Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μια Ζωή την έχουμε

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 10 Απριλίου 2026.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    11. Του άντρα του πολλά βαρύ

    Το γαλλικό μπιλιάρδο, το γνήσιο, το hardcore, το σκληροκαργιόλικο, είναι πιο περίπλοκο από το «έχω μία άσπρη, μία κόκκινη και μία κίτρινη και η άσπρη πρέπει να βρει και τις δύο,» καθώς έχει σημασία και ο αριθμός από τις απαιτούμενες σπόντες (συνήθως τρεις) αλλά και με ποια σειρά η άσπρη μπάλα πρέπει να χτυπήσει τις υπόλοιπες.

    «Δίσποντο, τρίσποντο ή απλό;» με ρώτησε ο Σαράντης και ήμουν εγώ αυτή τη φορά που τον κοίταξα προσβεβλημένη.

    «Τρίσποντο και κίτρινη πρώτα!» του απάντησα σοβαρή-σοβαρή και χαχάνισε.

    «Σκληρή, μ’ αρέσεις!» μου δήλωσε. «Strict order ή free table?»

    «Εντάξει, δεν είμαι ΤΟΣΟ hardcore!» του απάντησα χαχανίζοντας.

    «Η κοτούλα κο-κο-κο» μου έκανε τραγουδιστά, πληρώνοντάς με μέ το ίδιο νόμισμα για νωρίτερα.

    “Your funeral!” του απάντησα προκλητικά και έτσι πάρθηκε η τελική απόφαση: strict order και όποιος ζήσει έζησε. «Στα είκοσι; Στα τριάντα;» ρώτησα με τη σειρά μου.

    «Ό,τι θες!» μου απάντησε. «Ή μπορούμε απλά να παίξουμε μια ώρα και όποιος κάνει τους περισσότερους! Γιατί καλό το strict table αλλά είναι ζόρικο, μη μας πιάσει η νύχτα!»

    Για όποιον δεν ξέρει strict table σημαίνει ότι πρώτα πρέπει να βρεις την κίτρινη μπάλα και μετά ξεκινάνε να μετράνε οι σπόντες, οπότε η πρότασή του ήταν λογική και έτσι συμφωνήσαμε ότι θα πάμε με την ώρα και το μόνο που έμεινε ήταν ποιος θα σπάσει πρώτος. Πέτρα-ψαλίδι-χαρτί, και αυτή τη φορά κέρδισα εγώ!

    Τελικά χρειάστηκε να περιμένουμε ακόμα είκοσι λεπτά μέχρι να αδειάσει το τραπέζι, και περάσαμε την ώρα μας με χαζοκουβέντες και πείραγμα. Όταν ήρθε η σειρά μας διάλεξα τη στέκα μου και έτριψα τη μύτη στο τεμπεσίρι ενώ ο Σαράντης έστησε τις μπάλες.

    Πρώτη καραμπόλα δική μου, και μπράβο μου, αλλά στη δεύτερη έβαλα λιγότερη δύναμη απ’ όση χρειαζόταν με αποτέλεσμα η άσπρη να μην καταφέρει να φτάσει την κόκκινη. Κάθισα στην άκρη και πήρε σειρά ο Σαράντης, έτριψε την στέκα του και ξεκίνησε με αυτοπεποίθηση.

    Τρεις καραμπόλες σερί.

    Ναι… θα ήταν πολύ πιο ζόρικο να τον κερδίσω απ’ όσο πίστευα, και όχι τίποτε άλλο αλλά του πούλαγα και πνεύμα. Ε ρε δούλεμα που έχει να πέσει αν συνεχίσουμε έτσι, τη βλέπω τη φτιάξη…

    Για κάμποσους γύρους ούτε εγώ ούτε εκείνος καταφέραμε να κάνουμε κάποια καραμπόλα και ακόμα χειρότερα κάποια στιγμή αργότερα ο Σαράντης και έκανε άλλες δύο σερί. Δεν είχαν περάσει καλά-καλά δέκα λεπτά και το σκορ ήταν 5-2 υπέρ του.

    «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει!» μου είπε τραγουδιστά όταν πάλι δεν κατάφερα να πάρω πόντο και έφαγε ένα raspberry στα μούτρα όλο δικό του!

    (Και αν μη τι άλλο τα καμώματά μου προκάλεσαν γέλιο σε μια παρέα που μας έβλεπαν)

    Στα επόμενα λεπτά ο Σαράντης κατάφερε να κάνει μόλις μια καραμπόλα κατάφερα να κάνω τρεις αναπάντητες, μειώνοντας σε 6-5.

    “Του-ρου. Του-ρου. Τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν του-ρου-ρου του-ρου-ρου ρου-ρου” του τραγούδησα το main theme από το Jaws κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

    Ναι, έκανε με τη σειρά του τρεις αναπάντητες, ξεφεύγοντας πάλι σε 9-5, και το έριξε κι εκείνος με τη σειρά του στο τραγούδι. “I’m so excited and I just can’t hide it, and I know, I know, I know, I know, I know I want you!”

    Για να μη τα πολυλογώ, σύντροφοι, ήτο διασυρμός. Η ώρα τέλειωσε και βρήκε τον Σαράντη με 32 πόντους και εμένα με μόλις 19. Και φυσικά το έριξε στο δούλεμα για την απειλή μου πως θα τον κάνω άντρα στο μπιλιάρδο, και φυσικά το έκανε επικό.

    «Επιστρέφω αμέσως!» μου είπε και πήγε και είπε κάτι στον υπάλληλο, και ο υπάλληλος γέλασε, και έγνεψε καταφατικά, και μετά ο Σαράντης επέστρεψε με αυτάρεσκο χαμόγελο.

    Oh Gods!

    «Αβάντι μαέστρο!» είπε κάνοντας νόημα στον υπάλληλο και μετά γύρισε σ’ εμένα. «Εξαιρετικά αφιερωμένο, σουσουραδίτσα!» μου έκανε, και στιγμές αργότερα άρχισε η καντάδα από τα ηχεία.

    Του άντρα του πολλά βαρύ
    Μη του μιλάτε το πρωί
    Μη του μιλάτε το πρωί
    Του άντρα του πολλά βαρύ.

    Εντάξει, είναι ένας μικρός Θεούλης, έβαλα τα κλάματα από το γέλιο και ας ήμουν εγώ η αποδέκτρια της καζούρας.

    “Who da boss?” με ρώτησε όταν τέλειωσε η αφιέρωση.

    “You da boss!” του απάντησα. «Αλλά θα σου δείξω εγώ, θα δεις τι θα πάθεις!» συνέχισα σε στυλ Χλαπάτσα.

    «Μῆνιν ἄειδε, θεά, Γιωργηΐάδεω Ζωῆς οὐλομένην, ἣ Σαράντῃσι γένετο κήδε᾽ ἀέθλων,» μου απάγγειλε με στόμφο, και πάρ’ τη ξανά κάτω τη δικιά σου.

    «Ήτο επικός διασυρμός,» παραδέχτηκα με βαριά καρδιά—λέμε τώρα!

    «Σαν τον μεσημεριανό στο μπάνιο ένα πράμα!» μου είπε γελώντας πονηρά και προς στιγμή σκάλωσα.

    «Μιλάς με γρίφους γέροντα!»

    «Εννοώ… το έπος σε… fast forward!» μου εξήγησε τρολλάροντας τον εαυτό του, ο γλυκούλης μου, και μπορεί να μου πήρε μερικές στιγμές, αλλά το έπιασα το υπονοούμενο και έβαλα τα γέλια έστω και καθυστερημένα.

    «Κερνάω μαργαρίτα!» του είπα αλλάζοντας θέμα. «Ψήνεσαι;»

    Ψηνόταν, και πέντε λεπτά αργότερα ήμασταν ήδη στο Sports Bar όπου είχα έρθει την προηγούμενη Κυριακή με την Ελένη για μεξικάνικο, λίγο πριν το πρώτο μου ραντεβού με τον Σαράντη.

    Μια εβδομάδα.

    Μόνο μια εβδομάδα, και είχε καταφέρει να με κάνει να δαγκώσω τη λαμαρίνα τόσο δυνατά που κροτάλισαν τα δόντια μου. Δεν ήταν απλό crush· είχα αρχίσει να τον ερωτεύομαι κανονικά και με το νόμο.

    Και πώς να μην τον ερωτευτώ; Είχε όλα όσα ζητούσα σε έναν άντρα και ακόμα παραπάνω. Από πού να το πιάσω και πού να το αφήσω;

    Το ότι με έκανε να γελάω, που για μένα είναι σχεδόν το απόλυτο αφροδισιακό;

    Το ότι ούτε στιγμή δεν με έκανε να νιώσω πως με βλέπει αφ’ υψηλού, παρόλο το εμφανές χάσμα που μας χώριζε σε παιδεία, παραστάσεις και γενική κουλτούρα;

    Το ότι ήταν ανταγωνιστικός μόνο μέσα στα πλαίσια του καλοπροαίρετου χαβαλέ;

    Το ότι όχι μόνο ήταν άνετος με το «πλούσιο» ερωτικό μου παρελθόν, αλλά έφτανε να το θαυμάζει με ατάκες τύπου “THIS IS EPIC ON SO MANY LEVELS”;

    Έδειχνε ότι με γούσταρε όπως είμαι—γι’ αυτό που είμαι—με όλα όσα έχω ζήσει, με όλα όσα με έχουν κάνει τη Ζωή που είμαι σήμερα.

