Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

The Honey Badger

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 26 Ιουλίου 2026.

  1. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    14. Disclosures

    Καθίσαμε να πιούμε τον καφέ μας, και εκείνη τη στιγμή άρχισαν τα πρωϊνά καραγκιοζιλίκια στην ομαδική

    Jo: Καλημέρα λαχταρομούνιδες
    Alexia: Καλημέρα πεοκαβαλάριδες
    Vicky: Καλημέρα μουνίκακες
    Stelios: Καλημέρα μουνοκαβαλάρισσες
    Εντάξει, ένας σας λέω, τη Μελίτη την έπιασε βήχας από το γέλιο, όχι ότι εγώ πήγα πίσω, παρόλο που τόσα χρόνια έχω διαβάσει ΤΙΣ φρικαλεότητες.

    «Σειρά μας,» της απάντησα και η Μελίτη έδωσε το έναυσμα για να αρχίσει το δούλεμα.

    Melite: Καλημέρα μουνοκαρτέρηδες.
    Jo: Καλώς το κορίτσι!
    Vicky: Καλώς την. Που είναι ο @michael; Ζει ή τον έχεις φυτέψει σε καμιά γλάστρα; Γιατί δε μπορεί, όλο και κάποια μαλακία θα έκανε!
    Alexia: Πώς μιλάτε έτσι για τον ξάδερφό μου; Ξαδερφούλη μου μην την ακούς την κάρχια @Vicky που δείχνει δισταγμό, είμαι σίγουρη ότι έχεις κάνει μαλακία!
    Jo: Τρία LOL και δύο OMG!
    Melite: Ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει! Δίπλα μου είναι και προσπαθεί να βρει το κουράγιο να απαντήσει.
    Stelios: Εντάξει, τώρα εξηγούνται όλα @Melite.
    Melite: Μιλάς με γρίφους, γέροντα!
    Stelios: Στο τι του βρήκες! Η γριά ΚΟΤΑΡΑ έχει το ζουμί!
    Michael: Καλημέρα αιδιολάγνοι
    Jo: @Melite: Κατά φωνή… μιας και έλεγες για μουνοκαρτέρηδες.
    Vicky: Μπρατσωμένος καργιόλης!
    Stelios: Ούτε καν γαμιόλης, lol!
    Alexia: LOL!!
    Michael: Κι εγώ σας αγαπάω αλλά δεν το κάνω θέμα!
    Melite: Μην τον δέρνετε πολύ σήμερα που γύρισε πρώτη μέρα γραφείο.
    Jo: Στη σχολή είστε;
    Melite: Ναι! Εγώ γράφω σήμερα και ο Μιχάλης έχει ντυθεί γαμπρός!
    Jo: LOL! Πολυζωγόπουλος ε;
    Melite: Τον ξέρεις;;;
    Jo: Αρχιτεκτονική έχω τελειώσει όχι μηχανολόγος-μηχανικός! Φυσικά και τον ξέρω. Ακόμα τσούζει ο κώλος μου!
    Alexia: @Melite Break a leg! @Jo Ώστε έτσι μωρή; Από μπρος παρθένα και από πίσω καράβια που κουβαλάνε τραίνα;
    Jo: @alexia Takes an anal slut to know another!
    Michael: ΓΙΑ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ!
    Vicky: ROTFL! @Melite καλή επιτυχία γκαβλιάρα!
    Stelios: @Melite Καλή επιτυχία κορίτσαρε. @Jo/@alexia Κανένα βίντεο υπάρχει; Για την κουλτούρα ρωτάω.
    Melite: XAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXAXA
    Jo: Μωρή @Vicky εσύ δε λες κάτι;
    Vicky: Αμέ! 1080p και πάνω!​

    Yup, that’s my best friends and my girlfriend for you guys…

    Στις έντεκα παρά, φίλησα τρυφερά την Μελίτη και της ευχήθηκα καλή επιτυχία.

    «Θα σκίσεις!» της είπα με σιγουριά που ΔΕΝ ήταν θεατρική.

    «Έτσι και μας βάλει τίποτα περίεργα θα του κάνω κατ’ ίδια επίδειξη: Βατραχοπέδιλα από τσιμέντο και μπάνιο στο λιμάνι!»

    «Μαφιόζικα πράγματα!» της είπα βάζοντας τα γέλια.

    «Και εντός θέματος, ε;» μου είπε χαχανίζοντας. «Λοιπόν, πάω! Κι εσύ power έτσι;»

    «Ναι μωρό μου,» της είπα τρυφερά. «Λοιπόν, όταν τελειώσεις έλα να με βρεις στο γραφείο μου,» της είπα και της εξήγησα που θα με βρει.

    «Να έρθω… αδιάβαστη;» μου πέταξε τη σπόντα κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι, και φυσικά βραχυκύκλωσα.

    «Εεεε…εεεε…»

    «Αν σου σφυρίξω μερικές νότες θα το θυμηθείς;» συνέχισε απτόητη το δούλεμα.

    «Λοιπόν πάω. Αν πέσεις σε boot loop βάλε μπατονέτα στη μύτη να κάνεις hard reset!”

    «Καλή επιτυχία!» ήταν το μόνο που βρήκα να πω, είχα στουκάρει τελείως λέμε.

    “Count on it, Romeo!” μου είπε και κίνησε για το αμφιθέατρο.

    Εγώ και τα Windows 11… μου πήρε λίγη ώρα να καταφέρω να κάνω reboot και ευτυχώς δε χρειάστηκε hard reset. Με το κράνος στο ένα χέρι και το χαρτοφύλακα στο άλλο, χρειάστηκε να αυτοσχεδιάσω για να μπορέσω να πάρω τον καφέ μου και το μπουκάλι με το νερό—ήτοι το έχωσα unceremoniously μέσα στο κράνος.

    Πέρασα πρώτα από το γραφείο για να αφήσω τον καφέ και το κράνος και μετά πήγα στο γραφείο του Πολυζωγόπουλου. Η πόρτα ήταν κλειστή, οπότε τη χτύπησα διακριτικά.

    «Μέσα είμαι, περάστε!» άκουσα τη φωνή του.

    Πήρα βαθιά ανάσα, άνοιξα την πόρτα και πέρασα μέσα. Μάλλον δεν με περίμενε γιατί ξαφνιάστηκε που με είδε, δεν του είχα πει ότι θα έρθω, άλλωστε τυπικά είχα δέκα μέρες ακόμα. Δεν του πήρε παρά μερικές στιγμές ώστε το ξάφνιασμα να γίνει ζεστό χαμόγελο.

    Κλασσικά εικονογραφημένα, φορούσε γκρι κουστούμι—τουλάχιστον ήταν καλοκαιρινό—με ανοιχτό γαλάζιο πουκάμισο και σκούρα μπλε γραβάτα. Στο γραφείο του επικρατούσε όπως πάντα ένα μικρό χάος—αν δεν ταιριάζαμε, δε θα συμπεθεριάζαμε!

    «Καλώς τον!» μου είπε και δεν του διέφυγε η σημασία που με είδε με κουστούμι. «Να υποθέσω γύρισες για τα καλά;»

    «Να υποθέσεις!» του είπα χαμογελώντας μέχρι τ’ αφτιά.

    (Είχε δει και είχε πάθει ο άνθρωπος να μου κόψει τον πληθυντικό και να τον λέω με το όνομά του. Τεράστιος επιστήμονας, με αμέτρητες δημοσιεύσεις, σταθερά στο τοπ 10 του κλάδου μας παγκοσμίως, ε, στην αρχή μου είχε έρθει κάπως!)

    «Τελείωσα την απόδειξη του λήμματος!» του είπα θριαμβευτικά. «Μου βγήκε η ψυχή, αλλά κατάφερα να δείξω πως δεν υπάρχουν εξαιρέσεις! Υπό την προϋπόθεση ότι ισχύουν και οι τρεις συνοριακές συνθήκες, η εκθετική ευστάθεια διατηρείται κατά μέση τετραγωνική τιμή,» συμπλήρωσα και άνοιξα το χαρτοφύλακά μου και του έδωσα τις καθαρογραμμένες σημειώσεις μου.

