Πλάθοντας την πραγματικότητα

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος undertraining, στις 27 Οκτωβρίου 2010.

Tags:
  1. undertraining

    undertraining Εγώ επιλέγω που ανήκω. Και ανήκω ολοκληρωτικά.....

    To παρακάτω κείμενο είναι μία φανταστική αφήγηση και δεν ανήκει πραγματικά στην κατηγορία του personal experiences. Aπλά δεν μπορούσα να την βάλω κάπου αλλού.

    Είναι μία μυθοπλασία που συνδυάζει πραγματικότητες και προβληματισμούς, γεγονότα και σκέψεις και φιλοδοξεί να εντάξει το bdsm στην διάσταση που έχει μέσα στην πραγματική ζωή και όχι αποκομμένο από αυτή. Να διαλευκάνει τη ψυχολογία δύο πραγματικών ανθρώπων με ατέλειες στη ζωή και στις συμπεριφορές τους δύο ανθρώπων που συναντήθηκαν με αφορμή την αγάπη τους για την ηδονή που προσφέρει το bdsm και την οποία και γω προσωπικά προσυπογράφω. Δύο άνθρωποι που μπορεί να υπάρχουν μπορεί και όχι μπορεί να είστε εσείς που κρύβεστε πίσω από τον υπολογιστή μπορεί και να μην είστε.

    Η αφήγηση αυτή δεν έχει απλά στόχο να διαβαστεί. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να δω μέλη του forum να τη σχολιάσουν , να σχολιάσουν τις πράξεις και τις ψυχολογίες των ηρώων ακόμα και να προτείνουν με δικά τους κείμενα την αλλαγή της πλοκής ή τη συνέχειας της διαμορφώνοντας αυτό που για πολλούς θα φανεί γελοίο --το ξέρω- το πρώτο ηλεκτρονικό bdsm μυθιστόρημα που θα γραφεί από σχετικό forum με τη συμμετοχή όλωςν των μελών του.

    To bdsm είναι φαντασία και δημιουργία. Βάλτε τις σκέψεις σας και τις πραγματικές εμπειρίες σας πάνω στο κείμενο και ελπίζω να βγει κάτι καλό.

    Δεν ξέρω πραγματικά αν ταιριάζει στο ύφος του forum αλλά έχω δει αρκετά μέλη με πιο βαθιές πνευματικές ανησυχίες. Εχω βέβαια ένα φόβο ότι θα είναι μία πατάτα! Αν είναι παρακαλώ να το πείτε ευγενικά....!!

    Ευχαριστώ πολύ!


    MΕΡΟΣ Α’

