Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ραψωδία (Μη)

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Ηλίας, στις 1 Απριλίου 2026 at 10:35.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    (απόσπασμα)

    Στον κόσμο του Ερ…

    -Μη !

    Ο ήλιος το κόκκινο υγρό πανί του πάνω στο πρόσωπο της πετά. Ο Perte με δέος τη χαζεύει. Η δωρική με γωνίες ομορφιά της, πιτσιλισμένη με ροζ ασύμμετρους λεκέδες που της χαρίζουν ευαλωτότητα, ανακατεύοντας το βέβαιο με το α, σε δύο ρεύματα αντίθετα. Ο ίδιος την πνοή κρατά.

    Ο λόγος του μισού από της ομορφιάς το δέος και το υπόλοιπο στη λεπίδα που ανοίγει αργά το δέρμα στη τραχεία του.

    -Μη !! Η φωνή πιο δυνατή, η Tea υποχωρεί, μαζί και το μαχαίρι της από του Perte το μοιραίο νεύρο. Ο Λεξ ξεφυσάει μαζί και τα κοράκια, ανακουφισμένοι μα πριν προλάβ…

    Ο Πόλεμος της Τροίας

    Ραψωδία “Μη”

    …η Tea στο αγέρι το σώμα καμπυλώνει και δυο ακόμα Τρώες στο έδαφος καρφώνει. Τρεις στο δρόμο ακόμα βρίσκει, τέσσερις τους κάνει. Ο ένας τροφή για τα σκυλιά.

    Max the Dog is dead

    Με χάρη προσγειώνεται σ’ αυτούς που στον Λεξ στέκονταν τη ζωή να του φυλάξουν. Το αίμα συμμετρικά στο δέρμα τους κυλά.

    Οι στρατιώτες πριν ακόμη ο Λεξ ανάσα πάρει έχουν εξαφανισθεί. Μια λέξη εισβάλει στο συνεχές με δύναμη από το στόμα του.

    -Φτάνει !!! Ο σκοπός ήταν να ξεσκουριάσεις, όχι το στρατό μου να χαλάσεις.

    Η Tea χαμόγελο χαρίζει, το μαχαίρι της σκουπίζει και στα μαλλιά της κρύβει.

    -Μου θυμίζεις κάποια. Στο καλοκαίρι το αιώνιο, μαζί της έτρεχα, πριν από χιλιάδες χρόνια.

    Η Tea τα ρούχα της στον ουρανό τινάζει, δράκοι τα στεγνώνουν και το σώμα της στο μάρμαρο απλώνει.

    -Γιατί έφυγε; Ο Λεξ το φως ακολουθεί. Το κόκκινο της χνούδι, χρυσό το κάνει.

    -Για να καλπάσει στο κύμα του Χειμώνα.

    -Της μοιάζω.

    -Ναι.

    Η Tea σηκώνεται απότομα, το στήθος της κοιτά τον ήλιο.

    -Που είναι η μάχη;

    Replica’s war

    Κάπου μακριά, μα και τόσο πολύ κοντά…

    Του Κλαδευτή η ομορφιά δε του ταιριάζει.

    Γιατί η βία να μην είναι γελοία και ωμή;

    Της ζωής μόνο το ωραίο της αρμόζει.

    Γιατί να μη θέλεις το Ω εδ ώ να Μη φωλιάζει;

    Για να Μη θες τη σπορά σου να απολαύσεις σε μέρες φωτεινές;

    Ο Ρωμύλος, άσχημος, γελοίος, στα αίματα βλαμμένος, να χαράζει στους στίχους τ’ όνομα του για του ήρωα τα θέματα.

    Στα πόδια του νικητή και μη χαμένου, το χλομό, μαρμάρινο, όμορφο του Αχιλλέα το κεφάλι.

    -Πεθαίνουν οι ήρωες; Ο Κροίσος την ουρά του στο πάτωμα, με τη θλίψη να φοράει για γιακά.

    -Όχι, αθάνατοι για πάντα μένουν, όσο θα υπάρχουν αυτοί που για πάντα τους θυμούνται. Η Όμηρος, μάτια ψάχνει να φορέσει για γυαλιά.