    «Το πέρασα και από Fable και από ChatGPT, δεν βρήκαν κάποιο λογικό σφάλμα. Το Gemini από την άλλη θεώρησε την γραμματική μου προσβλητική!» συμπλήρωσα κάνοντάς τον να γελάσει.

    “Show me!” μου είπε απλά. Έβγαλα το σακάκι, ξέσφιξα ελαφρά τη γραβάτα και αν και λατρεύω τον μαυροπίνακα, άρχισα να γράφω στον ηλεκτρονικό, που στα βγάζει και σε PDF!

    «Κατάφεραν τα LLMs να ακολουθήσουν το συλλογισμό σου;» με ρώτησε με γνήσια απορία ο Δημήτρης.

    «Έτσι ισχυρίζονται, γι’ αυτό προφανώς θέλω να το δεις κι εσύ.»

    «Εννοείται!» μου απάντησε. «Αλλά θα χρειαστώ χρόνο, και πιθανότατα βοήθεια από κάποιον της Εφαρμοσμένων. Από ένα σημείο και μετά, τα μαθηματικά σου ξεπερνούν τις δυνατότητές μου να τα παρακολουθήσω,» συμπλήρωσε κάνοντάς με να κοκκινήσω.

    «Υπερβάλλεις!» δοκίμασα να αντισταθώ.

    «Δεν υπερβάλλω Μιχάλη, και το ξέρεις,» μου είπε τερματίζοντας την εν λόγω συζήτηση.

    Και μετά το έριξε στο χαβαλέ. «Και ποιος ξέρει; Σε τριάντα χρόνια μπορεί να σε καταριούνται οι φοιτητές για το Λήμμα Αγραφιώτη ή για τα Στοιχεία Αγραφιώτη.»

    «Yeah, well... Αν είναι να φας μπινελίκια, τουλάχιστον να τα φας ως θρύλος!» του απάντησα συνεχίζοντας το χαβαλέ.

    “Attaboy!”

    Κάθισα για λίγη ώρα ακόμα ώστε να του δείξω επί τροχάδην και την υπόλοιπη πρόοδο που είχα κάνει, γιατί δεν ήταν μόνο το λήμμα, και φυσικά του έδωσα και το USB stick με τα αρχεία του SPSS για να κάνει και αυτός τις επαληθεύσεις και με δικά του σετ δεδομένων.

    Και φυσικά, πέρα από το διδακτορικό, είχα και το ΕΣΠΑ, 700 ευρώ το μήνα ήταν αυτά, γιατί εντάξει, οι γονείς μου πλήρωναν το νοίκι μου—και καμιά φορά τσόνταραν και τα αδέρφια μου, δεν είμαστε τίποτα λεφτάδες, έτσι;—και δεν ήταν και μικρό, ειδικά όπως είχαν πάει τα νοίκια στο Θεό.

    Το ευτύχημα ήταν ότι το διαμέρισμα το είχε ένας κοντοχωριανός, και εγώ τουλάχιστον πλήρωνα σημαντικά λιγότερα απ’ ό,τι άλλοι φοιτητές, αλλά 500 ευρώ είναι 500 ευρώ, έτσι; Και χθες είχα δώσει 450 που δεν μου περισσεύουν για κράνος, και άλλο ένα πενηντάρικο για τη γραβάτα.

    Λίγο πριν ωστόσο γυρίσω στο γραφείο είχαμε ένα τελείως unexpected turn of events. Δηλαδή όχι τελείως unexpected, απλά δεν το είχα ως κάτι που θα απασχολούσε άμεσα την οπτική μου.

    «Πριν φύγεις δες αυτό!» μου είπε και μου έδωσε μια κόλλα. Δηλαδή δύο κόλλες, η μία μέσα την άλλη.

    «Τι είναι αυτό;» τον ρώτησα.

    «Γραπτό που διόρθωσα!» μου απάντησε.

    «Ξεκίνησες να διορθώνεις κιόλας γραπτά;» τον ρώτησα με απορία, συνήθως του έπαιρνε καιρό.

    «Τα δικά σου τα ξεχνάς; Τα γραπτά των φοιτητών που ξεχωρίζουν τα βλέπω αμέσως!»

    Μόνο τότε ξεκίνησα να δίνω προσοχή στο γραπτό. Πυκνογραμμένο, με εξαιρετική καλλιγραφία και ακόμα πιο εξαιρετικά σχήματα. Και εκεί άρχισαν να βαράνε μέσα μου κουδούνια, τα είχα ξαναδεί αυτά τα γράμματα!

    Πήγα στο πρώτη σελίδα και η καρδιά μου άρχισε headbanging να πούμε: “Μελίτη Λ. Κοσμετάτου”

    «Δες την τελευταία άσκηση στα Timoshenko!» μου είπε και ξεροκατάπια γιατί είχα πολύ καλή ιδέα τι θα έβλεπα, ήταν η άσκηση της οποίας είχα επιβεβαιώσει τη λύση. «Η άσκηση ήταν bonus γιατί δεν ήμουν σίγουρος ότι θα τη λύσει κανείς. Δυστυχώς δεν μπορώ να της βάλω 12, οπότε θα αρκεστεί στο δεκάρι.»

    Ξεροκατάπια και πάλι, και μόνο τότε ο Δημήτρης πρόσεξε την ανησυχία στο βλέμμα μου, αν και την εξέλαβε τελείως λανθασμένα.

    «Τι έπαθες εσύ; Κάνεις σα να είδες φάντασμα! Δε θα σου φάει τη θέση, τριτοετής είναι ακόμα!» προσπάθησε να αστειευτεί.

    Και πώς το λένε αυτό; «Δημήτρη…» του είπα διστακτικά. «Την… την γνωρίζω την εν λόγω φοιτήτρια!»

    «Από πού;» με ρώτησε έκπληκτος.

    «Μένει στη γειτονιά μου… αλλά… δεν την γνωρίζω απλά… Εδώ… Από το περασμένο Σάββατο είμαστε μαζί.»

    “WHAT?” με ρώτησε γουρλώνοντας τα μάτια.

    «Έρως ανίκατε μάχαν…» του είπα αναστενάζοντας, και ταυτόχρονα προσπαθώντας να αστειευτώ και μετά σοβάρεψα απότομα. «Είναι πρόβλημα;»

    Με κοίταξε για λίγο και ανασήκωσε τους ώμους του. «Πρόβλημα…» μου επανέλαβε αφηρημένα. «Θα γίνει πρόβλημα όταν θα γίνεις λέκτορας, αν δηλαδή είναι ακόμα φοιτήτρια μέχρι τότε.»

    «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα…»

    “Yeah, right!” μου απάντησε ειρωνικά. «Και post-doc θα κάνεις, και λέκτορας θα γίνεις, και τα μουστάκια θα ξουρίσεις!» συνέχισε.

    «Όχι τα μουστάκια, εδώ τραβάω γραμμή!» του είπα συνεχίζοντας το χαβαλέ του και μετά σοβάρεψα και πάλι.

    «Το άλλο εξάμηνο μου είπες ότι με ήθελες βοηθό στα πεπερασμένα, οπότε αν η Μελίτη επιλέξει structural engineering—που όπως διαπίστωσες ιδίοις όμμασι είναι η φυσική της κλίση—θα πάρει το μάθημα. Τι θα κάνουμε;»

    «Μπορώ να διαλέξω άλλο βοηθό…» μου είπε. «Αλλά κι εσύ χρειάζεσαι έστω και τα 5 ευρώ την ώρα, και εγώ χρειάζομαι κάποιον με το δικό σου φυσικό ταλέντο στη διδασκαλία.»

    Ανασήκωσε ξανά τους ώμους του. «Δε βαριέσαι, απλά θα πρέπει να το δηλώσεις στη γραμματεία και για τυπικούς λόγους θα διορθώνω εγώ τα γραπτά της,» μου είπε βγάζοντάς με από τη δύσκολη θέση.

    Χαμογέλασε. «…Όχι ότι χρειάζονται διόρθωση…»

    «Εντάξει,» του είπα νιώθοντας τον ελέφαντα που μου είχε κατσικωθεί στο στέρνο να σηκώνεται για να πάει στο περίπτερο. «Να σου πω… μπορώ να της το πω;»

    «Την εμπιστεύεσαι ότι δε θα το πει σε κανέναν;» με ρώτησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    «Τυφλά!» του απάντησα μονολεκτικά.

