Reminiscences of a Sinner : "De Kooi"

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Gloriana Majestica, στις 9 Ιουλίου 2017.

  1. Gloriana Majestica

    Gloriana Majestica Notorious

    Επεισόδιο Δεύτερο



    “De Kooi ”

    Boxers, like prostitutes,
    are in the business of ruining their bodies
    for the pleasure of strangers
    .”

    -Wayne Kelly-​



    Περίχωρα του Άμστερνταμ : Εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο κοπτικών εργαλείων, πρώην αίθουσα συναρμολόγησης, Σάββατο 28 Μαϊου 2016, ώρα 22:41

    Η Χίλντεγκαρ είναι κάτω. Το δεξί της μάγουλο στο καναβάτσο του κλουβιού, το σώμα ασάλευτο, πεσμένο μπρούμυτα. Η όραση θολή, στη γλώσσα η στυφή γεύση του αίματος, το επιστόμιο έχει τιναχτεί κάπου πέρα, τη στιγμή που δεχόταν το τελευταίο άγριο κρος. Νοκ ντάουν, αντίστροφη μέτρηση τριάντα δευτερολέπτων. Ουρλιαχτά τριγύρω. Κραυγές ζώων σε οίστρο, σαν φρενιασμένων διαβόλων της Τασμανίας, εκατοντάδων από δαύτους, στην πιο αποκρουστική χασμωδία του σύμπαντος. «Μείνε κάτω, σκύλα !». «Σήκω και πάλεψε, βρώμα !». Αδρεναλίνη, καπνός, αλκοολούχες εκπνοές, στοιχήματα, ιδρωμένα χαρτονομίσματα συγκεντρωμένα σε κάποια χέρια, καρτερούν ανυπόμονα την αναδιανομή τους. Σαν πίσω από πέπλο διακρίνεται το περίγραμμα των παπουτσιών του διαιτητή, να στέκει από πάνω της. Δεκαοχτώ δευτερόλεπτα, δεκαεφτά, τώρα δεκάξι. Η Χίλντεγκαρ είναι κάτω.

    Απ’ την κορυφή του ικριώματός τους, οι προβολείς περιγράφουν τη φιγούρα της αντιπάλου της, της Μάρσια, που τώρα ζώνεται μια τεχνητή προέκταση του κορμιού της, ώστε να μεταμορφωθεί από Ενυώ σε Πρίαπο και ήδη παίρνει θέση για την επινίκεια πράξη, αφού αυτός ειν’ ο κανόνας, αυτός ο κανονισμός κι η κανονικότητα στο εσωτερικό του κλουβιού. Aγέρωχη, με τα χέρια υψωμένα προς τον θόλο του θριάμβου, με τoυς μύες της λουσμένους στον ιδρώτα, το εκτυφλωτικό φως και την αποθέωση του πλήθους. Δέκα. Εννέα. Οκτώ. Η Χίλντεγκαρ οσμίζεται την άρπυϊα, καθώς αυτή ζυγώνει από πίσω. Κάτω. Ουαί τοις ηττημένοις. Σκέφτεται πως αν πρόκειται να σηκωθεί ξανά στα πόδια της, τότε θα πρέπει να το κάνει το ταχύτερο.


    9.jpg


    11 μέρες πριν : Άμστερνταμ, Έπαυλη Akkerman, μεταξύ πάρκου Rozenoord και όχθης ποταμού Amstel, ώρα 10:24

    H θεόρατη σιδερένια πύλη παραμερίζει επιφυλακτικά και το σκονισμένο CBR πλησιάζει προς το φυλάκιο της εισόδου. Από μέσα προβάλλει ο φρουρός, ένας δυσοίωνος μούργος, κατά πάσα πιθανότητα Γεωργιανός, που κάνει νόημα στη Χίλντεγκαρ να βγάλει το κράνος της, κι αυτή συμμορφώνεται, τινάζοντας πίσω τα μαλλιά της. Στηρίζει τη μηχανή στο σταντ κι αφιππεύει, νοιώθοντας την αγχολυτική δόνηση των τεσσάρων κυλίνδρων να μεταδίδεται απ’ το έδαφος στις χοντρές της μπότες κι από κει στο στομάχι της. Βγάζει από πάνω της το στενό δερμάτινο και σηκώνει βαριεστημένα τα χέρια, προκειμένου να υποστεί μία, μάλλον θωπευτικών βλέψεων παρά επαγγελματικών προδιαγραφών, σωματική έρευνα, πριν το ξαναμμένο ένστολο πίτμπουλ της υποδείξει πού ακριβώς να σταθμεύσει το δίκυκλο. Έπειτα παίρνει το δρόμο προς την είσοδο του κτίσματος, βρισκόμενη στο δίλημμα, καθώς χαζεύει την πρόσοψή του, εάν πρόκειται για μικρό ανάκτορο ή, απλά, για μεγάλη έπαυλη.

