Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μια Ζωή την έχουμε

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 10 Απριλίου 2026.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    11. Του άντρα του πολλά βαρύ

    Το γαλλικό μπιλιάρδο, το γνήσιο, το hardcore, το σκληροκαργιόλικο, είναι πιο περίπλοκο από το «έχω μία άσπρη, μία κόκκινη και μία κίτρινη και η άσπρη πρέπει να βρει και τις δύο,» καθώς έχει σημασία και ο αριθμός από τις απαιτούμενες σπόντες (συνήθως τρεις) αλλά και με ποια σειρά η άσπρη μπάλα πρέπει να χτυπήσει τις υπόλοιπες.

    «Δίσποντο, τρίσποντο ή απλό;» με ρώτησε ο Σαράντης και ήμουν εγώ αυτή τη φορά που τον κοίταξα προσβεβλημένη.

    «Τρίσποντο και κίτρινη πρώτα!» του απάντησα σοβαρή-σοβαρή και χαχάνισε.

    «Σκληρή, μ’ αρέσεις!» μου δήλωσε. «Strict order ή free table?»

    «Εντάξει, δεν είμαι ΤΟΣΟ hardcore!» του απάντησα χαχανίζοντας.

    «Η κοτούλα κο-κο-κο» μου έκανε τραγουδιστά, πληρώνοντάς με μέ το ίδιο νόμισμα για νωρίτερα.

    “Your funeral!” του απάντησα προκλητικά και έτσι πάρθηκε η τελική απόφαση: strict order και όποιος ζήσει έζησε. «Στα είκοσι; Στα τριάντα;» ρώτησα με τη σειρά μου.

    «Ό,τι θες!» μου απάντησε. «Ή μπορούμε απλά να παίξουμε μια ώρα και όποιος κάνει τους περισσότερους! Γιατί καλό το strict table αλλά είναι ζόρικο, μη μας πιάσει η νύχτα!»

    Για όποιον δεν ξέρει strict table σημαίνει ότι πρώτα πρέπει να βρεις την κίτρινη μπάλα και μετά ξεκινάνε να μετράνε οι σπόντες, οπότε η πρότασή του ήταν λογική και έτσι συμφωνήσαμε ότι θα πάμε με την ώρα και το μόνο που έμεινε ήταν ποιος θα σπάσει πρώτος. Πέτρα-ψαλίδι-χαρτί, και αυτή τη φορά κέρδισα εγώ!

    Τελικά χρειάστηκε να περιμένουμε ακόμα είκοσι λεπτά μέχρι να αδειάσει το τραπέζι, και περάσαμε την ώρα μας με χαζοκουβέντες και πείραγμα. Όταν ήρθε η σειρά μας διάλεξα τη στέκα μου και έτριψα τη μύτη στο τεμπεσίρι ενώ ο Σαράντης έστησε τις μπάλες.

    Πρώτη καραμπόλα δική μου, και μπράβο μου, αλλά στη δεύτερη έβαλα λιγότερη δύναμη απ’ όση χρειαζόταν με αποτέλεσμα η άσπρη να μην καταφέρει να φτάσει την κόκκινη. Κάθισα στην άκρη και πήρε σειρά ο Σαράντης, έτριψε την στέκα του και ξεκίνησε με αυτοπεποίθηση.

    Τρεις καραμπόλες σερί.

    Ναι… θα ήταν πολύ πιο ζόρικο να τον κερδίσω απ’ όσο πίστευα, και όχι τίποτε άλλο αλλά του πούλαγα και πνεύμα. Ε ρε δούλεμα που έχει να πέσει αν συνεχίσουμε έτσι, τη βλέπω τη φτιάξη…

    Για κάμποσους γύρους ούτε εγώ ούτε εκείνος καταφέραμε να κάνουμε κάποια καραμπόλα και ακόμα χειρότερα κάποια στιγμή αργότερα ο Σαράντης και έκανε άλλες δύο σερί. Δεν είχαν περάσει καλά-καλά δέκα λεπτά και το σκορ ήταν 5-2 υπέρ του.

    «Εγώ θα σ’ αγαπώ και μη σε νοιάζει!» μου είπε τραγουδιστά όταν πάλι δεν κατάφερα να πάρω πόντο και έφαγε ένα raspberry στα μούτρα όλο δικό του!

    (Και αν μη τι άλλο τα καμώματά μου προκάλεσαν γέλιο σε μια παρέα που μας έβλεπαν)

    Στα επόμενα λεπτά ο Σαράντης κατάφερε να κάνει μόλις μια καραμπόλα κατάφερα να κάνω τρεις αναπάντητες, μειώνοντας σε 6-5.

    “Του-ρου. Του-ρου. Τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν τουν-τουν του-ρου-ρου του-ρου-ρου ρου-ρου” του τραγούδησα το main theme από το Jaws κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.

    Ναι, έκανε με τη σειρά του τρεις αναπάντητες, ξεφεύγοντας πάλι σε 9-5, και το έριξε κι εκείνος με τη σειρά του στο τραγούδι. “I’m so excited and I just can’t hide it, and I know, I know, I know, I know, I know I want you!”

