Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Το Θέωρημα της Θ.Ε.Α.(Θεμελιώδης Εξίσωση Αυταρχισμού)

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 27 Ιανουαρίου 2026 at 10:41.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Μια εξιστόρηση, βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα, εμπλουτισμένη με λογοτεχνική χροιά.

    Όλα ξεκίνησαν σε εκείνο το industrial club στην παραλιακή της Πάτρας. Ο Μάριος, ένας 19χρονος Αθηναίος φοιτητής του Μαθηματικού, ένιωθε τον κόσμο των αριθμών να καταρρέει μπροστά στην παρουσία της Αργυρώς. Εκείνη, 38 ετών, μια δικηγόρος που η φήμη της προηγούνταν του βλέμματός της, στεκόταν στο μπαρ.

    Όταν τα μάτια τους συναντήθηκαν, δεν υπήρχε χώρος για λογική. Για τις επόμενες δέκα μέρες, η πραγματικότητα σταμάτησε έξω από την πόρτα του διαμερίσματός της στο Δασύλλιο. Ήταν δέκα μέρες ωμού πάθους, όπου τα σώματά τους ανακάλυπταν το ένα το άλλο χωρίς κανόνες, χωρίς τίτλους. Μόνο ιδρώτας, ανάσες και η μυρωδιά του ακριβού της αρώματος που πότιζε το δέρμα του.

    Ήταν ένα βράδυ με υγρασία, από αυτά που μόνο η Πάτρα ξέρει να γεννά. Κάθονταν στο σαλόνι, με τη θέα της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου να τρεμοπαίζει στο βάθος. Ο Μάριος ένιωθε το βάρος της αλήθειας του να τον πνίγει. Κοίταξε την Αργυρώ, που διάβαζε έναν φάκελο με την απόλυτη σοβαρότητα της δουλειάς της.

    << Κυρία... Αργυρώ... >> ψιθύρισε, και η φωνή του έσπασε.

    Εκείνη σήκωσε το βλέμμα αργά. << Γιατί με είπες έτσι, Μάριε; >>

    Ο Μάριος ένιωσε το πρόσωπό του να καίει. << Γιατί έτσι νιώθω. Θέλω... θέλω να σου ανήκω. Όχι μόνο όπως τώρα. Θέλω να παίρνεις εσύ τις αποφάσεις. Θέλω να είσαι η Κυρία μου. Σε όλα. >>

    Η Αργυρώ δεν απάντησε αμέσως. Έμεινε να τον κοιτάζει, και για μια στιγμή, ο Μάριος πίστεψε πως ο χρόνος είχε παγώσει μέσα στις λέξεις που μόλις είχε τολμήσει να προφέρει. Το σενάριο που είχε πλάσει στο μυαλό του —εκείνο με το αυστηρό βλέμμα και την άμεση διεκδίκηση της ιδιοκτησίας του— διαλύθηκε σαν καπνός όταν εκείνη ξέσπασε σε ένα χαμηλό, μελωδικό γέλιο.

    Ήταν ένα γέλιο γεμάτο αυτοπεποίθηση, που όμως δεν είχε ίχνος κοροϊδίας. Πλησίασε κοντά του, τόσο κοντά που η ζέστη του σώματός της τον τύλιξε σαν υπόσχεση. Τον οδήγησε στο κρεβάτι και εκεί, μέσα στην ημίφως της κάμαρας, άρχισαν να κάνουν έρωτα αργά, με μια οικειότητα που έμοιαζε να εξερευνά τις πιο κρυφές γωνιές της ψυχής τους.

    Καθώς ο Μάριος βύθιζε το πρόσωπό του στην καμπύλη του λαιμού της και φιλούσε με ευλάβεια τα στήθη της, νιώθοντας την καρδιά της να χτυπά γρήγορα κάτω από το δέρμα της, η Αργυρώ σταμάτησε για μια στιγμή τις κινήσεις της. Του χάιδεψε τα μαλλιά, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το κεφάλι.

    «Τι ακριβώς εννοείς, Μάριε;» ψιθύρισε, με τη φωνή της βραχνή από το πάθος. «Πες μου... τι είναι αυτό που ζητάς πραγματικά;»

    Ο Μάριος πήρε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας το βάρος της εξομολόγησης να τον λυτρώνει. «Νιώθω... νιώθω πως έτσι ήμουν από πάντα, Αργυρώ. Από μικρός, υπήρχε αυτή η ανάγκη μέσα μου, μια σιωπηλή επιθυμία να παραδώσω τα ηνία. Και από τη στιγμή που σε γνώρισα, όλα βρήκαν τον στόχο τους. Θέλω να σου προσφέρω τα πάντα, να σε υπηρετώ, να κάνω ό,τι θέλεις εσύ, χωρίς ερωτήσεις. Ξέρω... ξέρω πως όλα αυτά σου ακούγονται περίεργα, ίσως και ανώμαλα, αλλά δεν μπορώ να τα βγάλω από το μυαλό μου. Είσαι η μόνη που μπορεί να το κάνει αυτό σε μένα.»

    Η Αργυρώ τον κοίταξε βαθιά στα μάτια και, αντί για απάντηση, του έδωσε ένα φιλί μακρύ, γεμάτο ένταση. Μετά, άρχισε να τον ρωτά ξανά και ξανά, με μια περιέργεια που έμοιαζε να ξυπνά μέσα της μια νέα δύναμη.

    «Πες μου τα πάντα», τον προέτρεψε, καθώς οι κινήσεις τους γίνονταν πιο ρυθμικές, πιο βαθιές. «Θέλω λεπτομέρειες. Τι σημαίνει για σένα να υπηρετείς; Ξέρεις... ξέρεις ότι οι σκλάβοι δεν έχουν μόνο προνόμια, αλλά και καθήκοντα; Ξέρεις ότι οι σκλάβοι τιμωρούνται όταν αποτυγχάνουν;»

    Τον ρωτούσε αν είχε φανταστεί ποτέ τον πόνο ως μέρος της αφοσίωσής του, αν είχε σκεφτεί πώς θα ήταν να μην του ανήκει ούτε η ίδια του η ανάσα. Κάθε της ερώτηση συνοδευόταν από ένα φιλί, κάθε της λέξη τον οδηγούσε πιο βαθιά μέσα της, δημιουργώντας μια δίνη όπου η ηδονή και η υποταγή γίνονταν ένα.

    «Αν το κάνουμε αυτό, Μάριε», συνέχισε εκείνη, ψιθυρίζοντας στο αυτί του ενώ το σώμα της υποδεχόταν το δικό του, «όλα θα αλλάξουν. Δεν θα είμαι πια μόνο η γυναίκα που ερωτεύτηκες. Θα είμαι ο Νόμος σου. Θα είμαι εκείνη που θα ορίζει πότε θα γελάς, πότε θα κλαις και πότε θα νιώθεις ηδονή. Είσαι σίγουρος πως αντέχεις την τιμωρία μου; Είσαι σίγουρος πως θέλεις να χάσεις τον εαυτό σου μέσα στο δικό μου "θέλω";»

    Ο Μάριος, χαμένος στη ζάλη της στιγμής, ένιωθε πως κάθε της λέξη ήταν μια σφραγίδα που έμπαινε στην ψυχή του. Η Αργυρώ δεν τον ρωτούσε απλώς· τον προετοίμαζε, μετατρέποντας την ερωτική τους πράξη στην πρώτη πράξη της απόλυτης παράδοσής του.

    Το ξημέρωμα στην Πάτρα είχε μια γεύση απόλυτης αλλαγής. Η υγρασία που ανέβαινε από το λιμάνι τύλιγε το σπίτι, αλλά μέσα στο υπνοδωμάτιο της Αργυρώς, η ατμόσφαιρα ήταν καυτή, γεμάτη από την προσμονή της πρώτης επίσημης μέρας του Μάριου ως κτήμα της.

    Ο ήχος του ντους διέκοψε τη σιωπή. Ο Μάριος ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει στον λαιμό του όταν η πόρτα του μπάνιου άνοιξε ελάχιστα και η φωνή της Αργυρώς, γεμάτη κύρος, ακούστηκε μέσα από τους υδρατμούς:

    << Μάριε, έλα μέσα. Τώρα. >>

    Εκείνος υπάκουσε μηχανικά. Μπήκε στον χώρο γυμνός, νιώθοντας το δέρμα του να ανατριχιάζει από τη ζέστη του δωματίου. Η Αργυρώ στεκόταν κάτω από το τρεχούμενο νερό, μια εικόνα απόλυτης κυριαρχίας. Του έδωσε το σφουγγάρι χωρίς να τον κοιτάξει.

    << Σαπούνισέ με. Και πλύνε τα μαλλιά μου. Μην αφήσεις ούτε σπιθαμή δέρματος χωρίς τη φροντίδα σου. >>

    Ο Μάριος άρχισε να την καθαρίζει με κινήσεις αργές, σχεδόν τρεμάμενες. Το σώμα του, σε πλήρη διέγερση, ήταν η ζωντανή απόδειξη της επιθυμίας του, εκτεθειμένο μπροστά της, ενώ εκείνη παρέμενε ψυχρή, αφήνοντάς τον να την υπηρετεί. Έτριψε την πλάτη της, τους ώμους της, τα πόδια της, ενώ το άρωμα του σαπουνιού μπλεκόταν με τη μυρωδιά του δικού του πόθου. Όταν τελείωσαν, τον διέταξε να την τυλίξει με την πετσέτα και να την στεγνώσει.

    Στο δωμάτιο, η Αργυρώ κάθισε στην πολυθρόνα, φορώντας μόνο τη ρόμπα της, την οποία άνοιξε προκλητικά. Ο Μάριος, ακόμα γυμνός και καυλωμένος, στάθηκε μπροστά της με το σεσουάρ. Στέγνωνε τα μαλλιά της με θρησκευτική ευλάβεια, προσέχοντας να μην την κάψει, ενώ εκείνη τον κοίταζε στα μάτια, απολαμβάνοντας την υποταγή του.

    << Κάτω >>, διέταξε μόλις τελείωσε με τα μαλλιά.

    Για την επόμενη ώρα, ο χρόνος σταμάτησε. Ο Μάριος την λάτρεψε με τη γλώσσα του, οδηγώντας την σε αλλεπάλληλους, καταιγιστικούς οργασμούς. Κάθε φορά που η Αργυρώ κορυφωνόταν, έσφιγγε τα πόδια της γύρω από το κεφάλι του, απαιτώντας την απόλυτη αφοσίωσή του.

    << Θέλω να τα καταπιείς όλα, Μάριε. Κάθε σταγόνα της ηδονής μου σου ανήκει. Δεν θα αφήσεις τίποτα να πάει χαμένο >>, του ψιθύρισε, και εκείνος υπάκουσε τυφλά, νιώθοντας τη γεύση της να γίνεται η νέα του θρησκεία.

    Ντύθηκαν αργά. Η Αργυρώ φόρεσε ένα αυστηρό κοστούμι, ενώ ο Μάριος ετοίμασε το πρωινό της. Την τάιζε στο στόμα, μπουκιά-μπουκιά, όπως του ζήτησε, νιώθοντας την τιμή της υπηρεσίας.

    Όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο, ο Μάριος περίμενε να τον αφήσει στην πύλη της σχολής. Όμως, η Αργυρώ σταμάτησε στην πολυσύχναστη στάση του λεωφορείου, εκεί που δεκάδες συμφοιτητές και συμφοιτήτριές του περίμεναν.

    << Άκουσε με καλά, Μάριε >>, του είπε καθώς έσβηνε τη μηχανή. << Στις δύο το μεσημέρι επιστρέφεις στο σπίτι σου. Πακετάρεις τα πάντα. Ρούχα, βιβλία, τη ζωή σου όλη. Μέχρι το βράδυ θα έχεις εγκατασταθεί σε μένα. Από σήμερα, δεν είσαι ένας φοιτητής που μένει μόνος του. Είσαι οικότροφος στην υπηρεσία μου. Κατάλαβες; >>

    << Ναι, Κυρία Αργυρώ. Κατάλαβα >>, απάντησε εκείνος με κομμένη την ανάσα.

    Βγήκαν από το αυτοκίνητο. Ο ήλιος της Πάτρας φώτιζε τη στάση, και τα βλέμματα των κοριτσιών από το Μαθηματικό έπεσαν αμέσως πάνω στον Μάριο και την εντυπωσιακή γυναίκα δίπλα του. Η Αργυρώ δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο.

    Τον πλησίασε, του έπιασε το πρόσωπο με τα δύο της χέρια και τον φίλησε βαθιά, κτητικά, μπροστά σε όλους. Ήταν ένα φιλί που δεν άφηνε περιθώριο για παρερμηνείες. Οι συμφοιτήτριές του άρχισαν να ψιθυρίζουν, βλέποντας τον "σοβαρό" Μάριο να παραδίδεται με τέτοιο πάθος σε μια γυναίκα που έδειχνε να τον εξουσιάζει απόλυτα.

    << Τώρα πήγαινε >>, του είπε με ένα ειρωνικό χαμόγελο καθώς επιβιβαζόταν ξανά στο αμάξι. << Μην αργήσεις στο ραντεβού μας. Το βράδυ σε περιμένει η πρώτη σου επίσημη δοκιμασία ως μόνιμος κάτοικος του σπιτιού μου. >>

    Ο Μάριος έμεινε στη στάση, κοιτάζοντας το αυτοκίνητο να απομακρύνεται, νιώθοντας τα βλέμματα των άλλων πάνω του και το κάψιμο στα χείλη του. Η παλιά του ζωή είχε τελειώσει.
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Η Αργυρώ έκλεισε την πόρτα της Mercedes με έναν υπόκωφο, στιβαρό ήχο που αντήχησε σαν τελεία σε μια τέλεια διατυπωμένη πρόταση. Καθώς έβαζε μπρος τη μηχανή, το βλέμμα της πλανήθηκε για μια στιγμή στον καθρέφτη. Είδε τον Μάριο να στέκεται ακόμα εκεί, στη στάση, λίγο χαμένο αλλά απόλυτα δικό της, και ένα αδιόρατο χαμόγελο ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη της.

    Καθώς οδηγούσε προς το κέντρο της Πάτρας, ένιωθε μια πρωτόγνωρη ηλεκτρική εκκένωση να διαπερνά το σώμα της. Δεν το περίμενε. Είχε πειραματιστεί στο παρελθόν με την κυριαρχία, αλλά πάντα έμενε στα ρηχά, σε μερικά παιχνίδια στο κρεβάτι που τελείωναν μόλις άναβαν τα φώτα. Με τον Μάριο, όμως, ήταν διαφορετικά. Το «Θεώρημα» που ξετυλιγόταν μπροστά της δεν αφορούσε μόνο το σεξ· αφορούσε την ολοκληρωτική κατοχή μιας ύπαρξης.

    << Τελικά, αυτό επιθυμούσα πάντα >>, σκέφτηκε, στρίβοντας με αυτοπεποίθηση προς το γραφείο της. Η ιδέα ότι ένας άντρας, ένας πανέξυπνος μαθηματικός, επέλεγε να παραδώσει τη θέλησή του στα χέρια της, της έδινε μια αίσθηση θεϊκής δύναμης.

    Το γραφείο της ήταν ένας χώρος που απέπνεε κύρος: δερμάτινα δεσίματα βιβλίων, βαριά ξύλινα έπιπλα και η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ. Εκεί την περίμενε η Έλενα. Η Έλενα ήταν η συνεταίρος της, η γυναίκα που ήταν μαζί της εκείνο το βράδυ στο club. Χωρισμένη, με μια ακραία φεμινιστική κοσμοθεωρία και ένα κοφτερό μυαλό, ήταν η μόνη που μπορούσε να καταλάβει την Αργυρώ χωρίς προκαταλήψεις.

    «Λοιπόν;» τη ρώτησε η Έλενα, αφήνοντας το φλιτζάνι της. «Πώς πάει με τον μικρό; Ακόμα λύνετε εξισώσεις ή περάσαμε στην εφαρμογή του νόμου;»

    Η Αργυρώ κάθισε στην πολυθρόνα της, ακτινοβολώντας. Της τα είπε όλα. Για τη ντροπή του Μάριου που μετατράπηκε σε λατρεία, για το πρωινό στο ντους, για τη δημόσια σφραγίδα στη στάση του λεωφορείου.

    «Έλενα, είναι λευκό χαρτί. Και σκοπεύω να γράψω πάνω του τους δικούς μου κανόνες», είπε η Αργυρώ με τη φωνή της να τρέμει ελαφρά από ενθουσιασμό.

    Η Έλενα χαμογέλασε πονηρά. «Τότε χρειαζόμαστε εργαλεία, Αργυρώ. Και ξέρω ακριβώς πού θα πάμε. Κλείσε το γραφείο. Σήμερα η δουλειά θα γίνει στην αγορά.»


    Οι δύο γυναίκες κατέβηκαν στην αγορά της Πάτρας, αλλά όχι για τα συνηθισμένα. Επισκέφτηκαν ένα exclusive boutique studio που απευθυνόταν σε εκλεπτυσμένα γούστα. Εκεί, η Αργυρώ άρχισε να χτίζει το «οπλοστάσιο» της νέας της ζωής:
    Η Ζώνη Αγνότητας: Μια κατασκευή από ψυχρό, γυαλιστερό ατσάλι, με κλειδαριά ακριβείας. Το βάρος της στο χέρι της Αργυρώς ήταν η υπόσχεση πως η ηδονή του Μάριου θα ήταν πλέον ένα κλειδί στην τσάντα της.
    Το Strap-on: Ένα αξεσουάρ από ιατρική σιλικόνη, μαύρο και επιβλητικό, με μια στιβαρή δερμάτινη εξάρτυση. Η Αργυρώ το άγγιξε, φανταζόμενη τη στιγμή που θα διεκδικούσε το σώμα του Μάριου με τον πιο απόλυτο τρόπο.Μαστίγια και Χειροπέδες: Διάλεξε ένα κοντό μαστίγιο (flogger) από μαλακό δέρμα ελαφιού για αισθησιακό πόνο και ένα σετ χειροπέδες επενδεδυμένες με γούνα, αλλά με βαρύ μεταλλικό κλείσιμο.

    Στη συνέχεια, πήγαν σε ακριβές ανδρικές μπουτίκ. Η Αργυρώ ήθελε ο Μάριος να δείχνει σαν προέκταση της δικής της κομψότητας.Τα Εσώρουχα: Αγόρασε δεκάδες λευκά εσώρουχα (briefs και trunks) από εξαιρετικής ποιότητας βαμβάκι. << Το λευκό λερώνει εύκολα, Έλενα >>, ψιθύρισε η Αργυρώ. << Θέλω να φαίνεται πάνω τους κάθε του αντίδραση, κάθε σημάδι από την πειθαρχία μου. >>
    Το Κυριλέ Στυλ: Διάλεξε στενά, μαύρα υφασμάτινα παντελόνια και λευκά πουκάμισα με σκληρούς γιακάδες. Αγόρασε επίσης μια μεταξωτή γραβάτα, την οποία φαντάστηκε ήδη να χρησιμοποιεί ως πρόχειρο δεσμό.«Θα τον κάνω να μοιάζει με πρίγκιπα που ανήκει σε μια βασίλισσα», είπε η Αργυρώ καθώς πλήρωνε.

    Η Έλενα την κοίταξε με θαυμασμό. «Αργυρώ, δεν του αλλάζεις μόνο ρούχα. Του αλλάζεις το DNA. Το βράδυ που θα μετακομίσει, φρόντισε να καταλάβει ότι το σπίτι σου είναι το κλουβί του... και ο παράδεισός του.»

    Η Έλενα άνοιξε το πορτ-μπαγκάζ και έβγαλε μια κομψή, μαύρη δερμάτινη τσάντα, την οποία παρέδωσε στην Αργυρώ με ένα βλέμμα που έσταζε νόημα. Μέσα, το περιεχόμενο ήταν η επιτομή της πειθαρχίας: ένα single tailμαστίγιο από βαρύ δέρμα, μια λεπτή αλλά ανθεκτική ξύλινη βίτσα που σφύριζε στον αέρα, ένα στιβαρό paddleκαι ένα δερμάτινο κολλάρο με μεταλλικά καρφιά, σύμβολο απόλυτης υποταγής.

    Στον πάτο της τσάντας, υπήρχαν δαντελωτά στρινγκ και αξεσουάρ που παρέπεμπαν σε μια πιο θηλυκή πλευρά. Η Έλενα την κοίταξε εξεταστικά. «Για να τον κάνεις ολοκληρωτικά δικό σου, Αργυρώ. Για να γίνει το τέλειο femboy σου.»

    Η Αργυρώ χάιδεψε το δέρμα του κολλάρου, αλλά χαμογέλασε συγκρατημένα. << Για το τελευταίο κομμάτι, Έλενα, δεν νιώθω έτοιμη ακόμα. Θέλω πρώτα να τον δω να λυγίζει κάτω από την εξουσία μου ως άντρας. Τα υπόλοιπα... θα έρθουν στην ώρα τους. >>

    Οι δύο γυναίκες κάθισαν σε ένα high-end εστιατόριο στην περιοχή της Αγίας Σοφίας, πολύ κοντά στο φοιτητικό σπίτι του Μάριου. Η κουβέντα τους κυλούσε ανάμεσα σε δικαστικές υποθέσεις και στρατηγικές εξουσίας. Η Έλενα, με την εμπειρία μιας γυναίκας που δεν άφησε ποτέ άντρα να την ελέγξει, καθοδηγούσε την Αργυρώ στα επόμενα βήματα του << Θεωρήματος της Θ.Ε.Α. >>.

    Ξαφνικά, η Αργυρώ σταμάτησε να μιλάει. Τα μάτια της καρφώθηκαν στο πεζοδρόμιο. Ο Μάριος επέστρεφε από τη σχολή, κρατώντας τα βιβλία του, δείχνοντας εξαντλημένος αλλά και ανήσυχος.

