Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Έρωτας στα Χρόνια του Θανάτου

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος DocHeart, στις 26 Μαρτίου 2008.

Tags:
  1. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    Ακόμα και οι πιο γρήγοροι μισθοφόροι του Τάγματος της Αιώνιας Φλόγας, πεζοί, χρειάζονται τουλάχιστον έξι μερόνυχτα για να διανύσουν την απόσταση που χωρίζει το Ραν Καλντίον από το Ραν Σατλίν. Εγώ φτάνω σε τέσσερα. Έχω, όμως, λόγο να βιάζομαι: στο σπίτι της πάνω απ’το μαγαζί με τα βότανα, με περιμένει η λατρεμένη μου Στέινα.

    Πόσο μελάνι θα χρειαζόμουν για να αφηγηθώ τις αισθήσεις που ζούμε μαζί στο παλιό της κρεβάτι, με το φεγγάρι να ρίχνει φως στις γλυκές δίπλες κάτω απ’τις μασχάλες της, το τραιμόπαιγμα της ταπεινής φωτιάς στο τζάκι της να αντανακλάται στις σταγόνες του ιδρώτα πάνω στο στήθος της!

    Στο δρόμο μαζεύω μαργαρίτες και ροζ άνθη από ρίγανη, και καθώς περιμένω να έρθει απο το γραφείο του Ανθυπασπιστή η έγκριση για την είσοδό μου στην πόλη, τα δένω με κλωστή σ’ένα μπουκέτο. Τα χέρια μου είναι βαμμένα κόκκινα με αίμα, οι μίσχοι από τις μαργαρίτες λερώνονται.

    Στη βάρδια της νότιας πύλης είναι και ο Δεσπίσιος, φίλος μου παιδικός, άνθρωπος που αγαπούσαν οι αυτοί που τον γνώριζαν καλά και τον σεβότουσαν οι εχθροί του.

    «Κακιά η ώρα που διάλεξες να γυρίσεις στην πόλη, αδερφέ μου,» με αγκαλιάζει. Μέσα απ’την πανοπλία του ζέχνει ο ιδρώτας.

    «Το ξέρω, Δεσπίσιε. Έχεις πολλές μέρες εδώ. Πότε θα σ’ανακουφίσουν;»

    «Σε λίγο. Τα νέα απ’την άλλη μεριά του ποταμού λένε οτι το Σάρωμα πλησιάζει. Τί είδες εσύ;»

    «Είναι είκοσι χιλιάδες στρατιώτες, τουλάχιστον.»

    «Με γιγαντόφιδα;»

    «Τουλάχιστον διακόσια.»

    «Κριούς;»

    «Καμιά τριανταριά.»

    Χαμηλώνει το βλέμμα του. Είχε ελπίδα οτι θα του έφερνα καλύτερα νέα. Αναστενάζει. «Πλησιάζουν;»

    Έχω χάσει την ικανότητα να δίνω άσχημα νέα με τρόπο μαλακό στο αυτί. Ίσως και να μην την είχα ποτέ. «Μέχρι το πρωί θα είναι εδώ.»

    Ένας νεαρός λοχίας έρχεται με το χαρτί της άδειας εισόδου μου. Ο Δεσπίσιος με αγκαλιάζει πάλι. «Καλώς ήλθες σπίτι, αδελφέ μου. Είθε το Φως του Άκο να μας βοηθήσει.» Τον κοιτάζω. Δακρύζει. Ξέρει οτι δε θα ξαναμιλήσουμε.

    Περπατάω στα πέτρινα σοκάκια. Η πόλη είναι ακόμα ζωντανή. Οι έμποροι μοιράζουν την πραμάτειά τους δωρεάν: ψεύτικα κοσμήματα, μαχαίρια, ματζούνια, βότανα και λάδια. Οι στρατιώτες περιπολούν. Στο Ναό, ο Εαρφίλιος (από τότε που γεννήθηκα ιερέας μας) ψέλνει δυνατά, οι πιστοί στριμώχνονται στην αυλή, με υπομονή περιμένουν τη σειρά τους να προσκυνήσουν το λείψανο του Άκο, το οποίο εκτάκτως βγάλανε σήμερα απ’την κρύπτη του.

    Στην Πλατεία της Πίστης ανταμώνω τον ανηψιό μου, το ορφανό με τα μπλε μάτια, τον Πικ. Του φιλάω το κεφάλι.

    «Θείε, έρχεται το Σάρωμα! Θα πολεμήσουμε!» Τα μάτια του άγουρες φωτιές.