    Πετάχτηκε ιδρωμένος…. Νόμισε ότι φώναξε αλλά μάλλον ήταν ιδέα του καθώς η Μαρία κοιμόταν ακόμα πάνω στο κρεβάτι χωρίς να αντιληφθεί κάτι. Είχε χρόνια να δει αυτό το όνειρο και όπως κάθε φορά τον αναστάτωσε. Εκνευρίστηκε. Προσπάθησε να σηκωθεί αλλά δεν τα κατάφερε Φώναξε δυνατά και άγρια στη Μαρία να τον λύσει. Αυτή ξύπνησε τρομαγμένη νομίζοντας ότι κάτι του είχε συμβεί το βράδυ και είχε χτυπήσει. Έσκυψε γρήγορα να τον λύσει ρωτώντας με αγωνία αν είναι καλά αλλά αυτός απλά έβαζε δύναμη σε χέρια και πόδια για να ξελυθεί και δεν μιλούσε.
    - «Τι έχεις, χτύπησες?»
    - «Λύσε με που να πάρει»
    - «Δεν μπορώ αν δε σταματήσεις να κουνιέσαι»
    Τον έλυσε. Πετάχτηκε από το πάτωμα αγριεμένος, την κοίταξε απειλητικά και έκανε μία κίνηση να την χτυπήσει αλλά οπισθοχώρησε. Η Μαρία έκανε να αντιδράσει αλλά αντίκρισε το βλέμμα του και σταμάτησε. Πάγωσε. Δεν καταλάβαινε.
    Πήγε στο μπάνιο και έκλεισε την πόρτα με δύναμη. Πονούσε όλο του το σώμα και ιδιαίτερα ο κώλος του, ενώ σε κάποια σημεία ήταν ακόμα εμφανή τα κοκκινίσματα από την ποικιλία μαστιγίων που είχε δοκιμάσει η Μαρία εχθές πάνω του. Έβγαλε με γρήγορες κινήσεις το κολάρο του και τα ροζ γυναικεία εσώρουχα που τον είχε βάλει να φορέσει και τα πέταξε στο καλάθι με μία αίσθηση σιχαμιάς. Είδε το σώμα του στον καθρέπτη. Ήταν ομολογουμένως πολύ αρρενωπός άντρας, καμία σχέση με το χθεσινό πειθήνιο αγοράκι που είχε βάλει τα κλάματα στα χέρια της Μαρίας από πόνο και ηδονή.
    Η Μαρία άνοιξε την πόρτα και τον είδε σε αυτή τη στάση. Καταλάβαινε πολύ καλά ότι ηλίθιες bdsmικές ατάκες δε χωρούσαν. Κάτι είχε συμβεί, φυσικά δεν καταλάβαινε τι αλλά έβλεπε έναν άλλο Πέτρο που τρεις μήνες τώρα σε καμία περίπτωση δεν είχε αντιληφθεί. Είπε να το πει γλυκά αλλά τις βγήκε αυστηρά όπως πάντα, ίσως και από συνήθεια.
    - «Θα μου πεις κάτι γι’ αυτό?»
    - «Όχι. Απλά θέλω να φύγεις αν γίνεται.»
    - «Καταλαβαίνεις ότι δεν είναι σωστή η συμπεριφορά σου»
    «Χέστηκα» σκέφθηκε ο Πέτρος αλλά δε μίλησε και απλά έκλεισε την πόρτα του μπάνιου.
    Η Μαρία μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε μετά από λίγο χωρίς φυσικά να τον χαιρετήσει. Ούτε και αυτός ήθελε να της μιλήσει. Ντύθηκε και κοίταξε από το παράθυρο το πρώτο φως της ημέρας να καλύπτει σιγά σιγά τον ορίζοντα. Η οργή είχε γίνει ντροπή. Συμμάζεψε το δωμάτιο βιαστικά βάζοντας όλα τα αξεσουάρ σε μία κούτα την οποία καταχώνιασε βαθιά στην ντουλάπα όπως έκανε από μικρός όταν ακόμα έμενε με τους γονείς του. Τακτοποίησε όλο το σπίτι σε χρόνο μηδέν και έκατσε στην κουζίνα να ψήσει καφέ. Είχε ώρα ακόμα μέχρι να φύγει για τη δουλειά.
    Άνοιξε το δερματόδετο σημειωματάριό του και τσέκαρε τα σημερινά ραντεβού μαζί με τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του. Αντίθετα με τους υπόλοιπους της γενιάς του, σε αυτόν άρεσε ο παραδοσιακός τρόπος γραφής σημειώσεων χωρίς να χρησιμοποιεί φορητούς υπερ - υπολογιστές σε μέγεθος τσέπης όπως οι υπόλοιποι συνάδελφοί του που επιδείκνυαν με καμάρι τον πολλών χιλιάδων Ευρώ τεχνολογικό εξοπλισμό τους αυτάρεσκα και με τάση ανταγωνισμού. Ολοκλήρωσε τον προγραμματισμό της ημέρας του και έστειλε μήνυμα στη γραμματέα του για κάτι έκτακτο που θυμήθηκε και έπρεπε να τακτοποιηθεί..
    Έμεινε να ξεφυλλίζει το σημειωματάριο αφηρημένος νοιώθοντας απλά τη μυρωδιά του δέρματος που του άρεσε τόσο πολύ μέχρι που το μάτι του έπεσε στο τηλέφωνό της. Το είχε γράψει με βιαστικούς χαρακτήρες όταν του το είχε δώσει σε ένα chatroom αφού πρώτα τον είχε βάλει να στηθεί μπροστά στην κάμερα και να αυτομαστιγώσει τα κωλομέρια του μέχρι να κοκκινίσουν πολύ. Του είχε πει να την καλέσει μετά από δύο ημέρες σε αυτό το τηλέφωνο συγκεκριμένη ώρα. Θυμάται την αγωνία που είχε όταν σήκωσε το ακουστικό για να την καλέσει. Είχε μεγάλες ελπίδες ότι θα ήταν η κατάλληλη γι αυτόν και ότι επιτέλους θα έβρισκε τον τρόπο να εκδηλώσει τις υποτακτικές του φαντασιώσεις και να βιώσει την εκπαιδευτική διαδικασία μετατροπής του σε σκλάβο. Απάντησε μία αγχωμένη θηλυκή φωνή που έτρεχε να προλάβει το λεωφορείο και που τον παρακάλεσε με μεγάλη ευγένεια – αν είναι δυνατόν!!!- να την καλέσει σε λίγο.
    Όταν την είδε από κοντά τη μεθεπόμενη μέρα ήταν απλά μία μεσόκοπη 40άρα χωρισμένη, που είχε γυρίσει στο πατρικό της σπίτι με τη μάνα της και τα γατιά της κουβαλώντας μαζί της το κακομαθημένο μοναχοπαίδι της που της έκανε τη ζωή κόλαση. Ήταν όμως πολύ όμορφη. Και επιβλητική. Ο τρόπος ομιλίας της, το κρύο χαμόγελο της και η απόλυτη και απροσποίητη ευγένειά της του έκαναν εντύπωση. Του εξήγησε ότι είχε πολύ καιρό να κάνει κάποιο session ως mistress και ίσως ήταν ακατάλληλη γι’ αυτόν, μιας και ο Πέτρος ήθελε κάτι πιο έμπειρο και σαφώς με περισσότερο χρόνο μιας και αυτή έπρεπε να δουλεύει πολλές ώρες για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα. Άσε που δεν είχε κάποιο χώρο Ο Πέτρος όμως ίσως νιώθοντας και την ανθρώπινη υπόστασή της, ίσως πάλι γιατί πίστευε ότι μπορούσε να ελέγξει το παιχνίδι μαζί της είτε πάλι γιατί του άρεσαν πάντα οι μεγαλύτερες επιβλητικές γυναίκες γονάτισε μπροστά της και την παρακάλεσε να τον αναλάβει. Έτσι γνωρίστηκε με τη Μαρία.