    -Τους θυμούνται; Ποιοι;

    Πλάσμα ανοίκειο στο μαύρο που μαζί του σέρνει και στη σκηνή μπαίνει.

    Φίδι είναι ή γυναίκα; Δράκος ή θεά;

    Μια φωνή σπαραχτική στο πεντάγραμμο με πυραύλους χώρο ανοίγει και άλλες δύο γραμμές του βάζει.

    -Γιέ μου!!!

    Η μάνα του; Η ουρά του Κροίσου στα σύννεφα κεντάει αλλά στο μετά κάτι καλά δεν πάει και τη κλωστή πετά.

    -Μα πώς γίνεται; Μάνα αυτή να είναι; Πλοκάμια έχει και σε άνθρωπο δε φέρνει.

    Ο λυγμός της Μάνας σεισμός που το έδαφος πληγώνει.

    Ο Ρωμύλος στο Τάρα κούνια κάνει και τα ζωύφια μαζί του. Το έδαφος ανοίγει και από εκεί εισβάλλουν…

    -Ένα, δύο, ένα, δύο. Ένα στ’ αριστερό !

    …χιλιάδες της λιμνούπολης στρατιώτες, παπιά στο μέγεθος κονκάρδας.

    Μπροστάρηδες, ηγέτες, τα άσχημα glitchιάρικα και άτριχα παπιά. Οι πολιτικοί και κυβερνήτες.

    -Εεε σε εσένα ναι μιλώ! Ένα στ’ αριστερό είπαμε, όχι στο δεξί. Ποτέ το καλό δε το χτυπάμε μήπως αυτό στραβώσει.

    Να φουσκώνουν, μπλα και μπα από τα μεγάλα τα σα λόνια, με στομάχια φτιαγμένα στο ξεχείλωμα να αντέχουν. Τον όχλο να τρομάζουν και με τον τρόπο τον Αυτόν, φυλακισμένο να τον βαστούν χωρίς να τον δικάζουν.

    -Εμπρός στο έργο σας.

    Χιλιάδες τα παπιά που τα κομμάτια του Αχιλλέα συμμαζεύουν, ανακατεύουν, συνταιριάζουν, δένουν, ράβουν και ενώνουν. Όταν πια όλα έτοιμα είναι, το πιο φουσκωτό και το πιο γλοιώδες από αυτά, πάνω στο μέτωπο του Αχιλλέα σκαρφαλώνει.

    -Ήρθε η ώρα, ο Ήρωας να λάμψει και τα φώτα του σε εμάς να στάξει.

    Μικρό σπαθί, μικρό λειρί, μικρό αγόρι και αγκάθι, αυτό που με δύναμη στο μέτωπο καρφώνει. Βαθιά στη πέτρα, βρίσκει χώμα, στάχτες, λάσπη, την τινάζει, μέχρι που βρίσκει αίμα και…

    -Αχχχ ! Ο Αχιλλεύς ανάσα παίρνει…

    H AwwA στην αγκαλιά του Ένα, στα λευκά της όνειρα έρωτα μαζί του κάνει σε μια λίμνη από αίμα. Πτώματα παντού να επιπλέουν, Τρώων και Αχαιών.

    Λουλούδια της αγάπης τους και της σάρκα τους παιχνίδια. Με χρώμα από αυτά στο σώμα της ο Ένα, γράφει ποιήματα, τραγούδια και…

    Μιας κραυγή η καμπάνα, το όνειρο στοιχειώνει και με οδύνη τη γεμίζει. Σημασία να μη δώσει, αλλά στο τέλος δεν αντέχει και ξυπνά.

    Τ’ αριστερό της μέρος στο κενό δοσμένο. Ο Ένα λείπει. Η πόρτα ανοιχτή και από αυτή περνούν λιοντάρια, ελέφαντες, δράκοι και άλλα ζώα του μικρού, για να ζεσταθούν.