    Το εσωτερικό, που εν μέρει αποκαλύπτεται μόλις ο στυλάτος Απωανατολίτης μπάτλερ ανοίξει την ασήκωτη μαονένια πόρτα, επιδικώκει ανερυθρίαστα να θυμίζει Λούβρο, μόνο που η Χίλντεγκαρ δεν έχει τύχει να βρεθεί ποτέ από κείνα τα μέρη, ώστε να κάνει τον παραλληλισμό. Αυτό διόλου δεν την εμποδίζει να χαζεύει, περισσότερο με την περιέργεια της αδαούς παρά με τον θαυμασμό μίας ειδήμονος την επίπλωση και διακόσμηση του αχανούς χώρου υποδοχής, μέχρις ότου εμφανιστεί η οικοδέσποινα : Mάργκριτ Άκκερμαν, τελευταία απόγονος του γέρο - Mπράαμ Άκκερμαν, διαβόητου για την ικανότητά του να εντοπίζει τα πλουσιότερα κοιτάσματα χρυσού κάτω στο Τράνσβααλ, χτίζοντας μια μυθική περιουσία, πριν κάποια νύχτα βρεθεί καρφωμένος στον λαιμό από ένα κοντό δόρυ iklwa, που στήριζε όρθιο το άψυχο κορμί του πάνω στον γέρικο κορμό ενός υπεραιωνόβιου δέντρου. Κανείς δεν έμαθε ποτέ εάν τα μάτια του γέρο-Μπράαμ εξορύχθηκαν από τις κόγχες τους -όπως το χρυσάφι που έβγαζε αυτός απ’ την αφρικάνικη γη- λίγο πριν ή λίγο μετά την τελευταία πνοή του. Πάντως η Μάργκριτ δε δίνει μητ’ ένα στόϊβερ για παλιές ιστορίες με Ζούλου και Μπόερς, πόσο μάλλον όταν η ίδια είναι, από τη φύση της, σε θέση να διαπράξει τρισχειρότερες φρικαλεότητες και μάλιστα το τολμά, από καιρού εις καιρόν. Η Χίλντεγκαρ έχει ακούσει κάποιες φήμες που κυκλοφορούν τριγύρω για τη Μάργκριτ, όλοι τις έχουν ακούσει, όλοι ξέρουν ότι η αυτή η γυναίκα είναι αδίστακτη, αν κι ελάχιστοι είν’ αυτοί που αντιλαμβάνονται πόσο αδίστακτη, στην πραγματικότητα.

    Από την πλευρά της, η Μάργκριτ γνωρίζει για την κοπέλα που βρίσκεται μπροστά της όσα ακριβώς της είναι απαραίτητα εν όψει αυτής της συνάντησης : Xίλντεγκαρ Ντε Ράϊκε, 30 ετών, προσωρινά άνεργη, άφραγκη και χωμένη στο λάκκο με τα σκατά αρκετά πιο βαθιά απ’ το ύψος του λαιμού της. Ο καλός της, ένα ρεμάλι απ’ τα λίγα, είναι μέσα για απόπειρα ανθρωποκτονίας και η Χίλντεγκαρ έχει βγει στη γύρα ψάχνοντας για καλά μεροκάματα, προκειμένου να πληρώσει εγγύηση και δικηγόρους. Δυστυχώς για τη Χίλντεγκαρ, η δουλειά που ξέρει να κάνει καλύτερα από κάθε άλλη, δηλαδή να χτυπιέται σε κάποια ψαγμένα fight clubs της κεντρικής Ευρώπης, δεν έχει καθημερινή ζήτηση. Λογικό, όταν μιλάμε για πραγματικά fights, με πραγματικά χτυπήματα, αληθινό πόνο, αληθινό αίμα και αληθινά στοιχήματα με αληθινά λεφτά. Ουδεμία σχέση ολ’ αυτά με τίποτε catfights επιπέδου στριπτηζάδικου, με τις πλαδαρές λαδωμένες γκόμενες να σπρώχνει η μια την άλλη και ν’ αγκαλιάζονται, μέχρι να το γυρίσουν σε άκρως προβλέψιμα γλυφομούνια, αισθητικής αξίας ίσης ακριβώς με το τίμημα του ενός και μοναδικού νοθευμένου ποτού που πλήρωσε ο πρώτος τυχών ψαρομάλλης πορνόγερος, ώστε να πιάσει κάθισμα στο βάθος της ελεεινής αίθουσας. Υπο τις δεδομένες συνθήκες είναι παρήγορο για τη Χίλντεγκαρ το γεγονός ότι η Mάργκριτ Άκκερμαν είναι έτοιμη να της προσφέρει δουλειά. Ιδιαίτερα καλοπληρωμένη δουλειά. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, δουλειά με κάποιες ιδιαιτερότητες, σε σχέση με τους αγώνες που έχει συνηθίσει να δίνει.

    10.jpg

    Η Άκκερμαν έχει σαν αρχή να κάνει τις δουλειές της με χαρτιά. ‘Ενα σχέδιο συμβολαίου βρίσκεται ήδη στα χέρια της Χίλντεγκαρ, που πασκίζει να βγάλει κάποια άκρη από δαύτο. Υπάρχουν εδώ μέσα όροι δυσνόητοι, αμφίσημοι, να πάρει, αυτό το ’χει φτιάξει δικηγόρος, πάντως όχι αθλητής. «Όρος 11 –“Διακοπή του αγώνα” : Ο διαιτητής επιτρέπεται να διακόψει τον αγώνα μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις i) εφόσον ρητά το ζητήσει μία από τις αγωνιζόμενες ii) εφόσον διαφανεί κίνδυνος για τη ζωή των αθλητριών iii) εφόσον άμεσα απειλείται πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης τους. Ως περιπτώσεις βαριάς σωματικής βλάβης, αναφέρονται ενδεικτικά οι κάτωθι....». Απελπισία, έτσι δεν βγαινει άκρη. Με το δείκτη μετέωρο στο μέσο της τρίτης σελίδας, η Χίλντεγκαρ στρέφει το ερωτηματικό της βλέμμα προς τη Μάργκριτ, απέναντι. «-Στους πόσους γύρους ; »