    Της παραχώρησε το υπόγειο του σπιτιού του να το διαμορφώσει όπως ήθελε:
    « Σε ένα στούντιο ακολασίας δηλαδή» του είπε γελώντας.
    Είχε πολύ χιούμορ η Μαρία. Ερχόταν όποτε μπορούσε αργά τα απογεύματα και έφερνε πράγματα στην αποθήκη, την είσοδο στην οποία είχε απαγορέψει ρητά στον Πέτρο. Μετά ερχόταν πάνω στο σπίτι του και έτρωγαν μαζί συζητούσαν και έβλεπαν ταινίες. Έκλαψαν και γέλασαν μαζί, συμφωνώντας με έναν απόλυτα μαγικό τρόπο στις ταινίες που τους άρεσαν. Μαγείρεψαν μαζί τα πιο άνοστα φαγητά. Πέρασαν ευτυχισμένες στιγμές. Ο Πέτρος είχε χαλαρώσει και σχεδόν ξεχάσει ότι ήταν η αρχή ενός παιχνιδιού υποταγής. Δεν το συζήταγαν καθόλου. Μπορεί να είχε αρχίσει να ερωτεύεται ….! Έμαθε πολλά πράγματα για αυτήν και αυτή έμαθε πολλά πράγματα γι αυτόν. Αλλά για το τι θα ακολουθούσε δε συζήτησαν καθόλου. Ούτε για το βαθύ τους παρελθόν. Μόνο επιφανειακά πράγματα, αυτά που νομίζεις ότι χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο αλλά στην ουσία δεν είναι τίποτα άλλο από χαλαρές σημειώσεις που αν τις διαβάσεις εκ των υστέρων δεν βγάζουν κανένα μα κανένα νόημα.
    Δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο σπίτι. Άνοιξε την ντουλάπα και χάζεψε τη μεγάλη συλλογή υποκαμίσων όπως του άρεσε να κάνει και παλαιότερα μιας και η Μαρία διάλεγε πλέον τα ρούχα που θα φορούσε. Διάλεξε το πουκάμισο που η Μαρία σιχαινόταν αλλά αυτός λάτρευε. Και το συνδύασε με τη γραβάτα που του είχε κάνει δώρο…. Όχι από εκδίκηση αλλά επειδή του άρεσε. Ντύθηκε επιβλητικά και όμορφα όπως άρμοζε στη θέση και τη φήμη του. Κατευθύνθηκε προς την έξοδο και πέρασε μπροστά από τη μικρή πόρτα της αποθήκης που είχε μείνει ανοιχτή από εχθές το βράδυ. Σταμάτησε αποφασιστικά, την έκλεισε και την διπλοκλείδωσε. Όλα όσα είχαν γίνει εκεί τώρα φαίνονταν πολύ μακρινά. Με το κλείδωμα της πόρτας νόμισε ότι άφησε όλα αυτά χρόνια πίσω – τι ηλίθια σκέψη! Για μία ακόμα φορά πίστεψε ότι κλειδώνοντας το παρελθόν το ξεφορτώνετε για πάντα.
    Είχε αποκτήσει την αυτοπεποίθησή του ξανά. Κατάφερε με έναν αφοπλιστικό τρόπο να χαλιναγωγήσει την ντροπή του. Ήταν πάλι ο δυναμικός κ. Πέτρος, ο πέραν πάσης αμφιβολίας επιτυχημένος, ο υπεύθυνος και μετρημένος, αυτός που θα έδινε λύση σε κάθε πρόβλημα και που κάθε φορά που σε κοιτούσε στα μάτια ένιωθες σιγουριά και γαλήνη . Η ήρεμη δύναμη τον είχαν ονομάσει και όχι άδικα οι φίλοι του οι ο οποίοι όμως απέφευγαν να τον καλούν στις αυθόρμητες συναντήσεις τους. Άλλωστε ήταν δύσκολο να τον πάρεις τηλέφωνο και να συζητήσεις για τον υπέροχο κώλο της γραμματέας του. Θα έπρεπε να έχεις κάτι σοβαρό για να συζητήσεις μαζί του ή τουλάχιστον σοβαροφανές. Ήταν μονόχνοτος μοναχικός και συντηρητικός? Αν άνηκες στην απέναντι πλευρά θα τον χαρακτήριζες έτσι …. Στην πλευρά όπου ανήκουν οι χαζοχαρούμενοι, οι πολυλογάδες κενολόγοι και οι διάσημοι αργόσχολοι πολυσχολιαστές.
    Έκανε κρύο. Η πρώτη πραγματικά κρύα ημέρα του χειμώνα έκανε πολύ καλά τη δουλειά της: Περόνιαζε το κορμί διαπεραστικά και σε δευτερόλεπτα καθάρισε τη θολούρα της υγρασίας και της ζέστης από την ψυχή του ανθρώπου. Ο Πέτρος πάντα ταύτιζε γελώντας μια βαθιά ανάσα σε τέτοιο καιρό με τον εξαγνισμό, ήταν παιδί του χειμώνα άλλωστε. Πήρε τη δόση του, χαμογέλασε και προχώρησε προς το αυτοκίνητο του. Έβαλε τη τσάντα του στο πίσω μέρος και κοντοστάθηκε σε μία κούτα με cd. Την άνοιξε και έβαλε το χέρι του στο βάθος. Δεν μπορούσε να βρει αυτό που ήθελε και την αναποδογύρισε. Τα cd χύθηκαν στο πίσω κάθισμα και από αυτά επέλεξε τρία: Τρύπες, Lynard Skynard και ένα cd με δημοτικά που είχε να ακούσει χρόνια. Όχι από αυτά που νιανιαδίζει η μουσική με το βιολί σε ένα μονότονο ρυθμό για να χορεύουν οι ντροπαλές γυναίκες κάποτε και τα ξέκωλα με τις κοντές τις φούστες στους γάμους σήμερα. Από αυτά που μπορούσαν να σταθούν χωρίς μουσική που είχαν τόσο δύναμη τα λόγια τους που τα βιολιά έμοιαζαν περιττά στολίδια. Αυτά που τραγουδούσαν οι άντρες δυνατά ολόγυρα στο τραπέζι με το κρασί και ο ίδιος σιγοτραγουδούσε σε μια γωνιά ακολουθώντας το ρυθμό όταν ήταν πιτσιρικάς. Απ΄ αυτά που καλύτερα απ΄ όλους τραγουδούσε ο πατέρας του. Έσπρωξε το cd στην υποδοχή έβαλε μπροστά το αυτοκίνητο και για πρώτη φορά στη ζωή του τραγούδησε βροντερά και καθαρά του στίχους που ήξερε απ΄ έξω.