    Μ’ αυτή έξω βγαίνει, αρπάζοντας μια κουβέρτα από τα μαλλιά της…

    -Πώς την είπαμε;

    -Δε θυμάμαι.

    Ο Ένα στην άκρη του γκρεμού, την πεδιάδα να ζηλεύει. Στον μαύρο ουρανό μαχαίρια να πετούν κυνηγώντας τους νεκρούς.

    -Το άκουσες;

    -Ναι.

    -Τι ζώο ήταν;

    -Το πιο άγιο και άγριο απ’ όλα. Η Μάνα που του παιδιού της το χαμό θρηνεί.

    -Μάνα ποιου;

    -Του Αχιλλέα. Ο πόλεμος θα γείρει, πρέπει να γυρίσουμε. Να τον φέρουμε στα ίδια και να τον τελειώσουμε.

    -Με αγάπη και ειρήνη;

    -Όχι, έτσι δεν μένουν τραύματα. Με ολική καταστροφή και των πάντων θάνατο. Κανείς ζωντανός στην μνήμη.

    Λεπτά τους παίρνει, φωτιά να βάλλουν και τα ίχνη τους να θάψουν.

    -Η δούλα που μαζί σου είχες;

    -Το τίποτε τιάρα για σκουπίδια η αξία να θυμάσαι.

    Μια αγκαλιά με πόνο, πολλά φιλιά για μόνο και υπόσχεση πως θα ξαναβρεθούν.

    Προς τους Αχαιούς ο Ε και προς τους Τρώες η Α, φεύγουν και πίσω τους κάρβουνα που κλαίνε, ζώα που στη φωτιά το κρίμα θυμιατίζουν και ίσως κάτω από όλα αυτά, μια αδύναμη ηχώ από την Ιόλη…

    -Τώρα;

    -Τώρα μικρέ μου Ηρακλή και αν τα καταφέρεις δική σου εγώ θα είμαι, θέλω…

    -Τον Κόπρο από τους στάβλους του Αυγεία, εσύ να καθαρίσεις, που τον κάμπο των χεριών με την οσμή του αρρωσταίνει.

    -Τη Κερυνίτης Έλαφος της Αρτ, το Χρυσό ελάφι εδώ να φέρεις, για να μου δείξεις την αγάπη.

    -Την Ύδρα τη Λερναία να κλαδέψεις, για να, τη θέα στον μέλλοντα ουρανό αβίαστα να βλέπω.

    -Και για το τέλος, το γλυκό του γάμου μας, το τομάρι από Λιοντάρι της Νεμέας θέλω, πάνω στο δρόμο που πατώ, το χώμα να μη με βλέπει…

    Στην κοιλάδα της Ανδαλουσίας στο Βαιτικό βύθισμα, η ομίχλη από την μπόχα ήταν πυκνή, λες και ζώα γέμιζαν τον πορθμό της Πυρός για 36 των μυρίων χρόνια με τα απόβλητα τους…

    -Λες; Φωνή ασώματη στο πλευρό μου στέκει.

    Ο Ηρακλής γυρνάει να τη βρει μα θέση η φωνή του δε κατέχει.

    -Ποιος μίλησε; Ποιος με βλέπει; Θάρρος δεν έχει να το πει;

    Μόνος του στον ήλιο να μιλά και θα συνέχιζε αν η Μπόχουμ τρικλοποδιά δε του ‘βαζε και με τα μούτρα στη δαντέλα των φιόρδ των Στάβλων δεν έσκαγε με τα μούτρα.

    Η Κατασκευή ζεστή, σαρκώδης, δύσοσμη. Για στάβλους τη διαφήμιζαν, ζωντανά πολλά, αλλά ζώα πουθενά.

    Πυραμίδα η ανθρώπινη από σώματα φτιαγμένη και όχι από πέτρα.

    Τρία επίπεδα, το καθένα προς τα πάνω να στηρίζει και στο στερνό…

    -Ποιος και τίνος είσαι εσύ;

    Μια γριά απ’ την Πόλη, βραχύσωμη, στο μέγεθος άντε μέτρα τα 60 εκατοστά. Στις χιλιοπατημένες αλλά ανθεκτικές της πλάτες, όπως και των δεκάδων διπλανών της, πόδια δυο φορές σα τα δικά της να στηρίζει.