    Η Μάργκριτ χαμογελά ψεύτικα. Τα πάντα δείχνουν ψεύτικα πάνω της, από την αφύσικα τσιτωμένη και λεία επιδερμίδα της, ως το άψογο χτένισμα και τα κατάλευκα δόντια της, μέχρι και τα τυρκουάζ μάτια της, ιδίως αυτά, που θυμίζουν περισσότερο κρυστάλλινα λεπτουργήματα του Fabergé, παρά ανθρώπινα όργανα. «Δεν υπάρχουν γύροι, γλυκιά μου. Κοίτα, ίσως είναι καλύτερα να σου εξηγήσω η ίδια τους όρους του συμβολαίου, ώστε να λύσουμε από τώρα κάθε πιθανή απορία σου. Φεύγοντας από δω, μπορείς να πάρεις μαζί σου το έγγραφο, να το μελετήσεις με την ησυχία σου και να μου το επιστρέψεις αύριο υπογεγραμμένο, εφόσον φυσικά συμφωνήσεις στο περιεχόμενο. Λοιπόν, όπως σου έλεγα, δεν υπάρχουν γύροι. Ο αγώνας λήγει με τελική πτώση. Μέτρημα τριάντα δευτερολέπτων στο νοκ ντάουν. Τι άλλο θέλεις να μάθεις ;»

    Η Χίλντεγκαρ είναι σκεπτική. Χωρίς ντισκαλιφιέ, εντάξει, αυτή είναι η ρουτίνα της, αλλά δεν έχει μάθει να παλεύει μία κι έξω. Μοιραία έρχεται η επόμενη ερώτηση : «-Τι μπορείς να μου πεις για την αντίπαλό μου ;». Τα πορσελάνινα δόντια της Άκκερμαν αστράφτουν και πάλι σε όλη τους τη λευκότητα. «Θα τη γνωρίσεις αμέσως τώρα, μην ανησυχείς». Κάνει νεύμα προς τον Απωανατολίτη που στο μεταξύ στεκόταν σαν άγαλμα στην άλλη άκρη της αίθουσας, καταφέροντας με κάποιο μυστήριο τρόπο να παρακολουθεί κάθε κίνηση της κυρίας του, χωρίς να κοιτάζει προς την πλευρά της. Τη δική του εξαφάνιση διαδέχεται η αεράτη είσοδος στο χώρο μιας εντυπωσιακής κοπέλας, την οποίαν η Χίλντεγκαρ ακτινογραφεί μ’ έντονο επαγγελματικό ενδιαφέρον. Mούτρο όμορφο, μ’ ελάχιστη παραφωνία μια κάπως πλακουτσή μύτη, που μαρτυρεί ότι στις σχεδόν τρεις δεκαετίες της ζωής της θα πρέπει να ΄χει εισπράξει κάμποσες γερές καταπρόσωπο. Ψηλά ζυγωματικά, σκληρά μάτια, σκούρο μεταξωτό μαλλί, μακρύ σχεδόν ίσαμε τη λεπτή της μέση. Λίπος μέχρι δεκατρία τοις εκατό, όχι παραπάνω. Πιθανόν λατινοαμερικάνικης καταγωγής. Η Χίλντεγκαρ έχει ήδη αποφασίσει πως δεν θα την ήθελε αντίπαλο σε καλλιστεία, αλλά αυτό είναι το λιγότερο : Το αμάνικο κροπ τοπ της άλλης αποκαλύπτει δύο τέλεια γραμμωμένα χέρια και χαμηλότερα ένα υποδειγματικά σμιλευμένο σιξ πακ. Η Χίλντεγκαρ μπαίνει ήδη στη διαδικασία υπολογισμού της ενέργειας, μετρημένης πάντα σε άππερκατς, που θ’ απαιτηθεί από πλευράς της για να λιανίσει αυτούς τους κοιλιακούς, όταν θα φτάσει η ώρα.

    4.jpg

    Στο μεταξύ ο χώρος έχει φορτιστεί από τους σαπφικoύς παλμούς που ανταλλάσσονται ανάμεσα στη λατίνα και την οικοδέσποινα. Ξεκάθαρο, αφέντρα-σκλάβα κι η Χίλντεγκαρ στοιχηματίζει σ’ αυτό όλη την ρευστή περιουσία της, δηλαδή και τα είκοσι δύο ευρώ που έχει χωμένα στη τσέπη του τζην της. Η Άκκερμαν κάνει τις συστάσεις : «Χίλντεγκαρ, από δω η Μάρσια, μελλοντική αντίπαλός σου. Αήττητη, να ξέρεις, στους τελευταίους δεκαέξι αγώνες της, εάν δεν απατώμαι. Ίσως βέβαια η ήττα να έρθει αυτή τη φορά, ποιος μπορεί να ξέρει ;», διερωτάται η Άκκερμαν, ενώ η σκλάβα κοιτάζει ευθεία μπροστά, δίχως ν’ αντιδρά στην ξεκάθαρη πρόκληση. «Βλέπεις Χίλντεγκαρ», συνεχίζει η Άκκερμαν «η Μάρσια δεν είναι η οποιαδήποτε. Υπάρχει κάποιος βαθύς, σύνθετος δεσμός μεταξύ μας -και όμως !- κάθε φορά που ανεβαίνει στο ριγκ γνωρίζει ότι είναι μόνη της. Ότι δεν μπορεί να βασίζεται παρά μόνο στις δικές της δυνάμεις, καθώς εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε περισσότερο παρά να παρακολουθώ την έκβαση του αγώνα. Αυτό θα συμβεί και τώρα κι εύχομαι, ειλικρινά, να τα καταφέρει. Γνωρίζει πως, επιλέγοντας εσένα σαν αντίπαλό της, αυτό που ουσιαστικά κάνω είναι να της ανεβάσω κι άλλο τον πήχυ. Εάν σταθεί και πάλι όρθια, έχει καλώς, ειδάλλως θα πρέπει να πληρώσει το τίμημα. Και καθώς η κουβέντα μας φτάνει στο τίμημα, έχω την αίσθηση ότι δεν ολοκλήρωσες τη μελέτη του συμφωνητικού μας, οπότε θα πρέπει να σ’ ενημερώσω σχετικά : Η ηττημένη παίκτρια προκαταβολικά συναινεί ν’ αφεθεί στο απόλυτο έλεος της νικήτριας. Έλεος, το οποίο φυσικά δεν πρόκειται να υπάρξει...»