    «Μάριε!» η φωνή της Αργυρώς έσκισε τον αέρα του εστιατορίου, επιβλητική και σίγουρη.

    Ο Μάριος πάγωσε. Πλησίασε το τραπέζι με το κεφάλι σκυμμένο, νιώθοντας τα βλέμματα των δύο γυναικών να τον εξετάζουν σαν ακτινογραφία. Η Αργυρώ του έκανε νόημα να σταθεί όρθιος δίπλα τους, ενώ εκείνες συνέχιζαν να πίνουν το κρασί τους.

    << Πλησίασε, Μάριε >>, είπε η Αργυρώ, δίνοντάς του τη μαύρη τσάντα της Έλενας. << Αυτά είναι δώρα από την Κυρία Έλενα. Θέλω να ξέρεις ότι από εδώ και στο εξής, η Κυρία Έλενα θα γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια της προόδου σου. Θα είναι η μάρτυρας της υποταγής σου. >>

    Ο Μάριος ένιωσε το αίμα να ανεβαίνει στο πρόσωπό του. Η σκέψη ότι και μια άλλη γυναίκα, τόσο δυναμική όσο η Αργυρώ, θα ήξερε τα κρυφά του βίτσια, τον έκανε να τρέμει. Τα μάτια του βούρκωσαν από έναν συνδυασμό ντροπής και απόλυτης διέγερσης.

    Η Έλενα του χάρισε ένα σαρδόνιο χαμόγελο. «Φαίνεται πως το 'μάθημα' αποδίδει, Αργυρώ. Δες πώς τρέμει.»

    Η Αργυρώ έσκυψε προς το μέρος του, ενώ οι περαστικοί τους κοίταζαν με απορία.

    << Θα πας σπίτι σου τώρα. Θα πακετάρεις, όπως είπαμε. Αλλά πριν ξεκινήσεις, θέλω να κάνεις κάτι για μένα. Μέσα στην τσάντα υπάρχουν κάποια... ιδιαίτερα ενδύματα. Θα φορέσεις το στρινγκ και το κολλάρο με τα καρφιά. Θα βγάλεις μια φωτογραφία και θα τη στείλεις τώρα στην Κυρία Έλενα και σε μένα. Θέλω να σε φαντάζομαι έτσι όσο εμείς τελειώνουμε το φαγητό μας. >>

    Ο Μάριος έγνεψε καταφατικά, ανίκανος να αρθρώσει λέξη. Έσφιξε την τσάντα στο στήθος του και απομακρύνθηκε σχεδόν τρέχοντας, ενώ πίσω του άκουγε το ελαφρύ, κυριαρχικό γέλιο των δύο γυναικών.

    Με τρεμάμενα χέρια, άνοιξε τη μαύρη τσάντα που του είχε εμπιστευτεί η Αργυρώ. Το άρωμα του καινούργιου δέρματος ανακάτεψε τις αισθήσεις του. Έβγαλε το κολλάρο με τα καρφιά—το μέταλλο ήταν ψυχρό πάνω στο δέρμα του, μια υπόσχεση ιδιοκτησίας που έσφιξε γύρω από τον λαιμό του. Μετά, το στρινγκ. Η δαντέλα ένιωθε ξένη αλλά και τρομακτικά σωστή πάνω στο σώμα του.

    Στάθηκε μπροστά στον παλιό καθρέφτη της ντουλάπας. Η εικόνα του ήταν μια αντίφαση: ένας νεαρός άντρας με το βλέμμα της ντροπής, στολισμένος με τα σύμβολα μιας απόλυτης γυναικείας κυριαρχίας. Η διέγερσή του ήταν εμφανής, οδυνηρή και ακράτητη. Έβγαλε το κινητό του, τράβηξε τη φωτογραφία και πάτησε «αποστολή».

    Στο εστιατόριο, τα κινητά των δύο γυναικών δονήθηκαν ταυτόχρονα. Η Αργυρώ γύρισε την οθόνη προς την Έλενα, μ' ένα χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό της. Η Έλενα πήρε τη συσκευή στα χέρια της, μεγεθύνοντας τη φωτογραφία.

    «Θεέ μου, Αργυρώ... κοίτα τον», ψιθύρισε η Έλενα με μια δόση αρπακτικού θαυμασμού. «Είναι τόσο εκτεθειμένος. Και δες τη διέγερσή του... μάλλον υποτιμήσαμε την κατάσταση. Ίσως πρέπει να παραγγείλουμε μια μεγαλύτερη ζώνη αγνοτητας, γιατί αυτός ο μικρός φαίνεται πως θα μας απασχολήσει πολύ περισσότερο από όσο νομίζαμε. Είναι γεννημένος για να είναι δικός σου.»

    Η Αργυρώ ένιωσε μια ζεστή ικανοποίηση να την πλημμυρίζει. Η επιβεβαίωση της φίλης της ήταν το τελευταίο κομμάτι που χρειαζόταν για να αποδεχτεί πλήρως τον ρόλο της.

    Ο Μάριος, ακόμα φορώντας το κολλάρο κάτω από το φούτερ του, άρχισε να πακετάρει. Κάθε βιβλίο μαθηματικών που έβαζε στην κούτα ένιωθε σαν ένα κομμάτι της παλιάς του ελευθερίας που παραχωρούσε στη Θ.Ε.Α. του.

    Κάποια στιγμή, το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν οι γονείς του από την Αθήνα. «Ναι, μαμά... όλα καλά. Όπως σας είπα, θα μετακομίσω με την κοπέλα μου. Είναι δικηγόρος, πολύ σοβαρή γυναίκα... θα με βοηθήσει να συγκεντρωθώ στις σπουδές μου.» Οι γονείς του, μακριά και ανυποψίαστοι, του έδωσαν την ευχή τους. Για εκείνους, ο Μάριος ήταν απλώς ένας φοιτητής που μεγάλωνε. Για τον ίδιο, ο Μάριος ήταν ένας σκλάβος που επέστρεφε στον ναό του.

    Όταν το μήνυμα της Αργυρώς έφτασε—«Είμαι από κάτω. Κατέβασε τις βαλίτσες και περίμενε»—ο Μάριος ένιωσε τα γόνατά του να λυγίζουν. Η Αργυρώ δεν τον περίμενε απλώς στο αυτοκίνητο. Ανέβηκε στο διαμέρισμα.

    Μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω της, η ενέργεια στο δωμάτιο άλλαξε. Η Αργυρώ τον κοίταξε, είδε τις βαλίτσες, είδε την υποταγή στα μάτια του και δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί άλλο. Τον έσπρωξε πάνω στο κρεβάτι, ανάμεσα στις μισογεμάτες κούτες.

    Η επαφή τους ήταν άγρια. Η Αργυρώ ήταν από πάνω, ελέγχοντας κάθε του κίνηση, κάθε του ανάσα. Ο Μάριος, μέσα στη ζάλη του πάθους, άπλωσε τα χέρια του και ακούμπησε τα στήθη της, αναζητώντας μια στιγμή σύνδεσης.

    ΠΑΦ.

    Το χαστούκι ήταν αστραπιαίο και δυνατό. Το πρόσωπό του γύρισε απότομα και το κάψιμο στο μάγουλό του τον επανέφερε στην τάξη.

    «Σου έδωσα άδεια να με αγγίξεις;» τον ρώτησε η Αργυρώ, με τη φωνή της να στάζει παγωμένη εξουσία. «Το ότι σε χρησιμοποιώ για την ηδονή μου δεν σου δίνει το δικαίωμα να με αντιμετωπίζεις ως ίσο. Τα χέρια σου κάτω, τώρα!» ΠΑΦ ακολούθησε άλλο ένα.

    Ο Μάριος, δακρυσμένος από την ένταση και την ταπείνωση, υπάκουσε. Η Αργυρώ συνέχισε μέχρι να φτάσει στη δική της κορύφωση, χρησιμοποιώντας τον με έναν τρόπο που τον άφησε στο όριο της δικής του έκρηξης. Ήταν έτοιμος, το σώμα του ούρλιαζε για λύτρωση.

    Σταμάτησε απότομα. Σηκώθηκε, ισίωσε τα ρούχα της και τον κοίταξε με περιφρόνηση.

    «Δεν το αξίζεις, Μάριε. Όχι σήμερα. Με άγγιξες χωρίς άδεια και αυτό έχει τίμημα. Θα μείνεις έτσι, με την επιθυμία να σε καίει, μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι. Και εκεί... εκεί θα σε τιμωρήσω όπως σου αξίζει για την αναίδειά σου. Μάζεψε τα πράγματά σου. Φεύγουμε.»

    Ο Μάριος, χαμένος, ταπεινωμένος αλλά και απόλυτα παραδομένος, άρχισε να μεταφέρει τις βαλίτσες του στο αυτοκίνητο. Η Αργυρώ οδηγούσε μέσα στους δρόμους της Πάτρας, ενώ εκείνος δίπλα της ένιωθε το κολλάρο να τον πνίγει και την υπόσχεση της τιμωρίας να είναι το μόνο πράγμα που τον κρατούσε ζωντανό. Είχε μπει για τα καλά στον ρόλο της, και ο Μάριος ήξερε πως απόψε, η ζωή του θα άλλαζε με τρόπους που δεν είχε καν φανταστεί.

    Η άφιξη στο σπίτι της Αργυρώς δεν θύμιζε σε τίποτα μια τυπική μετακόμιση. Ο Μάριος κουβαλούσε τις κούτες με τα βιβλία του—τον Ευκλείδη, τον Leibniz, τις σημειώσεις για την Κβαντομηχανική—νιώθοντας πως κάθε βήμα τον απομάκρυνε από τον κόσμο της λογικής. Το κολλάρο με τα καρφιά κάτω από το φούτερ του ήταν μια διαρκής υπενθύμιση: ο νόμος της Αργυρώς υπερβαίνει κάθε μαθηματικό αξίωμα.

    Μόλις η πόρτα έκλεισε, η Αργυρώ άφησε τα κλειδιά της στον πάγκο με έναν ξερό ήχο. Δεν τον κοίταξε καν. «Άφησε τα πράγματα στην άκρη, Μάριε. Η τακτοποίηση μπορεί να περιμένει. Η αναίδειά σου, όμως, όχι.»

    Τον οδήγησε στο κέντρο του σαλονιού. Το φως ήταν χαμηλό, αναδεικνύοντας τις αυστηρές γραμμές του χώρου. Η Αργυρώ έβγαλε από τη μαύρη τσάντα το single tail που της είχε δώσει η Έλενα. Το μακρύ, βαρύ δέρμα του μαστιγίου γλίστρησε στο πάτωμα σαν φίδι.

    «Βγάλε τα ρούχα σου. Όλα. Εκτός από το κολλάρο και το στρινγκ. Θέλω να βλέπω ακριβώς πού θα γράψει η τιμωρία μου», διέταξε.

    Ο Μάριος υπάκουσε, με τα χέρια του να τρέμουν. Στάθηκε μπροστά της γυμνός, εκτεθειμένος, με το σώμα του ακόμα να φλέγεται από την ανεκπλήρωτη επιθυμία και τον φόβο. Η Αργυρώ άρχισε να περπατά γύρω του, χαϊδεύοντας την άκρη του μαστιγίου.