    Βρώμικη, γεμάτη με κάτι που λάσπη θύμιζε καθώς υγρά από ψηλά κυλούσαν.

    -Ο Ηρακλής, ο του πατέρα των θεών ο ακριβός Υιός και ήρθα για να σας…

    -Να βοηθήσεις; Επιτέλους παλικάρι μου, μας άκουσε ο θεός κι έναν Άντρα, Αρσενικό και Άλφα με μούσκουλα πολλά μας έστειλε, για να μοιραστεί λίγο από το βάρος των νεκρών.

    -Νεκρών;

    -Ναι αυτών που πέθαναν και τώρα δε κρατούν. Μα γιατί με αηδία με κοιτάς; Βλέπεις πάνω μου κάτι το ανάρμοστο;

    -Μα γιαγιάκα μου καλή, αέροπρανα πάνω σου πετούν και Φούρα με φούρια τρέχουν, δεν τα βλέπεις;

    -Η τροφή η διαλεχτή, της τρίτης απορρόφησης είναι αυτή και τα υγρά, νερά διπλής διήθησης. Φρούτα, κρέας και κρασί στην αρχή εκπροσωπούσαν μα και τώρα χρήσιμα ακόμη. Ο Ήλιος και μοναδικός θεός, το μάνα και το νέκταρ μας προσφέρει.

    -Είναι δυνατόν γιαγιά; Δε σου αξίζουν τούτα τα σκουπίδια.

    -Αχάριστος εσύ; Σπάταλος και χαραμοφάης; Μα τι λέω υιός του άλλωστε, τι διαφορετικό θα μπορούσες να είσαι.

    Το στόμα της ανοίγει, γλώσσα ορφανή από δόντια, το Ηλιακό το διαστημόπρανο μέσα εκεί εισβάλλει και για πάντα χάνεται…

    Ο Ηρακλής τινάζεται. Το στομάχι προσπαθεί να δραπετεύσει. Τάνκερ που κολλούν στο βούρκο. Στη ζωή του έχει αντιμετωπίσει τέρατα αποκρουστικά, έχει βουτήξει στη θάλασσα τη μαύρη, με θεούς και δαίμονες έχει παλέψει, μυστικά απίστευτα έχει μέσα του κρατήσει, αλλά ποτέ δεν είχε καταφέρει κάτι να τον γονατίσει.

    Στα γόνατα θρονιάζεται, στη βρωμιά τους ο μισός του ξένος. Κοινός θνητός που ξερνά στη λάσπη. Παιδί πετάγεται μέσα από τη λάσπη και στη αχώνευτη τροφή ορμά. Τρία ακόμα το ακολουθούν και παλεύουν μέχρι θανάτου.

    Φρίκη ! Να τα λυπηθεί ή να τα λυτρώσει;

    Όρθιος !! Να ξεφύγει προσπαθεί αλλά χέρια παιδικά στον βούρκο τον βαστούν. Πυκνός ο τρόμος που κυκλοφορεί στα υπόγεια των Ηλείων. Το λογικό του κρύβεται στο ασφαλές σκοτάδι. Μόνο μία αίσθηση μένει μαζί του.

    Η ακοή.

    Κόκκαλα που τρίζουν και από το βάρος κάποια σκάνε.

    -Ένε άλλο δεν αντέχω. Άσε με να πεθάνω…

    -Μη Μιν. Το χρέος μας βαρύ απέναντι στη Πολιτεία. Αν πέσουμε κι αυτή μαζί μας;

    Ο Ηρακλής τα χεράκια που τον κρατούν κλοτσά.

    -Γεια σου, μικρέ μου Ήρωα..

    -Αγάπη μου πονάω.

    -Μαμά πεινάω..

    -Κόρη μου πεθαίνω, το ρούχο μου να πάρεις.

    -Ίαααα…

    Δάκρυα ποτάμι τρέχουν από τα μάτια mου. Πλήθος των παιδιών που τρέχουν για να πιούνε.