    «Ναι, αγόρι μου, θα πολεμήσουμε.» Πνίγομαι απο θλίψη και περηφάνεια.

    «Αλλά δεν έχω όπλο! Θείε, ο έμπορος δε μου δίνει μαχαίρι. Πρέπει να έχω ένα μαχαίρι! Θα μου δώσεις ένα μαχαίρι;»

    Κοιτάζω το μικρό αγόρι που στέκεται μπροστά μου με ανάστημα που δεν ταιριάζει στα χρόνια του, ένα παιδικό σώμα που σε λίγες ώρες θα πεθάνει σαν άντρας. Βγάζω απ’τη ζώνη μου το διλέπιδο, ευλογημένο από ένα γέρο δρουίδη απο το Σαρνεράν. Το ακουμπάω στα χέρια του.

    «Να το κρατάς σφιχτά, από το πίσω μέρος της λαβής. Να χτυπάς με φόρα, να βάζεις όλο το κορμί σου πίσω του. Εντάξει, λεβέντη μου;»

    Το παιδί δε μ’ακούει. Θαυμάζει το όπλο ξαπλωμένο στις παλάμες του. Αγγίζω το πρόσωπό του. Συνεχίζω το δρόμο μου.

    Η αγάπη μου, η Στέινα, κλειδώνει την ξύλινη πόρτα του μαγαζιού της. Ο ήλιος δεν έχει πέσει ακόμα. Μάλλον το εμπόρευμά της τελείωσε. Στέκομαι λίγα βήματα μακριά της, χωρίς να μιλήσω. Την κοιτώ. Πλούσια η ομορφιά της, κάθε φορά που τη βλέπω πλουσιότερη, αυτός ο κόκκινος χείμαρος για μαλλιά, τα πράσινα μάτια καρφιτσωμένα πάνω στο μαξιλαρένιο πρόσωπό της, τα στήθια της να παλεύουν να σκίσουν τον κορσέ της και να ξεχυθούν ελεύθερα.

    Καταλαβαίνει οτι είμαι εκεί, γυρίζει, με βλέπει, κοντοστέκεται. Τα χείλη της τρέμουν. Ορμάει στην αγκαλιά μου σαν παιδί. Με νόμιζε νεκρό.

    «Ζείς. Ζεις!» Θάβει το κεφάλι της στο λαιμό μου. Τα μπράτσα μου, αρματωμένα με σίδερο, γεμάτα αίματα κι αυτά, την αγκαλιάζουν. Κλαίει.

    «Σου το είχα υποσχεθεί οτι θα γυρίσω. Με νόμιζες ψεύτη;»

    Δε μιλάει. Μόνο κλαίει πιέζοντας το πρόσωπό της στο λίγο δέρμα που αφήνει ελεύθερο η πανοπλία μου.

    Ανεβαίνουμε τα σκαλιά για το δώμα της. Είναι όλα όπως τα θυμάμαι. Το τομάρι απο αρκούδα μπροστά στο τζάκι, το δρύινο ντουλάπι με τα ρούχα της, τα βιβλία της που τόσο αγαπάει στα ράφια, το ταπεινό (αλλά τόσο ζεστό) κρεβάτι με τα τσούκρινα σκεπάσματα και τα μαξιλάρια που έφτιαχνε μόνη της με βαμβάκι και φτερά χήνας που της έφερνα απ’το κυνήγι.

    Ανοίγει διάπλατα τα δάχτυλα των παιδικών χεριών της και πιάνει το κράνος μου. Το τραβάει σταθερά, το αφαιρεί χωρίς να το καταλάβω, το έχει ξανακάνει. Η όψη του κεφαλιού μου την τρομάζει.

    «Είσαι γεμάτος αίματα. Άσε με να δω. Ο Άκο να με βοηθήσει! Είσαι πληγωμένος.»

    «Γρατζουνιές μόνο.»

    Στέκεται όρθια μπροστά μου, ακίνητη, σχεδόν σε στάση προσοχής. Βγάζει τα γάντια της, βλέπω το μέσα μέρος απ’τους αγκώνες της. Κάνω να πάρω τα χέρια της και να τα φιλήσω. Με αγκαλιάζει. Μου γνέφει να καθήσω στο κρεβάτι. Έχει σχεδόν σκοτεινιάσει. Ανάβει κεριά.

    Ξανά μπροστά μου ολόρθη, με κοιτάζει για λίγο.

    «Είσαι γεμάτος αίματα,» ξαναλέει. «Από πού ήρθες;»

    «Απ’το Ραν Καλντιόν. Το Σάρωμα έφτασε εκεί πριν μια βδομάδα.»