    Κι εγώ είμαι από τους ανθρώπους που ανοίγονται πλήρως μόνο όταν νιώσουν ότι μπορούν να ανοιχτούν, και που κλείνονται σαν στρείδι όταν δεν αισθάνονται ασφαλείς. Και ναι, υπήρχαν πράγματα που δεν του είχα πει ακόμα: τι είδους σχέση είχα με τον Φώτη, την «ιστορία της Ζ», την πολύπλοκη ιστορία με τον Μάριο, τους πέντε διαφορετικούς εραστές σε δέκα βράδια στην Πάρο, και άλλες τρέλες που δεν είναι της παρούσης.

    Αλλά ακόμα κι έτσι, ένιωθα ότι θα μπορούσα να του πω τα πάντα. Ένιωθα ασφαλής.

    Και φυσικά το γεγονός ότι είχε ήδη παιδί και δεν είχε απαίτηση από εμένα να κάνω τη μαμά του. «Θα τη βρούμε την άκρη μας,» μου είπε καθησυχαστικά, και σταμάτησε το spiraling που παραλίγο να ξεκινήσω.

    «Πού ταξιδεύεις;» με ρώτησε βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου.

    «Σκεφτόμουν ότι την προηγούμενη εβδομάδα, τέτοια ώρα περίπου, ήμουν εδώ με την Ελένη για να φάμε και… να συζητήσουμε για το ραντεβού που είχα αργότερα μαζί σου,» του απάντησα με ειλικρίνεια.

    Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω καθώς εκείνη την ώρα ήρθε ο σερβιτόρος για να πάρει την παραγγελία. Αν και κανείς από τους δυο μας δεν πεινούσε, τελικά πήραμε και μια μερίδα chicken nachos για να μην πιούμε τις μαργαρίτες μας ξεροσφύρι.

    «Φράουλα ή λεμόνι;» τον ρώτησα.

    «Φράουλα για… την κουλτούρα,» μου απάντησε κλείνοντας μου πονηρά το μάτι.

    «Άσχετο,» του είπα ξαφνικά, ως κλασσική—ό,τι θυμάμαι χαίρομαι—Ζωή. «Μαλακία που δε σκεφτήκαμε να φέρεις μαζί το κράνος σου!»

    «Ήθελες να με πας βόλτα με τη μηχανή;» με ρώτησε χαμογελαστός.

    «Όχι… ήθελα εσύ να με πας βόλτα με τη μηχανή!» του είπα, και σας το ορκίζομαι, ήταν ο Σαράντης που παραλίγο να χυθεί στην καρέκλα.

    «Εμείς να είμαστε καλά,» μου είπε χαϊδεύοντάς μου τρυφερά το χέρι και συμπλήρωσε «αν και είμαι λίγο σκουριασμένος.»

    «Ε, καλά, θα ξεκινούσαμε σιγά-σιγά, δε θα σ’ έριχνα με τη μία στα σκληρά, και μη μου Ιπποκλειδιάσεις πάλι!!!» του είπα κάνοντάς του ένα εμφατικό ping στη μύτη. «Εδώ me da boss!»

    “Si, padrone,” μου απάντησε χαχανίζοντας.

    «Α, Σαράντη, η μαργαρίτα στο συγκεκριμένο μαγαζί φέρνει περισσότερο σε λιωμένη γρανίτα παρά σε κλασσικό ποτό και την πίνεις με καλαμάκι.»

    “Ok…” μου είπε χωρίς να καταλαβαίνει που το πάω.

    «Στο λέω για να μην πιείς αμέσως τη γουλιά, άστη λίγο στο στόμα σου να ζεσταθεί για ν’ αποφύγεις το brain freeze, και πίστεψέ με δεν έχει καθόλου πλάκα!»

    «Το έχω ακούσει αυτό αλλά δεν έχω πάθει ποτέ!» μου είπε σκεπτικός.

    «Ναι, θα σε συμβούλευα να μη μάθεις, δεν έχει καθόλου πλάκα!» του είπα στενάζοντας και ενθυμούμενη την κασκαρίκα μου την προηγούμενη Κυριακή.

    «Οκ, σ’ ευχαριστώ για την προειδοποίηση… αν και ομολογώ ότι τώρα με τρώει ελαφρά το κωλαράκι μου!»

    «Ναι… θα σε συμβούλευα να μην το ξύσεις!»

    «Εντάξει, θα είμαι προσεκτικός,» μου απάντησε χαϊδεύοντάς με τρυφερά στο χέρι. Και εκεί έλαμψε το πρόσωπό του καθώς του ήρθε ξαφνική ιδέα. «Το ξέρεις το παιχνίδι “never have I ever”; Στα ελληνικά νομίζω λέγεται “Ποτέ μα ποτέ”.»

    «Αμέ!» του έκανα. «Αν και απ’ όσο ξέρω παίζεται με σφηνάκια!»

    «Ε, εντάξει, εδώ απλά θα πίνουμε μια γουλιά από τη μαργαρίτα!»

    «Μέσα!» του απάντησα χαμογελώντας.

    Όταν μας έφεραν την κανάτα με τη μαργαρίτα ο Σαράντης σέρβιρε και τους δυο μας και αφού τσουγκρίσαμε ήπιαμε την πρώτη μας γουλιά.

    (Και ναι—άλλο ένα θετικό υπέρ του: δεν είναι ξεροκέφαλος. Άκουσε τη συμβουλή μου και ήπιε προσεκτικά.)

    Πέτρα-ψαλίδι-χαρτί και μιας και έχασα ξεκίνησα εγώ πρώτη, με κάτι σχετικά ελαφρύ.

    «Ποτέ μα ποτέ…» (ήχος drum roll που έκανε τον Σαράντη να γελάσει) «δεν έχω καπνίσει μπάφο!» του είπα και τράβηξα μια ρουφηξιά.

    “Cheers!” μου έκανε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι και τράβηξε και εκείνος μία ρουφηξιά. «Λοιπόν…» ξεκίνησε, «ποτέ μα ποτέ…» (δραματική παύση) «δεν έχω πιεί τόσο πολύ που να μην ξέρω τι μου γίνεται.»

    «Να τα και τα πιπεράτα!» του είπα γελώντας, ενώ εγώ δεν ήπια. Μπορεί να έχω κάνει διάφορα στη ζωή μου αλλά ποτέ δεν έχω γίνει τόσο ντίρλα. “Story time!” του έκανα με ενθουσιασμό.

    «Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!» μου απάντησε χαμογελαστός. «Είμαι στην Αγγλία, λίγο μετά το master, και είμαστε μαζεμένοι με κάποιους φίλους και τα πίνουμε για να ξεσκάσουμε από το άγχος των εξετάσεων και έχω γίνει κάλτσα,» ξεκίνησε να διηγείται.

    «Καλά πήγε αυτό, φαντάζομαι!» του έκανα χαχανίζοντας.

    «Δε φαντάζεσαι!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Λοιπόν, σε κάποια φάση έχω θολώσει τελείως και σηκώνομαι και φεύγω για να πάω σπίτι μου να ξεραθώ. Στην Αγγλία είχα μηχανή αλλά δεν ήμουν σε θέση να οδηγήσω, οπότε πήρα ταξί.»

    «Οκ…?» τον ρώτησα διστακτικά, γιατί τύφλα ή όχι, δεν είχε κάνει κάποια χαζομάρα.

    «Σε μια φάση με χτυπάει το τηλέφωνό μου, είναι ένας Κύπριος συμφοιτητής, ο Μιχάλης. “Πού είσαι ρε μαλάκα;” Του απαντάω ότι τα έχω πιεί και γυρίζω σπίτι. Με ρωτάει “Ρε μαλάκα, πόσο έχεις πιεί;” και του απαντάω ότι δεν το έχω χάσει και τελείως, και γι’ αυτό πήρα ταξί για να γυρίσω.»

    Σταμάτησε και με κοίταξε προσπαθώντας να μη γελάσει, αν και μεταξύ μας δεν είχα καταλάβει το γιατί.

    «ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΜΕ, ΠΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ ΠΑΣ?»

    Νομίζω ότι πρέπει να ακούστηκα μέχρι την Κηφισιά. Λόγο!

    «Καλά, κι εσύ τι είπες στον ταξιτζή;» τον ρώτησα όταν βρήκα επιτέλους τις ανάσες μου.

    «Ούτε που θυμάμαι!» μου είχε ροχαλίζοντας. «Μαλάκα μου έγινα ανέκδοτο, μέχρι και σε meme το έχω δει!»

    «ΑΞΙΟΣ! ΑΞΙΟΣ!» του έκανα με ενθουσιασμό. “Or as my boyfriend says, THIS IS EPIC ON SO MANY LEVELS!” συνέχισα και βάλαμε και πάλι τα γέλια. «Λοιπόν, σειρά μου τώρα!»

    «Άντε να δούμε!» μου έκανε γελώντας ακόμα.

    «Λοιπόν… ποτέ μα ποτέ…» (δραματική παύση) «δεν έχω κάνει τα γλυκά μάτια για να γλιτώσω πρόστιμο τροχαίας!» συνέχισα και του ξέφυγε ακόμα ένα ροχαλητό.

    Και φυσικά ήμουν η μόνη που ήπιε.

    «Εδώ έχει ψωμί!» μου έκανε χαχανίζοντας. “Do tell!”

    «Λοιπόν… Είμαι που λες με το αυτοκίνητο, είναι αργά το βράδυ και γυρίζω σπίτι από μια έξοδο.»

    «Χμμμ…» μου έκανε συνοφρυωμένος.

    «Όχι, όχι, δεν τα είχα κοπανίσει,» βιάστηκα να τον καθησυχάσω. «Ποτέ δεν πίνω πάνω από ένα-δυο ποτά αν είναι να οδηγήσω.»