    Η φωνή της Χίλντεγκαρ μαρτυρεί τη σύγχυσή της. «-Τι στην οργή σημαίνει αυτό ;». Η Άκκερμαν συνεχίζει. «Σημαίνει, αγαπητή Χίλντεγκαρ πως, σε περίπτωση που χάσεις τον αγώνα, το σώμα σου αυτοδίκαια παραδίδεται στη Μάρσια. Σημαίνει πως, σε μια τέτοια περίπτωση, πρόκειται να υποστείς ορισμένες σωματικές δοκιμασίες, τις οποίες μπορεί, από την πλευρά σου, να θωρήσεις ατιμωτικές, εξευτελιστικές. Προσωπικά τις βρίσκω αισθησιακές και υπό μία έννοια λυτρωτικές και, βεβαίως, αυτό που έχει σημασία υπό τις δεδομένες συνθήκες είναι η δική μου οπτική, όχι η δική σου. Επειδή εγώ είμαι η διοργανώτρια. Επειδή εγώ έχω την ευθύνη όλων σας. Επειδή σε μένα επαφίεται η μέριμνα για τη διασκέδαση των καλεσμένων μου. Βλέπεις, Χίλντεγκαρ, όλο αυτό που οργανώνω αυτή τη στιγμή, δεν είναι παρά ένα ακόμη από τα περίφημα events της Μάργκριτ Άκκερμαν. Ένα πάρτυ για εκλεκτούς. Ανθρώπους που έρχονται ακόμη κι απ’ έξω, απ’ όλη την Ευρώπη για να με τιμήσουν με την παρουσία τους. Ανθρώπους ξεχωριστούς, μυημένους, κοινωνούς των προτιμήσεών μου, που τους αξίζει κάτι περισσότερο από το μέτριο θέαμα που προσφέρουν δυό νεαρές που χτυπιούνται για στοιχήματα σε κάποια βρώμικη αποθήκη του λιμανιού, με γυμνές γροθιές, μέχρι να τσακίσει η μία τη μύτη της άλλης και μετά τέλος. Θα πρέπει, επομένως, να σκεφτείς πολύ καλά εάν θ’ ανέβεις σ’ εκείνο το ριγκ. Θα πρέπει να σταθμίσεις τα δεδομένα. Α, λαμβάνοντας φυσικά υπ’ όψη πως η αποζημίωση για μόνη τη συμμετοχή σου ανέρχεται στις είκοσι χιλιάδες ευρώ, καταβλητέα με την υπογραφή του συμβολαίου μας. Εφόσον νικήσεις, τότε θα καταλήξει στα χέρια σου ένα πριμ της τάξης των πενήντα χιλιάδων ευρώ».

    Η Χίλντεγκαρ δεν μπορεί πια να κρύψει την έντασή της : «Άκου, δεν πρόκειται να κάτσω να με γαμήσει η γκόμενά σου επί σκηνής, εάν αυτό εννοείς. Πάρτε το απόφαση κι οι δυό σας». Η Μάργκριτ ξεσπά σε βροντερά γέλια, που όλως παραδόξως ηχούν αληθινά. «Μ’ αρέσεις Χίλντεγκαρ, είσαι αληθινή μαχήτρια. Είμαι σίγουρη ότι αυτή τη φορά η μικρή μου Μάρσια θα πρέπει να πασκίσει πολύ εάν θέλει να καταβάλει την αντίπαλό της. Όμως, από την άλλη, φοβάμαι πως εάν εσύ χάσεις γλυκιά μου Χίλντεγκαρ, τότε θα σου συμβεί ακριβώς αυτό που προανέφερες, μεταξύ διαφόρων άλλων. Λυπάμαι, μα αυτοί είναι οι όροι του αγώνα. Εάν τυχόν υπαναχωρήσεις, υπόσχομαι να δείξω κατανόηση. Ίσως απλά να έπεσα έξω στις αρχικές εκτιμήσεις μου για σένα. Συμβαίνει καμιά φορά, σπανιότατα, αλλά ναι, μου συμβαίνει».