    ---------- Post added at 11:53 ---------- Previous post was at 10:42 ----------

    O.K.! Eχω κάνει λάθος!! Επρεπε να μπει στα personal experiences και όχι στο fetish discussion! Η ταχύτητα και η απροσεξία! Αν κάποιος ξέρει πως μπορεί να μεταφερθεί ας μου πει!!!
     
    Ninevi, gaby, alnair and 1 other person like this.
  2. aria

    aria New Member

    Απάντηση: ΠΛΑΘΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

    Πολύ καλή ιδέα και πολύ ενδιαφέρουσα αρχή. Με κέντρισε ιδιαίτερα η οπτική από την οποία αναπτύσσεις τον κεντρικό χαρακτήρα.
     
  3. Astrovroxi

    Astrovroxi Το κοπρογατο Του...

    Απάντηση: ΠΛΑΘΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

    Μου αρέσει ο τρόπος έκφρασης.Στρωτός και λιτός χωρίς πομπώδεις εκφράσεις και δήθεν.....Αδημονώ γιά την συνέχεια:nod:
     
  4. cadpmpc

    cadpmpc Contributor

    Απάντηση: ΠΛΑΘΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

    Kαλός! Πολύ καλός!!!
    Αν τα τραγούδια ήταν από το Πωγώνι... ακόμα καλύτερος!
     
  5. thaleia

    thaleia Regular Member

    Απάντηση: ΠΛΑΘΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

    μηδεν αγαν ελεγαν οι προγονοι
    και μετρον αριστον επισης ..
    καθε τι υπερβολικο που ξεπερνα το μετρο σε "σπαει"
    και προκαλει αντιδρασεις αναλογες του πρωταγωνιστη σου
    το εχω βιωσει προσφατα με αποτελεσμα την αποχωρηση μου απο
    το bdsm ως τροπο αναζητησης της ηδονης
    πες λοιπον στον κ. Πετρο οτι τον κατανοω απολυτως.
     
  6. XplorR

    XplorR New Member

    Απάντηση: Πλάθοντας την πραγματικότητα

    Δυνατά ξεκίνησες, αλλά άρχισα να βλέπω μια κοιλίτσα προς το τέλος... για να δούμε τη συνέχεια...
     
  7. sk

    sk Regular Member

    Απάντηση: Πλάθοντας την πραγματικότητα

    Πολύ ενδιαφέρουσα αρχή και ωραίος τρόπος γραφής...φαντάζει τουλάχιστον πολύ αληθινό. Αναμένουμε την συνέχεια :)

    sk
     
  8. blindfold

    blindfold Regular Member

    Απάντηση: Πλάθοντας την πραγματικότητα

    ενδιαφέρΟΥΣΑ πορεία

    εφόσον αναζητάς σχόλια ,προσωπικά ,βλέπω προς το τέλος ένα πλάτειασμα που με αποτρέπει να διαβάσω αυτό το σημείο
     
    Ninevi likes this.
  9. Maley

    Maley Regular Member

    Απάντηση: Πλάθοντας την πραγματικότητα

    πολυ καλο..αναμενομεν..
     
  10. undertraining

    undertraining Εγώ επιλέγω που ανήκω. Και ανήκω ολοκληρωτικά.....

    Απάντηση: Πλάθοντας την πραγματικότητα

    Kατ' αρχήν να ευχαριστήσω πολύ αυτόν που φρόντισε να διορθώσει το λάθος μου και να μεταφέρει το κέιμενο στο personal experiences. Eπίσης ευχαριστώ για τα πρώτα σας σχόλια!

    Μέρος Β.