    «Για συνέχισε…»

    «Είναι λοιπόν αργά και ας πούμε ότι πέρασα ένα φανάρι με… βαθύ πορτοκαλί… Αυτό που δεν είχα δει ήταν το σταθμευμένο περιπολικό λίγο μετά το φανάρι, που ανάθεμα και αν κατάλαβα τι έκαναν εκεί μέσα στη μαύρη νύχτα, οπότε με τσίμπησε το μακρύ χέρι της δικαιοσύνης…» του είπα χαχανίζοντας και κάνοντας μια σύντομη παύση.

    «Είχα φορέσει ένα αρκετά αποκαλυπτικό φόρεμα εκείνο το βράδυ,» συνέχισα τη διήγηση. «Βλέπω τον τροχαίο να κατεβαίνει, βγάζω σε χρόνο ρεκόρ το σουτιέν μου και το πετάω πίσω από το κάθισμα…»

    «ΦΟΥ ΤΟΥ ΣΟΥ!» μου έκανε γελώντας.

    «Είμαι μια αμαρτωλή!» τον διαβεβαίωσα, κάνοντας τον να γελάσει και πάλι. «Long story short, μέχρι να έρθει ο τροχαίος είχα ανοίξει και το ντεκολτέ—που όπως είπα και από πριν ήδη δεν άφηνε και πολλά περιθώρια στη φαντασία—και όταν ήρθε και κατέβασα το παράθυρο, ξεκίνησε το φάτε μάτια ψάρια…»

    «“Καλησπέρα σας,” του είπα κάνοντας την κουφή τυρόπιτα, και γυρνώντας προς το μέρος του, τάχα μου φυσιολογικά, χαρίζοντάς του την πλήρη θέα του μπούστου.»

    Χαχάνισα.

    «Τα μάτια του πήγαν κατευθείαν εκεί… αλλά έκανα φυσικά έκανα την πάπια! “Περάσατε με κόκκινο,” μου είπε. Προφανώς και είχα περάσει με κόκκινο, οπότε δεν το έκανα challenge.»

    «Αλλά;»

    «Το παραδέχθηκα ευθέως, με τη δικαιολογία ότι πίστευα πως θα προλάβω το κίτρινο!»

    «Εχμ, ούτε με το κίτρινο επιτρέπεται να περνάς αν έχεις χρόνο να φρενάρεις με ασφάλεια ή δεν έχεις πολύ κοντά από πίσω σου κάποιον!» μου απάντησε ο Σαράντης.

    «Ναι, το ξέρω, το ίδιο μου είπε και ο τροχαίος!»

    «Και τι του είπες;»

    «Με πολύ αθώα φωνή “Έχετε δίκιο… αλλά… μου ήρθαν απρόοπτα… γυναικολογικά… και δεν είχα μαζί μου… ξέρετε…” συνεχίζοντας να του προσφέρω οφθαλμόλουτρο.»

    «ΦΟΥ ΤΟΥ ΣΟΥ ΔΙΣ!» μου έκανε ξεφυσώντας από τα γέλια.

    «Και εκεί που προσπαθεί να σκεφτεί τι να με κάνει, με το βλέμμα του ακόμα καρφωμένο πάνω στο μπούστο μου, κάνω ότι τον πιάνω στα πράσα: Χαμηλώνω και καλά ασυναίσθητα το βλέμμα μου στο μπούστο μου, και γυρνάω και τον κοιτάω συνοφρυωμένη!»

    «ΒΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ!» μου έκανε συνεχίζοντας να χαχανίζει.

    «Ο φουκαράς πρέπει να άλλαξε μερικά χρώματα,» του είπα βάζοντας κι εγώ τα γέλια με τη σειρά μου, «και τελικά με άφησε με προειδοποίηση να προσέχω!»

    «Είσαι μορφή!» μου έκανε συνεχίζοντας να γελάει.

    «Είμαι και μπράβο μου και σειρά σου!» είπα, κάνοντας προς εμπέδωση και μια χαριτωμένη μουσουνίτσα.

    “Indeed,” μου είπε χαμογελώντας μου και γνέφοντας καταφατικά. «Λοιπόν, ποτέ μα ποτέ… δεν έχω κάνει σεξ στη μηχανή!»

    «Οδηγώντας;» τον ρώτησα με γουρλωμένα μάτια.

    «Όχι βέβαια!» μου απάντησε και τράβηξε μια ρουφηξιά. «Ρε συ nerd είμαι, όχι κασκαντέρ!»

    «Ε τότε…» είπα όλο νόημα, και τράβηξα κι εγώ μια ρουφηξιά.

    «ΑΧΑ!» μου έκανε λες και μ’ έπιασε στα πράσα να κατουράω στο πηγάδι.

    “Show me yours I’ll show you mine!” του είπα πονηρά.

    «Ε, καλά, δεν ήταν ακριβώς σεξ πάνω στη μηχανή…» μου είπε σχεδόν απολογητικά. «Απλά είχε σκύψει στη μηχανή.»

    «Έπος;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

    «Όχι…ή μάλλον όχι όπως το εννοείς!»

    «Αλλά;»

    «Το έπος ήταν μετά που τρέχαμε σαν παλαβοί να βρούμε το χάπι της επόμενης μέρας γιατί είχαμε ατύχημα με το προφυλακτικό!»

    “DUH!” του έκανα έχοντας κι εγώ την ατυχή εμπειρία τέτοιου ατυχήματος. «Το έχω πάθει κι εγώ και μου είχε κάνει την περίοδο σαλάτα για μερικούς μήνες!»

    «Το να μείνεις έγκυος να δεις τι σαλάτα θα σου έκανε την περίοδο!» μου απάντησε deadpan και έβαλα τα γέλια. “Your turn!”

    «Ε, έχω κυλήσει κι εγώ στην αμαρτία με τον ίδιο τρόπο δυο-τρεις-πέντε-δέκα φορές!» του είπα γελώντας. «Χωρίς άλλα ατυχήματα, δόξα τω Θεώ!»

    «Δύο-τρεις-πέντε-δέκα;» μου είπε προσπαθώντας σκληρά να κρατηθεί και να μη γελάσει.

    «Μωρέ στέναξε η πλαγιά της Πεντέλης!» του απάντησα κάνοντάς τον να γελάσει. «Τι να πω, το αγόρι είχε αντοχές, δυο-τρεις φορές που αμαρτάναμε με αυτό τον τρόπο είχε και δεύτερο και τρίτο γύρο!»

    «Βρε λυσσάρηδες γιατί δεν πήγατε σε κανένα ξενοδοχείο ή στα σπίτια σας;» με ρώτησε, ευλόγως.

    «Γιατί σύμφωνα με τον ίδιο η πλαγιά είχε μια βουκολική essence!» του απάντησα μ’ ένα πνιχτό γελάκι.

    «Με ο ή με ω;» με ρώτησε κοιτώντας με πονηρά.

    «Ήταν το ευμέγεθες αγόρι του ταγκό στο Παρίσι,» του εξήγησα, «τα βουκολικά με ω, μόνο με λιπαντικό… και φυσικά τη μία ατυχή φορά στο Παρίσι με το βούτυρο!»

    «Ωραία, από εδώ και πέρα να φροντίσουμε να έχουμε πάντα μαζί μας λιπαντικό!» μου έκανε παίζοντας πονηρά τα φρύδια του.

    “You da boss?” τον ρώτησα μ’ ένα πνιχτό γελάκι.

    “Me da boss!” με διαβεβαίωσε, και ακόμα και στο χαβαλέ μια υγρασία την έπιασε αν μ’ εννοείτε. Και φυσικά σημείωσα νοητικά να έχω πάντα μαζί μου στις εξόδους μου με τον Σαράντη λιπαντικό, γιατί καλό το σάλιο και η υπομονή αλλά είναι και του λόγου του προικισμένος, και τσούζει Θανάση μου!

    «Ωραία, σειρά μου,» του είπα με ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό, πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι. «Λοιπόν, ποτέ μα ποτέ…δεν έχω τρέξει με τη μηχανή πάνω από 180!»

    «Πιάνει η Vulkan 180;» με ρώτησε με δυσπιστία ενώ εκείνος τράβηξε μια ρουφηξιά.

    «Με είδες να τραβάω ρουφηξιά;»

    «Το κατάπια αμάσητο, ε;» μου είπε γελώντας.

    “I’m pleading the fifth!” του απάντησα γελώντας με τη σειρά μου. «Και τώρα μολόγατα όλα!»

    «Βασικά το μοντέλο που είχα, 1700-άρα του 2009 με τα 197 άλογα, αν και στη θεωρία μπορούσε να τελικιάσει στα 270, είχε ηλεκτρονικό κόφτη στα 220.»

    «Χμμμ…» του είπα κοιτάζοντάς τον καχύποπτα.

    «Δεν τον είχα πειράξει, αν γι’ αυτό με κοιτάς με μισό μάτι, αλλά, ναι, μια φορά την είχα τελικιάσει στην Αθηνών-Κορίνθου μετά τα διόδια.»

    «Κοίτα,» μου εξήγησε, «μηχανές όπως τη V-max δεν τις παίρνεις για την τελική τους, την παίρνεις για την ψυχή τους, είναι cruiser, είναι για ταξίδι, όχι για κόντρες!»

    «Καλά, καλά,» τον έκοψα, «θα σε δείρω σπίτι καθότι πολιτισμένη!»

    «Τι καλή!» μου έκανε ειρωνικά.

    «Μα είδες τι κορίτσι κόσμημα είμαι; Πολυφορεμένο…» του είπα με νόημα και έβαλε τα γέλια «αλλά κόσμημα!»