    Η Χίλντρεγκαρ στέκεται αμίλητη, για κάμποσο. Έπειτα, με το ένα χέρι αρπάζει το τζάκετ της και με το άλλο πιάνει νευρικά το συμβόλαιο, τείνοντάς το προς τη Μάργκριτ. «Πες μου πού στο διάολο υπογράφω. Και δωσ’ μου τα είκοσι χιλιάρικα, να σηκωθώ να φύγω απο δω μέσα»

    13.jpg

    Πάνω στο ριγκ : Σάββατο 28 Μαϊου 2016, ώρα 22:42

    Στο «τέσσερα» έχει καταφέρει να σταθεί στα τέσσερα, σαν λαβωμένο ζώο. Στο «τρία» ανασηκώνεται, στο «δύο» όρθια και παραπαίουσα, βλέπει το σάστισμα στο βλέμμα της Μάρσια και τον διαιτητή να καταπίνει αμάσητο το «ένα», ακριβώς πριν να το ξεστομίσει. Η Χίλντεγκαρ δεν έχει ιδέα πόση ώρα αγωνίζεται και πόσα χτυπήματα έχει δεχτεί. Τραβιέται γρήγορα προς τα κάγκελα πίσω της, προσπαθώντας να νικήσει τον ίλιγγο και τον ανείπωτο πόνο στ’ αριστερό αυτί, νοιώθει το αίμα ν’ αναβλύζει γαργαλιστικά απ’ τον κρόταφό της, διαβάζει στα μάτια της Μάρσια ότι βιάζεται να τελειώσει αυτό που ξεκίνησε, τη βλέπει να ξεκινάει πάλι τον ίδιο χορό στις μύτες των ποδιών της. Διπλωπία. Ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα. Πίσω απ’ τα σίδερα το ολόγραμμα του πατέρα της. Γιον Ντε Ράϊκε, 1951-1999. Ονειρεύεται. Ή είναι νεκρή. Όμως πονάει, είναι ακόμη εδώ. Ο μπαμπάς, με τη γνωστή υποψία χαμόγελου στη φάτσα, της κλείνει το μάτι. Διαβάζει τα χείλη του : «Αριστερό χουκ. Φρέϊζιερ, Χίλντα, έλα, θυμήσου τον Φρέϊζιερ ! Τώρα». Η λάμψη του ολογράμματος φωτίζει πια όλο το χώρο. Ζυγώνει άφοβα τη Μάρσια. Αποφεύγει την κλωτσιά της και την πλαγιοκοπεί. Φρέϊζιερ. Ζυγίζει τον αγκώνα της, ο κορμός της συστρέφεται και η αριστερή της γροθιά τσακίζει το πρόσωπο της λατίνας, που παραπατάει διαλυμένη. Η Χίλντεγκαρ καταλαμβάνει το χώρο που της χρειάζεται για το επόμενο χτύπημα και οι φάλαγγες του αριστερού της σχεδόν ραγίζουν καθώς σφυροκοπεί το κρανίο της Μάρσια. Η κοπέλα σωριάζεται ανάσκελα και μένει ακίνητη, με τις κόρες της να συστέλλονται κάτω απ’ το δυνατό φως, ο διαιτητής γονατίζει ανάμεσά τους με τα χέρια απλωμένα, το ολόγραμμα του παλιού πυγμάχου σβήνει καθώς επιστρέφει στο άπειρο, η Χίλντεγκαρ οπισθοχωρεί στο κέντρο του ριγκ, με τα χέρια ακόμη υψωμένα, σφιγμένα στους ματωμένους επιδέσμους, να προφυλάσσουν ενστικτώδικα -μα χωρίς κανένα λόγο πια- το πρόσωπό της. Κοιτάζει σα χαμένη τα λυσσασμένα πρόσωπα γύρω απ’ τα σίδερα, τους βλέπει να φωνάζουν, μα δεν τους ακούει πια, μόνο απ’ το βάθος του μυαλού της αντηχεί σ’ όλη της τη θλίψη η 72 του Σοπέν. Κάθεται στο καναβάτσο και χώνει το κεφάλι ανάμεσα στα γόνατα.

    Όταν το ξανασηκώνει, αντικρίζει τη Μάρσια υποσταβαζόμενη από δύο τύπους. Έχουν γυμνώσει τελείως το μελαμψό κορμί της και το μόνο που καλύπτει πια το δέρμα της είναι οι στάλες του ιδρώτα. Την οδηγούν προς τα σίδερα, ενώ ο διαιτητής προσφέρει στη Χίλντεγκαρ το strap-on και νεύει προς την πλευρά της Μάρσια. Εκκωφαντική μουσική. Τα κυκλώπεια ηχεία από τις γωνίες της αίθουσας στέλνουν αφόρητα μπάσα κατευθείαν στα στομάχια των παρευρισκόμενων. «The Dark Knight Rises». Η Άκκερμαν έχει πλησιάσει κι αυτή το κλουβί. Τα μάτια της σπινθηρίζουν σαν μαχαίρι στο σμυριδοτροχό. H Μεσσαλίνα καρφώνειμε το βλέμμα τη Χίλντεγκαρ κι έπειτα στρέφει τον αντίχειρα προς τα κάτω. Διαβάζει ολοκάθαρα τα χείλη της σκύλας να προστάζουν :

    «Γ ά μ η σ έ τ η ν»