    «Στα Μαθηματικά, Μάριε, κάθε δράση έχει μια αντίδραση. Στο δικό μου σπίτι, κάθε υπέρβαση των ορίων έχει ένα κόστος. Το κόστος της δικής σου αναίδειας να με αγγίξεις χωρίς άδεια, θα μετρηθεί σε χτυπήματα.»
    Η Αργυρώ δεν βιαζόταν. Ήθελε να νιώσει την αγωνία του. Το πρώτο χτύπημα ήρθε απροειδοποίητα στην πλάτη του.

    ΣΦΙΣΣΣ - ΠΑΦ.

    Ο Μάριος τίναξε το κορμί του προς τα εμπρός, βγάζοντας μια πνιχτή κραυγή. Η αίσθηση ήταν σαν μια γραμμή φωτιάς να χαράχτηκε στο δέρμα του.

    «Μην κουνηθείς», ψιθύρισε εκείνη.

    Το δεύτερο χτύπημα βρήκε τους μηρούς του. ΠΑΦ. Το τρίτο, τα πλευρά του. ΠΑΦ. Η Αργυρώ χρησιμοποιούσε το single tail με τη δεινότητα χειρουργού. Δεν υπήρχε αίμα, μόνο βαθιές, πορφυρές γραμμές που άρχισαν να σχηματίζουν ένα πλέγμα πάνω στο κορμί του.

    Η ένταση του πόνου άρχισε να συσσωρεύεται. Αν ο πόνος ήταν μια συνάρτηση P(t), τότε ο ρυθμός μεταβολής του ήταν εκθετικός:

    dP/dT=k⋅P
    Ο Μάριος ένιωθε τη λογική του να καταρρέει. Η ανάγκη του για λύτρωση, η στέρηση του οργασμού και ο διαρκής κρότος του δέρματος πάνω στο δέρμα τον έκαναν να λυγίσει.

    Μετά από δέκα λεπτά διαρκούς μαστιγώματος, ο Μάριος έπεσε στα γόνατα. Το σώμα του ήταν κατακόκκινο, μια ζωντανή απεικόνιση της οργής της Αργυρώς.

    «Σας παρακαλώ... Κυρία Αργυρώ...» άρχισε να ψελλίζει, με τα δάκρυα να κυλούν στο πρόσωπό του. «Σας ικετεύω... σταματήστε... δεν αντέχω άλλο...»

    Η Αργυρώ σταμάτησε, αλλά μόνο για να του πιάσει το κεφάλι από το κολλάρο και να τον αναγκάσει να την κοιτάξει. «Τι είπες, Μάριε; Τι δεν αντέχεις; Τον πόνο που εσύ προκάλεσες με την ανυπακοή σου;»

    «Όχι... ικετεύω για το έλεός σας... είμαι δικός σας... κάντε με ό,τι θέλετε... μόνο συγχωρήστε με...»

    Εκείνη χαμογέλασε σαδιστικά. «Η ικεσία σου είναι η μουσική μου, Μάριε. Αλλά η τιμωρία δεν τελείωσε. Θέλω να μου ζητήσεις κι άλλο. Θέλω να παραδεχτείς ότι κάθε χτύπημα είναι ένα μάθημα που το έχεις ανάγκη.»

    Συνέχισε να τον χτυπάει στο στήθος και στην κοιλιά, αποφεύγοντας τα ευαίσθητα σημεία, εστιάζοντας μόνο στην καθαρή, καυτή αίσθηση της δερμάτινης ουράς. Ο Μάριος ούρλιαζε, ικέτευε, φώναζε το όνομά της με λατρεία και τρόμο. Η αξιοπρέπειά του είχε εξατμιστεί, αφήνοντας πίσω μόνο έναν σκλάβο που ζητούσε την αποδοχή της Κυρίας του μέσα από τον πόνο.

    Όταν η Αργυρώ σταμάτησε, η ανάσα της ήταν βαριά. Το single tail ήταν πλέον ζεστό. Ο Μάριος ήταν σωριασμένος στα πόδια της, τρέμοντας ανεξέλεγκτα, με το δέρμα του να σφύζει από τη θερμότητα.

    Η Αργυρώ άφησε το μαστίγιο και χάιδεψε απαλά το αναστατωμένο του στήθος. Η αντίθεση του κρύου χεριού της με τις φλεγόμενες ραβδώσεις τον έκανε να ανατριχιάσει.

    «Κοίταξε το σώμα σου, Μάριε. Αυτά τα σημάδια είναι ο χάρτης της ιδιοκτησίας μου. Απόψε, δεν θα υπάρξει οργασμός για σένα. Θα κοιμηθείς στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι μου, για να θυμάσαι ότι ο αέρας που αναπνέεις είναι δικό μου δώρο. Αύριο, θα πας στη σχολή και θα λύνεις τις ασκήσεις σου νιώθοντας κάθε σημάδι να τρίβεται στο πουκάμισό σου. Θα είσαι ο καλύτερος, γιατί εκπροσωπείς εμένα

    Ο Μάριος έσκυψε και φίλησε τα πόδια της, νιώθοντας μια παράξενη, σκοτεινή γαλήνη. Η τιμωρία τον είχε καθαρίσει. Δεν ήταν πια ο φοιτητής από την Αθήνα. Ήταν το κτήμα της Αργυρώς, και αυτό ήταν το μόνο θεώρημα που χρειαζόταν πλέον να αποδείξει.

    Τέλος Α' κεφάλαιο
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Η αναλαμπή επιστρέφει στις γκρίζες αίθουσες του Μαθηματικού της Πάτρας, εκεί όπου το φως του απογεύματος έπεφτε πλάγια πάνω στα έδρανα, δημιουργώντας σκιές που έμοιαζαν με γεωμετρικά σχήματα. Η Νεφέλη δεν ήταν ποτέ μια απλή συμφοιτήτρια· ήταν η σκιά που ακολουθούσε τον Μάριο σε κάθε βαθμολογία, η μοναδική ύπαρξη που μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια την ιδιοφυΐα του και να την προκαλέσει. Καθισμένη πάντα δύο σειρές πίσω του, παρατηρούσε τη λεπτομέρεια που όλοι οι άλλοι αγνοούσαν: τον τρόπο που ο Μάριος ίδρωνε όταν ο καθηγητής ύψωνε τη φωνή του, τον τρόπο που ο σβέρκος του παρέμενε άκαμπτος κάτω από τον γιακά, σαν να συγκρατούσε ένα βάρος αόρατο στους πολλούς.

    Η πρώτη φορά που η Νεφέλη «διάβασε» την αλήθεια του ήταν στη βιβλιοθήκη, ανάμεσα σε στοίβες από συγγράμματα Τοπολογίας. Ο Μάριος, απορροφημένος από μια εξίσωση, είχε σκύψει απότομα, και για μια στιγμή, το λευκό του πουκάμισο τεντώθηκε, αποκαλύπτοντας το περίγραμμα μιας πορφυρής ράβδωσης που διέσχιζε την πλάτη του. Η Νεφέλη δεν ένιωσε οίκτο· ένιωσε μια ηλεκτρική αναγνώριση. Ως μια γυναίκα που η ίδια αναζητούσε την απόλυτη τάξη και τον έλεγχο, κατάλαβε αμέσως ότι ο Μάριος δεν ήταν απλώς ένας μελετηρός φοιτητής, αλλά ένα έμψυχο πείραμα πειθαρχίας. Η «ερωτική» εξομολόγηση που του έστειλε αργότερα δεν ήταν παρά μια στρατηγική κίνηση, ένα «δόλωμα» για να αναγκάσει την κρυφή του Κυρία να εμφανιστεί στο φως.

    Η συνάντηση στην πύλη της σχολής, όταν η Mercedes της Αργυρώς φρέναρε με την αποφασιστικότητα ενός δικαστικού κλητήρα, ήταν η στιγμή της μεγάλης αποκάλυψης. Η Αργυρώ βγήκε από το αυτοκίνητο, ακτινοβολώντας μια εξουσία που η Νεφέλη αναγνώρισε ακαριαία ως δική της. Καθώς τα βλέμματα των δύο γυναικών διασταυρώθηκαν πάνω από το σκυμμένο κεφάλι του Μάριου, δεν υπήρξε ανταγωνισμός, αλλά μια σιωπηλή συμφωνία επιπέδου. Η Νεφέλη, με την ειλικρίνεια που χαρίζει η κοινή φύση, παραδέχτηκε πως είδε στον Μάριο τον «υποτακτικό» που κάθε Dominante ονειρεύεται να σμιλέψει. Η απολογία της ήταν στην πραγματικότητα μια αίτηση εισδοχής στο «Θεώρημα» της Αργυρώς.

    Στο γεύμα που ακολούθησε, η Νεφέλη ξετύλιξε τη δική της φιλοσοφία, εξηγώντας στην Αργυρώ πως η αριστεία στα Μαθηματικά και η υποταγή στη σάρκα είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν ο Μάριος ήταν μια μεταβλητή x, τότε η Αργυρώ ήταν η σταθερά C που όριζε το αποτέλεσμα. Η Νεφέλη προσφέρθηκε να γίνει ο «επιταχυντής» αυτής της διαδικασίας μέσα στον χώρο του Πανεπιστημίου, εκεί όπου η Αργυρώ δεν μπορούσε να φτάσει. Η συμμαχία τους σφραγίστηκε με την παραδοχή πως η αγάπη της Αργυρώς για τον Μάριο ήταν μια σκοτεινή ανάγκη να τον δει να φτάνει στο απόλυτο 10, ακόμα κι αν ο δρόμος για αυτό περνούσε μέσα από την πλήρη απαξίωσή του ως ανθρώπινη οντότητα.

    Έτσι, η Νεφέλη μπήκε στη ζωή τους όχι ως αντίζηλος, αλλά ως η εκτελεστική εξουσία μιας Κυριαρχίας που πλέον δεν είχε σύνορα. Η αναλαμπή σβήνει με την εικόνα των δύο γυναικών να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους, ενώ ο Μάριος, λίγο πιο πέρα, περίμενε την ετυμηγορία τους, ανυποψίαστος πως από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του θα γινόταν ένας διαρκής αγώνας να ικανοποιήσει δύο Θεές που δεν γνώριζαν τη λέξη «έλεος».
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Η ατμόσφαιρα στους διαδρόμους του Μαθηματικού ήταν βαριά, φορτισμένη από την αγωνία των αποτελεσμάτων. Ο Μάριος, με το πρόσωπο χλωμό και τα χέρια να τρέμουν ελαφρά, πλησίασε τη Νεφέλη σε μια γωνία του κτιρίου, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Η φωνή του ήταν ένας σπασμένος ψίθυρος, μια ομολογία που έμοιαζε με προσευχή μελλοθάνατου.

    «Νεφέλη... πήρα οκτώ στη Διαφορική Γεωμετρία», ψέλλισε, κοιτώντας τις άκρες των παπουτσιών του. «Δεν ξέρω... δεν ξέρω πώς θα το πω στην Κυρία Αργυρώ. Θα με διαλύσει».