    «Καλύτερα πολυφορεμένο παρά να βρεθεί καμιά τρελόγρια και να σε πετάξει στη μέση του Ατλαντικού!» μου απάντησε κάνοντάς τον με τη σειρά του να βάλω τα γέλια.

    «Λοιπόν, σειρά μου! Ποτέ μα ποτέ… δεν έχω κάνει μπάνιο… γυμνόστηθος!» μου είπε χαχανίζοντας και τραβώντας μια ρουφηξιά.

    «Ύπουλος κι επιδέξιος,» του έκανα γελώντας και πάλι. «Μ’ αρέσεις!»

    Και φυσικά ήπια μια ρουφηξιά, γιατί ναι, αν βρω ευκαιρία τα πετάω, κλεμμένα τά ‘χω; Βέβαια, να πω την αλήθεια, αυτό όσο ήμουν με το Φώτη είχε κοπεί, γιατί καλός και άγιος αλλά ήταν αρκετά κτητικός. Όχι στο σημείο να μου ψήνει το ψάρι στα χείλη—θα τον είχα στείλει πακέτο στη μάνα του χωρίς πολλά-πολλά—αλλά στα δημόσια ήταν κομμάτι σφιχτοκώλης.

    Ακόμα και στο πάρτι που είχα ντυθεί με το βινύλιο μου είχε ξινίσει. Βασικά πάντα μου ξίνιζε όταν ντυνόμουν προκλητικά αλλά σοφά ποιώντας κρατούσε τη γκρίνια για τον εαυτό του, γιατί bottom-ξε-bottom όταν με ζόριζε τον έπαιρνε ο διάολος και τον σήκωνε.

    «Προς τι η μουτσούνα;» με ρώτησε διαβάζοντας αστραπιαία την έκφρασή μου καθώς έκανα αναδρομή στο παρελθόν.

    «Τίποτα σημαντικό, πλέον,» είπα και έκανα σύντομη παύση. «Να, ο Φώτης ήταν κτητικός—όχι στο βαθμό να μου τα κάνει νταούλια—αλλά δεν του άρεσε να ντύνομαι προκλητικά ή να κάνω ηλιοθεραπεία topless.»

    «Έκανες, όμως, έτσι;»

    «Όχι,» παραδέχτηκα στενάζοντας. «Υποχώρησα σε αυτό, υποχώρησε κι εκείνος στα φορέματα. Ξίνιζε βέβαια καμιά φορά, το καταλάβαινα, αλλά ήξερε που έχω τραβηγμένη τη γραμμή μου και δεν το έκανε θέμα.»

    «Δε σε πείραζε;» επέμεινε ο Σαράντης.

    «Με πείραζε…» επανέλαβα αφηρημένη. «Η ηλιοθεραπεία όχι τόσο, άλλωστε δεν τα πετούσα και όταν υπήρχαν οικογένειες δίπλα, και φυσικά ούτε στον Αγιόκαμπο ή στις πέριξ παραλίες μέχρι και Κόκκινο νερό, μην πέσω σε κανένα γνωστό,» του είπα και ρούφηξα αφηρημένα τη μύτη μου.

    «Καλά, στα μεταφορικά μου παπάκια κιόλας, περισσότερο για τους γονείς μου το έκανα αυτό παρά για κάποιο άλλο λόγο,» του εξήγησα. «Αλλά άμα το κάνεις για τους δικούς σου, το κάνεις και για το φίλο σου.»

    «Ξίνιζε επίσης και για το Instagram,» συνέχισα τη μίνι εξομολόγηση.

    «Δε σταμάτησες όμως, έτσι;»

    «Όχι βέβαια. Βασικά το όλο σκηνικό είχε γίνει στις αρχές και του εξήγησα ορθά-κοφτά πως αν δεν του άρεσε και είχε σκοπό να μου τα κάνει νταούλια, στο καλό και να μας γράφει.»

    “I dodged a bullet here!” μου είπε προσπαθώντας να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα.

    «Δεν είναι το ίδιο, Σαράντη,» του έκανα. «Ναι, θα με ζόριζες αν μου έλεγες ότι έχεις πρόβλημα, αλλά δεν είναι ίδιες καταστάσεις. Έχεις ένα άλφα κύκλο, έχεις παιδί ενώ—»

    «Δεν χρειάζεται να μιλάμε επί υποθετικών,» μου είπε κόβοντάς με. «Ούτε το Instagram με ζορίζει, ούτε να τα πετάς στην παραλία με ζορίζει, ούτε να φοράς προκλητικά φορέματα» συνέχισε, παίρνοντας τα χέρια μου στα χέρια του και κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    «Υποθετικά… αν πάμε μια μέρα για μπάνιο και είναι μαζί και η Μελίνα, δε θα σε πειράξει;»

    «Όχι,» μου είπε. «Οκ, θα με ζόριζε να σε αντιγράψει στην ηλικία της εφηβείας…» μου είπε και μου ξέφυγε άθελα μου ένα χαχανητό, «αλλά όπως της θα της μάθω να μην κρίνει άλλες γυναίκες που κάνουν γυμνό-στηθες ηλιοθεραπεία, το ίδιο θα κάνω και για τη φίλη του μπαμπά.»

    «Καλά όχι ότι ανεβάζω και τίποτα πολύ προκλητικό στο Insta…» ξεκίνησα να λέω και με διέκοψε απότομα.

    «Θερμά σε παρακαλώ, μη με κάνεις να επαναλαμβάνομαι,» μου είπε σε τόνο που έδειχνε εκνευρισμό κάνοντάς με να στραβοκαταπιώ. «Είναι το ίρτζι μου,» συνέχισε. «Με κουράζει αφάνταστα, και μ’ εκνευρίζει άλλο τόσο.»

    “Ok, ok,” του είπα κατευναστικά. “You’ve made your point.”

    «Χαίρομαι,» μου απάντησε σε τόνο που έλεγε ξεκάθαρα αυτή η κουβέντα λήγει εδώ.

    Έπαιξα νευρικά με το καλαμάκι μου. «Να σε ρωτήσω κάτι, υποθετικά;» τον ρώτησα διστακτικά.

    Έγειρε μπροστά, ακουμπώντας τους αγκώνες του στο τραπέζι. «Ρώτα με… υποθετικά.»

    «Αν… λέω αν… συμβεί κάτι και αυτό αλλάξει, θέλω να μου το πεις,» του είπα χαμηλώνοντας προς στιγμή τα μάτια μου.

    «Αυτό δεν ήταν ερώτηση.»

    «Όχι, δεν ήταν,» παραδέχτηκα με τα μάτια μου να παραμένουν στο τραπέζι. «Απλά…» ξεκίνησα να του λέω υψώνοντας και πάλι το βλέμμα μου… και σταμάτησα χάνοντας τον ειρμό των σκέψεων μου.

    «Άκου, Ζωή,» μου είπε σοβαρά κόβοντάς με. «Ήσουν διάφανη και απόλυτα ξεκάθαρη στο τι είσαι και τι θέλεις, τουλάχιστον στα πολύ βασικά. Τα no-go σου, τουλάχιστον όπως τα έχω καταλάβει είναι: δε θέλεις να κάνεις παιδί, δε θέλεις να γίνεις θετή-μαμά και οι γάτες σου είναι αδιαπραγμάτευτες.»

    Σταμάτησε για μια στιγμή και τον πρόλαβα πριν συνεχίσει.

    «Σαράντη… αυτό που προσπάθησα να σου πω την πρώτη φορά, και με έκοψες με το “θα τη βρούμε την άκρη μας”, είναι ότι δεν θέλω να γίνω full‑time μαμά. Θετή ή όχι.»

    Έπαιξα νευρικά με μια τούφα μαλλιών, ψάχνοντας τις λέξεις.

    «Δεν… δεν είναι ότι δεν θέλω να τη γνωρίσω. Ή ότι δεν θέλω να είμαι μέρος της ζωής σου.»

    Πήρα μια πιο βαθιά ανάσα και συνέχισα. «Αν όλα πάνε καλά… θα γίνουμε κομμάτι της ζωής ο ένας του άλλου. Όπως αποδέχεσαι εσύ ότι η δική μου ζωή περιλαμβάνει τις γάτες μου, έτσι—και ακόμα περισσότερο—αποδέχομαι ότι η δική σου περιλαμβάνει την κόρη σου.»

    Σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια. «Οπότε ναι. Και να τη γνωρίσω θέλω. Και Σαββατοκύριακα μαζί της να περάσουμε θέλω. Και διακοπές να πάμε μαζί θέλω.»

    Ένιωσα τον λαιμό μου να σφίγγεται ελαφρά. «Το μόνο που ζητάω… είναι… όταν νιώσεις έτοιμος να με ρωτήσεις αν είμαι κι εγώ έτοιμη.»

    Του χαμογέλασα. «Και θα τη βρούμε την άκρη μας!»

    «Θα τη βρούμε, σουσουραδίτσα!» μου απάντησε καταφατικά και με τράβηξε ξανά προς το μέρος του και μου έδωσε ένα τρυφερό σύντομο φιλί στη χείλη.

    Συνεχίσαμε για λίγη ώρα να πίνουμε τις μαργαρίτες μας χωρίς να μιλάμε, και παρόλο που η σιωπή δεν ήταν άβολη, ήθελα η ατμόσφαιρα να ελαφρύνει με… πονηρό τρόπο.

    «Λοιπόν, σειρά μου!» του είπα. «Ποτέ μα ποτέ… δεν έχω ή δε μ’ έχουν τραβήξει αισθησιακή φωτογραφία!»