    «Τότε να της το πεις…» είπε και μετά χαμογέλασε πονηρά. «Και να βάλεις όλη σου τη γοητεία να δει το φως το αληθινό! Structural Engineering ή τέφρα!»

    Έβαλα τα γέλια. «Είναι ελαφρά αγύριστο κεφάλι, και αν την πιέσω παίζει σοβαρά να μου ανοίξει το δικό μου!»

    «Η επιστήμη απαιτεί θυσίες!» μου απάντησε γελώντας και εκείνος. Και μετά σοβάρεψε και πάλι. «Χαίρομαι που επέστρεψες!»

    «Θα βαρεθείς να με βλέπεις!» του απάντησα χαρούμενος.

    «Δεν βλέπω την ώρα!»

    «Λοιπόν, πάω στο γραφείο μου, γιατί μη νομίζεις, mails διάβαζα, οπότε… ναι…»

    “Go! And sin no more!”

    “I’m a cos guy, anyway!” του απάντησα καίγοντάς τον. Ο Δημήτρης λατρεύει τα dad jokes και κόντεψε να πνιγεί από τα γέλια.

    Γύρισα στο γραφείο, και κρέμασα προσεκτικά το σακάκι, το οποίο είχα ξαναφορέσει βγαίνοντας από το γραφείο του Δημήτρη. Αναστέναξα, ο υπολογιστής στο γραφείο ήταν τελείως καρβουνιάρης και είχα ξεχάσει να πάρω μαζί μου το laptop, οπότε έσκασα και κολύμπησα.

    Και λίγο πριν της μία με πήρε τηλέφωνο η Μελίτη.

    «Τέλειωσες κιόλας;» τη ρώτησα με απορία.

    «Στη μούρη του!» μου απάντησε, στουκάροντάς με και πάλι. «Αν δεν πάρω δέκα, πραγματικά θα τον τσιμεντώσω!»

    «Δύο μέρες στην ολομέλεια και έγινες κανίβαλος! Dear God, what have we done…»

    «Πώς πήγε με τον Πολυζωγόπουλο;» με ρώτησε με πραγματική αγωνία στη φωνή.

    «Υπέροχα! Κατεβαίνω κάτω να στα πω, αλλά θα πρέπει να φύγεις μόνη σου, έχω πολλή δουλειά!»

    “Nema problema, θα έρθω να σε περιμαζέψω το απόγευμα!»

    «Μωρό μου δε χρειάζεται…»

    «Ρε τι το κάναμε εδώ, δημοκρατία;» μου είπε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. «Τα αναρχοκομμουνιστικά που ήξερες να τα ξεχάσεις! OR. ELSE!»

    Χαχανίζοντας σαν βλαμμένος στους διαδρόμους με τον κίνδυνο να φωνάξουν τους άντρες με τα άσπρα για να με μαζέψουν, κατέβηκα στην καφετέρια και βρήκα τη Μελίτη να κάθεται σε μια γωνιά με το κινητό της και να περιγράφει στην ολομέλεια—και με γλαφυρότητα που θα έκανε βαρκάρη του Βόλγα να κοκκινήσει—το πόσο καλά έγραψε. Και βροχή τα ζήτω και μπράβο από τους υπόλοιπους κανίβαλους, γιατί αλίμονο!

    Άφησε το τηλέφωνο στο τραπέζι και μου έκανε κατ’ ιδίαν επίδειξη γλωσσικών ικανοτήτων, κάνοντας και πάλι τον Jr. να τη δει «Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις / Νάτη πετιέται…»

    Και φυσικά απ’ όλα όσα έγιναν στο γραφείο του Δημήτρη, κράτησα το καλύτερο για το τέλος.

    «Αναγκάστηκα να πω στο Δημήτρη για τη σχέση μας» της είπα επιφυλακτικά.

    «Καλά όχι ότι το κρατάμε κρυφό, αλλά γιατί;»

    «Γιατί έτσι τα έφερε η ζωή!» της είπα μελοδραματικά και με κοίταξε με το ύφος “ξηγήσου γιατί θα σε δείρω μπροστά σε όλο τον κόσμο και φοράς και κόκκινη γραβάτα!”

    «Ο Δημήτρης έχει ένα χούι,» ξεκίνησα την εξιστόρηση από την εποχή των δεινοσαύρων. «Γραπτά φοιτητών που ξεχωρίζει τα κοιτάζει αμέσως!»

    «Οκ…?» με ρώτησε διστακτική.

    «Μάντεψε ποιας ήταν πάνω-πάνω!» της είπα και γούρλωσαν τα μάτια της.

    «Εννοείς…;» είπε μην τολμώντας καν να ολοκληρώσει την ερώτηση.

    «Εννοώ!» της είπα χαμογελώντας. «Και εδώ περιπλέκονται τα πράγματα, καθώς αν τελικά πάρεις κατεύθυνση Δομικού θα μ’ έχεις βοηθό στο επόμενο εξάμηνο!»

    «Τιμή σου και καμάρι σου να έχεις τέτοια φοιτήτρια!» μου είπε κορδωμένη.

    «Ναι αλλά αυτό με τη σειρά του θέτει ερωτήματα ακαδημαϊκής δεοντολογίας. Το πρώτο… θα πρέπει να αναφέρω τη σχέση μας στη γραμματεία της σχολής.»

    “Okay,” μου είπε προσεκτικά.

    «Αλλιώς δεν θα μπορώ να αναλάβω βοηθός στο μάθημα, και τα χρειάζομαι αυτά τα χρήματα, Μελίτη.»

    Με κοίταξε στα μάτια και έγνευσε καταφατικά.

    “It is what it is,” μου απάντησε. «Θα το δηλώσεις, και αν χρειαστεί θα το δηλώσω κι εγώ με σφραγίδα και χαρτόσημα!» μου είπε και παραλίγο να μπήξω τα κλάματα σαν κοριτσάκι.

    «Και το δεύτερο, θα διορθώσει ο Πολυζωγόπουλος τα γραπτά σου!»

    «Εντάξει, λογικό μου ακούγεται!» είπε η Μελίτη.

    «Όχι ότι χρειάζονται διόρθωση… HIS WORDS, NOT MINE!» της είπα χαμογελώντας σαν ηλίθιος.

    Μόνο που δεν ήταν χαμόγελο απλής χαράς… ήταν—περισσότερο ίσως—υπερηφάνειας.

    Η Μελίτη είχε μείνει και με κοίταζε λες και… λες και ήταν εγώ!

    «Με έβαλε να σε ορκίσω να μην το πεις σε κανένα…» της είπα συνωμοτικά… «Δέκα, και αυτό γιατί δε μπορούσε να σου βάλει δώδεκα!»

    Τελικά δεν καταφέραμε να αποφύγουμε να γίνουμε θέαμα! Πετάχτηκε πάνω μου και η καρέκλα μου έγειρε πίσω και βρεθήκαμε και οι δυο φαρδιά-πλατιά στο πάτωμα, με εμένα κάτω και την Μελίτη πάνω…

    …να κακαρίζουμε σα μανιακοί.
     
  2. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    15. One small step for a man

    Στις έξι το απόγευμα πέρασε ο Δημήτρης από το γραφείο μου για να με χαιρετήσει και να μου υπενθυμίσει ότι ήταν ώρα να φύγω.

    «Μη μου καείς πάλι!» με προειδοποίησε.

    «Όχι, μην ανησυχείς, τελειώνω και φεύγω!» του είπα. «Άλλωστε και να ήθελα να επαναλάβω τους ηρωισμούς πλέον θα πέσει παντόφλα!» συμπλήρωσα κάνοντάς τον να γελάσει.

    «Ένας λόγος παραπάνω για να το συμπαθήσω αυτό το κορίτσι!» μου είπε.

    «Ξέρεις,» ξεκίνησα να του λέω, «δεν είναι τυχαίο ότι έγραψε… δώδεκα!» και συνέχισα διηγώντας του το πρώτο της τηλεφώνημα. «Δεν της αρκούσε το “έτσι είναι,” ήθελε να καταλάβει το γιατί, έστω και αν τα μαθηματικά της δεν είναι ακόμα εκεί.»

