέλεξα δεν είναι για σοβαρή χρήση» μου απάντησε και οι λέξεις που χρησιμοποίησε έκαναν την ανάσα μου να κοπεί περισσότερο.
    Μου έδωσε τα κλειδιά του αυτοκινήτου του.
    «Πήγαινε να το πλύνεις» μου είπε μου έδωσε και χρήματα. Το πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη, άφησα τα στοιχεία μου και το τηλέφωνο μου όπως μου ζήτησε και πήγα.

    Καθώς προχώραγα για το αυτοκίνητο του, ένα μεγάλο suv συνειδητοποίησα πως με εμπιστεύονταν. Σχεδόν πανηγύρισα. Αλλά η τύχη μου για εκείνη τη μέρα σταματούσε εκεί. Πήγα σε όλα τα μαγαζιά και κανένα δεν έπλενε σήμερα, είχαν γενική απεργία. Έμενα σε πολυκατοικία και δεν μπορούσα να το πλύνω μόνος μου έφθασε μεσημέρι. Πήγα στο γραφείο του.

    «Δεν τα κατάφερα, συγγνώμη, Κύριε» του είπα Με κοίταξε τόσο έντονα απογοητευμένος. Του εξήγησα πως είναι η απεργία.
    «Όταν ζητάω κάτι θέλω να γίνεται» μου είπε με έντονο ύφος. Ο τόνος του ξεπερνούσε κάθε όριο, αλλά αυτά είχαν σπάσει προ πολλού.
    «Θα κάνω ότι μου πείτε, Κύριε» ξανά απάντησα. Τονίζοντας το Κύριε. Δείχνοντας του την υποτακτικότητα μου.
    «Υπάρχει κάτι, θα με πας σαν σοφέρ μου μέχρι το σπίτι μου και θα το πλύνεις εκεί» Συμφώνησα αμέσως. Πήγα κατευθείαν στο αυτοκίνητο του και τον περίμενα. Άναψα τον κλιματισμό για να το βρει έτοιμο το αυτοκίνητο.

    Κοίταξα το πορτοφόλι μου μέχρι να έρθει. Είχα ξεχάσει να πάρω χρήματα μαζί μου, μονάχα δύο ευρώ. Γνώριζα πως μένει σε ένα προάστιο κοντά στη σχολή κι ότι εκεί δεν έχει συγκοινωνία. Ξεφύσησα. Ήρθε μετά από λίγη ώρα.
    Πήγαμε σπίτι του. Έβλεπα το πίνακα οργάνων. Δεκατέσσερα χιλιόμετρα από την σχολή, τόσα θα έπρεπε να περπατήσω μετά.

    Το σπίτι του ήταν απομονωμένο. Μπήκαμε από τη πύλη και πάρκαρα κάτω από έναν πλάτανο. Έχει μεγάλο κήπο. Το σπίτι δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά είναι πανέμορφα εκεί. Μου έφερε τα καθαριστικά , το λάστιχο και την ηλεκτρική σκούπα. Ξεκίνησα τη δουλειά μου. Πέρασαν περίπου δυο ώρες μέχρι που τελείωσα. Εκείνος δεν είχε φανεί, αλλά όταν σταμάτησα τον είδα να βγαίνει έξω. Από κάπου θα με έβλεπε. Φορούσε ένα σορτσάκι =, οι γάμπες του γυμνασμένες κι ένα μπλουζάκι. Μου έφερε μια πετσέτα να σκουπιστώ κι ένα ποτήρι νερό. Μάζεψα τα καθαριστικά και του έδωσα τα κλειδιά και τα χρήματα που μου είχε δώσε.

    «Έκανες καταπληκτική δουλειά» μου είπε και το χαμόγελο μου γέμισε το πρόσωπο μου. Ήπια το νερό.
    «Να σου καλέσω ταξί;» μου είπε.
    «Όχι δεν έχω χρήματα μαζί μου» του απάντησα. Κοίταξε το ρολόι του ήταν πέντε.
    «Ελπίζω να περπατάς γρήγορα, το τελευταίο λεωφορείο από τη σχολή φεύγει 9» μου είπε και με ξεπροβόδισε.
    Μέσα μου ήλπιζα δύο πράγματα το ένα ότι θα με πήγαινε στη στάση και το άλλο ότι θα με έβαζε στο σπίτι του. Τώρα το μόνο που είχα ήταν τα πόδια μου και η πείνα μου. Έτρεξα, έκανα ότι μπορούσα κι ευτυχώς πρόλαβα το τελευταίο λεωφορείο.