    Χαχάνισε αλλά ομολογώ πως δεν περίμενα να με συνοδεύσει στο ρούφηγμα μαργαρίτας.

    «ΑΧΑ!» του έκανα.

    «Και έχω κάνει και γυμνό… και εννοώ να με ζωγραφίσουν,» μου είπε στέλνοντάς με για τσάι, αυτό και αν δεν το περίμενα.

    “That I want to hear!” του δήλωσα χωρίς περιστροφές. “And see…” συνέχισα χαμογελώντας με νόημα.

    «Όπως λέει κάποια γνωστή μου απ’ το χωριό, “Show me yours I’ll show you mine!”» μου έκανε παίζοντάς μου τα φρύδια του με νόημα.

    «Κακές παρέες!» του είπα χαχανίζοντας.

    «Οι χειρότερες!» με διαβεβαίωσε.

    «Όταν επιστρέψουμε σπίτι μου!»

    “It’s a date!” μου απάντησε κλείνοντάς μου παιχνιδιάρικα το μάτι.
     
  2. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    12. Gloria

    Όταν επιστρέψαμε στο σπίτι μου, είχε πάει κοντά στις επτά. Ο καλούλης μου με βοήθησε να καθαρίσω την άμμο των γατών και όχι μόνο αυτό, αλλά προθυμοποιήθηκε να κατεβάσει και τη σακούλα με τα σκουπίδια στον κάδο.

    «Και χωρίς πληρωμή σε είδος!» μου είπε κοροϊδευτικά.

    «Όπως λέει κι ένας γνωστός μου από το χωριό, ο τσάμπας πέθανε· να τα ξεχάσεις αυτά που ξέρεις!» του είπα, χτυπώντας τον επιδεικτικά με το δάχτυλο στο στέρνο.

    «Θα φτιάξεις κι άλλη μακαρονάδα;» συνέχισε το δούλεμα.

    «Όχι, θα υποκύψω στις ακόλαστες ορέξεις σου και δε θέλω αντιρρήσεις!»

    «Είμαι ο χειρότερος!» με διαβεβαίωσε χαχανίζοντας.

    «Φύγε! Φύγε! Φύγε, ποταπέ!» του έκανα με δραματικό ύφος, αντιγράφοντας και πάλι τον Καλογήρου. «Και σε δυο λεπτά να είσαι πίσω,» του είπα στο καπάκι με ύφος που θα ζήλευε και ο πιο σκληροπυρηνικός Αμερικανός λοχίας.

    Μέχρι να πάει να πετάξει τα σκουπίδια και να γυρίσει, έτρεξα στο δωμάτιο, γδύθηκα σε χρόνο ρεκόρ και φόρεσα ένα μαύρο, προκλητικό κιλοτάκι, ένα ζευγάρι μαύρα δικτυωτά stay-ups μέχρι τον μηρό και από πάνω ένα σέξι, ημιδιάφανο νεγκλιζέ.

    Γύρισα στο σαλόνι και τον περίμενα να γυρίσει να του κάνω «Τσα!» και να μου κάνει «Κου-κου-τσα!»—το κάπα με πι. Και μετά μου ήρθε σατανική ιδέα και έφαγα ακριβώς δύο λεπτά μέχρι να βρω το τραγούδι που ήθελα στο YouTube και άλλα τρία λεπτά μέχρι να το καταφέρω να το βρω στην τηλεόραση—η πληκτρολόγηση με το τηλεκοντρόλ δεν έχει καθόλου πλάκα.

    Εντωμεταξύ πρέπει να πέρασαν πάνω από δέκα λεπτά και ακόμα δεν είχε επιστρέψει, και βρέθηκα να ζορίζομαι. Τι διάολο;

    Πριν προλάβω να ανησυχήσω περισσότερο χτύπησε το κουδούνι.

    «ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ?» (ούτε καν ρώτησα ποιος είναι, φαντάσου, λέει, να μου χτύπησε κανένας κατά λάθος!)

    «Αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις!» μου απάντησε, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.

    «ΑΝΕΒΑ ΚΑΙ ΘΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΤΟΥΜΕ!» συνέχισα.

    «Στη στεριά δε ζει το ψάρι, κι ούτε ο ΚΝΙτης με φρικιά!» μου τραγούδησε από κάτω (and what the fuck man? Που τού ήρθε αυτό τώρα?)

    (Που να ήξερα η μικρή και αθώαΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ το Ντίσκο Τσουτσούνι?)

    Πάτησα το κουδούνι, άνοιξα ελαφρά την πόρτα γιατί δεν ήθελα να με δει όρθια, και τσακίστηκα να επιστρέψω στον καναπέ, τρομάζοντας τον Dusty που το μεταξύ είχε προλάβει να θρονιαστεί.

    «Είχα πάει να πάρω καφέδες!» μου είπε απολογητικά με το που μπήκε στο διαμέρισμα, και μόλις τότε πρόσεξε τι φοράω. «Θα μας γαμήσεις κι από πάνω;» συμπλήρωσε χαχανίζοντας.

    «Πρώτα θα σε χορέψω στο ταψί!» του δήλωσα και του πήρα τους καφέδες από το χέρι και τους άφησα στο τραπεζάκι και του πρότεινα τα χέρια μου. Πήρε τα χέρια μου στα χέρια του χαμογελώντας και εκεί διαπίστωσα ότι το σχέδιό μου έπασχε ελαφρώς, γιατί κάπως έπρεπε να πατήσω και το play. «Ακολούθησε μου του είπα,» και η μουσική ξεκίνησε.

    The night we met I knew I needed you so
    And if I had the chance I’d never let you go

    Ναι, όλα καλά ο Σαράντης μου αλλά δεν το έχει με τον χορό, τουλάχιστον όχι στον βαθμό να με ακολουθήσει αξιοπρεπώς.

    So won’t you say you love me?
    I’ll make you so proud of me
    We’ll make ‘em turn their heads every place we go

    «Άπλωσε τις παλάμες σου,» του είπα απαλά.

    Το έκανε και ακούμπησα τις δικές μου πάνω στις δικές του και άρχισα να κινούμαι εγώ ενώ εκείνος απλώς με κρατούσε, σαν σταθερό σημείο αναφοράς. Έκανα τα βήματα μόνη μου. Τον γύρισα ελαφρά. Τον έφερα κοντά μου.

    I’ll make you happy, baby, just wait and see
    For every kiss you give me, I’ll give you three

    Άφησα τα χέρια του και έκανα μια στροφή κάτω από τη μία παλάμη του. Γύρισα μέσα στην αγκαλιά του και βγήκα ξανά, κρατώντας μόνο ένα δάχτυλό του.

    So won’t you, please (be my, be my baby)
    Be my little baby? (My one and only baby)
    Say you’ll be my darlin’ (be my, be my baby)
    Be my baby now (my one and only baby)

    Και συνέχισα. Τον τράβηξα, τον έφερα κοντά, ακούμπησα το μέτωπό μου στο πιγούνι του για ένα δευτερόλεπτο—όσο κρατάει ένας στίχος—και ξεγλίστρησα ξανά. Τα μάτια του, το πρόσωπό του, έλαμπαν.

    Και εγώ; Εγώ χόρευα. Ολόκληρη. Λύγιζα τη μέση, σήκωνα τα χέρια πάνω από το κεφάλι μου, έκλεινα τα μάτια μου για στιγμές, τα ξανάνοιγα και έβλεπα τον Σαράντη ακριβώς εκεί που τον είχα αφήσει, όρθιο, ακίνητο, πρόθυμο, σχεδόν υπνωτισμένο. Σαν να ήταν το σαλόνι μας σκηνή και εκείνος το σταθερό σημείο γύρω από το οποίο γύριζε ο κόσμος.

    Η μουσική τελείωσε και κόλλησα το σώμα μου πάνω στο δικό του αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά, σταυρώνοντας τα χέρια μου πίσω από το λαιμό του. Σήκωσα ελαφρά το κεφάλι μου να τον κοιτάξω και το βλέμμα του έκανε την καρδιά μου να πεταρίσει δυνατά.

    “You really are something,” μου είπε αργά, τονίζοντας την κάθε λέξη.

    Δεν του απάντησα, απλά του έπαιξα ναζιάρικα τα μάτια μου. Τον ήθελα και πάλι, άλλωστε γι’ αυτό είχα ντυθεί—ή πιο σωστά… γδυθεί έτσι—αλλά ο Σαράντης δεν είχε αυτό στο μυαλό του.

    «Έλα να πιούμε τα καφεδάκια μας, με… δέρνεις αργότερα!» μου είπε πειρακτικά.

    «Μόνο και μόνο επειδή έφερες καφεδάκι!» του είπα προσπαθώντας να κρύψω την στιγμιαία μου απογοήτευση.

    «Λοιπόν, νέο παιχνίδι!» μου είπε όταν καθίσαμε στον καναπέ.

    «Μέσα!» του απάντησα με τον ενθουσιασμό να γυρνάει. «Αλήθεια ή θάρρος, είσαι;» του είπα διαλέγοντας εγώ αυτή τη φορά το παιχνίδι.

    «Είμαι!» μου απάντησε χαμογελώντας.

    Κέρδισα στο πέτρα ψαλίδι χαρτί οπότε έπαιζε αυτός πρώτος. «Θάρρος ή αλήθεια;» τον ρώτησα.

    «Αλήθεια!» μου απάντησε.

    «Πες μου την ιστορία που πόζαρες γυμνός!» του είπα χωρίς πολλές περιστροφές.

    Χαμογέλασε και έγνεψε καταφατικά. «Λοιπόν, τον Βάιο τον γνώρισα στον πανεπιστήμιο, ήταν συμφοιτητής μου, στο έτος μου.»