    «Κάποιον μου θυμίζει!» μου είπε χαμογελώντας. «Αλήθεια, γιατί επέλεξες Πολιτικών Μηχανικών και όχι Μαθηματικό ή Εφαρμοσμένων;»

    «Στο γυμνάσιο, ο μαθηματικός μου, ο κύριος Μακρόπουλος, ερχόταν κάθε δεύτερο βράδυ από την Καρδίτσα στο χωριό, για να κάνει extra μαθήματα σε εμένα και τον κολλητό μου, το Στέλιο.»

    «Το Ναυπηγό, λες;»

    «Ναι!» του απάντησα χαμογελώντας.

    «Χρειαζόσουν εσύ ιδιαίτερα στα μαθηματικά;» με ρώτησε με απορία.

    «Όχι… χρειαζόμασταν και οι δύο κάποιον να μας κάνει τα μαθηματικά ενδιαφέροντα. Όχι για να πάρουμε είκοσι… το είκοσι το είχαμε έτσι κι αλλιώς…»

    «Κατάλαβα…» μου είπε. «Δάσκαλος… πραγματικός δάσκαλος!»

    «Ναι… κι εγώ και ο Στέλιος του χρωστάμε. Και στον κύριο Μακρόπουλο, στο γυμνάσιο, και στον κύριο Θεοδωρακάκη, τον φυσικό, στο Λύκειο.»

    «Δε μου απάντησες!»

    «Και οι δύο μας κέρδισαν δείχνοντάς μας ότι τα Μαθηματικά και η Φυσική δεν είναι απλά αυτοσκοπός γνώσης. Είναι τα θεμέλια του τεχνολογικού μας πολιτισμού.»

    Χαμογέλασα αφηρημένα. «Δεν ήθελα να γίνω Μαθηματικός. Δε με ενδιαφέρουν τα θεμέλια… με ενδιαφέρει τι μπορείς να χτίσεις πάνω σ’ αυτά!»

    «Ποιητικός…» μου είπε χαμογελώντας μου πλατιά.

    «Λατρεύω και τα μαθηματικά και τη Φυσική,» του είπα. «Αλλά ακόμα περισσότερο λατρεύω τι μπορείς να κάνεις με αυτά.»

    «Όπως για παράδειγμα να αποδείξεις ευστάθεια υπό δεδομένες συνοριακές συνθήκες… και ας χρειάζομαι κάποιον να μου μεταφράσει αυτό που από ένα σημείο και μετά γίνεται Γραμμική-Β!»

    Έβαλα τα γέλια. «Δες το θετικά, τουλάχιστον δεν είναι Γραμμική-Α!»

    “Touche!” χαχάνισε. «Λοιπόν, σε αφήνω γιατί αν πιάσουμε τη φιλοσοφία της Επιστήμης θα ακούσω τα σχολιανά μου απ’ τη Γιωργία!» είπε αναφερόμενος στη σύζυγό του.

    «Τους χαιρετισμούς μου να της δώσεις!»

    «Ευχαρίστως! Λοιπόν… σε χαιρετώ, και κοίτα μη με πάρουν πάλι οι νυχτοφύλακες ότι σε ξεχάσαμε στα εργαστήρια!»

    (Ναι, έχει συμβεί και αυτό…lol!!!)

    Ναι, παρόλη τη μεγαλοστομία μου, ακόμα εκεί θα ήμουν αν δεν μ’ έπαιρνε στις οκτώ η Μελίτη.

    «Κοριτσάρα μου!» της απάντησα μέσα στην καλή χαρά.

    «Φοράς ακόμα τη γραβάτα;» με ρώτησε ωστόσο η φωνή της είχε ίχνη εκνευρισμού.

    (Τι έκανα; Κάτι έκανα! Fuck!)

    «Εχμ… ναι.»

    «ΘΑ ΣΕ ΠΑΤΗΣΩ ΧΑΜΩ! ΞΕΡΕΙΣ ΤΙ ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ;»

    Και τότε συνειδητοποίησα ότι είχε πάει οχτώ, θα ορκιζόμουν ότι είναι ακόμα εξίμισι!

    “Ooops?”

    «Έρχομαι να σε μαζέψω και μη μου πεις πέντε λεπτά ακόμα!» μου είπε και το OR ELSE ήταν αυτό που λέμε “ευκόλως εννοούμενο!”

    «Όχι! Όχι! Κατεβαίνω!»

    Φόρεσα το σακάκι μου, πήρα το χαρτοφύλακα και το κράνος, κλείδωσα πανικόβλητος το γραφείο, και πήρα με τη μία την Τζο.

    «ΕΛΑΕΚΑΝΑΜΑΛΑΚΙΑ!»

    «Τι έκανες;» με ρώτησε αναστενάζοντας.

    «Ξεχάστηκα στο γραφείο και πήγε οκτώ και δεν είχα στείλει ούτε ένα μήνυμα στη Μελίτη από το πρωί και τα έχει πάρει στην κράνα και να με θυμόσαστε μ’ αγάπη!»

    «Άχου το μωρέ!» μου είπε ειρωνικά. «ΝΑ ΦΑΣ ΤΟ ΞΥΛΟ ΣΟΥ ΣΑΝ ΑΝΤΡΑΣ, ΠΑΠΑΡΑ!»

    «Τη συγκεκριμένη στιγμή θα προτιμούσα να είμαι τερμίτης!» της απάντησα κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια.

    «Τουλάχιστον φοράς κόκκινη γραβάτα! Ε, λίγο μαύρισμα καλό θα σου κάνει, και δες το και θετικά! Έτσι δρακουλιάρης που είσαι στο δέρμα, δε θα χρειαστεί και να καείς πρώτα!»

    «ΡΕ ΜΑΛΑΚΑ ΕΓΩ ΣΕ ΠΗΡΑ ΝΑ ΜΟΥ ΠΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ ΚΙ ΕΣΥ ΜΕ ΓΛΕΝΤΑΣ; ΑΛΛΑ ΤΕΤΟΙΟΙ ΕΙΣΤΕ ΟΛΟΙ ΣΑΣ!»

    «Κλαψ-Λυγμ!» μου είπε ειρωνικά. «Σου είπα τι θα κάνεις, θα φας το ξύλο σου σαν άντρας, θα ζητήσεις γονυπετής συγνώμη, και θα βάζεις reminders.»

    «Χμμμ… δεν το είχα σκεφτεί αυτό!»

    «Πολιτικοί μηχανικοί ρε φίλε…» μου είπε. «Και μετά λένε εμάς ονειροπαρμένους!»

    «Αγγελοκρουσμένους!» τη διόρθωσα, κάνοντάς τη να βάλει τα γέλια. «Τέλος πάντων… τα λέμε αύριο… αν δηλαδή δεν είμαι φυτεμένος σε κανένα γειτονικό παρτέρι!»

    «Μη μου σκας Μιχαλάκη μου, θα έρχομαι εγώ και θα σου αφήνω λουλούδια!»

    Καλά το λένε… Είναι να έχεις φίλους να μπορείς να στηριχτείς πάνω τους.


    Εντωμεταξύ όση ώρα την περίμενα είχα φτιάξει στο μυαλό μου απολογία που θα έκανε τον Hardy περήφανο και τον Λυσία να με μουτζώνει με χέρια και με πόδια, αλλά με το που έφτασε η μηχανή και η Μελίτη κατέβηκε και ήρθε προς το μέρος μου, έπαθα ηθοποιό που ξεχνάει τα λόγια του στην πρώτη παράσταση.

    Και όχι τίποτε άλλο αλλά δεν υπήρχε και υποβολέας.

    «Το ξέρω ότι δεν είσαι Νίκος,» ξεκίνησε το κατηγορητήριο, «γιατί εσύ δεν είσαι αδιάφορος αλλά τρελός επιστήμονας!»

    Σοφά ποιών κατέβασα το βλέμμα και δεν έβγαλα άχνα.

    «Στο τέλος της ημέρας, ωστόσο, το αποτέλεσμα είναι που μετράει, και το αποτέλεσμα ήταν να κάθομαι μόνη μου και να αναρωτιέμαι αν θα ξαναζήσω πάλι αυτό το πράγμα. Και δε σκοπεύω να το ξαναζήσω.»