    Για να μη τα πολυλογώ, σύντροφοι, ήτο διασυρμός. Η ώρα τέλειωσε και βρήκε τον Σαράντη με 32 πόντους και εμένα με μόλις 19. Και φυσικά το έριξε στο δούλεμα για την απειλή μου πως θα τον κάνω άντρα στο μπιλιάρδο, και φυσικά το έκανε επικό.

    «Επιστρέφω αμέσως!» μου είπε και πήγε και είπε κάτι στον υπάλληλο, και ο υπάλληλος γέλασε, και έγνεψε καταφατικά, και μετά ο Σαράντης επέστρεψε με αυτάρεσκο χαμόγελο.

    Oh Gods!

    «Αβάντι μαέστρο!» είπε κάνοντας νόημα στον υπάλληλο και μετά γύρισε σ’ εμένα. «Εξαιρετικά αφιερωμένο, σουσουραδίτσα!» μου έκανε, και στιγμές αργότερα άρχισε η καντάδα από τα ηχεία.

    Του άντρα του πολλά βαρύ
    Μη του μιλάτε το πρωί
    Μη του μιλάτε το πρωί
    Του άντρα του πολλά βαρύ.

    Εντάξει, είναι ένας μικρός Θεούλης, έβαλα τα κλάματα από το γέλιο και ας ήμουν εγώ η αποδέκτρια της καζούρας.

    “Who da boss?” με ρώτησε όταν τέλειωσε η αφιέρωση.

    “You da boss!” του απάντησα. «Αλλά θα σου δείξω εγώ, θα δεις τι θα πάθεις!» συνέχισα σε στυλ Χλαπάτσα.

    «Μῆνιν ἄειδε, θεά, Γιωργηΐάδεω Ζωῆς οὐλομένην, ἣ Σαράντῃσι γένετο κήδε᾽ ἀέθλων,» μου απάγγειλε με στόμφο, και πάρ’ τη ξανά κάτω τη δικιά σου.

    «Ήτο επικός διασυρμός,» παραδέχτηκα με βαριά καρδιά—λέμε τώρα!

    «Σαν τον μεσημεριανό στο μπάνιο ένα πράμα!» μου είπε γελώντας πονηρά και προς στιγμή σκάλωσα.

    «Μιλάς με γρίφους γέροντα!»

    «Εννοώ… το έπος σε… fast forward!» μου εξήγησε τρολλάροντας τον εαυτό του, ο γλυκούλης μου, και μπορεί να μου πήρε μερικές στιγμές, αλλά το έπιασα το υπονοούμενο και έβαλα τα γέλια έστω και καθυστερημένα.

    «Κερνάω μαργαρίτα!» του είπα αλλάζοντας θέμα. «Ψήνεσαι;»

    Ψηνόταν, και πέντε λεπτά αργότερα ήμασταν ήδη στο Sports Bar όπου είχα έρθει την προηγούμενη Κυριακή με την Ελένη για μεξικάνικο, λίγο πριν το πρώτο μου ραντεβού με τον Σαράντη.

    Μια εβδομάδα.

    Μόνο μια εβδομάδα, και είχε καταφέρει να με κάνει να δαγκώσω τη λαμαρίνα τόσο δυνατά που κροτάλισαν τα δόντια μου. Δεν ήταν απλό crush· είχα αρχίσει να τον ερωτεύομαι κανονικά και με το νόμο.

    Και πώς να μην τον ερωτευτώ; Είχε όλα όσα ζητούσα σε έναν άντρα και ακόμα παραπάνω. Από πού να το πιάσω και πού να το αφήσω;

    Το ότι με έκανε να γελάω, που για μένα είναι σχεδόν το απόλυτο αφροδισιακό;

    Το ότι ούτε στιγμή δεν με έκανε να νιώσω πως με βλέπει αφ’ υψηλού, παρόλο το εμφανές χάσμα που μας χώριζε σε παιδεία, παραστάσεις και γενική κουλτούρα;

    Το ότι ήταν ανταγωνιστικός μόνο μέσα στα πλαίσια του καλοπροαίρετου χαβαλέ;

    Το ότι όχι μόνο ήταν άνετος με το «πλούσιο» ερωτικό μου παρελθόν, αλλά έφτανε να το θαυμάζει με ατάκες τύπου “THIS IS EPIC ON SO MANY LEVELS”;

    Έδειχνε ότι με γούσταρε όπως είμαι—γι’ αυτό που είμαι—με όλα όσα έχω ζήσει, με όλα όσα με έχουν κάνει τη Ζωή που είμαι σήμερα.

    Κι εγώ είμαι από τους ανθρώπους που ανοίγονται πλήρως μόνο όταν νιώσουν ότι μπορούν να ανοιχτούν, και που κλείνονται σαν στρείδι όταν δεν αισθάνονται ασφαλείς. Και ναι, υπήρχαν πράγματα που δεν του είχα πει ακόμα: τι είδους σχέση είχα με τον Φώτη, την «ιστορία της Ζ», την πολύπλοκη ιστορία με τον Μάριο, τους πέντε διαφορετικούς εραστές σε δέκα βράδια στην Πάρο, και άλλες τρέλες που δεν είναι της παρούσης.