    Έσπρωξε την πόρτα απαλά για να μην κάνει θόρυβο αλλά ο κόκκινος γάτος την πρόδωσε γουργουρίζοντας για να την υποδεχθεί. Η μητέρα της, ξύπνια από ώρα, ανήσυχη και με δυσκολία σηκώθηκε από το σιδερένιο κρεβάτι που έτριξε διαπεραστικά, όπως άλλωστε έκανε τα τελευταία πενήντα χρόνια. Δεν την περίμενε, της είχε πει ότι θα πήγαινε κατευθείαν στη δουλειά και ότι θα ερχόταν το μεσημέρι: «να προσέχεις το παιδί» της είχε πει απλά και την είχε αφήσει με την συνήθη απορία στο βλέμμα. Είχε βαρεθεί να την εκφράζει με λόγια: «τι θα πω στο παιδί όταν θα ρωτήσει που είσαι?»
    Πρόσεξε αμέσως τα κόκκινα μάτια και τη στενόχωρη έκφραση στο πρόσωπο της κόρης της. Η Μαρία νόμισε ότι θα προλάβαινε να την καθησυχάσει:
    «Πολύ κρύο έξω…. Και πρέπει να με τριγυρνάει κάποιο συνάχι»
    Χαμήλωσε τα μάτια και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο του παιδιού. Έσκυψε πάνω στο μισοξεσκέπαστο προσωπάκι και του έδωσε ένα απαλό φιλί λατρείας. Έφυγε σχεδόν τρέχοντας για να μην το ξυπνήσει με τα αναφιλητά της. Δεν μπορούσε να κουμπώσει με τίποτα τον εαυτό της. Τα πάντα είχαν ξεχειλίσει και δεν μπορούσε να τα συγκρατήσει. Το τελευταίο ταλέντο που πίστευε ότι της είχε απομείνει είχε κάνει και αυτό φτερά.
    Απέφυγε τη μάνα της που περίμενε ακόμα όρθια στο ίδιο σημείο που την είχε αφήσει: «Θέλεις να πιούμε μαζί καφέ και να μιλήσουμε?» την άκουσε να ψιθυρίζει.
    Να της πει τι? Ότι τσακώθηκε με τον άντρα που εχθές το βράδυ είχε δεμένο στο υπόγειό του, μαστίγωνε με μανία και σχεδόν βίαζε με το strapon της? Ή να τις αραδιάσει ένα νέο παραμύθι ότι δεν τα πήγαινε καλά με εκείνο τον πολύ ενδιαφέροντα άνδρα που είχε γνωρίσει και που τη σεβόταν και την πρόσεχε τόσο πολύ? Δεν είχε καμία απολύτως όρεξη να σκηνοθετήσει ακόμα ένα ψέμα. Ήθελε χώρο να αναπνεύσει και να σκεφτεί. Ή απλά να κλάψει. Και το έκανε στο ίδιο ακριβώς σημείο που πάντα γύριζε να το κάνει. Το παιδικό της δωμάτιο.
    Ήταν ένας μικρός παράδεισος, το ωραιότερο μέρος σε όλο το πατρικό σπίτι αλλά και σ’ όλο τον κόσμο. Είχε ένα μεγάλο παράθυρο που έβλεπε στην πίσω αυλή. Παρότι η μεγάλη μυγδαλιά δεν άφηνε σχεδόν ποτέ να μπει ήλιος μέσα στο δωμάτιο, της Μαρίας της φαινόταν πάντα φωτεινό - ιδίως την Άνοιξη που η πίσω αυλή γέμιζε χρώματα και λουλούδια. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι αφίσες και φωτογραφίες. Beatles, Kinks, Doors αλλά και Sting, Duran Duran κτλ. μία αφίσα από την Καζαμπλάνκα και δύο τεράστιες φωτογραφίες του Σον Κονερι και του Κούρκουλου. Μία βιβλιοθήκη με δυσανάλογα μεγάλο για το μέγεθος της αριθμό βιβλίων στα ράφια της, ένα σκούρο καφέ γραφείο με την ασορτί κλασική ξύλινη καρέκλα - χωρίς ροδάκια φυσικά - , μία σύγχρονη ντουλάπα που είχε βάλει πριν ένα χρόνο όταν μετακόμισε και που τελικά όντως δεν ταίριαζε καθόλου και ένα μεγάλο κάδρο φελλού με φωτογραφίες συμπλήρωναν το μονίμως- ακόμα και τώρα – ξέστρωτο κρεβάτι. Απλός που είναι ο παράδεισος…..
    Στον κάδρο με τις φωτογραφίες εμφανίζονταν χρονολογικά όλη η ιστορία της ή καλύτερα η ιστορία που μπορούσε να αφήσει να φαίνεται γιατί η υπόλοιπη ήταν καλά κρυμμένη και κλειδωμένη από μάτια που δικαίως δε θα μπορούσαν να καταλάβουν και να δικαιώσουν. Ναι είχε μανία με τις φωτογραφίες και την αποτύπωση της ιστορίας. Όχι μόνο σαν τέχνη αλλά σαν ιστορική μνήμη και ντοκουμέντα. Σε αυτό το κάδρο δεν είχε καμία φωτογραφία με την οικογένειά της. Η μόνη οικογενειακή φωτογραφία που είχε κρατήσει, μόνιμα φυλαγμένη βαθιά στο πορτοφόλι της, ήταν με τον πατέρα της στο Λονδίνο όταν σπούδαζε εκεί. Η πρώτη φωτογραφία ήταν στο μαιευτήριο, η δεύτερη μωράκι με ένα κομμάτι ψωμί στο χέρι να προσπαθεί να το δαγκάσει, ή τρίτη ντυμένη πριγκίπισσα σε πάρτι στο νηπιαγωγείο η τέταρτη με ένα κατσικάκι στην αγκαλιά στο χωριό και η πέμπτη σημαιοφόρος στο δημοτικό κ.τ.λ..