    Εντάξει, ένιωσα να μου πέφτει ο ουρανός στο κεφάλι.

    «Συγγνώμη,» μουρμούρισα. «Ό,τι και να πεις έχεις δίκιο,» συνέχισα κοιτάζοντάς τη στα μάτια. Και μετά τα χαμήλωσα και πάλι μην αντέχοντας να ακούσω τη συνέχεια.

    «Μιχάλη;»

    Πήρα μια βαθιά ανάσα να ατσαλώσω τον εαυτό μου. «Πες μου» της είπα και σήκωσα τα μάτια μου να την αντικρύσω.

    Πείτε ό,τι θέλετε αλλά δε θα αποχαιρετούσα την Αλεξάνδρεια που δεν πρόλαβα με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα.

    Γύρισε το κεφάλι της ελαφρά και με κοίταξε προσεκτικά. «Μιχάλη, τι νομίζεις ότι γίνεται εδώ;»

    Έσφιξα τις γροθιές μου μέχρι που άσπρισαν. «Με χωρίζεις.»

    «ΤΙ; ΤΙ ΛΕΣ ΒΡΕ ΜΠΟΥΦΟ;»

    «ΕΙΜΑΙ!» της είπα νιώθοντας τα μάτια μου να τσούζουν. «Συγνώμη μωρό μου, πραγματικά!»

    «Έλα εδώ βρε χαζούλη,» μου είπε αυτή τη φορά τρυφερά και την πλησίασα διστακτικά και με αγκάλιασε με τον τρόπο που της άρεσε, σταυρώνοντας τα χέρια της πίσω από το σβέρκο μου.

    «Μιχάλη, σε παρακαλώ μην το ξανακάνεις αυτό. Αν έχεις δουλειά, απλά στείλε μου ένα μήνυμα. Δε το ζητάω για να σε ελέγχω… απλά… απλά έχω ανάγκη… να ξέρω.»

    «Δε θα το ξανακάνω μωρό μου, στο υπόσχομαι» της είπα. «Και Μελίτη; Να θυμάσαι ότι οποιαδήποτε ώρα και στιγμή μπορείς να με πάρεις τηλέφωνο ή να μου στείλεις μήνυμα. ΔΕΝ ΓΙΝΕΣΑΙ ΑΔΙΑΚΡΙΤΗ.»

    «Δεν…» μου είπε αλλά την έκοψα.

    «Αν όχι εσύ τότε ποιος ρε Μελίτη;» της είπα χαϊδεύοντάς τη στο μάγουλο. «Όποια ώρα και στιγμή!»

    «Κι εσύ να βάζεις reminders!» μου είπε.

    «Yup… μου το είπε και η Τζο, μαζί με το να φάω το ξύλο μου σαν άντρας και να ζητήσω γονυπετής συγνώμη και αν με φυτέψεις θα έρχεται να μου αφήνει λουλούδια γιατί καλά να πάθω!»

    «Δε χρειάζεται τόσο δράμα! Θα κεράσεις παγωτό!»

    «Όχι από το περίπτερο!» της είπα. «Ξέρω ένα φοβερό παγωτατζίδικο στη Νέα Ερυθραία! Ανοιχτό μέχρι τη μία!»

    Γέλασε. «Με το κουστούμι;»

    «Με το κορίτσι μου!»

    «Βλάκα!» μου είπε τρυφερά.

    «Είμαι λίγο drama queen,» της απάντησα παιχνιδιάρικα.

    «Και στο σεισμό της Σαντορίνης σήκωσε λίγο κύμα…» μου είπε με ύφος “τι να σε κάνω, μου λες;”

    Έσκυψα και τη φίλησα τρυφερά και, όπως είχα στα χέρια μου το κράνος, της έχωσα κατά λάθος και μια στον κώλο με δαύτο.

    «Εντάξει, μη το ρίξουμε στις κινκιές ακόμα!» μου είπε χαχανίζοντας. «Πήγαινέ με πρώτα για παγωτό ρε λυσσάρη!»

    «Γίνεται και με κράνος;» τη ρώτησα στα σοβαρά…Yup, that’s me…

    Της πήρε λίγο χρόνο να κάνει parse. «Ρωτάς σοβαρά, ε;» ρώτησε ρητορικά. Την κοίταξα με το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας και έβαλε τα γέλια. «Είσαι ΘΕΟΥΛΗΣ!» μου είπε γελώντας ακόμα.

    Μαλακοπίτουρας με δίπλωμα και soon με διδακτορικό τίτλο, αλλά εντάξει, έχω άλλες χάρες…NOT!

    Πήγαμε στη Νέα Ερυθραία και φάγαμε τα παγωτάκια μας και γύρω στις έντεκα πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Όπως και χθες κατεβήκαμε και οι δύο στο parking, και όταν μπήκαμε στο ασανσέρ πάτησα το ισόγειο.

    «Δε θέλεις να ανέβεις πάνω;» με ρώτησε σχεδόν ντροπαλά.

    ΤΙ ΛΕΣ ΤΩΡΑ;!;!;!;!;!

    «Πες μου ότι υπολογίζεις την κινητική ενέργεια της αισθαντικής αγκαλιάς με το πάτωμα από τον τέταρτο όροφο και μα τω ΘΕΩ η ευχή σου θα γίνει πραγματικότητα!» μου είπε μεταξύ σοβαρού και αστείου.

    Κοντολογίς με είχε ικανό!

    (BTW, Την είχα κάνει την πράξη στο μπαλκόνι της Τριανταφυλλιάς πριν αποφασίσω να κάνω τον καταδρομέα. Κινητική ενέργεια vs Μπάμπης…Ναι, δεν ήταν δίλημμα… χίλιες φορές αγκαλιά με το πεζοδρόμιο παρά αισθαντικό tête-à-tête με τον εξαγριωμένο τάρανδο.)

    «Μπατονέτες έχεις;»

    «Είσαι όργιο!» μου είπε γελώντας και πάτησε το κουμπί του τέταρτου ορόφου. Περάσαμε μέσα και αφού έβγαλα το σακάκι και το κρέμασα στον καλόγερο της εισόδου, περάσαμε στο σαλόνι.

    «Βγάλε παιδάκι μου τη γραβάτα σου!» μου είπε και εκεί θυμήθηκα ότι όχι απλά τη φορούσα ακόμα, αλλά την είχα σφίξει κιόλας, λες και θα παρεξηγούνταν το παγωτατζίδικο αν την είχα λάσκα.

    «Πάω να βάλω κάτι ελαφρύ και έρχομαι. Μπύρα;»

    «Έχεις μπύρα;» τη ρώτησα με απορία.

    «Ναι μπούφο, από σήμερα έχω και μπύρα!» μου είπε και το γεγονός ότι κόντεψα να κατουρηθώ πάνω μου μου υπενθύμισε ότι κατουριόμουν! Είχε πάει έντεκα και είχα να κατουρήσω από τις πέντε ξέρω-γω.

    (Και πάει, κατά τα φαινόμενα μου έμεινε και το μπούφος!)

    Επέστρεψα στο σαλόνι άλλος άνθρωπος, να πούμε, παραλίγο να πάθω Tycho Brahe με την αφηρημάδα μου. Σκέψου να έπαιρνα και κανένα Lasix σαν τον πατέρα μου, θα το έκανα το κορίτσι χήρα και δεν είχαμε κλείσει καλά-καλά ούτε εβδομάδα μαζί.

    Η Μελίτη επέστρεψε λίγη ώρα αργότερα στο σαλόνι με ένα μπουκάλι μπύρα για μένα, και μια Coca-Cola zero για την ίδια. Ξυποληταρία, γιατί αλίμονο, από κάτω τζιν σορτσάκι και από πάνω φανελάκι. Χωρίς σουτιέν, και αυτή τη φορά δε χρειαζόταν να έχω την όραση του Superman. Τα δύο φουσκώματα στο λεπτό ύφασμα τα έλεγαν όλα.

    Παντελόνι, δεν βγαίνει. Φανελάκι το φόρεσε για να το βγάλει.

    (Πού είσαι Τριανταφυλλιά να με καμαρώσεις!!!!)