    Αλλά ακόμα κι έτσι, ένιωθα ότι θα μπορούσα να του πω τα πάντα. Ένιωθα ασφαλής.

    Και φυσικά το γεγονός ότι είχε ήδη παιδί και δεν είχε απαίτηση από εμένα να κάνω τη μαμά του. «Θα τη βρούμε την άκρη μας,» μου είπε καθησυχαστικά, και σταμάτησε το spiraling που παραλίγο να ξεκινήσω.

    «Πού ταξιδεύεις;» με ρώτησε βγάζοντάς με από τις σκέψεις μου.

    «Σκεφτόμουν ότι την προηγούμενη εβδομάδα, τέτοια ώρα περίπου, ήμουν εδώ με την Ελένη για να φάμε και… να συζητήσουμε για το ραντεβού που είχα αργότερα μαζί σου,» του απάντησα με ειλικρίνεια.

    Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω καθώς εκείνη την ώρα ήρθε ο σερβιτόρος για να πάρει την παραγγελία. Αν και κανείς από τους δυο μας δεν πεινούσε, τελικά πήραμε και μια μερίδα chicken nachos για να μην πιούμε τις μαργαρίτες μας ξεροσφύρι.

    «Φράουλα ή λεμόνι;» τον ρώτησα.

    «Φράουλα για… την κουλτούρα,» μου απάντησε κλείνοντας μου πονηρά το μάτι.

    «Άσχετο,» του είπα ξαφνικά, ως κλασσική—ό,τι θυμάμαι χαίρομαι—Ζωή. «Μαλακία που δε σκεφτήκαμε να φέρεις μαζί το κράνος σου!»

    «Ήθελες να με πας βόλτα με τη μηχανή;» με ρώτησε χαμογελαστός.

    «Όχι… ήθελα εσύ να με πας βόλτα με τη μηχανή!» του είπα, και σας το ορκίζομαι, ήταν ο Σαράντης που παραλίγο να χυθεί στην καρέκλα.

    «Εμείς να είμαστε καλά,» μου είπε χαϊδεύοντάς μου τρυφερά το χέρι και συμπλήρωσε «αν και είμαι λίγο σκουριασμένος.»

    «Ε, καλά, θα ξεκινούσαμε σιγά-σιγά, δε θα σ’ έριχνα με τη μία στα σκληρά, και μη μου Ιπποκλειδιάσεις πάλι!!!» του είπα κάνοντάς του ένα εμφατικό ping στη μύτη. «Εδώ me da boss!»

    “Si, padrone,” μου απάντησε χαχανίζοντας.

    «Α, Σαράντη, η μαργαρίτα στο συγκεκριμένο μαγαζί φέρνει περισσότερο σε λιωμένη γρανίτα παρά σε κλασσικό ποτό και την πίνεις με καλαμάκι.»

    “Ok…” μου είπε χωρίς να καταλαβαίνει που το πάω.

    «Στο λέω για να μην πιείς αμέσως τη γουλιά, άστη λίγο στο στόμα σου να ζεσταθεί για ν’ αποφύγεις το brain freeze, και πίστεψέ με δεν έχει καθόλου πλάκα!»

    «Το έχω ακούσει αυτό αλλά δεν έχω πάθει ποτέ!» μου είπε σκεπτικός.

    «Ναι, θα σε συμβούλευα να μη μάθεις, δεν έχει καθόλου πλάκα!» του είπα στενάζοντας και ενθυμούμενη την κασκαρίκα μου την προηγούμενη Κυριακή.

    «Οκ, σ’ ευχαριστώ για την προειδοποίηση… αν και ομολογώ ότι τώρα με τρώει ελαφρά το κωλαράκι μου!»

    «Ναι… θα σε συμβούλευα να μην το ξύσεις!»

    «Εντάξει, θα είμαι προσεκτικός,» μου απάντησε χαϊδεύοντάς με τρυφερά στο χέρι. Και εκεί έλαμψε το πρόσωπό του καθώς του ήρθε ξαφνική ιδέα. «Το ξέρεις το παιχνίδι “never have I ever”; Στα ελληνικά νομίζω λέγεται “Ποτέ μα ποτέ”.»

    «Αμέ!» του έκανα. «Αν και απ’ όσο ξέρω παίζεται με σφηνάκια!»

    «Ε, εντάξει, εδώ απλά θα πίνουμε μια γουλιά από τη μαργαρίτα!»

    «Μέσα!» του απάντησα χαμογελώντας.

    Όταν μας έφεραν την κανάτα με τη μαργαρίτα ο Σαράντης σέρβιρε και τους δυο μας και αφού τσουγκρίσαμε ήπιαμε την πρώτη μας γουλιά.

    (Και ναι—άλλο ένα θετικό υπέρ του: δεν είναι ξεροκέφαλος. Άκουσε τη συμβουλή μου και ήπιε προσεκτικά.)