    Ήταν μοναχοπαίδι όχι από ιδεολογία όπως στις μέρες μας αλλά γιατί οι γονείς της με μεγάλη δυσκολία έκαναν παιδί. Ήταν όχι μόνο η μεγάλη ελπίδα της οικογένειας αλλά και η μεγάλη ελπίδα ολόκληρου του γένους! Το παιδί υπόδειγμα το παιδί θαύμα το παιδί που μίλησε πρώτο το παιδί που όλοι οι μεγάλοι θα επιθυμούσαν να έχουν για κόρη. Πάντα πρώτη, πάντα επιμελής, πάντα ευγενική και με συμπεριφορά μικρής κυρίας μοίραζε αρνήσεις φόβου σε όποιο αγόρι πήγαινε να την πλησιάσει. Πάντα πιεσμένη, πάντα προσποιητά ευτυχισμένη, πάντα με τη σκιά της μητέρας της πάνω απ’ αυτή. Μέχρι μία Παρασκευή στη δευτέρα Λυκείου όπου το έσκασε από το μεγάλο παράθυρο για να πάει σε ένα πάρτι του σχολείου ήπιε για πρώτη φορά λίγο ουίσκι, έκανε το πρώτο και τελευταίο της τσιγάρο, έπαιξε την μεθυσμένη και κατά τις τέσσερις το πρωί βρέθηκε να παίζει το πουλί του κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερου της μπάρμαν στο άλσος της Φιλαδέλφειας.
    Τον έκανε να νομίζει ότι αυτός την παρέσυρε και ανέβηκε στο μηχανάκι του, ένα βρώμικο ερείπιο που με το ζόρι τους πήγε μέχρι το άλσος. Ο μπάρμαν έμεινε στήλη άλατος εκεί. Ανακάλυψε ότι τελικά αυτή τον είχε παρασύρει! Τον έβαλε να καθίσει με ανοιχτά τα πόδια ανάποδα πάνω στο μηχανάκι και έκατσε απέναντί του. Ξεκούμπωσε αποφασιστικά την μπλούζα της και άφησε το μεσαίου μεγέθους καλοσχηματισμένο στητό και αγνό στήθος της να φανεί μπροστά του. Πήγε να το χαϊδέψει αλλά δεν τον άφησε.
    «Φίλησε το όπως στις ταινίες» του είπε απαιτητικά
    Ο μπάρμαν ήξερε και πήγε αμέσως στις ρόγες και άρχισε να τις πιπιλάει και να τις δαγκώνει. Την τρέλανε αυτό.
    «Άλλο τελικά να στο κάνει άλλος και άλλο μόνη σου σκέφθηκε» και γρήγορα άπλωσε το χέρι της να ξεκουμπώσει το παντελόνι του. Είχε μεγάλη αδημονία να χαϊδέψει ένα πέος όπως το έλεγε η εγκυκλοπαίδεια ή έναν πούτσο όπως το έλεγαν οι συμμαθήτριες της. Απογοητεύθηκε που ήταν ήδη καυλωμένος, ήθελε να δει όλη την διαδικασία ανάπτυξής της στύσης και το έσφιξε δυνατά να δει πόσο σκληρό ήταν. Τον πόνεσε αλλά του άρεσε και της ζήτησε να το γλύψει:
    «Θα σου δείξω εγώ πως» της είπε μάγκικα και ψιθυριστά στο αυτί ενώ προσπαθούσε να κατευθύνει τα χέρια του κάτω από τη φούστα της
    Αυτή δεν του έδωσε σημασία και κατεύθυνε τα χέρια της προς τα αρχίδια του. Έσκυψε να τα δει από κοντά, αυτός νόμιζε ότι θα του πάρει πίπα, έκανε να αρχίσει να πει τον τρόπο αλλά αντί αυτού από στόμα του βγήκε μία κραυγή πόνου. Η Μαρία είχε πιέσει με δύναμη τα αρχίδια του για να δει πως είναι και τι είναι τελικά (δύο τα μέτρησε και όχι τρία όπως νόμιζε!).
    Του έκλεισε το στόμα με ένα φιλί και του ψιθύρισε αυτή τη φορά εκείνη στο αυτί:
    «Θα με πηδήσεις με τον τρόπο που θέλω εγώ και όχι εσύ!» Απόρησε και η ίδια που ξεστόμισε κάτι τέτοιο ενώ ταυτόχρονα χάιδευε απαλά το πέος του μπάρμαν που ανακτούσε τη χαμένη από τον πόνο στύση. Το έβαλε στο στόμα της και το δάγκωσε απαλά! Αυτή τη φορά ο μπάρμαν δαγκώθηκε και δεν είπε τίποτα. Δεν είχε καμία πρόθεση να του πάρει πίπα απλά ήθελε να δει πως είναι. Άσε που της μύρισε κάτι… Τραβήχτηκε γρήγορα γδέρνοντας τον απαλά με τα δόντια της.