    Και αν είχα την οποιαδήποτε αμφιβολία για τις προθέσεις της, διαλύθηκε τη στιγμή που αντί να κάτσει δίπλα μου στον καναπέ, σκαρφάλωσε πάνω μου. Έκανε ελαφρά πίσω και έπιασε τη μπύρα που είχε αφήσει στο τραπεζάκι και μου την έδωσε, και μετά επανέλαβε την ίδια κίνηση να πιάσει το πλαστικό μπουκάλι με τη zero.

    «Τσιν-τσιν!» μου έκανε, και ήπιαμε και οι δύο δυο γερές γουλιές από τα ποτά μας. «Για πες μου τώρα, πώς πήγε η πρώτη μέρα;»

    «Αν εξαιρέσεις τη βραδινή μου τρομάρα—αποτέλεσμα της μαλακίας που με δέρνει—πολύ καλά!» της απάντησα με πλήρη ειλικρίνεια.

    Με κοίταξε και πάλι εξεταστικά. «Να σου εξομολογηθώ κάτι;»

    «Βεβαίως!» της απάντησα.

    «Το απόγευμα έστειλα μήνυμα στη Βίκυ,» μου είπε.

    «Στη Βίκυ;» τη ρώτησα με περιέργεια. «Πώς έτσι;»

    Δίστασε για λίγο. «Ας πούμε ότι καταλαβαινόμαστε καλύτερα μεταξύ μας,» μου απάντησε, χωρίς να θελήσει να μπει σε περισσότερες λεπτομέρειες.

    “Okay…?” της έκανα χωρίς να καταλαβαίνω ακριβώς που το πάει.

    «Μου είπε ότι ένας από τους λόγους του burn-out σου ήταν ότι δεν ξέρεις να βάζεις φρένο στον εαυτό σου.»

    «Δεν είναι ακριβώς έτσι…» της είπα αναστενάζοντας. «Ναι, είμαι αφηρημένος. Ναι, μπορώ να απορροφηθώ σε ένα πρόβλημα και να ξεχάσω το υπόλοιπο σύμπαν… αλλά θέλω να με καταλάβεις Μελίτη.»

    «Βοήθησέ με, τότε!» μου είπε απαλά.

    «Μπορεί το μυαλό μου να λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο αλλά δεν είμαι αποκομμένος από την πραγματικότητα. Και η πραγματικότητα είναι ότι το thesis μου είναι εξαιρετικά απαιτητικό και απαιτούσε μαθηματικά που δεν υπάρχουν… ή έστω, μέχρι πρότινος δεν υπήρχαν.»

    «Ορίστε;» με ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.

    «Λάθος διατύπωση,» διόρθωσα τον εαυτό μου. «Δεν ισχυρίζομαι ότι έφτιαξα καινούργιο κλάδο μαθηματικών, απλά το πρόβλημα που έπρεπε να λύσω θα μπορούσε να σταθεί από μόνο του ως διδακτορική διατριβή στο τμήμα Εφαρμοσμένων Μαθηματικών.»

    Αναστέναξα. «Κάποια στιγμή άρχισα πραγματικά να φοβάμαι ότι δάγκωσα περισσότερο απ’ όσο μπορούσα να καταπιώ. Δε μου έβγαινε, και αυτό με γέμισε άγχος και…»

    «Όταν σε παίρνει η κατηφόρα δεν μπορείς να σταματήσεις… ναι, κάτι έχω αρχίσει και καταλαβαίνω…» μου είπε αναστενάζοντας.

    «Και δεν είμαι λεφτάς, Μελίτη. Ακόμα και τα πέντε ευρώ την ώρα για μένα έχουν αξία, όσο ευτελές και αν φαίνεται σαν ποσό.»

    Η Μελίτη με άκουγε χωρίς να μιλάει, μόνο έγνεφε καταφατικά για να μου δείξει ότι καταλαβαίνει τι λέω.

    «Η υποτροφία μου έχει λήξει και από διάφορα προγράμματα ΕΣΠΑ βγάζω επτά κατοστάρικα. Αυτά έχω να περάσω το μήνα. Οι γονείς μου πληρώνουν το νοίκι—και καμιά φορά τσοντάρουν τ’ αδέρφια μου. Είμαι 26 χρονών… ναι, δεν κωλοβαράω αλλά νιώθω άσχημα…»

    Έξυσα το κεφάλι μου και ήπια ακόμα μια γερή ρουφηξιά από τη μπύρα. «Ο Δημήτρης μου είπε να πάρω ένα μήνα off γιατί είχε καταλάβει ότι έχω καεί. Το ΕΣΠΑ ωστόσο δεν είναι Δημήτρης,» συνέχισα αναστενάζοντας. «Είχε μαζευτεί πολύ πράγμα, έχω μπροστά μου πολλή δουλειά. Δεν πέρασα το απόγευμα με πολλαπλούς διανοητικούς οργασμούς αλλά με χαμαλοδουλειά. Πολλή χαμαλοδουλειά…»

    «Σ’ το υπόσχομαι ότι από εδώ και πέρα θα βάζω reminders. Και εσύ θέλω να μου υποσχεθείς πως ΑΝ…ΑΝ… με δεις και δεν δίνω σημεία ζωής, να μου στείλεις μήνυμα. Να με πάρεις τηλέφωνο. Δεν υπάρχει φόβος να μ’ ενοχλήσεις, Μελίτη… Ενόχληση και Μελίτη… Απλά δεν πάνε μαζί…»

    Αναστέναξα. «Απλά δεν πάνε μαζί…» επανέλαβα.

    Μου πήρε το μπουκάλι από τα χέρια και το άφησε στο τραπέζι, και το ίδιο έκανε και με το μπουκάλι της. Πέρασε τα χέρια της πίσω από το σβέρκο μου, με αγκάλιασε και κόλλησε τα χείλη μου στα δικά της.

    Τα χέρια μου στην αρχή ήταν στην πλάτη της, και μετά τα έφερα αργά και αισθησιακά στο πλάι και μετά διστακτικά, πέρασα το ένα μου χέρι ανάλαφρα πάνω από το στήθος της, προσπαθώντας να διαβάσω την αντίδρασή της.

    Πήρε και τα δυο μου χέρια και τα κόλλησε στα στήθη της, και αυτή ήταν όση απάντηση χρειαζόμουν.
     
  3. Arioch

    Arioch Τίποτα δεν πάει χαμένο... Premium Member Contributor

    16. Θεωρία προσεγγίσεων και εφαρμογές

    Τα στήθη της οριακά δε χωρούσαν στις χούφτες μου. Μεταξύ C-CUP και D-CUP ήταν η διάγνωση, σύμφωνα με τον αλγόριθμο που μου είχε δώσει κάποτε η Τριανταφυλλιά. Βέβαια στην πραγματικότητα τα πράγματα είναι αρκετά πιο περίπλοκα και τα νούμερα των σουτιέν έχουν κάτι από ταρό, αριθμολογία και θεωρία προσεγγίσεων, αλλά εντάξει, και να πέσει λίγο έξω η εκτιμήτρια δε θα τινάξει το στοχαστικό μοντέλο στον αέρα.

    Στην αίσθηση βέβαια είναι που χωρίζεται η ήρα από το στάρι, κι εγώ είμαι και λιγάκι (LOL!) περίεργος. Δε μ’ αρέσουν ούτε τα αγαλμάτινα σφιχτά (πχ Ελευθερία), ούτε τα… μελάτα (Ελένη). Η Τριανταφυλλιά μέχρι και σήμερα ήταν κοντά στο ιδανικό μου κλάσμα ελαστικότητας vs σκληρότητας, ωστόσο από σήμερα εκθρονίστηκε πανηγυρικά.

    Δεν έχω άλλο τρόπο να το περιγράψω. Σφιχτά όσο πρέπει αλλά όχι να σε κάνει να νομίζεις ότι χουφτώνεις μαρμάρινο άγαλμα. Ελαστικό όσο πρέπει, αλλά όχι να σκέφτεσαι ότι πιάνεις αγχολυτικό μπαλάκι.