    Η Νεφέλη δεν απάντησε με λόγια. Με μια κίνηση αστραπιαία και γεμάτη περιφρόνηση, σήκωσε το χέρι της και τον χαστούκισε δυνατά. Ο ήχος αντήχησε στα μάρμαρα του διαδρόμου, ακριβώς τη στιγμή που η πόρτα του απέναντι γραφείου άνοιγε. Η καθηγήτρια Στυλιανού, η γυναίκα που είχε υπογράψει το «8» του Μάριου, στάθηκε στο κατώφλι. Αντί για έκπληξη ή αποδοκιμασία, ένα λεπτό, ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. Ξέσπασε σε ένα χαμηλό, κρυστάλλινο γέλιο που πάγωσε το αίμα του Μάριου.

    «Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε η καθηγήτρια, πλησιάζοντας με βήμα αργό και επιβλητικό.

    Η Νεφέλη στράφηκε προς το μέρος της, διατηρώντας την απόλυτη ψυχραιμία της. «Σας ζητώ συγγνώμη για τη σκηνή, κυρία καθηγήτρια. Αλλά αυτό το... σκουπίδι τόλμησε να φέρει ένα οκτώ στο μάθημά σας. Θεωρώ πως είναι η έσχατη έλλειψη σεβασμού προς το πρόσωπό σας και την επιστήμη που διδάσκετε. Ένα οκτώ είναι μια προσβολή στην αριστεία που απαιτείτε».

    Η Στυλιανού κοίταξε τον Μάριο, ο οποίος είχε καρφώσει το βλέμμα του στο πάτωμα, νιώθοντας το μάγουλό του να καίει. «Θαυμάζω την πίστη σου στο μάθημά μου, Νεφέλη», είπε η καθηγήτρια γελώντας ξανά. «Ίσως όμως δεν πρέπει να είσαι τόσο σκληρή με τον συμφοιτητή σου. Ένα οκτώ παραμένει ένας καλός βαθμός για τους πολλούς».

    «Όχι για εκείνον, κυρία καθηγήτρια», απάντησε η Νεφέλη με φωνή που έσταζε μέταλλο. «Αν είχα τη δικαιοδοσία, αν ο νόμος μου το επέτρεπε, θα τον έδερνα με μαστίγιο εδώ, μπροστά σε όλους, μέχρι να μάθει να τιμά το δέκα που του αξίζει».

    Η καθηγήτρια Στυλιανού γέλασε δυνατά, ένας ήχος που γέμισε τον διάδρομο με μια σκοτεινή ευφορία. «Αν είχαμε τέτοια δικαιοδοσία στα Πανεπιστήμια, Νεφέλη, θα είχαμε έναν πολύ καλύτερο και πιο πειθαρχημένο κόσμο», είπε και μετά στράφηκε στον Μάριο. «Να ακούς την κοπέλα σου, Μάριε. Φαίνεται να ξέρει τι χρειάζεσαι».

    «Δεν είμαι η κοπέλα του», διέκοψε η Νεφέλη, κλείνοντας με νόημα το μάτι στην καθηγήτρια. «Υπάρχει άλλη που έχει την πλήρη δικαιοδοσία πάνω του. Μια γυναίκα που δεν δέχεται τίποτα λιγότερο από την απόλυτη υποταγή».

    Το ενδιαφέρον στο βλέμμα της Στυλιανού άναψε σαν σπίθα σε μπαρούτι. «Πολύ ενδιαφέρον... Νεφέλη, πέρασε στο γραφείο μου. Θέλω να συζητήσουμε κάτι για την... πρόοδο του Μάριου».

    Μέσα στο κλειστό γραφείο, η Νεφέλη άρχισε να ξετυλίγει τις λεπτομέρειες του «Θεωρήματος της Θ.Ε.Α.». Μίλησε για την Αργυρώ, για τη μετακόμιση, για τη ζώνη αγνότητας και το πρωτόκολλο της απολυτότητας. Η καθηγήτρια άκουγε με κομμένη την ανάσα, τα δάχτυλά της να παίζουν με ένα ασημένιο στυλό. Ο ενθουσιασμός της ήταν έκδηλος.

    «Είναι εκπληκτικό», ψιθύρισε η Στυλιανού. «Θέλω οπωσδήποτε να μιλήσω με αυτή την Αργυρώ. Φαίνεται πως έχουμε κοινές αντιλήψεις για την εκπαίδευση του πνεύματος μέσω της πειθαρχίας της σάρκας». Έσκυψε μπροστά και χαμήλωσε τη φωνή της. «Πες μου, Νεφέλη... έχεις ακούσει ποτέ για το "Δίκτυο"

    Η Νεφέλη την κοίταξε απορημένη, νιώθοντας όμως πως μόλις είχε αγγίξει την άκρη ενός πολύ μεγαλύτερου και πιο σκοτεινού σχεδίου.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    «Το Δίκτυο, Αργυρώ, δεν είναι μια λέσχη ερασιτεχνών», άρχισε η Στυλιανού, γέρνοντας πίσω στην καρέκλα της. «Είναι μια αθόρυβη, μητριαρχική επανάσταση που έχει ριζώσει βαθιά στην Πάτρα και εξαπλώνεται σε κάθε μεγάλη πόλη. Είμαστε γυναίκες που κατέχουν θέσεις-κλειδιά—δικηγόροι, καθηγήτριες, γιατροί—και έχουμε αποφασίσει πως η κοινωνία λειτουργεί καλύτερα όταν οι άντρες υποβιβάζονται σε αυτό που πραγματικά είναι: όργανα υπηρεσίας και πειθαρχίας. Δημιουργούμε έναν κόσμο όπου η θέλησή μας είναι ο μοναδικός Νόμος.»

    Η Αργυρώ άκουγε με μια ανατριχίλα ενθουσιασμού. Η δική της εμπειρία με τον Μάριο ήταν μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Η Στυλιανού εξήγησε πως για να γίνει κάποια μέλος του Δικτύου, η «ιδιοκτησία» της—στην προκειμένη περίπτωση ο Μάριος—πρέπει να περάσει από Εξετάσεις Αξιολόγησης. Δεν αρκεί να είναι υποτακτικός· πρέπει να αποδείξει πως η ευφυΐα του είναι ολοκληρωτικά υποταγμένη στη Μητριαρχία.
    «Θέλω τον Μάριο εδώ, αύριο το πρωί, στις οκτώ», δήλωσε η Στυλιανού, και το βλέμμα της έγινε ξαφνικά κοφτερό σαν λεπίδι. «Γυμνό, εκτεθειμένο και έτοιμο για την πρώτη φάση της αξιολόγησης. Θέλω να δω αν το "8" που του έβαλα ήταν μια τυχαία αποτυχία ή αν το μυαλό του έχει ήδη αρχίσει να παραδίδεται στο κενό που του επιβάλλεις.»

    Η Αργυρώ παρέμεινε ψύχραιμη, πίνοντας μια γουλιά από το ποτό της. «Δέχομαι, Κυρία Στυλιανού. Αλλά με έναν όρο. Η Νεφέλη πρέπει να είναι παρούσα. Είναι η επέκταση του χεριού μου μέσα στη σχολή και η δική της αριστεία είναι ο καθρέφτης της δικής του ταπείνωσης.»

    Η Στυλιανού χαμογέλασε, και για πρώτη φορά η αυστηρότητά της υποχώρησε μπροστά σε μια διαφορετική ένταση. «Η Νεφέλη...» ψιθύρισε η καθηγήτρια. «Έχει μια σπάνια φλόγα. Πρέπει να σου ομολογήσω, Αργυρώ, πως η παρουσία της με αναστατώνει ερωτικά. Υπάρχει κάτι στην πειθαρχία της που με καλεί να την εξερευνήσω.»

    «Το γνωρίζω», απάντησε η Αργυρώ με ένα σιβυλλικό χαμόγελο. «Και μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως η Νεφέλη νιώθει το ίδιο. Στο πρόσωπό σου βλέπει την απόλυτη αυθεντία που επιθυμεί να υπηρετήσει και να κατακτήσει ταυτόχρονα. Η παρουσία της αύριο δεν θα είναι μόνο για τον Μάριο. Θα είναι η αρχή μιας νέας δυναμικής ανάμεσα σε εσάς τις δύο.»

    Το βράδυ στο σπίτι, ο Μάριος ενημερώθηκε για το ραντεβού. Η Αργυρώ δεν του έδωσε λεπτομέρειες, παρά μόνο μια διαταγή: να προετοιμάσει το σώμα του με απόλυτη καθαριότητα, καθώς το επόμενο πρωί το «Θεώρημα» θα περνούσε από την κρίση του Δικτύου.

    «Αύριο, Μάριε, δεν θα είσαι στη σχολή για να λύσεις ασκήσεις», του είπε η Αργυρώ καθώς τον κλείδωνε στη ζώνη αγνότητας για την τελευταία φορά πριν την εξέταση. «Θα είσαι το αντικείμενο μελέτης δύο γυναικών που θα αποφασίσουν αν έχεις τη θέση που σου αναλογεί στον νέο κόσμο που χτίζουμε. Η Κυρία Στυλιανού και η Νεφέλη θα σε περιμένουν. Φρόντισε η σιωπή σου να είναι αντάξια της υποταγής σου.»

    Ο Μάριος, γονατισμένος στα πόδια της, ένιωθε τον τρόμο να μπλέκεται με μια νοσηρή προσμονή. Η ιδέα ότι η καθηγήτριά του και η Νεφέλη θα τον είχαν στο έλεός τους, υπό την έγκριση της Αργυρώς, τον έκανε να νιώθει πως η παλιά του ταυτότητα είχε πλέον εξατμιστεί οριστικά.

    Το τελευταίο βράδυ πριν από τις εξετάσεις του Δικτύου, η Αργυρώ αποφάσισε να δείξει στον Μάριο ποια θα είναι η μοίρα του αν το πνεύμα του αποδειχθεί κατώτερο των περιστάσεων. Τον οδήγησε στο μπάνιο, εκεί όπου οι λευκοί προβολείς και τα ψυχρά μάρμαρα δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα χειρουργείου.

    «Κοίταξέ με, Μάριε», του είπε, ενώ τον ανάγκασε να γονατίσει μπροστά της. «Αν αύριο η Στυλιανού και το Δίκτυο αποφασίσουν ότι το μυαλό σου είναι άχρηστο, αν το "8" σου δεν γίνει ένα αψεγάδιαστο "10" στην υποταγή, τότε θα πάψεις να είσαι ο μαθηματικός μου. Θα πάψεις να είσαι οικότροφος. Θα γίνεις απλώς το ζωντανό εργαλείο καθαρισμού αυτού του σπιτιού. Θα υπάρχεις μόνο για να μαζεύεις τη βρωμιά μου, να καθαρίζεις τα υπολείμματα της ύπαρξής μου με τον πιο ταπεινωτικό τρόπο. Η γλώσσα σου θα είναι το μόνο σου όπλο απέναντι στις ακαθαρσίες μου».