    «Άνδρας σε ζωγράφισε;» τον ρώτησα διακόπτοντας.

    «Ναι… και δε μείναμε στη ζωγραφική!» μου είπε παίζοντας πονηρά τα φρύδια του. “Heteroflexible, remember?”

    «Ένα δίκιο το έχεις!»

    «Τέλος πάντων, το πρώτο έτος δεν είχαμε πολλά πάρε-δώσε μεταξύ μας, είχαμε διαφορετικές παρέες. Αυτό άλλαξε στα μέσα του τρίτου εξάμηνου, στο Ελληνική Οικονομική Ιστορία-Ι. Σε κάποια παράδοση έτυχε να κάτσω δίπλα του στο αμφιθέατρο,» είπε και σταμάτησε για μερικές στιγμές, σα να προσπαθούσε να θυμηθεί.

    «Ήταν από εκείνα τα πρωινά που έλεγες ότι κόλλησε ο χρόνος,» συνέχισε τη διήγηση. Του ξέφυγε ένα γελάκι στην ανάμνηση. «Πραγματικά, κόντεψε να με πάρει ο ύπνος, δεν την πάλευα με τίποτα. Ο Βάιος, που επίσης δεν την πάλευε, το αντιμετώπισε πιο δημιουργικά, το είχε ρίξει στη ζωγραφική στο τετράδιο.»

    “Doodling!”

    «Περισσότερο με πίνακα ζωγραφικής έμοιαζε παρά με doodle!» μου είπε ο Σαράντης με φωνή γεμάτη θαυμασμό ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.

    «Τι ζωγράφιζε;»

    «Την “Κραυγή” του Munch,» μου απάντησε γελώντας κάνοντας να βάλω τα γέλια κι εγώ, εντάξει, δεν έπεσα δα και από τον Άρη, τον γνώριζα τον πίνακα. «Και κάπως έτσι γνωριστήκαμε!»

    «Και πώς φτάσατε να του ποζάρεις γυμνός…» (παύση, γελάκι) «και όχι μόνο;»

    «Ο Βάιος ήταν ανοιχτά gay και…» είπε και σταμάτησε. «Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε συγκεκριμένος τύπος άνδρα που με έλκυε, τουλάχιστον αισθητικά, αλλά δεν είχα ψαχτεί περισσότερο.»

    «Γιατί;»

    «Δεν ήταν ότι ντρεπόμουν,» ξεκίνησε να μου εξηγεί. «Ήξερα μετά λόγου γνώσης ότι με ελκύει το αντίθετο φύλλο, και επειδή αυτή η έλξη που νιώθω για αυτό το συγκεκριμένο τύπο ήταν περισσότερο αισθητική παρά σεξουαλική…» είπε και σταμάτησε.

    «Γιατί σταμάτησες;» τον ρώτησα. «Σαράντη, αν…»

    «Όχι, όχι,» με διέκοψε χαμογελώντας. «Δεν αισθάνομαι άσχημα, απλά προσπαθώ να βρω τις σωστές λέξεις,» συνέχισε καθησυχαστικά. «Ο Βάιος… είχε κάτι το ανδρόγυνο πάνω του… Και το περίεργο είναι ότι αυτό δε μ’ αρέσει σε γυναίκες αλλά με ελκύει αισθητικά σε άντρες. Απλά… απλά πίστευα ότι είναι λανθάνουσα εκδήλωση της έλξης μου προς το αντίθετο φύλο.»

    «Και;» του έκανα ενθαρρυντικά.

    «Και διαπίστωσα τελικά ότι η έλξη αυτή δεν ήταν απλά αισθητική… ήταν και σεξουαλική. Έκανε… έκανε εκείνος την πρώτη κίνηση… και…»

    Σταμάτησε και πάλι.

    «Ήταν η πρώτη φορά που ερεθίστηκα τόσο πολύ από ένα φιλί. Δεν ξέρω… ένιωθα περίεργα. Μείγμα ντροπής και σαγήνης.»

    «Γιατί ντροπής;»

    «Γιατί… γιατί υπάρχει ένας κοινωνικός προγραμματισμός, ακόμα και αν δεν τον καταλαβαίνεις… και μέχρι τότε δεν… δεν είχα νιώσει ποτέ την ανάγκη να… Θεωρούσα τον εαυτό μου φιλελεύθερο…»

    «Με τις αδερφές των άλλων, ε;» τον ρώτησα, και ξέρω πως ακούγεται αλλά ο τόνος μου δεν ήταν ειρωνικός.

    Έγνευσε καταφατικά. «Δεν… δεν ήξερα καν πως ήμουν δεμένος με αυτά τα αόρατα δεσμά… μέχρι που… μέχρι που χρειάστηκε να τα σπάσω. Τον Βάιο τον πήγαινα με χίλια… είναι απίθανος τύπος… αλλά… αλλά δεν… δεν ήταν όπως όταν είμαι με κάποια γυναίκα που με ελκύει. Ναι, με ερέθιζε σεξουαλικά αλλά… απλά δεν υπήρχε… δε γεννιόταν κανένα συναίσθημα.»

    «Του το είπες;»

    «Όχι,» μου είπε και σκοτείνιασε το πρόσωπό του. «Προσπάθησα, Ζωή… προσπάθησα να… να κάνω την καρδιά μου να χτυπήσει… Μα όσο και αν σεξουαλικά η σχέση μας πετούσε… απλά… απλά δεν ένιωσα…»

    (Ναι, το έχω πάθει κι εγώ αυτό, οπότε μπορούσα να τον καταλάβω.)

    «Νόμιζα ότι ήταν ακόμα μια αλυσίδα που έπρεπε να σπάσω,» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Μα δεν ήταν… δεν υπήρχε αλυσίδα για να σπάσει.»

    Αναστέναξε και πάλι βαθιά. «Τελικά του το είπα.»

    «Πώς το πήρε;»

    «Πώς να το πάρει ρε Ζωή… πληγώθηκε…» μου είπε με το βλέμμα του να κοιτάζει το πάτωμα.

    «Όστις αναμάρτητος,» του απάντησα σιγανά χαϊδεύοντας του τα χέρια. «Δεν στο λέω αφ’ υψηλού, έχω κάνει κι εγώ το ίδιο λάθος,» του είπα. Του έσφιξα τα χέρια. «Μερικές φορές μπερδεύουμε τη σεξουαλική χημεία με ερωτική έλξη… αλλά…»

    “Yup,” μου είπε γνέφοντας καταφατικά. «Τέλος πάντων… δε θέλω να χαλάσει η διάθεσή μας… γιατί όσο κράτησε ήταν όμορφο… και αυτό επέλεξα να κρατήσω για το τέλος.»

    «Λοιπόν, σειρά μου!» του είπα ακολουθώντας το πνεύμα του. «Και επιλέγω θάρρος!»

    «Θάρρος, ε;» μου είπε χαμογελώντας σκανταλιάρικα.

    «Για ποια με πέρασες, για καμιά τριτοδεύτερη;» του απάντησα με τουπέ κάνοντας τον να γελάσει.

    «Θεός φυλάξοι!»

    «Μόνο μη με βάλεις να πάω να ζητήσω ζάχαρη από το γείτονα με αυτή την περιβολή!» του είπα γέλασε ακόμα πιο δυνατά.

    «Όχι, δεν έχω αυτό στο μυαλό μου!» μου είπε. «Θέλω να μου δείξεις τη φωτογραφία που έχει τα περισσότερα likes στο Instagram!»

    «Αμέ!» του είπα και άνοιξα το κινητό μου.

    Όλως παραδόξως, η φωτογραφία με τα περισσότερα likes στο προφίλ μου δεν ήταν κάποια από τις... κλασικές, σέξι πόζες μου. Ήταν μια selfie που είχα τραβήξει το δεύτερο απόγευμα στο Παρίσι. Φορούσα ένα άσπρο, ριμπ μακρυμάνικο crop top με ένα—ας το πούμε γενναιόδωρο—ντεκολτέ, μερικά λεπτά κολιέ και μια κοντή καρό φούστα.

    «Τι όμορφη που είσαι…» μου είπε χωρίς να κρύψει το θαυμασμό του, προκαλώντας άλλη μια κωλοτούμπα μέσα στο στέρνο μου.

    «Σ’ αρέσει;» του απάντησα κάνοντάς του μια χαρούμενη μουσουνίτσα.

    «Είσαι κουκλί!» μου είπε. «Πού την τράβηξες, στο Παρίσι;»

    «Ναι, το απόγευμα της δεύτερη μέρας!»

    «Να υποθέσω ότι είσαι όρθια γιατί δεν μπορούσες να κάτσεις;» με ρώτησε προσπαθώντας—και χωρίς να καταφέρει—να κρατηθεί σοβαρός.

    (Όλα εδώ πληρώνονται, αυτό έχω να πω! Όταν είχε δοκιμάσει η Ελένη τον… απαγορευμένο καρπό—γιατί εκείνη τον είχε δοκιμάσει πρώτη—ήμουν εγώ που την είχα ταράξει στο δούλεμα με ατάκες του τύπου “κάτσε να τα πούμε! Αμάν, ξέχασα! Δεν μπορείς να κάτσεις, τσούζει ο κώλος σου” και τα ρέστα.)

    «Σα δε ντρέπεσαι!» του είπα βάζοντας τα γέλια με τη σειρά του.

    «Πού να ήξερε ο κόσμος το bacκ—pun intended—story, εκεί να δεις likes που θα έπαιρνες,» συνέχισε να με δουλεύει του καλού καιρού.