    (Αν και μεταξύ μας δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο αγχολυτικό από αυτό που είχα εκείνη τη στιγμή στα δυο μου χέρια…)

    Οι ανάσες της είχαν γίνει κοφτές και οι θηλές της κόντευαν να τρυπήσουν το φανελάκι κι εγώ έλυνα εσωτερικά ασκήσεις αντοχής υλικών. Ευτυχώς που δεν υπάρχει τηλεπάθεια γιατί την έβλεπα τη φτιάξη: όντως θα με πετούσε από τον τέταρτο, τον οποίο υπολόγιζα γύρω στα 13 μέτρα ύψος.

    Έκανα ξανά τις πράξεις στο μυαλό μου, το οποίο ήταν ανίκανο να αδειάσει. Δεδομένου ότι εγώ ήμουν 67 κιλά, υπολόγισα ότι η ταχύτητα πρόσκρουσης θα ήταν περίπου 16m/s και κινητική ενέργεια πάνω-κάτω 8500 joules. Ναι, αλοιφή θα γινόντουσαν τα μέσα μου, καθώς τυπικά δεν είναι η πτώση που σε σκοτώνει αλλά η απότομη επαφή με το έδαφος.

    Η Μελίτη σταμάτησε το φιλί, τραβήχτηκε ελαφρά πίσω και έβγαλε το φανελάκι της. Εκεί, θέλοντας και μη, το μυαλό μου ξέχασε τη φυσική. Όμορφα στήθη, σκούρες θηλές σε σχεδόν ιδανική αναλογία με τα στήθη της. Βάραιναν ελαφρά και για μένα εκεί είναι η πραγματική ομορφιά.

    Ανθρώπινη ρε φίλε, όχι πλαστική.

    «Χάιδεψέ με, μωρό μου!» μου είπε σχεδόν ψιθυριστά καθώς κατάλαβε ότι για μερικές στιγμές είχα σκαλώσει και πάλι θαυμάζοντας το μεγάλο μυστικό θέαμα. (οκ, πρώην μυστικό θέαμα)

    Δεν χρειάστηκε επανάληψη, τα χέρια μου βρέθηκαν ξανά πάνω στην ευαίσθητη γυμνή της σάρκα, και της ξέφυγε ένα σιγανό βογγητό. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το κεφάλι της γερμένο πίσω. Έκλεισα τα μάτια μου για να επικεντρώσω την προσοχή μου στις υπόλοιπες αισθήσεις, ακοή και αφή. Οι ανάσες της ήταν το GPS που κατεύθυνε το άγγιγμά μου.

    Πήρα τα χέρια μου από μπροστά και τα έφερα απαλά και προσεκτικά στα οπίσθιά της, αλλά όχι για να τη χουφτώσω αλλά για να της δώσω να καταλάβει ότι ήθελα να σηκωθεί λίγο, να γείρει εμπρός.

    Το κατάλαβε και μερικές στιγμές αργότερα τα στήθη της βρέθηκαν ακριβώς εκεί που ήθελα. Χείλη στην αρχή, γλώσσα στη συνέχεια, και οι ανάσες της έγιναν ακόμα πιο κοφτές και τα βογγητά της ακόμα πιο δυνατά. Το σώμα της είχε ανατριχιάσει, το ένιωθα όπως τη χάιδευα στη μέση και στα πλάγια.

    Το παιχνίδι της γάτας και του ποντικιού—πότε με τα χείλη μου, πότε με τη γλώσσα μου και πότε με τα δόντια μου—συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, μέχρι που η ίδια αποφάσισε ότι ως εδώ. Δεν είπε τίποτα, απλά τραβήχτηκε και πάλι προς τα πίσω.

    Αυτή τη φορά δε με αγκάλιασε από το σβέρκο, έπιασε με τα δυο της χέρια το πρόσωπό μου και με φίλησε βαθιά, μέχρι που και πάλι η στιγμή μεταμορφώθηκε σε μια άχρονη αιωνιότητα.

    Τραβήχτηκα εγώ απαλά και για μερικές στιγμές η Μελίτη έμεινε με κλειστά μάτια. Τα άνοιξε και μου χαμογέλασε, και πάλι σχεδόν ντροπαλά.

    «Μπορείς να μου δώσεις το φανελάκι μου σε παρακαλώ;»

    «Μπορώ,» της είπα αλλά δεν έκανα κίνηση. Η Μελίτη έβαλε τα γέλια.

    «Ματάκια!» με κατηγόρησε αλλά δεν επέμεινε να της δώσω το φανελάκι της.

    Έκανε πίσω χαρίζοντάς μου τη θέα των γυμνών της στηθών.

    “BOOOOBIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIIES!” έκανα με ενθουσιασμό δεκαπεντάχρονου με εντεκαετή προϋπηρεσία, και παραλίγο να της πέσουν τα μπουκάλια από το χέρι.

    «Είσαι ένας μικρός Θεούλης!» μου είπε γελώντας ακόμα, και δίνοντάς μου τη μπύρα μου και μου έκανε τσιν-τσιν.

    Είχε μείνει ακόμα coca-cola στο μπουκάλι της αλλά η μπύρα μου άδειασε. Σηκώθηκε και πήγε να μου φέρει νέα μπύρα ενώ εγώ παρακολουθούσα μαγεμένος τα στήθη της σε συνθήκες κίνησης.

    (Πυρ και κίνηση που λένε και στα ελληνικά στρατά—τουλάχιστον σύμφωνα με τ’ αδέρφια μου.)

    Ανέβηκε ξανά πάνω μου και μου έδωσε τη μπύρα, και τράβηξα μια γερή ρουφηξιά. Όπως με κοιτούσε, πέρασα ανάλαφρα το χέρι μου πάνω από το αριστερό της στήθος, αλλά αυτό ήταν σαν χάδι, όχι σήμα να ξεκινήσουμε και πάλι—όχι ότι θα με χάλαγε, έτσι; Η Μελίτη το κατάλαβε, και αν και θηλή της πέτρωσε και η άλως ανατρίχιασε, δε με σταμάτησε.

    Και εκεί μου ήρθε μια ιδέα. «Θες να παίξουμε ένα παιχνίδι;» τη ρώτησα.

    «Αμέ!» μου απάντησε αλλά το πήρε αλλιώς. «Έχω και κανονικό τάβλι, να μπορέσω να στο φέρω και στο κεφάλι σαν άνθρωπος!» μου είπε και έβαλα τα γέλια.

    Ήταν τέτοιος ο ενθουσιασμός της που άφησα το παιχνίδι που είχα υπόψη στην άκρη. Τάβλι θέλει το κορίτσι; Τάβλι!

    Γύρισε μετά από λίγο και έκατσε δίπλα μου στον καναπέ βάζοντας το τάβλι μεταξύ μας.

    «Δε θα φορέσεις το φανελάκι σου;» τη ρώτησα.

    «Όχι!» μου δήλωσε.

    «Με αποσυντονίζεις!» της είπα χαμογελώντας από το ένα αυτί μέχρι το άλλο, γιατί είχα μια πολύ καλή ιδέα για το όχι της.

    “My point exactly!” μου είπε κλείνοντάς μου πονηρά το μάτι.

    Η αλήθεια είναι ότι εγώ αποσυντονίζομαι μόνο όταν ξαφνιάζομαι με κάτι. Πχ αν παίζαμε τάβλι και ξαφνικά τα πέταγε, ναι εκεί θα βάραγα τιλτ. Εδώ όμως το με αποσυντονίζεις ήταν… πρόκληση: Απλά μου άρεσε να τη βλέπω γυμνόστηθη και της έδωσα μια καλή δικαιολογία να το κάνει.

    Και όχι τίποτε άλλο αλλά κέρδισε κιόλας 4-0 στις τρεις παρτίδες που παίξαμε.

    “Χα! Δουλεύει το κόλπο!” μου είπε μαζεύοντας τα τελευταία της δύο πούλια στο φεύγα, κερδίζοντας μάλιστα την παρτίδα διπλή!

    “Truth is you won fair and square…” της είπα. «Δεν αποσυντονίζομαι έτσι απλά!»

    «Και τότε γιατί…» ξεκίνησε να λέει και εκεί της έγινε το 1+1. «ΒΡΕ ΚΑΘΑΡΜΑ! ΒΡΕ ΡΕΜΑΛΙ! ΒΡΕ ΜΑΤΑΚΙΑ!» μου είπε γελώντας.