    Ο Μάριος, τρέμοντας, ένιωσε την απειλή να τον πνίγει. Η ιδέα ότι θα έχανε ακόμα και το δικαίωμα να την κοιτάζει στα μάτια, ότι θα υποβιβαζόταν σε κάτι λιγότερο από άνθρωπο, τον έκανε να λυγίσει.

    «Απόψε, θα πάρεις μια γεύση από το μέλλον σου αν αποτύχεις», συνέχισε η Αργυρώ.

    Τον διέταξε να βγάλει κάθε ίχνος ρούχου. Τον άφησε μόνο με το κολλάρο του, σύμβολο μιας ιδιοκτησίας που πλέον αμφισβητούσε την ίδια του την αξία. Τον ανάγκασε να ξαπλώσει στο παγωμένο πάτωμα του μπάνιου, πάνω στα σκληρά πλακάκια, χωρίς κουβέρτα, χωρίς μαξιλάρι, χωρίς καμία ανθρώπινη ζεστασιά.

    Η νύχτα ήταν ατέλειωτη. Το κρύο του πατώματος διαπερνούσε το δέρμα του, φτάνοντας μέχρι τα κόκαλα, ενώ ο ήχος από τις σταγόνες της βρύσης που έπεφταν ρυθμικά έμοιαζε με την αντίστροφη μέτρηση για την καταστροφή του. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του, έβλεπε το πρόσωπο της Στυλιανού και της Νεφέλης. Φανταζόταν το Δίκτυο ως μια σκοτεινή μηχανή που θα τον κατάπινε, αφήνοντας πίσω μόνο ένα σώμα χωρίς θέληση.

    Η Αργυρώ είχε κλείσει την πόρτα, αφήνοντάς τον στο σκοτάδι. «Θέλω να νιώσεις την απουσία μου», του είχε πει πριν φύγει. «Θέλω να καταλάβεις ότι αν δεν είσαι άριστος, το μόνο που σου αξίζει είναι το κρύο και η βρωμιά».

    Ο Μάριος προσευχόταν για το ξημέρωμα, όχι γιατί ήθελε να ελευθερωθεί, αλλά γιατί ήθελε να αποδείξει πως αξίζει να παραμείνει το κτήμα της. Η υποταγή του είχε πλέον γίνει η μοναδική του ελπίδα για επιβίωση.
     
  6. sfougokolarios

    sfougokolarios Regular Member

    Τι γράφεις βρε άνθρωπε! Τι απίστευτη ιστορία!
     
  7. slave32

    slave32 Contributor

    Η πρωινή ομίχλη της Πάτρας τύλιγε το κτίριο του Μαθηματικού, προσφέροντας μια απόκοσμη σιωπή που ταίριαζε απόλυτα με την εσωτερική κατάσταση του Μάριου. Η Αργυρώ τον άφησε στην πύλη στις επτά ακριβώς, μια ώρα που το Πανεπιστήμιο έμοιαζε με εγκαταλελειμμένο ναό. Καθώς τα πίσω φώτα της Mercedes χάνονταν στη στροφή, ο Μάριος ένιωσε το βάρος της μοναξιάς να τον πλακώνει, μέχρι που μια γνώριμη φιγούρα ξεπρόβαλε μέσα από το γκρίζο φόντο.

    Η Νεφέλη τον περίμενε, ακουμπισμένη σε έναν πέτρινο κίονα, με ένα βλέμμα που συνδύαζε την παγερή παρατήρηση με μια κρυφή, φλεγόμενη ένταση.
    «Αν σε είχα προλάβει πρώτη, Μάριε, δεν θα σε μοιραζόμουν με κανέναν», του είπε η Νεφέλη με μια φωνή που έτρεμε ελαφρά από μια κτητικότητα που ξεπερνούσε ακόμα και τους κανόνες της Αργυρώς.

    Ο Μάριος, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα, ένιωσε την ανάγκη να ανταποδώσει την ευγένεια, παρόλο που η καρδιά του χτυπούσε σαν παγιδευμένο πουλί. Η αλήθεια ήταν σκληρή: η Νεφέλη ήταν η πιο όμορφη γυναίκα που είχε δει ποτέ—μια ομορφιά που λειτουργούσε ως ένας μιγαδικός αριθμός, όπου το πραγματικό μέρος ήταν η γοητεία της και το φανταστικό η επικίνδυνη εξουσία της.

    «Δεν θα τολμούσα ποτέ να σας φλερτάρω, Κυρία Νεφέλη...» ψιθύρισε, αλλά πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη σκέψη του, ένα γερό, ηχηρό χαστούκι τον επανέφερε στην τάξη.

    «Μην ξαναμιλήσεις χωρίς άδεια. Γονάτισε!»

    Ο Μάριος υπάκουσε μηχανικά. Παρά το γεγονός ότι βρίσκονταν στον κεντρικό διάδρομο της σχολής, το σώμα του αντέδρασε πριν από τη λογική του. Γονάτισε στα σκληρά μάρμαρα, νιώθοντας την ταπείνωση να μετατρέπεται σε μια παράξενη λύτρωση. Όταν η Νεφέλη τον διέταξε να της φιλήσει τα πόδια, εκείνος βύθισε το πρόσωπό του στην απόλυτη υποταγή, νιώθοντας πως κάθε του κίνηση ήταν μια προσπάθεια να εξιλεωθεί για το «8» που είχε στοιχειώσει τη ζωή του.

    Ξαφνικά, η Νεφέλη τον άρπαξε από τον γιακά και τον ανάγκασε να σηκωθεί. Πριν προλάβει να καταλάβει τι συνέβαινε, τον φίλησε βαθιά, ερωτικά, με μια ορμή που τον άφησε άναυδο. Ένιωσε τα στήθη της να πιέζονται πάνω του, μια θερμότητα που ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με το παγωμένο πάτωμα του μπάνιου όπου είχε περάσει τη νύχτα.

    «Με καυλώνεις, Μάριε... πολύ», του ψιθύρισε ανάμεσα στις ανάσες τους. «Θέλω να σου κάνω έρωτα, αλλά τώρα προέχει η αξιολόγησή σου».

    Ακολούθησε τη Νεφέλη στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους μέχρι την πόρτα του γραφείου 302. Το όνομα στην πινακίδα, «Βίκυ Στυλιανού – Καθηγήτρια Διαφορικής Γεωμετρίας», έμοιαζε με την είσοδο σε ένα άλλο σύμπαν. Μετά από ένα κοφτό χτύπημα, η πόρτα άνοιξε.

    Η Βίκυ Στυλιανού τους περίμενε όρθια, πίσω από ένα γραφείο γεμάτο χειρόγραφα και γεωμετρικά μοντέλα. Η παρουσία της ήταν επιβλητική, μια ζωντανή ενσάρκωση της αριστείας. Περίπου 1,70, λεπτή και νευρώδης, με ένα κάτασπρο δέρμα που έμοιαζε με μάρμαρο Πεντέλης. Τα μαλλιά της, ένα κοντό μπουκλέ καρέ, πλαισίωναν ένα πρόσωπο που παρά τα πενήντα του χρόνια, διατηρούσε μια νεανική σκληρότητα. Το στήθος της, μεσαίο και στητό κάτω από το μεταξωτό της πουκάμισο, απέπνεε μια αίσθηση ακλόνητης δύναμης.

    Ήταν πανέμορφη, αλλά με έναν τρόπο που σε έκανε να θέλεις να μετρήσεις την απόσταση από την τελειότητα χρησιμοποιώντας την ευκλείδεια μετρική:

    d(A,B)=i=1∑n(ai−bi)2
    Όπου το A ήταν ο Μάριος και το B η απόλυτη κυριαρχία της Βίκυς.

    «Περάστε», είπε η Στυλιανού, και η φωνή της είχε τη χροιά παλαιωμένου βιολιού. «Μάριε, βγάλε τα ρούχα σου και στάσου στο κέντρο. Νεφέλη, κάθισε δίπλα μου. Η εξέταση του Δικτύου ξεκινά τώρα».

    Ο Μάριος ένιωσε τα βλέμματα των δύο γυναικών να τον απογυμνώνουν πριν καν αγγίξει το πρώτο κουμπί του πουκαμίσου του. Η Βίκυ τον κοίταζε με μια αναλυτική περιέργεια, ενώ η Νεφέλη, ακόμα αναστατωμένη από το φιλί τους, διατηρούσε μια στάση έτοιμη για δράση.
     
  8. slave32

    slave32 Contributor

    Το γραφείο της καθηγήτριας Στυλιανού μετατράπηκε σε έναν θάλαμο βασανιστηρίων όπου η διανοητική πίεση συναντούσε τη σωματική έκθεση. Ο Μάριος, γυμνός, με το κολλάρο του να αποτελεί το μοναδικό του ένδυμα, στεκόταν μπροστά στον μεγάλο μαυροπίνακα που κάλυπτε τον έναν τοίχο. Η κιμωλία στο χέρι του έτρεμε, ενώ η δροσιά του δωματίου έκανε το δέρμα του να ανατριχιάζει.

    Πίσω του, καθισμένες σε δύο δερμάτινες πολυθρόνες σαν κριτές σε ρωμαϊκή αρένα, βρίσκονταν η Βίκυ και η Νεφέλη. Η Βίκυ κρατούσε ένα στυλό, έτοιμη να κρίνει την ακρίβεια των υπολογισμών του. Η Νεφέλη κρατούσε μια λεπτή, εύκαμπτη βίτσα ιππασίας, χτυπώντας τη ρυθμικά στην παλάμη της.
    «Το πρόβλημα είναι απλό, Μάριε», είπε η Βίκυ με τη βελούδινη, επικίνδυνη φωνή της. «Θέλω να μου υπολογίσεις την καμπυλότητα Gauss για την επιφάνεια S που ορίζεται από την εξίσωση z=x2−y2 στο σημείο P(1,1,0). Ξεκίνα. Κάθε λάθος στο πρόσημο, κάθε δισταγμός στην παραγώγιση, θα έχει άμεσο κόστος».

    Ο Μάριος άρχισε να γράφει. Η κιμωλία έτριζε στον πίνακα. Προσπάθησε να συγκεντρωθεί στους τύπους της Πρώτης και Δεύτερης Θεμελιώδους Μορφής, αλλά η παρουσία των δύο γυναικών πίσω από την εκτεθειμένη του πλάτη παρέλυε τη σκέψη του.

    E=1+fx2,F=fxfy,G=1+fy2

    Υπολόγισε τα fx και fy σωστά. Προχώρησε στη Δεύτερη Θεμελιώδη Μορφή. Εκεί, στον υπολογισμό του κάθετου διανύσματος n, έκανε το λάθος. Ξέχασε να διαιρέσει με το μέτρο.

    «Λάθος», είπε ψυχρά η Βίκυ, χωρίς να σηκώσει τα μάτια από το χαρτί της.

    Πριν προλάβει ο Μάριος να αντιληφθεί τι έκανε, άκουσε το σφύριγμα στον αέρα.

    ΣΦΙΣΣΣ - ΤΣΑΚ.