    Πέτρα-ψαλίδι-χαρτί και μιας και έχασα ξεκίνησα εγώ πρώτη, με κάτι σχετικά ελαφρύ.

    «Ποτέ μα ποτέ…» (ήχος drum roll που έκανε τον Σαράντη να γελάσει) «δεν έχω καπνίσει μπάφο!» του είπα και τράβηξα μια ρουφηξιά.

    “Cheers!” μου έκανε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι και τράβηξε και εκείνος μία ρουφηξιά. «Λοιπόν…» ξεκίνησε, «ποτέ μα ποτέ…» (δραματική παύση) «δεν έχω πιεί τόσο πολύ που να μην ξέρω τι μου γίνεται.»

    «Να τα και τα πιπεράτα!» του είπα γελώντας, ενώ εγώ δεν ήπια. Μπορεί να έχω κάνει διάφορα στη ζωή μου αλλά ποτέ δεν έχω γίνει τόσο ντίρλα. “Story time!” του έκανα με ενθουσιασμό.

    «Ό,τι θέλει το κορίτσι μου!» μου απάντησε χαμογελαστός. «Είμαι στην Αγγλία, λίγο μετά το master, και είμαστε μαζεμένοι με κάποιους φίλους και τα πίνουμε για να ξεσκάσουμε από το άγχος των εξετάσεων και έχω γίνει κάλτσα,» ξεκίνησε να διηγείται.

    «Καλά πήγε αυτό, φαντάζομαι!» του έκανα χαχανίζοντας.

    «Δε φαντάζεσαι!» μου απάντησε χαχανίζοντας. «Λοιπόν, σε κάποια φάση έχω θολώσει τελείως και σηκώνομαι και φεύγω για να πάω σπίτι μου να ξεραθώ. Στην Αγγλία είχα μηχανή αλλά δεν ήμουν σε θέση να οδηγήσω, οπότε πήρα ταξί.»

    «Οκ…?» τον ρώτησα διστακτικά, γιατί τύφλα ή όχι, δεν είχε κάνει κάποια χαζομάρα.

    «Σε μια φάση με χτυπάει το τηλέφωνό μου, είναι ένας Κύπριος συμφοιτητής, ο Μιχάλης. “Πού είσαι ρε μαλάκα;” Του απαντάω ότι τα έχω πιεί και γυρίζω σπίτι. Με ρωτάει “Ρε μαλάκα, πόσο έχεις πιεί;” και του απαντάω ότι δεν το έχω χάσει και τελείως, και γι’ αυτό πήρα ταξί για να γυρίσω.»

    Σταμάτησε και με κοίταξε προσπαθώντας να μη γελάσει, αν και μεταξύ μας δεν είχα καταλάβει το γιατί.

    «ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΣΠΙΤΙ ΣΟΥ ΜΑΖΕΥΤΗΚΑΜΕ, ΠΟΥ ΣΤΟΝ ΠΟΥΤΣΟ ΠΑΣ?»

    Νομίζω ότι πρέπει να ακούστηκα μέχρι την Κηφισιά. Λόγο!

    «Καλά, κι εσύ τι είπες στον ταξιτζή;» τον ρώτησα όταν βρήκα επιτέλους τις ανάσες μου.

    «Ούτε που θυμάμαι!» μου είχε ροχαλίζοντας. «Μαλάκα μου έγινα ανέκδοτο, μέχρι και σε meme το έχω δει!»

    «ΑΞΙΟΣ! ΑΞΙΟΣ!» του έκανα με ενθουσιασμό. “Or as my boyfriend says, THIS IS EPIC ON SO MANY LEVELS!” συνέχισα και βάλαμε και πάλι τα γέλια. «Λοιπόν, σειρά μου τώρα!»

    «Άντε να δούμε!» μου έκανε γελώντας ακόμα.

    «Λοιπόν… ποτέ μα ποτέ…» (δραματική παύση) «δεν έχω κάνει τα γλυκά μάτια για να γλιτώσω πρόστιμο τροχαίας!» συνέχισα και του ξέφυγε ακόμα ένα ροχαλητό.

    Και φυσικά ήμουν η μόνη που ήπιε.

    «Εδώ έχει ψωμί!» μου έκανε χαχανίζοντας. “Do tell!”

    «Λοιπόν… Είμαι που λες με το αυτοκίνητο, είναι αργά το βράδυ και γυρίζω σπίτι από μια έξοδο.»

    «Χμμμ…» μου έκανε συνοφρυωμένος.

    «Όχι, όχι, δεν τα είχα κοπανίσει,» βιάστηκα να τον καθησυχάσω. «Ποτέ δεν πίνω πάνω από ένα-δυο ποτά αν είναι να οδηγήσω.»

    «Για συνέχισε…»

    «Είναι λοιπόν αργά και ας πούμε ότι πέρασα ένα φανάρι με… βαθύ πορτοκαλί… Αυτό που δεν είχα δει ήταν το σταθμευμένο περιπολικό λίγο μετά το φανάρι, που ανάθεμα και αν κατάλαβα τι έκαναν εκεί μέσα στη μαύρη νύχτα, οπότε με τσίμπησε το μακρύ χέρι της δικαιοσύνης…» του είπα χαχανίζοντας και κάνοντας μια σύντομη παύση.