    “I’m pleading the fifth!” της είπα προσπαθώντας ανεπιτυχώς να πνίξω το γέλιο μου.

    «Έτσι, ε;» μου έκανε και εκεί αποδείχτηκε πόσο εξαιρετικά κακή ιδέα ήταν που της είχα πει ότι γαργαλιέμαι. Έβαλε το τάβλι στο τραπέζι και μου όρμησε, και πού σε πονεί και πού σε σφάζει.

    «ΜΗΗΗΗ ΗΜΑΡΤΟΝ!» προσπαθούσα απελπισμένα να ζητήσω έλεος, αλλά πού! Κάποια στιγμή προσπάθησα να αντιδράσω και να τη γαργαλήσω κι εγώ και κατά λάθος τη χούφτωσα.

    «ΜΕ ΧΟΥΦΤΩΝΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟ ΠΑΝΩ Ο ΑΧΡΕΙΟΣ! ΒΑΣΤΑΤΕ ΤΟΥΡΚΟΙ Τ’ ΑΡΜΑΤΑ!»

    Και έτσι ξεκίνησε ο δεύτερος γύρος ψαχουλέματος, καθώς κάποια στιγμή σταμάτησε να με γαργαλάει και απλά έπεσε πάνω μου και με φίλησε. Εγώ εντωμεταξύ ακόμα με πουκάμισο, έτσι;

    Ναι, δεν έμεινα για πολύ.

    Πότε φιλώντας με, πότε δαγκώνοντάς με απαλά, άφησε το στόμα μου, πήγε στο σαγόνι μου και μετά στο λαιμό μου και μετά στο αυτί μου, και όταν ένιωσα τη γλώσσα της εκεί έχασα τα αυγά και τα πασχάλια—μιλάμε για ρίγος, όχι μαλακίες!

    Με σήκωσε και με έβαλε να βγάλω πουκάμισο και φανέλα, και συνέχισε με τον ίδιο τρόπο, πότε φιλώντας με, πότε δαγκώνοντάς με έφτασε σχεδόν μέχρι το στομάχι—κι εκεί σκάλωσα πραγματικά. Κάτι τέτοια μου έκανε η Τριανταφυλλιά όταν ήθελε να μου πάρει πίπα.

    Και όπως κάθε φορά που σκαλώνω πάγωσα για μερικές στιγμές ενώ το μυαλό μου προσπαθούσε απεγνωσμένα να ανασυγκροτηθεί. Και όσο παράξενο και αν φανεί για άνδρα, το σκάλωμά μου πέρασε στη στιγμή όταν η Μελίτη, χωρίς να αλλάξει τρόπο, ανέβηκε ξανά προς τα πάνω μου, και ο δεύτερος γύρος τέλειωσε όπως και ο πρώτος: με βαθύ φιλί.

    Τραβήχτηκε εκείνη πρώτη από το φιλί αλλά δε σηκώθηκε από πάνω μου. «Για να μάθεις!» μου είπε τρυφερά. «Έμαθες;»

    «Μπα, δεν τα παίρνω τα γράμματα!» της είπα κάνοντάς τη να βάλει και πάλι τα γέλια.

    «Ορίστε, μου θέλει και encore!»

    “A man got to try!”

    Και ξαφνικά σοβάρεψε. «Δε μου λες εσύ, έχεις φάει;» με ρώτησε αλλάζοντας τελείως θέμα.

    «Εχμ… το παγωτό!» της απάντησα, γιατί η αλήθεια είναι ότι με τούτα και με κείνα είχα ξεχάσει να φάω σήμερα.

    «Θεοί δώστε μου δύναμη! Θα τον γδάρω!» είπε με απελπισία. «Θα σου ζεστάνω φαγητό!» μου δήλωσε.

    «ΌΧΙ!» της είπα εμφατικά. «Αυτό είναι για σένα!»

    «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΝΑ ΣΕ ΑΦΗΣΩ ΝΗΣΤΙΚΟ!» μου δήλωσε τονίζοντας τις λέξεις.

    «Ξέρω ένα καλό Mc Donalds!» της είπα κλείνοντάς της το μάτι συνωμοτικά.

    «Μέσα!» μου απάντησε χαμογελώντας. «Πάω να αλλάξω και έρχομαι!»

    Όσο να ετοιμαστεί σηκώθηκα από τον καναπέ γιατί είχα πιαστεί λίγο, και περπάτησα μέσα στο σαλόνι για να ξεμουδιάσω. Σε αντίθεση με το δωμάτιό της που το είχε διακοσμήσει με το δικό της γούστο, το σαλόνι της ήταν αρκετά πιο ουδέτερο, σα να είχε τα έπιπλα απλά γιατί έπρεπε να υπάρχουν ώστε να μην είναι άδειος ο χώρος.

    Πέρα από τον ομολογουμένως μεγαλούτσικο και βολικό καναπέ είχε δυο πολυθρόνες, λογικά πρέπει να ήταν σετ, και ένα γουστόζικο χαμηλό έπιπλο με βιτρίνα πάνω στο οποίο είχε μια τηλεόραση. Στην κουζίνα είχε ένα μικρό τραπεζάκι για δύο άτομα, και στο σαλόνι, που έπαιζε το ρόλο της σαλοτραπεζαρίας ένα απλό ξύλινο τραπέζι με τέσσερις καρέκλες, που πάντως παρά την ανησυχία της για το που θα χωρέσουμε, μια χαρά θα μπορούσε να βολέψει και τους έξι μας τη βραδιά του πόκερ.

    Πλησίασα τη μπαλκονόπορτα και κοίταξα έξω τραβώντας ελαφρά τις κουρτίνες. Το μπαλκόνι της ήταν πολύ μικρότερο σε σχέση με το δικό μου, είχε πλάτος όσο αυτό του σαλονιού και το βάθος του ήταν και αυτό μικρό, δύο μέτρα το πολύ. Δεν είχε κάγκελα, είχε ένα ψηλό τοιχάκι, γύρω στο ενάμιση μέτρο σε ύψος πάνω από το οποίο υπήρχαν οριζόντια δύο μεταλλικές μπάρες σε απόσταση δέκα εκατοστών μεταξύ τους.

    Το μπαλκόνι είχε και τέντα η οποία ήταν τελείως ανεβασμένη. Υπήρχε ένα τραπεζάκι με δυο πλαστικές καρέκλες, και δεξιά από τη μπαλκονόπορτα, στο σημείο δηλαδή που ήταν ο τοίχος του σαλονιού είχε μια ντουλάπα, γύρω στα δύο μέτρα σε ύψος.

    «Έτοιμη!»

    Η φωνή της με αιφνιδίασε και σχεδόν χοροπήδησα ξαφνιασμένος όπως είχα απορροφηθεί χαζεύοντας την υπέροχη θέα—δηλαδή τις απέναντι πολυκατοικίες. Γύρισα προς το μέρος της, και τίλταρα και πάλι.

    Φορούσε ένα μαύρο μάξι φόρεμα με λεπτές τιράντες, μακρύ σχεδόν μέχρι τους αστραγάλους, που αγκάλιαζε, αισθησιακά σχεδόν, τις καμπύλες της. Το ύφασμα σχημάτιζε απαλές σούρες πάνω στο στήθος της και μαζευόταν σε έναν μικρό κόμπο ανάμεσά τους, ενώ από κάτω, μέχρι λίγο πάνω από τον αφαλό, απλωνόταν ημιδιάφανη δαντέλα με λεπτό μοτίβο που άφηνε το δέρμα να φαίνεται διακριτικά.

    Η φούστα έπεφτε στενή και ίσια, με ελαφρές πτυχώσεις στους γοφούς και μια μακριά λωρίδα υφάσματος να κρέμεται χαλαρά μπροστά. Το σύνολο ολοκληρωνόταν με μαύρα ψηλοτάκουνα πέδιλα, με λεπτά λουράκια που τύλιγαν και στερέωναν το πόδι.

    «Φόρα τη γραβάτα σου και πάμε να τους τρελάνουμε!» μου είπε γελώντας σκανταλιάρικα.

    …ξεκινώντας από εμένα!