    «ΧΡΜΦ!» του έκανα δήθεν εκνευρισμένη.

    «Λατρεύω όταν μου το κάνεις αυτό…» (Παύση) «Λιώνω σαν… βούτυρο!» συνέχισε, βάζοντας ακόμα πιο δυνατά γέλια.

    Πήγε το δούλεμα σύννεφο, αυτό έχω να πω.

    «Είσαι κακούλης!» του κλαψούρισα σουφρώνοντας τα χείλια μου.

    «Κακός Σαράντης!» μου έκανε και μου ανακάτεψε παιχνιδιάρικα τα μαλλιά, κερδίζοντας άλλη μια μουσουνίτσα. «Είσαι μια γλύκα!»

    «Είμαι!» του απάντησα παιχνιδιάρικα. «Λοιπόν, σειρά σου! Θάρρος ή αλήθεια;»

    «Πονάν μωρέ τα παλικάρια;» μου έκανε. «Θάρρος!»

    “It’s a long shot…” ξεκίνησα την εισαγωγή. «Φαντάζομαι ότι δεν την έχεις μαζί σου αλλά θα ήθελα να δω το γυμνό!»

    “Well, here is the thing…” ξεκίνησε και το μυαλό μου πήγε αμέσως στο ότι δεν έχει πλέον τη ζωγραφιά. «Δε θα χρειαστεί να περιμένεις!» συμπλήρωσε κλείνοντάς μου παιχνιδιάρικα το μάτι και άνοιξε το κινητό του.

    «Την έχεις στο κινητό σου;» τον ρώτησα απορημένη.

    «Όχι ακριβώς… την έχω στο cloud,» μου εξήγησε και άρχισε να ψάχνει το κινητό του.

    «Δε φοβάσαι;» επέμεινα.

    «Τι να φοβηθώ, σουσουραδίτσα;» με ρώτησε απορημένος. «Ένα όμορφο καλλιτεχνικό γυμνό είναι, όχι dickpic!»

    «Από αυτές άλλο τίποτα,» αναστέναξα, ως αποδέκτρια ουκ ολίγων. «Ειλικρινά απορώ, δηλαδή ακριβώς περιμένουν όταν μου στέλνουν την τσουτσού τους; Πραγματικά όμως.»

    «Ναι, φαντάζομαι…» μου έκανε χωρίς να πάρει τα μάτια του από το κινητό του. «Το βρήκα!» μου είπε μετά από λίγη ώρα. «Ορίστε!» είπε και μου έδωσε το κινητό του.

    Μπορώ να πω με το χέρι στην καρδιά ότι ο Βάιος ήταν ταλαντούχος, όχι μαλακίες. Και δεν ήταν μόνο το γυμνό, ήταν το όλο στήσιμο.

    Ο Σαράντης δεν ήταν χύμα γυμνός. Τον είχε ζωγραφίσει γερμένο στον καναπέ, μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό στο χέρι, βυθισμένος στις σελίδες του λες και δεν υπήρχε τίποτε άλλο στον κόσμο εκείνη τη στιγμή. Το σώμα του έγερνε ελαφρά προς το ζωγράφο· τόσο όσο.

    Μα αυτό που μου έκανε πάνω απ’ όλα εντύπωση ήταν τα χρώματα. Ενώ το σώμα και το υπόλοιπο δωμάτιο χάνονταν σε μια ατμοσφαιρική μονοχρωμία του γκρι, ο καναπές ζωντάνευε μ’ ένα θαμπό, παστέλ κόκκινο, σαν ξεθωριασμένο βελούδο που το έχουν αγγίξει χρόνια ολόκληρα ανθρώπινης ζεστασιάς.

    Το μόνο άλλο αντικείμενο με χρώμα ήταν το βιβλίο: κοκκινωπό-καφέ του παλιού δέρματος και με τις σελίδες κιτρινισμένες, πολυκαιρισμένες, θαρρείς πως αν έσκυβες πάνω τους θα μύριζες αυτή τη μοναδική μυρωδιά του παλιού χαρτιού.

    «Απίθανο!» του είπα με ειλικρινή θαυμασμό. «Λες και το έχει ζωγραφίσει πραγματικός ζωγράφος!»

    «Ο Βάιος είναι πραγματικός ζωγράφος,» μου είπε τονίζοντας το «είναι.» Απλά δεν είναι επαγγελματίας.

    «Δίκιο έχεις,» παραδέχτηκα. «Λοιπόν, σειρά μου. Θάρρος!»

    «Θάρρος λοιπόν…» μου είπε. Περίμενα να μου πει να του δείξω δικές μου γυμνές φωτογραφίες, αλλά έπεσα έξω. «Θέλω να μου κάνεις στριπτήζ.»

    «Στο στύλο;» τον ρώτησα πονηρά.

    «Στύλος άλλη φορά. Εδώ θέλω να μου κάνεις!»

    «Εντάξει,» του είπα χαμογελαστή. «Δώσε μου πέντε λεπτά για να πάω να ντυθώ για να έχω να… γδυθώ!»

    Συνοδεία και των τριών κοπρόγατων, που με πήραν στο κατόπι, πήγα στο δωμάτιο για να ντυθώ. Τα δικτυωτά stay-ups θα έμεναν για προφανείς λόγους, οπότε αποφάσισα από κάτω να φορέσω μια μαύρη latin κοντή φούστα.

    Από πάνω επέλεξα ένα μαύρο σουτιέν με μπροστινό κούμπωμα που ταίριαζε με το κιλοτάκι, και από πάνω φόρεσα ένα μαύρο crop top με σιθρού μακριά μανίκια και βαθύ ντεκολτέ που δένει με κορδόνι—σαν αυτό που φορούσα όταν έκανα στριπτήζ στην Πάρο.

    Τέλος, συμπλήρωσα το ντύσιμο με nude ψηλοτάκουνες γόβες, και με τις γάτες και πάλι από πίσω μου επέστρεψα στο σαλόνι.

    “Oh boy!” έκανε όταν με είδε με θαυμασμό που δεν κρυβόταν.

    «Και εσύ θα επιλέξεις τη μουσική!» του δήλωσα.

    «Χμμμ… μ’ αρέσεις!» μου έκανε όλο νόημα και στάθηκε μερικές στιγμές προσπαθώντας να σκεφτεί.

    (Οκ, αν μου έλεγε κανένα “You can leave your hat on” θα ξενέρωνα με τη ζωή μου—self-pun intended)

    «Οκ… νομίζω το ‘χω,» μου είπε μερικές στιγμές αργότερα. «Ψάξε το “Gloria, των Doors” μου είπε γελώντας πονηρά. «Δες αν υπάρχει το dirty version»

    «Doors?» τον ρώτησα με έκπληξη. Καλά, δεν είμαι και καμιά γνώστρια του είδους, αλλά ήξερα μερικά τραγούδια τους και μου φάνηκε παράξενη επιλογή.

    «Τι περίμενες, να σου πω κανένα “you can leave your hat on”?» συνέχισε μειδιώντας.

    (Εντάξει, τώρα έγινε και τηλεπαθητικός να πούμε?)

    «Το φοβήθηκα προς στιγμή,» του απάντησα ειλικρινά, κάνοντάς τον να χαμογελάσει. «Απλά μου φαίνεται λίγο περίεργη επιλογή… καλά, όχι ότι το ξέρω το τραγούδι.»

    «Είναι ό,τι πρέπει,» μου είπε με σιγουριά. «Αλλά ψάξε για το dirty version, όχι το απλό.»

    «Οκ…» του είπα και έψαξα για “Gloria dirty version” στο YouTube και όντως υπήρχε, με διάρκεια γύρω στα οκτώ λεπτά. «Το βρήκα!»

    «Ωραία, πολύ ωραία!» μου είπε ευχαριστημένος. «Δώσε προσοχή στους στίχους!» συμπλήρωσε με νόημα, κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

    «Οκ,» του απάντησα χαμογελαστή και πάτησα το play.

    Οκ, το παραδέχομαι, στην αρχή μου φάνηκε αρκετά γρήγορο, αλλά θα μου πεις μήπως το Smack my bitch up ήταν κανένα αργό;

    Ξεκίνησα να λικνίζομαι προκλητικά αφήνοντας το ρυθμό να κυλήσει μέσα μου.

    Come round here just about midnight,
    make me feel so good, make me feel all right.

    Χωρίς να βγάλω ακόμα κανένα ρούχο, συνέχισα να λικνίζομαι ακόμα πιο προκλητικά, και ναι, αποδείχτηκε ότι το συγκεκριμένο τραγούδι ήταν εξαιρετική επιλογή για stripping.

    Μη σταματώντας ούτε στιγμή να χορεύω άρχισα να λύνω σιγά-σιγά τα κορδόνια του top μου αλλά όταν έφτασα στο τέλος σταμάτησα και τα άφησα εκεί. Τον πλησίασα και έβαλα το ένα μου πόδι πάνω στον καναπέ, ανάμεσα στα πόδια του, και άρχισα να κατεβάζω αισθησιακά τα stay-ups, πρώτα το δεξί και μετά το αριστερό.

    Well now that we know each other a little bit better,
    why don't you come over here,
    make me feel all right!

    Συνεχίζοντας να λικνίζω το πάνω μέρος του κορμιού μου, έσκυψα προς το μέρος του και έλυσα τις γόβες μου, και πριν τις βγάλω έλυσα τελείως το κορδόνι του top και το άφησα να ανοίξει. Όπως ήμουν σκυφτή πήρα τα χέρια του και τα έβαλα στα πλευρά μου, δείχνοντάς του ότι θέλω να με χαϊδέψει.