    Η Χίλντεγκαρ κουνάει πέρα δώθε το κεφάλι αρνητικά. Η Άκκερμαν, έξαλλη, ζυγώνει κι άλλο, ουρλιάζοντας ώστε ν’ ακουστεί πάνω απ’ τη μουσική. «Γάμησε τη σκρόφα τώρα, ειδάλλως ξέχνα τα πενήντα !». Η Χίλντεγκαρ κοντοστέκεται κι έπειτα, με τη ζώνη στο χέρι, διανύει την απόσταση μέχρι τη Μάρσια που τώρα στέκει όρθια, με το πρόσωπο προς το πλήθος και με τα χέρια της σε διάταση να σφίγγουν τα σίδερα του κλουβιού. «Καν’ το !», ψιθυρίζει στη Χίλντεγκαρ μεσ’ απ’ τα σχισμένα χείλη της. «Καν’ το, να τελειώνουμε. Αλλιώς θα γίνει χειρότερο». Η Χίλντεγκαρ μισοκλείνει τα μάτια. Χαλαρώνει τα δάκτυλά της κι η ζώνη πέφτει στο δάπεδο. «Σόρρυ κούκλα, δεν είν’ αυτό το παιχνίδι μου. Απλά, δεν γίνεται». Γυρίζει να φύγει, κάνει δυο βήματα μπρος κι έπειτα, σα να ξέχασε κάτι, στρέφεται και πάλι προς τη Μάρσια : «Έϊ, όμορφη ! Πάλεψες σπουδαία. Σ’ αγαπώ, να ξέρεις..».


    Η πόρτα του κλουβιού ανοίγει και η Χίλντεγκαρ απ’ το φως χώνεται στο σκοτάδι της μεγάλης αίθουσας. Βαδίζει χωλαίνοντας προς την έξοδο, κρατώντας το σάκκο της. Βουβοί όλοι, κοιτούν τη ράχη της, καθώς απομακρύνεται. Δυό μπράβοι κάνουν να κινηθούν προς το μέρος της, μα η Άκκερμαν τους σταματάει αμέσως, υψώνοντας την παλάμη.

    Η μίζα του CBR γυρίζει νευρικά, θρυμματίζοντας τη σιγή της νύχτας. Τριγύρω, καμία διακοσαρία κερωμένα αμαξώματα, συνολικής αξίας άνω των τριών εκατομμυρίων ευρώ, αστράφτουν κάτω απ’ το φεγγάρι. Η πουτάνα η μηχανή θέλει πλύσιμο, σκέφτεται η Χίλντεγκαρ κι ανοίγει το γκάζι.

    5.jpg

    Bijlmer, Amsterdam, οδός Jan Van Galen, αρ. 42, διαμέρισμα 6b. Δευτέρα 30 Μαϊου 2016, ώρα 12:15 :

    Μεσημέριασε. Τα μάτια της πονούν αφόρητα καθώς ανοίγει τα πρησμένα βλέφαρα. Τα πάντα πάνω της πονούν αφόρητα. Θα χρειαστεί μεγάλη προσπάθεια για να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι, το ξέρει. Καταφέρνει να φτάσει μέχρι το μικρό wc και να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της, μορφάζοντας στο παραμικρό άγγιγμα. Σηκώνει το φανελάκι και παρατηρεί στον καθρέπτη την τραγική εικόνα του κορμού της. Οι μώλωπες δείχνουν χειρότεροι από χτες. Κατευθύνεται προς τη μικρή κουζίνα και κατεβάζει μαζεμένα άλλα δύο παυσίπονα -από προχτές τη νύχτα έχει χάσει πια το μέτρημά τους. Κρεβάτι, πάγος, παυσίπονα, ναυτία, έτσι έχουν κυλήσει οι τελευταίες τριάντα επτά ώρες. Η Χίλντεγκαρ ανοίγει την τηλεόραση και στρώνεται μπροστά στο ταλαιπωρημένο τραπεζάκι του καθιστικού της, ξεκινώντας να στρίβει έναν λαχταριστό κινγκ σάϊζ μπάφο, μπας και βρει λίγη ανακούφιση. Συγκεντρωμένη στο έργο της, κάνει λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει τι διάβολο λέει η ξανθιά στην οθόνη, που με το μαρκούτσι στο χέρι κάνει ρεπορτάζ έξω από ένα ... -διάολε !- αυτό είναι το σπίτι της γαμημένης της Άκκερμαν ! Η Χίλντεγκαρ παρατάει τα χαρτάκια της κι αρπάζει το τηλεκοντρόλ για ν΄ανεβάσει την ένταση.

    “….το χρηματοκιβώτιο της οικίας, βρέθηκε ανοιχτό, μα δίχως ίχνη παραβίασης, με τις πρώτες εκτιμήσεις της αστυνομίας να κάνουν λόγο για απόσπαση λείας, πιθανότατα, αρκετών εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ. Αυτή τη στιγμή οι αστυνομικές έρευνες επικεντρώνονται στον εντοπισμό των δύο κυρίως υπόπτων, συνενοίκων του θύματος, που σύμφωνα με ισχυρά στοιχεία διατηρούσαν κρυφή ερωτική σχέση μεταξύ τους. Πρόκειται για την Μαρτσέλα Πινέϊρο, 29 ετών, υπήκοο Βενεζουέλας, καθώς και για τον Μαλαισιανό Γουάν Σουχάϊλα, 41 ετών, ο oποίος κατά τα τελευταία τρία χρόνια ασκούσε χρέη υπηρετικού προσωπικού στην οικία Άκκερμαν. Καθώς έχει παρέλθει αρκετό διάστημα από τη διάπραξη της αποτρόπαιας δολοφονίας, είναι πιθανό το μοιραίο για την Μάργκριτ Άκκερμαν ζεύγος να έχει ήδη διαφύγει στο εξωτερικό και γι’ αυτό το λόγο οι αρχές σπεύδουν στην έκδοση διεθνούς εντάλματος σύλληψης...»