    Η βίτσα της Νεφέλης προσγειώθηκε με χειρουργική ακρίβεια στον δεξιό του γλουτό. Ο πόνος ήταν οξύς, σαν κάψιμο από τσιγάρο, και ο Μάριος τίναξε το σώμα του, αφήνοντας έναν πνιχτό ήχο να του ξεφύγει.

    «Συγκεντρώσου, σκουπίδι», του ψιθύρισε η Νεφέλη. «Η Κυρία Καθηγήτρια δεν ανέχεται την μετριότητα».

    Ο Μάριος, με δάκρυα στα μάτια από τον ξαφνικό πόνο, διόρθωσε το λάθος και συνέχισε. Η εξέταση διήρκεσε είκοσι βασανιστικά λεπτά. Κάθε φορά που το μυαλό του θόλωνε από τον φόβο, η βίτσα της Νεφέλης τον επανέφερε στην πραγματικότητα, σημαδεύοντας τους μηρούς και τα πλευρά του με λεπτές, κόκκινες γραμμές. Η Βίκυ παρακολουθούσε την αλληλεπίδραση με επιστημονικό ενδιαφέρον, γοητευμένη από το πώς η Νεφέλη διαχειριζόταν την τιμωρία.

    Όταν τελικά ο Μάριος έγραψε το σωστό αποτέλεσμα στον πίνακα, ήταν λαχανιασμένος, ιδρωμένος και γεμάτος ραβδώσεις.

    «Το αποτέλεσμα είναι σωστό», παραδέχτηκε η Βίκυ, αφήνοντας το στυλό. «Η διαδικασία, όμως, ήταν απογοητευτική. Το μυαλό σου είναι ακόμα γεμάτο θόρυβο. Νεφέλη, αρκετά με τη βίτσα. Τώρα ξεκινάει το πραγματικό τεστ».
     
  9. slave32

    slave32 Contributor

    Η Βίκυ σηκώθηκε αργά. Πλησίασε τον Μάριο, ο οποίος παρέμενε ακίνητος μπροστά στον πίνακα, τρέμοντας. Η καθηγήτρια άπλωσε το χέρι της και με τα μακριά, περιποιημένα νύχια της, ιχνηλάτησε μια από τις κόκκινες γραμμές στο στήθος του.

    «Το "8" που πήρες, Μάριε, δεν ήταν απλώς ένας βαθμός», είπε χαμηλόφωνα, κοιτάζοντάς τον βαθιά στα μάτια. «Ήταν μια δήλωση ανεξαρτησίας. Μια στιγμή που το εγώ σου πίστεψε ότι μπορεί να χαλαρώσει. Το Δίκτυο δεν συγχωρεί τέτοια ολισθήματα».

    Η Νεφέλη πλησίασε από την άλλη πλευρά, κλείνοντάς τον στη μέση. Η ατμόσφαιρα μύριζε φόβο, ιδρώτα και ακριβά γυναικεία αρώματα.

    «Ξεκινά η ανάκριση», ανακοίνωσε η Βίκυ. «Θα απαντάς άμεσα και ειλικρινά. Αν νιώσω ότι ψεύδεσαι, ή ότι προσπαθείς να προστατεύσεις τα υπολείμματα της παλιάς σου αξιοπρέπειας, η Νεφέλη θα χρησιμοποιήσει κάτι πιο σκληρό από τη βίτσα».

    Η Βίκυ κάθισε στην άκρη του γραφείου της, σταυρώνοντας τα πόδια της, επιδεικνύοντας την απόλυτη κυριαρχία της στον χώρο.

    Ερώτηση 1η: «Πες μου, Μάριε. Όταν κοιτάζεις εμένα και τη Νεφέλη τώρα, τι βλέπεις; Βλέπεις δύο γυναίκες, ή βλέπεις τους αρχιτέκτονες της νέας σου πραγματικότητας;»

    Ο Μάριος κατάπιε ξερά. «Βλέπω... βλέπω τις Θεές που ορίζουν αν αναπνέω ή όχι, Κυρία Καθηγήτρια».

    Η Βίκυ χαμογέλασε αχνά. «Σωστή αρχή. Αλλά πολύ γενική».

    Ερώτηση 2η: «Γιατί απέτυχες να πάρεις 10; Ήταν η ύλη δύσκολη, ή μήπως η αφοσίωσή σου στην Αργυρώ δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο ισχυρίζεσαι; Μήπως ένα κομμάτι σου θέλει ακόμα να είναι "ελεύθερο";»

    Η ερώτηση ήταν παγίδα. Ο Μάριος ένιωσε την ανάσα της Νεφέλης στον σβέρκο του. Ήξερε πως η λάθος απάντηση θα οδηγούσε σε κόλαση.

    «Απέτυχα... γιατί είμαι ατελής, Κυρία μου», ψέλλισε. «Το μυαλό μου δεν έχει καθαρίσει ακόμα τελείως από τον εγωισμό μου. Αξίζω κάθε τιμωρία για αυτό».

    Η Βίκυ αντάλλαξε ένα βλέμμα ικανοποίησης με τη Νεφέλη.

    Ερώτηση 3η: «Η Αργυρώ σε παρέδωσε σε εμάς σήμερα. Το καταλαβαίνεις αυτό; Μας έδωσε το δικαίωμα να σε "σπάσουμε" και να σε ξαναφτιάξουμε ή να σε πετάξουμε. Αν σου ζητούσα τώρα να διαλέξεις ανάμεσα στο να γίνεις ο κορυφαίος μαθηματικός του κόσμου αλλά να είσαι ελεύθερος, ή να μείνεις για πάντα το γυμνό σκουπίδι που καθαρίζει τα πατώματα του Δικτύου... τι θα διάλεγες;»
     
  10. slave32

    slave32 Contributor

    Η ομολογία του Μάριου αντήχησε στους τοίχους του γραφείου, ανάμεσα στα βιβλία και τα γεωμετρικά σχήματα, σαν την οριστική απόδειξη ενός θεωρήματος που δεν επιδέχεται πλέον καμία αμφισβήτηση. Η φωνή του, τρεμάμενη και γεμάτη απόγνωση, ήταν η μουσική που η Βίκυ και η Νεφέλη περίμεναν να ακούσουν.
    Η Βίκυ Στυλιανού σηκώθηκε αργά από την άκρη του γραφείου της. Τα ψηλά της τακούνια έβγαλαν έναν ξερό, αποφασιστικό ήχο στο πάτωμα καθώς πλησίαζε τον Μάριο. Του έπιασε το πηγούνι με τα δάχτυλά της, αναγκάζοντάς τον να σηκώσει το κεφάλι και να την κοιτάξει στα μάτια.

    «Είναι μια ενδιαφέρουσα παραδοχή, Μάριε», ψιθύρισε, με το βλέμμα της να λάμπει από μια σαδιστική ικανοποίηση. «Στα Μαθηματικά, το "μηδέν" είναι η πιο ισχυρή σταθερά. Όταν ένας άντρας με τη δική σου ευφυΐα αποδέχεται ότι η οντότητά του ισούται με το κενό σύνολο, τότε μόνο είναι πραγματικά χρήσιμος στο Δίκτυο».

    Η Νεφέλη, που στεκόταν ακριβώς από πίσω του, πέρασε τη βίτσα της απαλά πάνω από τους ώμους του, νιώθοντας την ανατριχίλα του δέρματός του. «Ακούς, Κυρία Καθηγήτρια;» είπε η Νεφέλη με μια δόση ειρωνείας. «Ικετεύει να γίνει το τίποτα. Νομίζω πως το "8" του ήταν μια υποσυνείδητη κραυγή για βοήθεια. Ήθελε να τον τσακίσουμε».

    Η Βίκυ άφησε το πηγούνι του και γύρισε προς τη Νεφέλη. Η ατμόσφαιρα ανάμεσα στις δύο γυναίκες ήταν πλέον ηλεκτρισμένη. Η αμοιβαία έλξη τους, τροφοδοτημένη από την απόλυτη υποταγή του Μάριου, ήταν εμφανής.

    «Νεφέλη, το Δίκτυο απαιτεί απόδειξη της "χρηστικότητας" του αντικειμένου», δήλωσε η Βίκυ. «Αφού ο ίδιος δηλώνει "ζώο" και "σκουπίδι", ας τον μεταχειριστούμε ως τέτοιο. Από αυτή τη στιγμή, ο Μάριος παύει να έχει όνομα μέσα σε αυτό το γραφείο. Θα είναι η "Μονάδα 8" — μια διαρκής υπενθύμιση της αποτυχίας του και της ανάγκης του για δουλεία».

    Η Βίκυ στράφηκε ξανά στον Μάριο. «Αφού θέλεις να είσαι δούλος μας, θα ξεκινήσεις από τα βασικά. Θα καθαρίσεις αυτό το γραφείο γυμνός, στα τέσσερα, χρησιμοποιώντας μόνο ό,τι σου επιτρέψουμε. Η Νεφέλη θα σε επιβλέπει, και για κάθε λεκέ που θα αφήνεις, για κάθε στιγμή που θα σηκώνεις το βλέμμα σου από το πάτωμα, η βίτσα της θα σου υπενθυμίζει την "αξία" σου».

    Η Νεφέλη πλησίασε τη Βίκυ και της έπιασε το χέρι, με μια κίνηση που έδειχνε πως η συμμαχία τους είχε πλέον περάσει σε άλλο επίπεδο.

    «Κυρία Στυλιανού... Βίκυ», είπε η Νεφέλη χαμηλόφωνα. «Νομίζω πως η Μονάδα 8 είναι έτοιμη για την πρώτη του επίσημη καταγραφή στο Δίκτυο. Αλλά πριν από αυτό, θέλω να δω αν μπορεί να αντέξει την εικόνα μας να τον αγνοούμε πλήρως, ενώ εκείνος μας υπηρετεί».

    Η Βίκυ χαμογέλασε και τράβηξε τη Νεφέλη κοντά της, φιλώντας την προκλητικά μπροστά στα μάτια του Μάριου, ο οποίος παρέμενε γονατισμένος, νιώθοντας την απόλυτη εκμηδένιση της ύπαρξής του.

    «Μάριε, στο πάτωμα», διέταξε η Βίκυ χωρίς να τον κοιτάξει. «Ξεκίνα να καθαρίζεις τα παπούτσια της Κυρίας Νεφέλης με τη γλώσσα σου. Εμείς έχουμε να συζητήσουμε τις λεπτομέρειες της ένταξής σου στο Δίκτυο... και το πώς η Αργυρώ θα σε μοιραστεί μαζί μας για το υπόλοιπο εξάμηνο».
     