    «Είχα φορέσει ένα αρκετά αποκαλυπτικό φόρεμα εκείνο το βράδυ,» συνέχισα τη διήγηση. «Βλέπω τον τροχαίο να κατεβαίνει, βγάζω σε χρόνο ρεκόρ το σουτιέν μου και το πετάω πίσω από το κάθισμα…»

    «ΦΟΥ ΤΟΥ ΣΟΥ!» μου έκανε γελώντας.

    «Είμαι μια αμαρτωλή!» τον διαβεβαίωσα, κάνοντας τον να γελάσει και πάλι. «Long story short, μέχρι να έρθει ο τροχαίος είχα ανοίξει και το ντεκολτέ—που όπως είπα και από πριν ήδη δεν άφηνε και πολλά περιθώρια στη φαντασία—και όταν ήρθε και κατέβασα το παράθυρο, ξεκίνησε το φάτε μάτια ψάρια…»

    «“Καλησπέρα σας,” του είπα κάνοντας την κουφή τυρόπιτα, και γυρνώντας προς το μέρος του, τάχα μου φυσιολογικά, χαρίζοντάς του την πλήρη θέα του μπούστου.»

    Χαχάνισα.

    «Τα μάτια του πήγαν κατευθείαν εκεί… αλλά έκανα φυσικά έκανα την πάπια! “Περάσατε με κόκκινο,” μου είπε. Προφανώς και είχα περάσει με κόκκινο, οπότε δεν το έκανα challenge.»

    «Αλλά;»

    «Το παραδέχθηκα ευθέως, με τη δικαιολογία ότι πίστευα πως θα προλάβω το κίτρινο!»

    «Εχμ, ούτε με το κίτρινο επιτρέπεται να περνάς αν έχεις χρόνο να φρενάρεις με ασφάλεια ή δεν έχεις πολύ κοντά από πίσω σου κάποιον!» μου απάντησε ο Σαράντης.

    «Ναι, το ξέρω, το ίδιο μου είπε και ο τροχαίος!»

    «Και τι του είπες;»

    «Με πολύ αθώα φωνή “Έχετε δίκιο… αλλά… μου ήρθαν απρόοπτα… γυναικολογικά… και δεν είχα μαζί μου… ξέρετε…” συνεχίζοντας να του προσφέρω οφθαλμόλουτρο.»

    «ΦΟΥ ΤΟΥ ΣΟΥ ΔΙΣ!» μου έκανε ξεφυσώντας από τα γέλια.

    «Και εκεί που προσπαθεί να σκεφτεί τι να με κάνει, με το βλέμμα του ακόμα καρφωμένο πάνω στο μπούστο μου, κάνω ότι τον πιάνω στα πράσα: Χαμηλώνω και καλά ασυναίσθητα το βλέμμα μου στο μπούστο μου, και γυρνάω και τον κοιτάω συνοφρυωμένη!»

    «ΒΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ!» μου έκανε συνεχίζοντας να χαχανίζει.

    «Ο φουκαράς πρέπει να άλλαξε μερικά χρώματα,» του είπα βάζοντας κι εγώ τα γέλια με τη σειρά μου, «και τελικά με άφησε με προειδοποίηση να προσέχω!»

    «Είσαι μορφή!» μου έκανε συνεχίζοντας να γελάει.

    «Είμαι και μπράβο μου και σειρά σου!» είπα, κάνοντας προς εμπέδωση και μια χαριτωμένη μουσουνίτσα.

    “Indeed,” μου είπε χαμογελώντας μου και γνέφοντας καταφατικά. «Λοιπόν, ποτέ μα ποτέ… δεν έχω κάνει σεξ στη μηχανή!»

    «Οδηγώντας;» τον ρώτησα με γουρλωμένα μάτια.

    «Όχι βέβαια!» μου απάντησε και τράβηξε μια ρουφηξιά. «Ρε συ nerd είμαι, όχι κασκαντέρ!»

    «Ε τότε…» είπα όλο νόημα, και τράβηξα κι εγώ μια ρουφηξιά.

    «ΑΧΑ!» μου έκανε λες και μ’ έπιασε στα πράσα να κατουράω στο πηγάδι.

    “Show me yours I’ll show you mine!” του είπα πονηρά.

    «Ε, καλά, δεν ήταν ακριβώς σεξ πάνω στη μηχανή…» μου είπε σχεδόν απολογητικά. «Απλά είχε σκύψει στη μηχανή.»

    «Έπος;» τον ρώτησα χαχανίζοντας.

    «Όχι…ή μάλλον όχι όπως το εννοείς!»

    «Αλλά;»

    «Το έπος ήταν μετά που τρέχαμε σαν παλαβοί να βρούμε το χάπι της επόμενης μέρας γιατί είχαμε ατύχημα με το προφυλακτικό!»