    Τον είχε τρελάνει η συμπεριφορά της. Του κατέβασε το παντελόνι και τον καβάλησε. Είχε σηκώσει την φούστα της και έτριβε το μουνί της στο πέος του πάνω στο μούσκεμα παιδικό της εσώρουχο βγάζοντας πνιχτές ανάσες ηδονής. Ήθελε να παραμερίσει το εσώρουχο της και να νοιώσει την εισχώρηση. Δεν ήταν σίγουρη όμως αν ήθελε να χάσει την παρθενιά της και να δει το πρώτο αίμα να κυλάει στο πάρκο. Δεν το είχε ονειρευτεί έτσι. Είχε ακούσει όμως το ίδιο βράδυ σε μία κοριτσοπαρέα άγνωστη σε αυτή - από την τρίτη Λυκείου μάλλον- που καθόταν δίπλα της ότι αν θέλεις να μείνεις παρθένα θα μπορούσες να δοκιμάσεις από τον κώλο. Είναι το ίδιο απολαυστικό. Του είπε να βγάλει το προφυλακτικό και να της δώσει να του το φορέσει. Το έβγαλε άτσαλα και το κατέστρεψε. Ευτυχώς είχε και άλλο μαζί.
    «Πες μου ρε μαλάκα πως μπαίνει»
    Της έδειξε, είχε τρελαθεί από καύλα.
    «Θα με πηδήξεις μόνο από τον κώλο. Κατάλαβες?»
    Έγνεψε καταφατικά και τρελός από χαρά έβαλε το χέρι του πάνω στην κωλοτρυπίδα της να την χαϊδέψει. Της άρεσε και προσπάθησε να τη πιέσει πάνω στον πούτσο του. Δεν έμπαινε. Προσπάθησε πάλι με δύναμη αλλά μάταια.
    «Θες να δοκιμάσουμε αλλιώς?» τις είπε διστακτικά.
    «Πως?» ρώτησε αυστηρά.
    Την πήρε από το χέρι και την έστησε στα τέσσερα πάνω στο χώμα αφού έστρωσε πρώτα την μπλούζα του…. Φίλησε το απαλό κωλαράκι της και έσπρωξε αρχικά απαλά μετά με μεγαλύτερη δύναμη. Μάταια! Η Μαρία εκνευρίστηκε.
    «Πιο δυνατά» Ήταν πολύ στενή κι πονούσε αλλά ο πούτσος δεν μπορούσε να εισχωρήσει. Ήταν τρελή από ηδονή.
    «Χέστο……. Πήδα το μουνί. Τώρα!». Πως αλήθεια είχε πει κάτι τέτοιο.! Ένοιωσε τον πρώτο πόνο, ένα ξάφνιασμα, ένα μούδιασμα αλλά μικρή ηδονή. Δεν κατάλαβε ακριβώς τι αισθάνονταν και δεν πρόλαβε να κατανοήσει καθώς ο μπάρμαν κατάφερε να μπει και να βγει μόλις πέντε-έξι φορές πριν τον αισθανθεί να σπαρταράει κάπως άτσαλα και όχι ρυθμικά μέσα της. Τραβήχτηκε. Τον κοίταξε απειλητικά και με απορία. Μόνο αυτό ήταν? Αλλά το ξέχασε αμέσως και χάιδεψε με αγωνία το χώρο ανάμεσα στο σκέλια της. Αισθάνθηκε κάτι λίγο σε υγρό. Σηκώθηκε έβαλε τα δάχτυλά της μπροστά στο φως της μηχανής και είδε το λίγο αίμα πάνω σε αυτά. Χαμογέλασε. Γύρισε προς τον μπάρμαν και με ύφος διαταγής του είπε να την πάει σπίτι της. Αυτός γεμάτος ντροπή υπάκουσε…. Κάτι πήγε να τις πει αλλά τον σταμάτησε με μια ματιά.
    Όταν γύρισε στο σπίτι είχε ήδη ξημερώσει, η μάνα της την περίμενε με διάθεση να τη δείρει, αλλά αυτή μπήκε αποφασιστικά με τα κλειδιά της από τη μπροστινή πόρτα κάνοντας όσο ακριβώς θόρυβο θα έκανε και μία φυσιολογική είσοδός της. Μόνο το αποφασισμένο πρόσωπό της πρόλαβε να δει η μητέρα της πριν οπισθοχωρήσει και απλά ρωτήσει με σιγανή φωνή που ήταν όλο το βράδυ. «Πηδιόμουνα» της απάντησε αφοπλιστικά και με ήρεμη φωνή. Ακόμα βέβαια η μητέρα της πιστεύει ότι κάτι άλλο έκανε όλο εκείνο το βράδυ και ότι τις είχε πει ψέματα! Περίεργος που είναι ο κόσμος όταν προσπαθεί να διακρίνει το ψέμα από την αλήθεια!
    Από εκείνη τη στιγμή άρχισε η «κάτω βόλτα». Έτσι τουλάχιστον πίστευαν οι άλλοι γιατί αυτή απολάμβανε κάθε στιγμή. Επιλέγοντας πάντα μεγαλύτερους άνδρες με μόνο κριτήριο την ηδονή που πίστευε ότι ήταν σε θέση να της προσφέρουν είχε περάσει το στάδιο του αγνού παιδικού έρωτα χωρίς να πάρει μυρωδιά από αυτό και ζούσε την απόλυτη σαρκική απόλαυση. Οι οργασμοί που ένοιωθε όπως σε κάθε άνθρωπο που ζει τις πρώτες του εμπειρίες ήταν οι καλύτεροι της ζωής της γιατί είχαν το στοιχείο του πρωτότυπου, του αιφνιδιασμού και της έκπληξης. Πάντα σε όλη την υπόλοιπη ζωή της προσπαθούσε να βρει τρόπο να φτάσει σε αυτά τα επίπεδα απόλαυσης δοκιμάζοντας νέα παιχνίδια αλλά όσο και αν πλησίαζε ακόμα δεν τα κατάφερνε. Ή μήπως τα κατάφερε με τον Πέτρο?