    -Το παιδί μας Νίκο πέθανε..

    -Και τώρα τι να κάνω;

    -Θεός τη ψυχή του θέλησε. Κιουρί φρόντισε η σάρκα χαμέlι να μη φύγει.

    Ο πόνος βαρύς του κάθεται και τα σωθικά φουσκώνουν. Μία μόνο επιλογή του μένει. Πάνω σε σώματα πατά και σκαρφαλώνει. Από το λιμό αντίο, για να βγει στο ξέφωτο του πρώτου.

    Ανάσα παίρνει τα μάτια του ανοίγει και …

    Ο Κύρος μια ρούνα του παπά σε ξύλο βράζει και στο δωδεκάεδρο την απόχρωση σκαλίζει.

    -Οι ιστορικοί του μέλλοντος θα για εμένα αναρωτιούνται.

    -Ο Κύρος την ομορφιά ανακάλυπτε ή ο μορφι ά αυτόν;

    -Της Νάρκης ο Κισσός ή τα της πείνας ο προφήτης; Η Προφήτης αναζητά τα λόγια που ξεστόμισε μέσα στο σκοτάδι.

    -Φως ή φως μου;

    -Άλλο ένα κι αυτό που θα αναρωτιούνται.

    -Το βρήκα! Αυτή στον άνεμο απαντά. Μήπως είναι κα κου το φή;

    Μπορεί να έφταιγε η σύγκριση μπορεί και το δυνατό το φως, ο Ηρακλής το μεράκι χαιρέτησε στο όμορφα περιποιημένο και ελκυστικό πολύ…

    …ροζ τους χρώμα.

    Σε ανθρώπους έμοιαζαν αλλά διπλάσιο το μέγεθος πέρα από το διαφορετικό τους χρώμα. Το δέρμα τους χαλαρωμένο και ο Ηρακλής το χέρι του απλώνει για αυτούς να αγγίξει, αλλά φωνή αερικό, μετέωρο αυτόν αφήνει.

    -Της Άνοιξης τις ομορφιές Μη τις ρωτάς.

    Κίνδυνο κρύβουν στα κόκκινα πλοκάμια.

    Χιόνι βρώμικο μοίραζε ο Χειμώνας όταν από τη ζήλεια ψέλλιζε.

    -Τόσο όμορφο πολύ, τον πολλαπλασιασμό να αποζητά, την κυριαρχία, την επέκταση;

    Δεύτερη φωνή, μεταλλική σακάτη, γιομάτη με συμμετρία, βαριά τον Ηρακλή χτυπά και στη δράση πάλι.

    -Με μεγάλη ευκολία.

    Δύο του φεγγαριού τα πλάσματα, στο αργά γυρνούν κι αυτόν κοιτούν.

    -Ποιας ημέρας το νερό σε βάπτισε και πώς εσένα;

    -Δε θυμάμαι την ημέρα που γεννήθηκα ενώ τ’ ον…

    -Σε όνειρο γεννήθηκες ή μάνα σου όνειρα γεννάει;

    Τα πλάσματα να πάλλονται σε χρώμα και σε ήχο συχνοτήτων ξένων. Κυματισμοί κακόβουλοι το χάος να ποιούν.

    -Το ‘νομα μου Ηρακλής. Υιός του πατέρα των θεών.

    -Είχε ο θεός πατέρα;

    -Ο πατέρας του θεό;

    -Είναι του θεο Υ ιός.

    -Είναι ο θεός.

    -Τέλος ή αρχή;

    -Γύρω γύρω όλοι όλοι γύρω γύρω…

    Ο Ηρακλής ζαλίζεται, η ναυτία ναυτικό τον κάνει, σε θάλασσες της σφαίρας οι ευθείες ξένες. Τα χίλια του δαγκώνει και με πυγμή στους ώμους του πατώματος τα πόδια του καρφώνει.

    -Σταματήστε !!

    -Προσπαθεί τη ροή να διακόψει;

    -Γιατί; Δεν προλαβαίνει;

    -Τόσα να μπορεί, τόσα αυτός να πιάνει.

