Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Σε ένα υπόγειο

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 4 Μαρτίου 2026 at 00:44.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Ήμουν τότε περίπου 22 χρονών. Μιλούσα μέσω mirc με έναν άνδρα που αυτοπροσδιοριζόνταν ως σαδιστής Αφέντης. Αλλά στη κουβέντα ήταν πολύ γλυκομίλητος κι επικοινωνιακός κι εμένα, αυτή η αίσθηση πάντοτε με κέρδιζε. Μου είχε πει πως είναι πολιτικός μηχανικός και πως έχει ένα γραφείο στο κέντρο της Αθήνας κι εκεί στο ημιυπόγειο του βασανίζει.

    Δεν άργησα να εκδηλώσω το ενδιαφέρον μου να τον επισκεφτώ. Ο Κύριος Γιώργος όμως ήταν πολύ επιφυλακτικός.
    «Είσαι ένα νέο αγόρι, δεν θες να βασανιστείς», μου έλεγε συνέχεια. Πράγματι δεν ήξερα τι να περιμένω και αν τα μισά από αυτά που έλεγε ήταν αλήθεια ήμουν βέβαιος πως δεν θα άντεχα. Από την άλλη είχε έναν τρόπο προσέγγισης που είχε αρχίσει να μπαίνει στο πετσί μου.

    «Κύριε Γιώργο ακόμα και τώρα που μιλάμε νιώθω άσχημα που δεν είμαι γονατιστός» του είχα πει και ήταν η πρώτη φορά που δεν απάντησε αμέσως. Μου έστειλε το τηλέφωνο του και μου ζήτησε να τον καλέσω. Το έκανα αμέσως, χωρίς απόκρυψη, χωρίς τίποτα.

    «Μικρέ» είπε με μια βραχνή φωνή. «Αύριο το πρωί έλα στις 8 στο γραφείο μου» αυτό τίποτα άλλο μου το έκλεισε. Στο μήνυμα μου έδωσε τη διεύθυνση του. Το έψαξα λίγο και πράγματι ήταν όλα αυτά που είχε πει. Πολιτικός Μηχανικός και το μικρό του όνομα ήταν Γιώργος.

    Το πρωί ήμουν 8 παρά έξω από το γραφείο του. Τον είδα να έρχεται. Τον αναγνώρισα από τη φωτό που μου είχε στείλει. Ένας άνδρας κοντά στα εξήντα, πολύ αδύνατος. Κάπνιζε Καρέλια άφιλτρα, Με πλησίασε. Με χαιρέτησε. Κράταγε μία μεγάλη τσάντα, τετράγωνη σαν βαλίτσα. Με προσκάλεσε μέσα. Έβαλε καφέ γαλλικό να γίνεται.

    Ήρθε κοντά μου.

    «Στον υπολογιστή είσαι πιο ομιλητικός μικρέ» μου είπε κι εγώ σχεδόν έτρεμα.
    «Μάλιστα Κύριε» του απάντησα και ήμουν έτοιμος να κλάψω.
    «Ηρέμησε μικρέ μου» μου είπε και με έβαλε να καθίσω. Με κοίταζε όμως. Άνοιξε το συρτάρι του κι έβγαλε ένα πράγμα που δεν τον είχα ξαναδεί. Μακρύ, δερμάτινο, χοντρό.

    «Αυτό το είχαν παλιά στη χωροφυλακή, με αυτό έδερναν. Το πήρα από κάποιον στο Μοναστηράκι» μου είπε. Μου έδωσε να το πιάσω. Ήταν σκληρό πολύ, όχι πολύ λείο. Ανατρίχιασα μόνο από τη σκέψη πως θα με έδερνε με αυτό.
    «Πρέπει να πονάει πολύ αυτό Κύριε» εκείνος με κοίταξε άναψε ένα ακόμη τσιγάρο. Γέλασε. Σηκώθηκε έβαλε καφέ και στους δυο μας.
    «Εμένα όμως μου αρέσει περισσότερο το καμουτσίκι»
    «Τα σκλαβάκια σπαρταράνε με το καμουτσίκι, κλαίνε, ζητάνε έλεος. Κι εγώ... εγώ δεν δείχνω έλεος ποτέ, μικρέ» μου είπε και ήρθε κοντά μου. Έσκυψα το κεφάλι.
    «Πήγαινε κάτω και γδύσου» μου είπε ενώ ο τόνος στη φωνή του άλλαξε, έγινε σκληρός κι αυστηρός. Έτρεξα στο υπόγειο. Γδύθηκα. Είχε χαμηλό φωτισμό. Ήταν παγωμένα. Άλλωστε είχαμε χιονιά εκείνες τις μέρες.

    Ήρθε κι εκείνος. Κρατούσε το καμουτσίκι, την βίτσα και το άλλο το πράγμα κι ένα μπωλ. Μου έδωσε το μπωλ.

    «Παίξτην και χύσε» με διέταξε. Το έκανα όπως το είπε. Μου πήρε αρκετή ώρα για να τελειώσω. Αλλά ήταν πολύ δυνατά.
    «Μπράβο μικρέ, δεν θέλω να έχεις καύλες πολλές»

    Με πήρε και μου έδωσε τα χέρια από τους κρίκους που κρέμονταν στο ταβάνι. Το καμουτσίκι άρχισε να σκίζει τον αέρα και το κορμί μου. Ίδρωνα, έκλαιγα, ικέτευα για έλεος κι εκείνος χτυπούσε πιο δυνατά. Όλο μου το κορμί είχε πάρει φωτιά. Ζητούσα έλεος, αλλά όχι να σταματήσει. Πήρε αυτό το αντικείμενο της χωροφυλακής ακόμα και τώρα νιώθω στο πετσί μυο τον πόνο του. βαρύς πόνος, ούρλιαζα. ,

    Σταμάτησε μετά από ώρα να μου δώσει νεράκι. Μου σκούπισε τον ιδρώτα.
    «Τα πηγαίνεις πολύ καλά για πρώτη φορά» μου είπε κι εγώ έλεγα ότι θέλει να με ξαναδεί. Αλλά.. Πήρε τη βίτσα στα χέρια του. Ο κώλος μου πήρε φωτιά. Σπλάας Σπλαας!!

    Τελείωσε το μαρτύριο. Με έλυσε. Έπεσα στα γόνατα, στα πόδια του κι έβαλα τα κλάματα.

    «Σας ευχαριστώ πολύ, Αφέντη»