    “DUH!” του έκανα έχοντας κι εγώ την ατυχή εμπειρία τέτοιου ατυχήματος. «Το έχω πάθει κι εγώ και μου είχε κάνει την περίοδο σαλάτα για μερικούς μήνες!»

    «Το να μείνεις έγκυος να δεις τι σαλάτα θα σου έκανε την περίοδο!» μου απάντησε deadpan και έβαλα τα γέλια. “Your turn!”

    «Ε, έχω κυλήσει κι εγώ στην αμαρτία με τον ίδιο τρόπο δυο-τρεις-πέντε-δέκα φορές!» του είπα γελώντας. «Χωρίς άλλα ατυχήματα, δόξα τω Θεώ!»

    «Δύο-τρεις-πέντε-δέκα;» μου είπε προσπαθώντας σκληρά να κρατηθεί και να μη γελάσει.

    «Μωρέ στέναξε η πλαγιά της Πεντέλης!» του απάντησα κάνοντάς τον να γελάσει. «Τι να πω, το αγόρι είχε αντοχές, δυο-τρεις φορές που αμαρτάναμε με αυτό τον τρόπο είχε και δεύτερο και τρίτο γύρο!»

    «Βρε λυσσάρηδες γιατί δεν πήγατε σε κανένα ξενοδοχείο ή στα σπίτια σας;» με ρώτησε, ευλόγως.

    «Γιατί σύμφωνα με τον ίδιο η πλαγιά είχε μια βουκολική essence!» του απάντησα μ’ ένα πνιχτό γελάκι.

    «Με ο ή με ω;» με ρώτησε κοιτώντας με πονηρά.

    «Ήταν το ευμέγεθες αγόρι του ταγκό στο Παρίσι,» του εξήγησα, «τα βουκολικά με ω, μόνο με λιπαντικό… και φυσικά τη μία ατυχή φορά στο Παρίσι με το βούτυρο!»

    «Ωραία, από εδώ και πέρα να φροντίσουμε να έχουμε πάντα μαζί μας λιπαντικό!» μου έκανε παίζοντας πονηρά τα φρύδια του.

    “You da boss?” τον ρώτησα μ’ ένα πνιχτό γελάκι.

    “Me da boss!” με διαβεβαίωσε, και ακόμα και στο χαβαλέ μια υγρασία την έπιασε αν μ’ εννοείτε. Και φυσικά σημείωσα νοητικά να έχω πάντα μαζί μου στις εξόδους μου με τον Σαράντη λιπαντικό, γιατί καλό το σάλιο και η υπομονή αλλά είναι και του λόγου του προικισμένος, και τσούζει Θανάση μου!

    «Ωραία, σειρά μου,» του είπα με ακόμα μεγαλύτερο ενθουσιασμό, πολύ μου άρεσε αυτό το παιχνίδι. «Λοιπόν, ποτέ μα ποτέ…δεν έχω τρέξει με τη μηχανή πάνω από 180!»

    «Πιάνει η Vulkan 180;» με ρώτησε με δυσπιστία ενώ εκείνος τράβηξε μια ρουφηξιά.

    «Με είδες να τραβάω ρουφηξιά;»

    «Το κατάπια αμάσητο, ε;» μου είπε γελώντας.

    “I’m pleading the fifth!” του απάντησα γελώντας με τη σειρά μου. «Και τώρα μολόγατα όλα!»

    «Βασικά το μοντέλο που είχα, 1700-άρα του 2009 με τα 197 άλογα, αν και στη θεωρία μπορούσε να τελικιάσει στα 270, είχε ηλεκτρονικό κόφτη στα 220.»

    «Χμμμ…» του είπα κοιτάζοντάς τον καχύποπτα.

    «Δεν τον είχα πειράξει, αν γι’ αυτό με κοιτάς με μισό μάτι, αλλά, ναι, μια φορά την είχα τελικιάσει στην Αθηνών-Κορίνθου μετά τα διόδια.»

    «Κοίτα,» μου εξήγησε, «μηχανές όπως τη V-max δεν τις παίρνεις για την τελική τους, την παίρνεις για την ψυχή τους, είναι cruiser, είναι για ταξίδι, όχι για κόντρες!»

    «Καλά, καλά,» τον έκοψα, «θα σε δείρω σπίτι καθότι πολιτισμένη!»

    «Τι καλή!» μου έκανε ειρωνικά.

    «Μα είδες τι κορίτσι κόσμημα είμαι; Πολυφορεμένο…» του είπα με νόημα και έβαλε τα γέλια «αλλά κόσμημα!»

    «Καλύτερα πολυφορεμένο παρά να βρεθεί καμιά τρελόγρια και να σε πετάξει στη μέση του Ατλαντικού!» μου απάντησε κάνοντάς τον με τη σειρά του να βάλω τα γέλια.

    «Λοιπόν, σειρά μου! Ποτέ μα ποτέ… δεν έχω κάνει μπάνιο… γυμνόστηθος!» μου είπε χαχανίζοντας και τραβώντας μια ρουφηξιά.

    «Ύπουλος κι επιδέξιος,» του έκανα γελώντας και πάλι. «Μ’ αρέσεις!»