    -Φτάνει;

    -Πιάνει;

    -Που το πρόβλημα σ’ αυτό;

    -Σ’ αυτό το πρόβλημα κανένα.

    -Θα υπάρχουν άλλοι ή κανένας;

    -Πριν ή μετά από αυτόν;

    -Αν όχι πριν, γιατί ναι μετά;

    -Το αντίστροφο μετρά;

    -Σας παρακαλώ δε σας καταλαβαίνω, σε αυτά που μου λέτε μετάφραση εγώ ζητώ.

    Ο θόρυβος σωπάζει

    Αγάπη με ρακί

    Τον Ήρα αγκαλιάζει

    Όλα τα πλάσματα του υψομέτρου ταύτου τον Ήρα να κοιτούν. Της Ορμυνίας οι κλησιές της πέτρας οι χτιστές. Να γελάσει τούτος να χαρεί ή να κλάψει να πλαντάξει;

    Τα μάτια τους δεκάδες, αλλά μόνο δύο του διαφορετικού μοντέλα. Το ένα από τις λέξεις να χτυπά και τ’ άλλο τις καμπάνες τους να κρούει.

    -Γιατί στο δικό σου παραμύθι, ο κόσμος άκρες να ‘χει;

    -Θωρείς πώς λόγος πρέπει να υπάρχει και όχι Άλογο, ώστε το κανόνα σου να πάρεις και να μετρήσεις το ανάλογο;

    -Μα αΜ δεν υπάρχει αρχή ή τέλος από που έρχομαι και που πηγαίνω;

    -Και στην κορφή;

    -Στον πάτο;

    -Εεε; Ο Ηρακλής παιδί μικρό, στην αμφιβολία του ελαφρύ κλαδί, να κουνιέται εμπρός και πίσω. Αυτοί σε κύκλους. Το ένα το μοντέλο στροφή αριστερή και το άλλο δεξιά. Ο Κλης το διακρίνει, το τονίζει, χαμογελά, στη πυρά νερό, με λέξεις στα βαριά.

    -Γιατί δύο; Γιατί όχι άπειροι; Τα πλάσματα το ρυθμό τους χάνουν, ήττα ποτέ αυτοί. Να πέσουν να πεθάνουν;

    -Η περίοδο κατάλληλη για πολλαπλασιασμό. Οι δύο τρεις γινόμαστε, έξι και στο χρόνο δώδεκα. Ο Ηρακλής το πόδι του ψηλά, στα χέρια τους πατά.

    -Και τον υπόλοιπο καιρό;

    -Τρεις.

    -Τέσσερις.

    -Μια παρέα των εφτά.

    -Μια γιορτή των 25…

    -Άρα γεννιέστε.

    -Ναι και φυσικά.

    -Πεθαίνετε.

    -Φυσικά και ναι.

    -Και στο ενδιάμεσο προστατευμένοι, κύκλους κάνετε.

    -Φυσικά η φυσική.

    -Πριν τη γέννηση;

    -Μετά το θάνατο;

    -Πριν πριν πρ π

    -Μετά ετά ετ ε

    Αναταραχή ξεσπά και τον ρυθμό ξεχνούν. Όταν σ’ έναν ο Ηρακλής πατά, αυτός βουλιάζει ανεμπόδιστα, μα όταν σε τρεις, δέκα, εκατό η συμπύκνωση μεγάλη, ικανή ψηλά να τον ανεβάσει.

    Από το επίπεδο αυτό ξεφεύγει και στα σύννεφα πετά…

    Διάφανο το νερό που στο νου μας τρέχει. Αυτό που δεν κρύβεται και που ποτέ του την ενοχή σου δεν κατέχει.

    Διαμπερές στο λογισμένο πλήθος των σταγόνων που κοιτάς. Μα τι γίνεται εμπρός σ’ αυτό που τρέχει προς το άπειρο;

    Το νέφος που ο Ηρακλής συνάντησε, την του αφρού τη σάρκα αποδομούσε, διέκρινε, καθάριζε και σε σκόνη και αλάτι διαιρούσε…

    Ο λόγος που τα όνειρα ξεχνούμε…

    -Διάλεξε τον ξύπνιο από τον…

    -Εε τι θες .;. Σειρήνες οι της μοναξιάς σας οι φωνές και της πλάνης του θεάτρου οι σκιές σας…

    …ύπνο.