    Η Χίλντεγκαρ με το στόμα ανοιχτό χαζεύει στην οθόνη τις γνώριμες φάτσες της Μάρσια και του μπάτλερ να φιγουράρουν η μία δίπλα στην άλλη, ενώ στο πάνω δεξί παραθυράκι είναι κολλημένη η αντιπαθητική φυσιογνωμία της μακαρίτισσας Μάργκριτ. Αδύνατον....

    Σχεδόν εκτοξεύεται από τη θέση της, ξαφνιασμένη από τον ήχο του κουδουνιού της εξώπορτας. -Ποιος διάβολος τώρα ; Σηκώνει με προσεκτικές κινήσεις το σακατεμένο σαρκίο της και το σέρνει μέχρι την πόρτα. Απ’ το μάτι διακρίνεται ένας τύπος με καφέ στολή εταιρείας διανομής. Ανοίγει την πόρτα. «-Η κυρία Ντε Ράϊκε ; Χίλντεγκαρ Ντε Ράϊκε ;» ρωτάει η συμπαθέστατη νεαρή φατσούλα, εμφανώς σοκαρισμένη από το παρουσιαστικό της οικοδέσποινας, που του γνέφει καταφατικά. «-Αυτό είναι για σας, συστημένο. Μόνο μια υπογραφούλα εδώ και είμαστ’ εντάξει». Το μάτι του καρφώνεται στους γδαρμένους κόμπους του δεξιού χεριού της Χίλντεγκαρ, καθώς αυτή βάζει άτσαλα την υπογραφή της στο αποδεικτικό παράδοσης.

    Η Χίλντεγκαρ κλείνει την πόρτα πίσω της και παρατηρεί με περιέργεια το δέμα που φαίνεται να κρύβεται κάτω απ’ την πλαστική συσκευασία. Με το ψαλίδι σκίζει το περίβλημα, έπειτα την άκρη του χοντρού χαρτονένιου κουτιού και –έλεος ! Νοιώθει τη ζάλη να της ξανάρχεται. Στο χέρι της κρατάει ένα μάτσο λεφτά. Πενηντάρικα, αμέτρητα πενηντάρικα. Δεσμίδες από δαύτα. Καταρρέει, καταλήγοντας με τον κώλο στο πάτωμα. Αδειάζει κάτω το περιεχόμενο του κουτιού κι ανάμεσα απ’ τα χαρτονομίσματα ξεπροβάλλει μια λευκή καρτ βιζίτ. Η Χίλντα τρέμει :

    Έϊ, όμορφη ! Tα πενήντα σου χιλιάρικα.
    Κι εγώ σ’ αγαπώ, να ξέρεις
    Hasta la vista
    Μ.

    1.jpg
    Kείμενο : ©2017 Gloriana Majestica
     
    Last edited: 9 Ιουλίου 2017
    desire, D Q Juls, Start.Taf and 18 others like this.
  2. milgeo69

    milgeo69 Member

    Τα κείμενά σου είναι έρωτας!
     
    Gloriana Majestica likes this.
  3. Gloriana Majestica

    Gloriana Majestica Notorious

    Θενκ γιου αλλά όχι κι έρωτας ! Εγώ τα βρίσκω βίαια και αιμοχαρή. Αυτό βέβαια το διαπιστώνω πάντα στο τέλος, όταν πλέον είναι πολύ αργά για ν’ αντιστρέψω την κατάσταση. Τώρα που το λες δεν θυμάμαι να έχω γράψει ποτέ στη ζωή μου ούτε δυο αράδες στη σειρά που να μιλούν για έρωτα, με την κλασσική έννοια. Αυτό μπορεί να σημαίνει δύο τινά : Είτε ότι δεν έχω γνωρίσει ποτέ μου τον έρωτα, ώστε να μπορώ να τον περιγράψω είτε ότι τον έχω μπουχτίσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μη με συγκινεί σαν θέμα, σαν -ας πούμε- να τρως κάθε μέρα crème brûlée. Ε, άντε έπειτα από ένα χρόνο να γράψεις δοκίμιο για την crème brûlée. Να ξεράσεις θα σου ‘ρχεται.
     
    werther, dreams and bus like this.
  4. milgeo69

    milgeo69 Member

    Εγώ πάντως τρελαίνομαι για κρεμ μπρουλέ... κάθε ημέρα η δυνατόν...
    Ο έρωτας δεν είναι είναι υποχρεωτικό να έχει ερωτικό θέμα :)
     
    werther and Gloriana Majestica like this.
  5. lexy

    lexy Contributor

  6. Gloriana Majestica

    Gloriana Majestica Notorious

    Α, θα διαφωνήσω ! Όταν γράφεις για έρωτα, πρέπει να περιγράφεις το σκίρτημα (προσωπικά δεν έχω ιδέα πως διάβολο περιγράφεται το σκίρτημα).
    Ή το
    χτυποκάρδι (αυτό είναι αρκετά πιο εύκολο, αναφέρεις απλά τον αριθμό των παλμών της ερωτευμένης και ξεμπερδεύεις).