  11. slave32

    slave32 Contributor

    Το απόγευμα στην Πάτρα είχε μια βαριά, υγρή ζέστη, που έμοιαζε να κολλάει πάνω στο μέταλλο του μαύρου Jeep της Βίκυς Στυλιανού. Ο Μάριος, η «Μονάδα 8», είχε μετατραπεί πλέον σε καθαρό φορτίο. Με τα χέρια δεμένα και το σώμα του διπλωμένο στον χώρο των αποσκευών, ένιωθε κάθε κραδασμό του δρόμου σαν μια υπενθύμιση της απώλειας της ανθρώπινης ιδιότητάς του. Το σκοτάδι του πορτμπαγκάζ ήταν η μόνη του πραγματικότητα, μέχρι που το αυτοκίνητο σταμάτησε σε ένα απόμερο ξέφωτο, εκεί όπου τα δέντρα έκρυβαν τον δρόμο από τα αδιάκριτα βλέμματα.
    Μέσα στην καμπίνα του τζιπ, η ατμόσφαιρα είχε πιάσει φωτιά. Η Βίκυ, με το κοντό μπουκλέ καρέ της ανακατεμένο και το κάτασπρο δέρμα της να λάμπει από την ένταση, είχε παραδοθεί στα χέρια της Νεφέλης. Η Νεφέλη, κινούμενη με μια λατρεία που άγγιζε τα όρια της θρησκευτικής έκστασης, δεν σταματούσε να γλείφει το στητό στήθος της καθηγήτριάς της, πριν κατέβει χαμηλότερα, ανάμεσα στα πόδια της Βίκυς.

    Για δύο ολόκληρες ώρες, ο Μάριος, κλεισμένος στο πορτμπαγκάζ, βίωνε το απόλυτο μαρτύριο της ακοής. Άκουγε τους αναστεναγμούς της Βίκυς, το ρυθμικό κούνημα των αναρτήσεων του αυτοκινήτου και τους ψιθύρους της Νεφέλης που υποσχόταν αιώνια υποταγή στην ανώτερή της. Η Στυλιανού ήταν εμφανώς χαρούμενη· η Νεφέλη ήταν το «εύρημα» που έλειπε από τη ζωή της, μια γυναίκα που μπορούσε να σταθεί δίπλα της στο Δίκτυο αλλά και κάτω από το άγγιγμά της.

    «Ακούς, σκουπίδι;» φώναξε κάποια στιγμή η Βίκυ, χτυπώντας το κάθισμα προς το μέρος του πορτμπαγκάζ. «Αυτό είναι το τίμημα της αριστείας. Εσύ είσαι στο σκοτάδι, ενώ εμείς γιορτάζουμε τη δική σου εκμηδένιση».
    Όταν έφτασαν επιτέλους στο σπίτι της καθηγήτριας—μια μίνιμαλ μονοκατοικία γεμάτη μάρμαρο και γυαλί—ο Μάριος διατάχθηκε να βγει. Ήταν ζαλισμένος, πιασμένος, αλλά η εικόνα των δύο γυναικών τον επανέφερε στην τάξη. Η Βίκυ και η Νεφέλη περπατούσαν ημιγυμνες μέσα στο σπίτι, ακτινοβολώντας μια ενέργεια που τον έκανε να νιώθει μικρότερος από το μηδέν.

    «Ξεκίνα να καθαρίζεις, Μονάδα 8», διέταξε η Βίκυ, πετώντας του ένα πανί. «Θέλω το πάτωμα να λάμπει τόσο ώστε να βλέπω την αντανάκλαση της ηδονής μας».

    Ενώ ο Μάριος σερνόταν στα τέσσερα καθαρίζοντας τα μάρμαρα, οι δύο γυναίκες συνέχισαν το ερωτικό τους παιχνίδι σε κάθε γωνιά του σπιτιού. Η Βίκυ δεν άφηνε τη Νεφέλη να πάρει ανάσα, επιβάλλοντας τον δικό της ρυθμό, τον ρυθμό μιας γυναίκας που είχε συνηθίσει να ορίζει τις τύχες των άλλων.

    Το θέαμα που έσπασε τον Μάριο οριστικά ήταν όταν βρέθηκαν στο σαλόνι. Η Βίκυ είχε φορέσει το επιβλητικό strap-on, μια κίνηση που συμβόλιζε την απόλυτη εξουσία της μέσα στο Δίκτυο. Η Νεφέλη, η αριστούχος του «10», η γυναίκα που τον είχε ταπεινώσει στη σχολή, ήταν τώρα γονατισμένη μπροστά στην καθηγήτρια, ικετεύοντας για την εισβολή.

    Ο Μάριος παρακολουθούσε τη Βίκυ να στραπονάρει ανελέητα τη Νεφέλη πάνω στον δερμάτινο καναπέ. Οι κινήσεις της Βίκυς ήταν μηχανικές, δυνατές, γεμάτες από μια ψυχρή, μαθηματική ακρίβεια που δεν άφηνε περιθώρια για αντίσταση. Η Νεφέλη ούρλιαζε από ηδονή και πόνο, παραδομένη ολοκληρωτικά στην ανώτερή της.

    «Κοίτα καλά, Μάριε!» φώναζε η Βίκυ καθώς πίεζε τη Νεφέλη. «Ακόμα και το τέλειο "10" σου γονατίζει μπροστά μου. Αν η Νεφέλη είναι ο Θεός σου στη σχολή, εγώ είμαι η Θεά που ορίζει τη μοίρα και των δυο σας. Συνέχισε να καθαρίζεις! Η θέα της δικής μας ένωσης είναι η μόνη ανταμοιβή που θα έχεις απόψε».

    Ο Μάριος, με το πανί στο χέρι και τα δάκρυα να κυλούν, ένιωθε πως το Δίκτυο ήταν μια ακατανίκητη δύναμη. Η εικόνα της Βίκυς να κυριαρχεί πάνω στη Νεφέλη ήταν η απόλυτη απόδειξη πως στον κόσμο που είχε μπει, η ανδρική ύπαρξη δεν ήταν παρά ένας σιωπηλός μάρτυρας της γυναικείας παντοδυναμίας.
     
  12. slave32

    slave32 Contributor

    Η νύχτα είχε απλωθεί οριστικά πάνω από την Πάτρα, αλλά στο εσωτερικό της μινιμαλιστικής μονοκατοικίας της Βίκυς Στυλιανού, το φως ήταν χαμηλό, μελετημένο για να αναδεικνύει τις αιχμηρές γωνίες του μαρμάρου και τις καμπύλες της εξουσίας. Η Αργυρώ έφτασε ακριβώς την ώρα που η ατμόσφαιρα μύριζε ακόμα την ένταση της προηγούμενης ένωσης της Βίκυς και της Νεφέλης. Φορώντας ένα μεταξωτό φόρεμα που γλιστρούσε στο σώμα της σαν νυχτερινό νερό, η Αργυρώ μπήκε στο σαλόνι με την αυτοπεποίθηση μιας γυναίκας που παραδίδει ένα πολύτιμο, αλλά ατελές, έργο τέχνης για τελική επεξεργασία.

    Στο κέντρο του δωματίου, ο Μάριος είχε πάρει τη θέση του. Δεν ήταν πια άνθρωπος, ούτε καν δούλος· ήταν ένα έπιπλο. Γονατισμένος στα τέσσερα, με την πλάτη του οριζοντιωμένη με μαθηματική ακρίβεια, χρησίμευε ως το ζωντανό τραπέζι πάνω στο οποίο η Βίκυ είχε τοποθετήσει έναν ασημένιο δίσκο με ακριβά τυριά και τρία ποτήρια παλαιωμένου κόκκινου κρασιού. Οι ραβδώσεις από τη βίτσα της Νεφέλης και το μαστίγιο της Αργυρώς έμοιαζαν με τα νερά ενός σκοτεινού ξύλου κάτω από το δέρμα του.

    Η Αργυρώ πλησίασε και χάιδεψε απαλά το κεφάλι του Μάριου, μια κίνηση που θύμιζε περισσότερο έλεγχο ποιότητας παρά στοργή. «Φαίνεται πως η Κυρία Στυλιανού σε έφερε στα όριά σου, Μονάδα 8», ψιθύρισε. Μετά, στράφηκε στη Βίκυ, η οποία καθόταν αναπαυτικά στην πολυθρόνα της, με τη Νεφέλη να κάθεται στα πόδια της, ακουμπώντας το κεφάλι της στο στήθος της καθηγήτριας.

    Η Βίκυ έβγαλε από έναν δερμάτινο φάκελο ένα έγγραφο γραμμένο σε περγαμηνή, με τη σφραγίδα του Δικτύου να δεσπόζει στο πάνω μέρος. Ήταν η «Σύμβαση Παραχώρησης και Ολοκληρωτικής Αναδιάρθρωσης».

    «Για τους επόμενους τρεις μήνες, Αργυρώ, ο Μάριος παύει να σου ανήκει», δήλωσε η Βίκυ, πίνοντας μια γουλιά κρασί καθώς το ποτήρι της ακουμπούσε σταθερά πάνω στην πλάτη του Μάριου. «Θα εισαχθεί στο Πρόγραμμα του Δικτύου. Θα εκπαιδευτεί στη σχολή από τη Νεφέλη και εδώ από εμένα. Θα του αφαιρέσουμε κάθε ίχνος παλιάς ταυτότητας. Θα μάθει ότι η ύπαρξή του είναι μια συνάρτηση που τείνει στο μηδέν, εκτός αν η δική μας θέληση του δώσει τιμή».

    Η Αργυρώ πήρε την πένα. «Τρεις μήνες είναι αρκετοί για να γίνει το τέλειο "αντικείμενο" για το Δίκτυο», είπε με τη φωνή της να σταθεροποιείται στον επαγγελματικό της τόνο. Υπέγραψε με μια γρήγορη, κοφτή κίνηση. Το «Θεώρημα της Θ.Ε.Α.» είχε πλέον επισημοποιηθεί σε μια ανώτερη βαθμίδα.

    Κατά τη διάρκεια του δείπνου, οι τρεις γυναίκες χρησιμοποιούσαν το σώμα του Μάριου με απόλυτη φυσικότητα, ακουμπώντας τα πόδια τους πάνω του ή χρησιμοποιώντας τους ώμους του για να στηρίζονται καθώς γελούσαν και σχεδίαζαν τις λεπτομέρειες της κυριαρχίας τους. Η Νεφέλη, με τα μάτια της να λάμπουν από τη διπλή ηδονή της κατάκτησης του Μάριου και της αποδοχής από τη Βίκυ, του ψιθύρισε στο αυτί καθώς του άφηνε μια σταγόνα κρασί να κυλήσει στη σπονδυλική του στήλη:

    «Αυτή είναι η τελευταία σου νύχτα ως Μάριος, σκουπίδι. Από αύριο, το τρίμηνο της διαγραφής σου ξεκινά. Θα εύχεσαι να ήσουν απλώς ένας φοιτητής με ένα οκτώ. Στο Δίκτυο, ο πόνος είναι η μόνη γλώσσα που θα σου επιτρέπεται να καταλαβαίνεις».

    Ο Μάριος, ακίνητος κάτω από το βάρος των τριών Κυριών του, ένιωθε τη ζεστή υγρασία του κρασιού και την ψυχρή βεβαιότητα της υπογραφής της Αργυρώς. Η μοίρα του είχε σφραγιστεί. Για τους επόμενους τρεις μήνες, το Πανεπιστήμιο και το σπίτι της Βίκυς θα ήταν οι δύο πόλοι ενός μαγνητικού πεδίου που θα τον συνέτριβε, μετατρέποντάς τον σε μια καθαρή, άβουλη ύλη στην υπηρεσία του Δικτύου.