    Και φυσικά ήπια μια ρουφηξιά, γιατί ναι, αν βρω ευκαιρία τα πετάω, κλεμμένα τά ‘χω; Βέβαια, να πω την αλήθεια, αυτό όσο ήμουν με το Φώτη είχε κοπεί, γιατί καλός και άγιος αλλά ήταν αρκετά κτητικός. Όχι στο σημείο να μου ψήνει το ψάρι στα χείλη—θα τον είχα στείλει πακέτο στη μάνα του χωρίς πολλά-πολλά—αλλά στα δημόσια ήταν κομμάτι σφιχτοκώλης.

    Ακόμα και στο πάρτι που είχα ντυθεί με το βινύλιο μου είχε ξινίσει. Βασικά πάντα μου ξίνιζε όταν ντυνόμουν προκλητικά αλλά σοφά ποιώντας κρατούσε τη γκρίνια για τον εαυτό του, γιατί bottom-ξε-bottom όταν με ζόριζε τον έπαιρνε ο διάολος και τον σήκωνε.

    «Προς τι η μουτσούνα;» με ρώτησε διαβάζοντας αστραπιαία την έκφρασή μου καθώς έκανα αναδρομή στο παρελθόν.

    «Τίποτα σημαντικό, πλέον,» είπα και έκανα σύντομη παύση. «Να, ο Φώτης ήταν κτητικός—όχι στο βαθμό να μου τα κάνει νταούλια—αλλά δεν του άρεσε να ντύνομαι προκλητικά ή να κάνω ηλιοθεραπεία topless.»

    «Έκανες, όμως, έτσι;»

    «Όχι,» παραδέχτηκα στενάζοντας. «Υποχώρησα σε αυτό, υποχώρησε κι εκείνος στα φορέματα. Ξίνιζε βέβαια καμιά φορά, το καταλάβαινα, αλλά ήξερε που έχω τραβηγμένη τη γραμμή μου και δεν το έκανε θέμα.»

    «Δε σε πείραζε;» επέμεινε ο Σαράντης.

    «Με πείραζε…» επανέλαβα αφηρημένη. «Η ηλιοθεραπεία όχι τόσο, άλλωστε δεν τα πετούσα και όταν υπήρχαν οικογένειες δίπλα, και φυσικά ούτε στον Αγιόκαμπο ή στις πέριξ παραλίες μέχρι και Κόκκινο νερό, μην πέσω σε κανένα γνωστό,» του είπα και ρούφηξα αφηρημένα τη μύτη μου.

    «Καλά, στα μεταφορικά μου παπάκια κιόλας, περισσότερο για τους γονείς μου το έκανα αυτό παρά για κάποιο άλλο λόγο,» του εξήγησα. «Αλλά άμα το κάνεις για τους δικούς σου, το κάνεις και για το φίλο σου.»

    «Ξίνιζε επίσης και για το Instagram,» συνέχισα τη μίνι εξομολόγηση.

    «Δε σταμάτησες όμως, έτσι;»

    «Όχι βέβαια. Βασικά το όλο σκηνικό είχε γίνει στις αρχές και του εξήγησα ορθά-κοφτά πως αν δεν του άρεσε και είχε σκοπό να μου τα κάνει νταούλια, στο καλό και να μας γράφει.»

    “I dodged a bullet here!” μου είπε προσπαθώντας να αλαφρύνει την ατμόσφαιρα.

    «Δεν είναι το ίδιο, Σαράντη,» του έκανα. «Ναι, θα με ζόριζες αν μου έλεγες ότι έχεις πρόβλημα, αλλά δεν είναι ίδιες καταστάσεις. Έχεις ένα άλφα κύκλο, έχεις παιδί ενώ—»

    «Δεν χρειάζεται να μιλάμε επί υποθετικών,» μου είπε κόβοντάς με. «Ούτε το Instagram με ζορίζει, ούτε να τα πετάς στην παραλία με ζορίζει, ούτε να φοράς προκλητικά φορέματα» συνέχισε, παίρνοντας τα χέρια μου στα χέρια του και κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    «Υποθετικά… αν πάμε μια μέρα για μπάνιο και είναι μαζί και η Μελίνα, δε θα σε πειράξει;»

    «Όχι,» μου είπε. «Οκ, θα με ζόριζε να σε αντιγράψει στην ηλικία της εφηβείας…» μου είπε και μου ξέφυγε άθελα μου ένα χαχανητό, «αλλά όπως της θα της μάθω να μην κρίνει άλλες γυναίκες που κάνουν γυμνό-στηθες ηλιοθεραπεία, το ίδιο θα κάνω και για τη φίλη του μπαμπά.»

    «Καλά όχι ότι ανεβάζω και τίποτα πολύ προκλητικό στο Insta…» ξεκίνησα να λέω και με διέκοψε απότομα.

    «Θερμά σε παρακαλώ, μη με κάνεις να επαναλαμβάνομαι,» μου είπε σε τόνο που έδειχνε εκνευρισμό κάνοντάς με να στραβοκαταπιώ. «Είναι το ίρτζι μου,» συνέχισε. «Με κουράζει αφάνταστα, και μ’ εκνευρίζει άλλο τόσο.»