    Έφθασα στο σπίτι. Πήγα κατευθείαν στο μπάνιο. Έριξα πολύ νερό πάνω μου, αλλά δεν μπορούσα να κρατηθώ άλλο αυνανίστηκα.
    Έκανα ένα τοστ να φάω κι άρχισα να διαβάζω, δεν ήθελα να μείνω πίσω στη σχολή. Χτύπησε το κινητό μου, μήνυμα,

    «Αύριο θέλω να πλύνεις το αυτοκίνητο μου πάλι. Δυό να είσαι έξω από το γραφείο μου»

    Το διάβασα περίπου εκατό φορές πριν αποκοιμηθώ,



    Το επόμενο μεσημέρι τον περίμενα έξω από το γραφείο του. Με είδε η βοηθός του. Τον ενημέρωσε πως ήμουν απ' έξω. Την χαιρέτησε και με κάλεσε μέσα. Μπήκα και στάθηκα μπρος στο γραφείο του.

    «Νεαρέ βγάλε την μπλούζα σου» μου είπε χωρίς δισταγμό. Τον υπάκουσα. Ήρθε κοντά μου, με κοίταζε από πολύ κοντά σαν κάτι να έψαχνε.
    «Ντύσου» μου είπε. Τα είχα χάσει.
    «Βρήκα κάτι τρίχες στο πίσω κάθισμα. Ανεπίτρεπτο» Δεν ήξερα από που είναι γιατί το πάνω μέρος του κορμιού μου είναι αποτριχωμένο λόγο της κολύμβησης αλλά και το υπόλοιπο δεν έχει πολλές εκτός από την περιοχή του μου.
    «Σας ζητώ συγγνώμη Κύριε» του απάντησα και ήταν η πρώτη φορά που μου χαμογέλασε. Έβγαλε από το πορτοφόλι του μια κάρτα. Μου την έδωσε.

    «Είναι ένα κέντρο αισθητικής στη πόλη, θα ζητήσεις την Κυρία Αλεξάνδρα και θα ζητήσεις πλήρης αποτρίχωση. Ανέφερε το όνομά μου δεν θα πληρώσεις τίποτα. Φύγε.»
    Τον κοίταξα χαμένος.
    «Αν θες ακόμα να μου πλένεις το αμάξι, τότε πήγαινε να αποτριχωθείς, έγινα κατανοητός νεαρέ;»
    «Μάλιστα, Κύριε» απάντησα κι έφυγα. Αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενα. Έφυγα κατευθείαν για τη πόλη και το κέντρο αισθητικής.

    Το ''άρωμα'' όπως λέγονταν ήταν ένας τεράστιος χώρος με πολλές γυναίκες για πελάτισσες. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα δει ούτε έναν άνδρα.

    «Γεια σας θα ήθελα την Κυρία Αλεξάνδρα είμαι από τον Καθηγητή !@#$%> είπα σε μια πολύ όμορφη και χαμογελαστή κοπέλα στη γραμματεία. Εκείνη έκανε ένα τηλεφώνημα κι όσο περίμενα συνέχισα να βλέπω πανέμορφες παρουσίες στο χώρο. Η κοπέλα από τη γραμματεία σηκώθηκε και με οδήγησε στο δωμάτιο.

    Μπήκα κι εκεί υπήρχε ένα κρεβάτι, πολλά καλλυντικά, πετσέτες και ντουζ με διαφανή τζαμαρία.'
    «Μπορείτε να περιμένετε εδώ» μου είπε κι έφυγε.

    Δεν πέρασε πολύ ώρα, χτύπησε η πόρτα και μπήκε μέσα μια γυναίκα περίπου πενήντα ετών με μακρυά μαύρα σπαστά μαλλιά. Έντονα κόκκινα βαμμένα χείλια κι ένα σώμα να πεθαίνεις γι αυτό.