    @lexy Mα τι μάτι....
     
    dreams and milgeo69 like this.
  7. Γερακι

    Γερακι Member

    Πως περιγραφεις τον πονο στο ματι και στα πλευρα; Τη ζαλη και τη διπλωπια;
    Καπως ετσι περιγραφεις και το σκιρτημα. Το γαργαλημα που αισθανεσαι στο στομαχι, οταν βλεπεις το αντικειμενο του ερωτα σου, την ανυπομονησια να το σφιξεις στην αγκαλια σου, το χτυποκαρδι, που δεν εχει να κανει μονο με τον αριθμο, αλλα με την ενταση των παλμων, το φοκους που κανεις στο προσωπο χωρις να αντιλαμβανεσαι οτιδηποτε αλλο οταν βρισκεται στον χωρο και πολλα αλλα...
    Μου δινεις την εντυπωση πως στο ερωτημα που εθεσες πριν η πρωτη απαντηση ειναι η σωστη, εκτος κι αν θελεις να μας μπερδεψεις! :(
     
    Gloriana Majestica likes this.
  8. Gloriana Majestica

    Gloriana Majestica Notorious

    Άλλο ο έρωτας, άλλο η μπούφλα ! Μια φορά να τη φας, τη θυμάσαι για πάντα ! Ενώ ξέρεις πόσοι έρωτες έχουν λησμονηθεί στο ενδιάμεσο ; Ουουουου !

    Σοβαρά τώρα. Δεν είναι καθόλου εύκολο. Το μόνο εύκολο είναι να γλιστρήσεις, χωρίς να το καταλάβεις, σε γραφή επιπέδου λευκώματος απ’ αυτά που είχαμε στο γυμνάσιο και γράφαμε μέσα ερωτικά ποιηματάκια και ρομαντικά quotes (αν και τότε δεν θυμάμαι να τα λέγαμε quotes…)

    Α, και μην προεξοφλείς :whistle:
     
  9. Γερακι

    Γερακι Member

    Δεν προεξοφλω τιποτα. Ειδικα για ανθρωπους που δεν γνωριζω.
    Οσο για τον ερωτα, περα απο το συναισθηματικο μερος, υπαρχει και σωματικο και μαλιστα πολυ εντονο.
    Δεν το λεω εγω, εχω διαβασει αρκετες ερευνες που το αποδεικνυουν. Ειδικα ο ερωτας διχως ανταποκριση ή ενας ερωτας που δεν μπορει να ευδοκιμησει για διαφορους λογους, προκαλει σωματικο πονο.
    Απο κει και περα, εχει γραψει ολος ο κοσμος, απο την αρχαιοτητατα μεχρι σημερα για τον ερωτα και φανταζομαι πως θα συνεχισει να γραφει, μια και ειναι ενα κομματι της ζωης μας που μας απασχολει εντονα.
    Το ποσο πετυχημενα ή οχι βεβαια, εχει να κανει και με το ταλεντο του συγγραφεα, οσο και με την ενταση που εχει βιωσει ο ιδιος τον ερωτα του...
     
  10. Gloriana Majestica

    Gloriana Majestica Notorious

    Αυτό ! Κι επειδή ακριβώς κάποιοι το έχουν κάνει εξαιρετικά επιτυχημένα (επειδή, χώρια απ’ το όποιο βίωμα διαθέτουν τη λογοτεχνική ικανότητα, αλλά και την εσωτερική ανάγκη να το αποδώσουν με λέξεις), εγώ κρατιέμαι μακριά (για τους ίδιους ακριβώς λόγους που, ας πούμε, η Χίλντεγκαρ δεν θα ήθελε να μπει σε καλλιστεία με τη λατίνα της ιστορίας).


    Έπειτα, είναι και το πρακτικό μέρος. Εάν ποστάρω τώρα δα το “De Kooi” στα blogs του protagon (τυχαίο παράδειγμα, ε ; δεν σημαίνει σώνει και καλά ότι γράφω εκεί), έχω να φάω κλώτσο τέτοιο, που θα τεθώ σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη Ποσειδώνα. Είναι ξεκάθαρο, δεν το λέω έτσι. Και δεν χρειάζεται να εξηγήσω τους λόγους.


    Στον αντίποδα, εάν κάτσω να ποστάρω εδώ καμιά συμβατική ιστορία απελπισμένου έρωτα χωρίς κάποιο άλφα ξυλίδι μέσα, έχει να φύγει το γιαούρτι σύννεφο, χώρια δηλαδή από το «κρα» στη βανίλλα που ήρθε να μας αραδιάσει τις νερόβραστες παπαριές της. Ξέρεις τώρα.


    Οπότε, αυτό που κάνω, αυτό δηλαδή που κάνουμε οι περισσότεροι, είναι να προσαρμοζόμαστε στο εκάστοτε περιβάλλον, σαν τους χαμαιλέοντες. Αλλάζουμε χρώματα, κόβουμε από δω, ράβουμε από κει, σε κίνηση να βρισκόμαστε :sneaky:
     
    AuroraBorealis and Γερακι like this.
  11. Arioch

    Arioch Μαϊμούδαρχος Contributor

    Wow!!!

    ...και δεν εντυπωσιάζομαι εύκολα.
     
  12. Gloriana Majestica

    Gloriana Majestica Notorious

    Μου στέλνει τώρα μήνυμα το μέλος @Μike Tyson και μου βάζει άγριο χέρι (διαδικτυακό ευτυχώς) :


    «Σσσσου πω : άλλη φορά μη γράφεις για το αριστερό χουκ. Ούτε το βασικό δεν έχεις αναφέρει, ότι το κόλπο είναι να ρίξεις το βάρος στο πίσω πόδι. Μα που έκανες προπόνηση, μαντάμ, στα λυκόπουλα ; Έλα τώρα, που γινήκαμε όλοι πυγμαχαίοι. Ισσσαααα !»
     
    lizard_, folha and bus like this.