    Gloria, Gloria
    Gloria, Gloria

    Τα χέρια του ταξίδεψαν για λίγη ώρα από τη μέση μου ως μέχρι σχεδόν τις μασχάλες μου αλλά όταν έκανε να μου χαϊδέψει τα στήθη από τα πλάγια, τον έσπρωξα απαλά με το πόδι μου, κάνοντάς τον να ξαπλώσει πάλι στην πλάτη του καναπέ.

    You were my queen and I was your fool,
    riding home after school.

    Έβγαλα τις γόβες και τα stay-ups, και απομακρύνθηκα και πάλι. Έβγαλα τελείως το top και δευτερόλεπτα αργότερα άρχισα να κατεβάζω αισθησιακά και τη φούστα μου.

    Check me into your room.
    Show me your thing.

    Έχοντας μείνει μόνο με τα εσώρουχά μου τον πλησίασα και πάλι.

    Softer, softer, soft,
    slow it down, I got a feeling down

    Έλυσα το σουτιέν αλλά έβαλα τα χέρια μου μπροστά και το κράτησα. Του γύρισα την πλάτη μου και άφησα το σουτιέν να πέσει στο πάτωμα λικνίζοντας αισθησιακά τους γοφούς μου μπροστά του.

    Now you show me your thing.
    Now why don't you wrap your lips around my cock, baby.

    Και εκεί κατάλαβα γιατί μου ζήτησε να δίνω προσοχή στους στίχους, και παραλίγο να μου ξεφύγει ένα χάχανο, καθώς η αλήθεια είναι ότι δεν περίμενα το τραγούδι να λέει κάτι τέτοιο. Γύρισα προς τη μεριά του και γονάτισα μπροστά του. Σήκωσα το βλέμμα μου πάνω του και κοιτάζοντάς τον στα μάτια πήγα να του κατεβάσω το κάτω μέρος της φόρμας.

    Με σταμάτησε απαλά με το χέρι και αντί αυτού σηκώθηκε όρθιος. Δεν χρειάστηκε να μου πει κάτι περισσότερο, του κατέβασα το παντελόνι και το σορτσάκι και αγκαλιάζοντάς τον από τους γοφούς τον πήρα στο στόμα μου.

    Τόσα χρόνια εξάσκηση είχα μάθει να τους παίρνω ολόκληρους στο στόμα μου—ακόμα και του Μίλτου που ήταν περισσότερο προικισμένος από τον ήδη προικισμένο Σαράντη—αλλά το mouth fuck που ακολούθησε είναι τελείως διαφορετικό ζώο.

    Και του Φώτη του άρεσε αυτό, μόνο που ο Φώτης ήταν μετρίου μεγέθους και δε με ζόριζε. Με το Μίλτο δεν το είχαμε δοκιμάσει έτσι ποτέ, γενικά ο Μίλτος—πράγμα εξαιρετικά σπάνιο για άνδρα, ή τουλάχιστον για άνδρα με τον οποίο είχα σεξουαλική εμπειρία—δεν ήταν ιδιαίτερα fan της πίπας. Ο Σαράντης κατά τα φαινόμενα ήταν, αν και είχε το mind presence να κόβει ρυθμό και να μου δίνει τις ανάσες μου.

    Σάλιο και υπομονή που λένε…

    (Βέβαια αλλού πάει αυτό, but you get my drift…)

    Long story short, κάποια στιγμή τραβήχτηκε και με διέταξε να κλείσω τα μάτια μου και να κρατήσω το στόμα μου ανοιχτό. Τον άκουσα να βογκάει και η πρώτη ριπή έπεσε στο πρόσωπό μου, αλλά στη δεύτερη πρόλαβε και τον έβαλε στο στόμα μου.

    «Μην καταπιείς,» τον άκουσα να με διατάζει με πνιχτή φωνή. Έκανα αυτό που μου είπε και όταν τελείωσε τραβήχτηκε. «Κοίτα με,» μου είπε.

    Άνοιξα τα μάτια μου και τον κοίταξα.

    «Δείξε μου το στόμα σου,» μου ζήτησε και παρόλο που άνοιξα προσεκτικά το στόμα μου, κύλισε λίγο από τα χείλη μου. «Κατάπιε» με διέταξε ξανά, και κατάπια.

    Με το δάχτυλό του καθάρισε το πρόσωπό μου στο σημείο που είχε πέσει η πρώτη ριπή και το έβαλε στο στόμα μου για να το πιπιλήσω. Κράτησα το χέρι του στα δικά μου και έγλειψα ξανά προσεκτικά όλο το δάχτυλο. Μετά μάζεψε και αυτό που είχε φύγει από τα χείλη μου και επαναλάβαμε την ίδια κίνηση.

    “Thank you for using me, Sir” του απάντησα με λάγνα φωνή, αλλά αυτή τη φορά δεν έκαψε φλάντζα.

    “Good girl,” μου είπε χαϊδεύοντάς με τρυφερά στο πρόσωπο. «Σήκω,» με διέταξε. «Δείξε μου σε παρακαλώ πως να ψάξω με το remote,» μου ζήτησε όταν σηκώθηκα, και του έδειξα. Με τράβηξε στην αγκαλιά του ώστε να μη βλέπω και μετά από λίγη ώρα πρέπει να βρήκε αυτό που έψαχνε γιατί πέταξε το remote στον καναπέ.

    Ναι, αυτό το τραγούδι το ήξερα.

    I put a spell on you, because you're mine
    You better stop the thing that you're doin'
    I said, "Watch out, I ain't lyin'", yeah

    Με κόλλησε σχεδόν πάνω του κρατώντας με σφιχτά από τη μέση ενώ εγώ έγειρα το κεφάλι μου πάνω του σταυρώνοντας τα χέρια μου πίσω από το σβέρκο του.

    “You are mine,” μου ψιθύρισε κάνοντάς με να ανατριχιάσω.

    “I’m yours,” του απάντησα και το κοίταξα στα μάτια, που στιγμές αργότερα έκλεισαν από μόνα τους καθώς παραδόθηκα στο φιλί του.

    Όταν τέλειωσε το τραγούδι τραβήχτηκε απαλά και τον άφησα απρόθυμα.

    «Πήγαινε να ντυθείς.»

    Έσκυψα και μάζεψα από κάτω top, φούστα, stay-ups και γόβες και επέστρεψα στο δωμάτιο. Δεν κάθισα να τα ταχτοποιήσω, απλά φόρεσα και πάλι από πάνω ένα ελαφρύ μακρυμάνικο και από κάτω τη φόρμα μου, και ξαναφόρεσα κάλτσες γιατί ένιωθα τα πόδια μου κρύα.

    Με το που επέστρεψα στο σαλόνι, κοκάλωσα για μερικές στιγμές. Ο Jonesy, που είναι και ο πιο θαρραλέος από τις γάτες μου είχε σκαρφαλώσει στον καναπέ και πλησίασε προσεκτικά τον Σαράντη, ο οποίος ακολουθώντας τις οδηγίες μου δεν έκανε κάποια κίνηση. Ο Jonesy έδωσε ένα σάλτο και ανέβηκε πάνω στα μπούτια του, έκανε δυο-τρεις στροφές και βολεύτηκε σαν πασάς στα Γιάννενα.

    «Καλώς τα δέχτηκες!» είπα χαχανίζοντας στον Σαράντη, που ο φουκαράς δεν τολμούσε να κουνήσει ούτε βλέφαρο. «Σαράντη μου, γάτος είναι, όχι νάρκη!» του είπα διασκεδάζοντας αφάνταστα με την αμηχανία του.

    Κάθισα δίπλα του και χάιδεψα την κεφάλα του Jonesy που τρίφτηκε πάνω στο χέρι μου. «Χάιδεψέ τον κι εσύ!» του είπα. «Στο κεφάλι!»

    Ο Σαράντης κατέβασε αβέβαια το χέρι του προς το Jonesy που τέντωσε το κεφάλι του μπροστά, και τον έτριψε στην κορυφή του κεφαλιού, ανάμεσα στ’ αφτιά. Τράβηξε ελαφρά το χέρι του, και ο Jonesy του τρίφτηκε, κάνοντάς με να λερώσω τα βρακιά μου.

    «Αν δεν το κατάλαβες σου είπε “keep petting me, peasant”» του εξήγησα κάνοντάς τον να χαχανίσει, χωρίς ωστόσο να σταματήσει να χαϊδεύει τον Jonesy, μέχρι που ο τελευταίος αποφάσισε ότι αρκετά με τα χάδια και τραβήχτηκε. «Άστον, δεν θέλει άλλο χάδι προς το παρόν.»

    «Και γιατί κάθεται πάνω μου;» με ρώτησε με απορία.

    «Γιατί αισθάνεται ασφαλής και βολεύτηκε. Οι γάτες έχουν πολλούς τρόπους να σου δείξουν συμπάθεια,» του εξήγησα, «και το να κάθεται πάνω σου είναι ένας από αυτούς.»

    Ναι, ήταν να μην γίνει η αρχή, λίγη ώρα αργότερα ήρθαν στον καναπέ και η Bella με τον Dusty. Ο Dusty κάθισε πάνω μου, αλλά η Bella σκαρφάλωσε πάνω στον Σαράντη και τον μύρισε στο πρόσωπο. Μετά σκαρφαλώνοντας στον ώμο του ανέβηκε στην πλάτη του καναπέ, και μετά κατέβηκε και πάλι στο κάτω μέρος και βολεύτηκε στο κενό μεταξύ μας.

    “Them da boss!” μου είπε ο Σαράντης κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.
     
    Last edited: 17 Μαϊου 2026 at 16:09