    «Είσαι ο Μάριος σωστά;»
    «Δεν πρόλαβα να πω κάτι.
    «Είμαι η Κυρία Αλεξάνδρα» μου απάντησε κι από τη πρώτη στιγμή έδειχνε ότι έχει τον έλεγχο.
    «Μάριε βγάλε τα ρούχα σου σε παρακαλώ»
    Έβγαλα τη μπλούζα μου και το παντελόνι μου, αλλά εκεί σταμάτησα.
    «Ντρέπομαι» της είπα. Η Κυρία Αλεξάνδρα χαμογέλασε.
    Ήρθε κοντά μου, με άγγιξε στο στήθος.
    «Είσαι πολύ γυμνασμένος» μου είπε και κατέβασε το εσώρουχο μου αφού πρώτα φρόντισε να κλειδώσει την πόρτα. Μου έδωσε ένα φιλί στα χείλη και με οδήγησε στην ντουζιέρα. Έβαλε τα χέρια μου στον τοίχο. Την ένιωσα που γδύθηκε και ήρθε μέσα κι εκείνη. Τα στήθη της κόλλησαν στην πλάτη μου, τα χέρια της έπιασαν τον καβάλο μου, ξεκινώντας να μου προσφέρει το πιο απολαυστικό παίξιμο της ζωής μου. Άργησα, άργησα πολύ μέχρι να χύσω. Συγκρατούσα τον εαυτό μου γιατί δεν ήθελα να τελειώσει αυτό. Άνοιξε τη ντουζιέρα κι άφησε το νερό να τρέξει πάνω μας. Με έλουσε με τα σαμπουάν με γύρισε προς το μέρος της με φίλησε στο στόμα. Βγήκαμε έξω με έβαλε στη θέση μου, πέρασε κρέμες στο σώμα μου και μου έκανε πλήρη αποτρίχωση. Κάθε φορά έρχονταν πάνω μου γυμνή, με φιλούσε και συνέχιζε τη δουλειά της.

    Τελείωσε. Με έβαλε μπροστά στον καθρέπτη.

    «Είναι υπέροχο» της απάντησα.
    «Να κάνεις λέιζερ στο μέλλον» μου είπε και εγώ τότε χωρίς να το σκεφτώ άλλο.
    «Κυρία Αλεξάνδρα να σας γλείψω;» το είπα χωρίς ντροπή. Εκείνη γέλασε. Με πλησίασε, με φίλησε στο στόμα.
    «Μια άλλη φορά Μάριε»


    Γύρισα στο σπίτι μου μετά από λίγες ώρες. Τα είχα χάσει πια. Πήγα στο μπάνιο. Με έβλεπα, δεν ήθελα να ξεπλυθώ. Ήθελα ν' αφήσω το άρωμα της πάνω μου. Αλλά δεν μπορούσα αλλιώς, έπρεπε να καθαριστώ.
    Πήγα στο κρεβάτι μου, πήρα το κινητό.
    «Έκανα ότι μου είπατε Κύριε» του έστειλα.

    Δεν έλαβα απάντηση. Δεν περίμενα τίποτα. Την άλλη μέρα δύο ακριβώς ήμουν έξω από το γραφείο του. Η βοηθός του δεν ήταν εκεί σήμερα. Χτύπησα τη πόρτα.

    «Περάστε» μου είπε. Μπήκα μέσα και ο κόσμος μου σκοτείνιασε αμέσως. Ήταν όρθιος και δίπλα του στέκονταν η Κυρία Αλεξάνδρα. Έχασα την λαλιά μου.

    «Την Αλεξάνδρα την ξέρεις, είναι η σύζυγος μου» μου είπε. Την κοίταξα και μετά εκείνον. Ένιωσα να ανακατεύομαι. Δεν ήξερα ότι το είχαν σχεδιάσει μαζί αυτό εκείνη την ώρα. Ήθελα μόνο να βάλω τα κλάματα. Αλλά εκείνος είχε σκοπό να το τραβήξει στα άκρα και όχι μόνο εκείνος. Σε λίγες μέρες θα με έκαναν να τους ικετεύω..


    Συνεχίζεται..