    Την επόμενη χρονιά απέτυχε παταγωδώς στις πανελλήνιες για την ιατρική και δεν πέρασε πουθενά. Και τη δεύτερη χρονιά που δοκίμασε κατάφερε να περάσει σε κάποιο ΤΕΙ σε ένα μέρος που είχε ξεχάσει πια. Δεν ήθελε να ομολογήσει ότι απογοητεύθηκε πολύ αλλά προσπαθούσε να περάσει στους άλλους ένα μήνυμα ότι δήθεν δεν την ενδιέφερε. Η μητέρα της πάντως από τότε είχε να κυκλοφορήσει στη γειτονιά!
    Άρχισε να αγχώνετε. Δεν είχε προβλέψει ότι θα αισθανόταν κάτι τέτοιο και ότι η πεποίθησή της ότι δεν την ενδιαφέρει το Πανεπιστήμιο θα ήταν τόσο ψεύτικη. Είχε γαλουχηθεί άλλωστε -χωρίς φυσικά να το παραδέχεται ακόμα και τώρα- στην ιδέα ότι το Πανεπιστήμιο ήταν μονόδρομος. Ήταν σε αδιέξοδο και δεν ήξερε πραγματικά πιο δρόμο να ακολουθήσει και πώς να γεμίσει το χρόνο της. Το σχολείο και μετά το φροντιστήριο γέμιζαν το χρόνο της έστω και άσκοπα πριν βρεθεί σε μία ανδρική αγκαλιά. Τώρα αυτός ο χρόνος ήταν κενός και την βάραινε με αποτέλεσμα ούτε την ηδονή να μπορεί να βιώνει με τον ίδιο τρόπο όπως έκανε μέχρι τώρα. Βασικά σταμάτησε. Κλείστηκε. Βαριόταν, δεν είχε παρέες και αληθινούς φίλους –τι τους χρειάζεται άλλωστε- δεν ήθελε να πέσει χαμηλά και να πάει σε μία σχολή τυχαία που δεν της άρεσε και να γίνει μία ακόμα από της κυρίες της γειτονιάς της που γέρασαν μέρα με τη μέρα να περιμένουν το λεωφορείο για να πάνε στη δουλειά τους . Είχε το μικρόβιο της πετυχημένης γυναίκας που ξεχωρίζει που τώρα μετά πολύ καιρό είχε ξανά κάνει την εμφάνισή του στο δέρμα της σαν αλλεργία.
    Ο πατέρας της παρατηρούσε όλα αυτά από μακριά. Είχε ένα μικρό ξυλουργείο ξεχασμένο από το χρόνο και την τεχνολογία, δύο τετράγωνα μετά το σπίτι. Μετά τη δουλειά του άρεσε να χαζεύει δημιουργώντας τεχνουργήματα αμφιβόλου αισθητικής αργώντας να γυρίσει σπίτι. Του άρεσε να μιλά περισσότερο με τον εαυτό του παρά σε άλλους. Αγαπούσε πολύ τη Μαρία αλλά με τρόπο αντίθετο από τη γυναίκα του. Αυτός δεν ήθελε να πάρει κάτι από αυτή, παρά μόνο να βλέπει την ευτυχία στα μάτια της. Ήταν ο μόνος λόγος που μπορούσε να χαρεί και να λυπηθεί η μόνη σπίθα που του δημιουργούσε κάποιο συναίσθημα στη κουρασμένη - βαριεστημένη ψυχή του. Παρατηρούσε και καταλάβαινε όχι τόσο για τον έκκλητο βίο της κόρης του - αν και υποψιαζόταν - όσο για τη κακή ψυχολογική της κατάσταση. Καταλάβαινε ότι την προβλημάτιζε το μέλλον και ήθελα από κάπου να πιαστεί. Τα άγχη της, η αγωνία της ήταν και δικά του.
    Εκείνη τη Δευτέρα σηκώθηκε νωρίς. Έκατσε στο τραπέζι της κουζίνας, ψευτοάνοιξε το παράθυρο για να φεύγει ο καπνός από το τσιγάρο έβαλε τα μικρά του γυαλάκια και πήρε μπροστά του τα βιβλιάρια της Αγροτικής και της Εθνικής όπου μαζεύονταν για χρόνια όλα τα περισσεύματα της ζωής τους. Σημείωσε στο χαρτί δύο αριθμούς έβαλε για πρώτη φορά εδώ και καμιά δεκαετία το κουστούμι του και βγήκε στο δρόμο για την τράπεζα. Γύρισε χαμογελαστός αφού ο φίλος του ο τραπεζικός του είχε υποσχεθεί να κάνει τα πάντα για να του εξασφαλίσει το μικρό δάνειο που χρειαζόταν με υποθήκη το σπίτι. Κόλλησε το πωλητήριο πάνω στο κόκκινο LADA και μπήκε θριαμβευτής στο σπίτι. Ξύπνησε με φιλί την κόρη του που από το χθεσινό ξενύχτι τα είχε ακόμα λίγο χαμένα είπε στη γυναίκα του να ντυθεί καλά και τις πήρε και τις δύο από το χέρι έχοντας αποτυπωμένη στο μυαλό του τη διεύθυνση του Βρετανικού Συμβουλίου που είχε δει την προηγούμενη μέρα στην εφημερίδα.
    Έτσι η Μαρία βρέθηκε στην Αγγλία φοιτήτρια οικονομικών πλάι σε όλα τα εκκολαπτόμενα μεγαλοστελέχη της εποχής.
     
  11. alnair

    alnair Regular Member

    Απάντηση: Πλάθοντας την πραγματικότητα

    Όμορφο, αναμένω τη συνέχεια :)
     
  12. Απάντηση: Πλάθοντας την πραγματικότητα

    υπέροχα
    αναμένουμε τη συνέχεια!