    Εκτός αν στα μέρη του Μορφέα οι δράκοι λησμονούν, τέρατα λουφάζουν και οι εφιάλτες στην ανηφόρα παγωμένοι περιμένουν. Ανίκητοι, κέρινοι και σιωπηλοί, πίσω από την πόρτα.

    Η πόρτα ανοίγει, από μέσα στον κόσμο αυτό πετάγεται η Κασσάνδρα με τα ρούχα της βρεγμένα. Στην άμμο τα όνειρα στεγνώνουν και γύρω γύρω της κοιτά.

    Διασταύρωση θα ήταν αν η έρημος τους δρόμους δεν τους είχε για τα καλά σκεπάσει. Στο κέντρο ενός κύκλου, μιας ακτίνας δίχως μέτρο…

    -Η θάλασσα που πήγε;

    -Ποια θάλασσα; Το βουνό που χάθηκε; Το κεφάλι τους γυρνούν και οι Κασσάνδρες τις Κασσάνδρες βλέπουν.

    Δύο οι φωνές που ρέουν, μία πρόταση που στον αέρα κυματίζει.

    -Ποια είσαι;

    -Εσείς ποιες είστε; Γιατί ο ουρανός είναι γαλάζιος;

    Τρεις τώρα τους μετρώ. Λάθος μου. Το τραγικό..

    Δέκα είναι. Ίσως εκατό, τα λογικά να τρέχουν στη κατηφόρα, το Άλογο να κεράσουν, ενώ χιλιάδες οι Κασσάνδρες που το δικό τους μέλλον αναζητούν.

    Στολισμένες με την αμφιβολία, το ορθό να ψάχνουν και μετά ταυτόχρονα όλες μαζί να ξεκινούν από το ίδιο κέντρο, σπόρο και Ο.

    Πλάθουν το δικό τους κλαδί που στο τώρα καταλήγει στο επιλεγμένο φύλλο. Αναπτύσσοντας το δέντρο της Κασσάνδρας στην τρίτη διάσταση.

    Και όταν από την Τετάρτη το κοιτάς, το δέντρο της σφαίρας δίσκο κυκλικό θυμίζει, που γεμίζει από δισδιάστατα πλοκάμια με τις άκρες τους, φύλλα αποχρώσεων μονα (χ) δικών να φέρουν.

    Σ’ ένα κόσμο Μωβ ίσως του πραγματικού ίσος και πάλι όχι, η Εκάβη και ο New την αλαφροΐσκιωτη Κασσάνδρα παρακολουθούν, που τρέχει, πέφτει, σηκώνεται, στο κενό μιλά, το ανύπαρκτο να βλέπει, να βαδίζει και στο ξάφνου τη πορεία της να αλλάζει.

    -Γιατί θεοί αυτήν την κόρη ως βάρος να μου δώσετε; Του χάους η σκιά, δίχως μέτρο ή λόγο, λογική και πόνο.

    Τα μαλλιά της ανακατεύει, το δράμα να τονώσει. Συλλογίζεται όμως πως το αντίτιμο αυτή θα είναι για τα ορθά που οι θεοί της έδωκαν.

    -Κι όμως τάξη στο χάος βλέπω. Για ποιο λόγο ευθεία να μη χαράξεις, αν εμπόδιο δεν βλέπεις; Το μουστάκι του New ton ήλιο αναδεικνύει. Το χαμόγελο του την Εκάβη κάνει, το μαλλί να σιάξει.

    -Τάξη; Που βλέπεις τάξη; Το μαζί της βάφει, στον καθρέπτη της κοιτά και μετά ξανά στον…

    -Μα που είσαι;

    Ο New στα κάτω, πίσω από την Κασσάνδρα αυτός να τρέχει…