    “Ok, ok,” του είπα κατευναστικά. “You’ve made your point.”

    «Χαίρομαι,» μου απάντησε σε τόνο που έλεγε ξεκάθαρα αυτή η κουβέντα λήγει εδώ.

    Έπαιξα νευρικά με το καλαμάκι μου. «Να σε ρωτήσω κάτι, υποθετικά;» τον ρώτησα διστακτικά.

    Έγειρε μπροστά, ακουμπώντας τους αγκώνες του στο τραπέζι. «Ρώτα με… υποθετικά.»

    «Αν… λέω αν… συμβεί κάτι και αυτό αλλάξει, θέλω να μου το πεις,» του είπα χαμηλώνοντας προς στιγμή τα μάτια μου.

    «Αυτό δεν ήταν ερώτηση.»

    «Όχι, δεν ήταν,» παραδέχτηκα με τα μάτια μου να παραμένουν στο τραπέζι. «Απλά…» ξεκίνησα να του λέω υψώνοντας και πάλι το βλέμμα μου… και σταμάτησα χάνοντας τον ειρμό των σκέψεων μου.

    «Άκου, Ζωή,» μου είπε σοβαρά κόβοντάς με. «Ήσουν διάφανη και απόλυτα ξεκάθαρη στο τι είσαι και τι θέλεις, τουλάχιστον στα πολύ βασικά. Τα no-go σου, τουλάχιστον όπως τα έχω καταλάβει είναι: δε θέλεις να κάνεις παιδί, δε θέλεις να γίνεις θετή-μαμά και οι γάτες σου είναι αδιαπραγμάτευτες.»

    Σταμάτησε για μια στιγμή και τον πρόλαβα πριν συνεχίσει.

    «Σαράντη… αυτό που προσπάθησα να σου πω την πρώτη φορά, και με έκοψες με το “θα τη βρούμε την άκρη μας”, είναι ότι δεν θέλω να γίνω full‑time μαμά. Θετή ή όχι.»

    Έπαιξα νευρικά με μια τούφα μαλλιών, ψάχνοντας τις λέξεις.

    «Δεν… δεν είναι ότι δεν θέλω να τη γνωρίσω. Ή ότι δεν θέλω να είμαι μέρος της ζωής σου.»

    Πήρα μια πιο βαθιά ανάσα και συνέχισα. «Αν όλα πάνε καλά… θα γίνουμε κομμάτι της ζωής ο ένας του άλλου. Όπως αποδέχεσαι εσύ ότι η δική μου ζωή περιλαμβάνει τις γάτες μου, έτσι—και ακόμα περισσότερο—αποδέχομαι ότι η δική σου περιλαμβάνει την κόρη σου.»

    Σήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα κατευθείαν στα μάτια. «Οπότε ναι. Και να τη γνωρίσω θέλω. Και Σαββατοκύριακα μαζί της να περάσουμε θέλω. Και διακοπές να πάμε μαζί θέλω.»

    Ένιωσα τον λαιμό μου να σφίγγεται ελαφρά. «Το μόνο που ζητάω… είναι… όταν νιώσεις έτοιμος να με ρωτήσεις αν είμαι κι εγώ έτοιμη.»

    Του χαμογέλασα. «Και θα τη βρούμε την άκρη μας!»

    «Θα τη βρούμε, σουσουραδίτσα!» μου απάντησε καταφατικά και με τράβηξε ξανά προς το μέρος του και μου έδωσε ένα τρυφερό σύντομο φιλί στη χείλη.

    Συνεχίσαμε για λίγη ώρα να πίνουμε τις μαργαρίτες μας χωρίς να μιλάμε, και παρόλο που η σιωπή δεν ήταν άβολη, ήθελα η ατμόσφαιρα να ελαφρύνει με… πονηρό τρόπο.

    «Λοιπόν, σειρά μου!» του είπα. «Ποτέ μα ποτέ… δεν έχω ή δε μ’ έχουν τραβήξει αισθησιακή φωτογραφία!»

    Χαχάνισε αλλά ομολογώ πως δεν περίμενα να με συνοδεύσει στο ρούφηγμα μαργαρίτας.

    «ΑΧΑ!» του έκανα.

    «Και έχω κάνει και γυμνό… και εννοώ να με ζωγραφίσουν,» μου είπε στέλνοντάς με για τσάι, αυτό και αν δεν το περίμενα.

    “That I want to hear!” του δήλωσα χωρίς περιστροφές. “And see…” συνέχισα χαμογελώντας με νόημα.

    «Όπως λέει κάποια γνωστή μου απ’ το χωριό, “Show me yours I’ll show you mine!”» μου έκανε παίζοντάς μου τα φρύδια του με νόημα.

    «Κακές παρέες!» του είπα χαχανίζοντας.

    «Οι χειρότερες!» με διαβεβαίωσε.

    «Όταν επιστρέψουμε σπίτι μου!»

    “It’s a date!” μου απάντησε κλείνοντάς μου παιχνιδιάρικα το μάτι.