    «Οι έμποροι λένε οτι το Ραν Καλντιόν έπεσε.»

    Χάνομαι για λίγο. Ξαναζώ. Ορδές από εχθρούς τρέχουν προς τα τείχη, με κριούς, σπάνε τις πύλες, αφήνουν τα γιγαντόφιδα ελεύθερα μέσα στην πόλη. Ακολουθούν κι’αυτοί, πιο πολλοί, πιο καλά εκπαιδευμένοι και με καλύτερα όπλα απο εμάς. Σφάζουν και σφάζονται. Τα σοκάκια του Ραν Καλντιόν κοκκινίζουν. Πολεμάμε, αλλά αυτοί συνεχίζουν να έρχονται, πλήθη εχθρών, οι λεπίδες τους τρυπάνε τις σάρκες μας σαν όξινη βροχή, τα γιγαντόφιδα δηλητηριάζουν το αίμα μας. Μερικοί καταφέρνουμε να εγκαταλείψουμε την πόλη από μια πύλη που άφησαν απολιόρκητη και να τρέξουμε στο δάσος. Είμαστε δειλοί; Ναι, δε χωράει αμφιβολία. Αλλά ζήσαμε, και θα ξαναπολεμήσουμε. Άλλη μια φορά. Τώρα. Στο σπίτι μας.

    «Ναι, λατρεμένη μου. Το Ραν Καλντιόν έπεσε.»

    Βγάζει τις μπότες της για να αποκαλύψει τα δαντελένια πόδια της, μετά αρχίζει να λύνει τους σπάγγους απ’το φόρεμά της. Το αφήνει να πέσει στο πάτωμα. Είναι εκεί μπροστά μου και φοράει μόνο τον άσπρο της κορσέ.

    «Και αν αυτή η καρδιά σταματήσει να χτυπάει πριν το ξημέρωμα, απόψε είναι δική σου,» και μ’αυτά τα λόγια με πλησιάζει και φέρνει το αυτί μου πάνω στο στήθος της. Ακούω τους χτύπους γρήγορους, φοβισμένους, και απο πίσω ανάσες τρεμάμενες και κοφτές. Μένει εκεί για λίγα λεπτά, και όταν απομακρύνεται ο κορσές της έχει λερωθεί με το ξεραμένο αίμα μου.

    Γδύνεται τελείως. Στο φως των κεριών μια δική μου θεά, ένα κορμί άσπρο σαν χιόνι, σε προκαλεί να το αγγίξεις παντού: στα φουσκωτά στήθη του με τις φλογισμένες ρόγες, στον αλαβάστρινο λαιμό, στα μεγάλα, στρογγυλά καπούλια του, στην αφράτη κοιλιά, στο πυρωμένο, κόκκινο τρίχωμα ανάμεσα στα μπούτια και κάτω απ’τον αφαλό, στα ροδαλά γόνατα, στην αψεγάδιαστη πλάτη.

    «Πρέπει να φύγεις,» της λέω, ανόητα, λες και πιστεύω οτι πέρα απ’τα τείχη της πόλης μπορεί να γλιτώσει απ’τα αδέσποτα γιγαντόφιδα και τους ληστές και τα σαρκοβόρα φυτά και την κινούμενη άμμο.

    Με αγνοεί. Βγάζει το σπαθί μου απ’τη θήκη στην πλάτη μου, το αποθέτει πάνω στο ξύλινο παλιό τραπέζι της. Ξεκουμπώνει τα μάνταλα του μπρούτζινου θώρακά μου, τον ανοίγει. Τον ακουμπάει προσεκτικά στο πάτωμα. Μετά τις επικαρπίδες, τις επωμίδες, τα γάντια μου. Μου σηκώνει τα χέρια και τραβάει τη μάλλινη βέστα μου πάνω απ’το κεφάλι μου. Τραβάει τις δερμάτινες μπότες μου, βλέπω τα πόδια μου, κόκκινα κι’αυτά, αν όλο αυτό το αίμα ήταν δικό μου θα ήμουν νεκρός, αλλά έχω κολυμπήσει στα κόκκινα σοκάκια του Ραν Καλντιόν. Μου ζητάει να σηκωθώ με τα μάτια της. Βγάζει την αλυσιδόβρακά μου και τώρα είμαι κι εγώ γυμνός. Φιλάει το λαιμό μου και τους ώμους μου, με ξαπλώνει στο κρεβάτι της. Για λίγο δε με νοιάζει ο θάνατος που έρχεται, με νοιάζει μόνο η ζεστασιά του κρεβατιού της στην πλάτη μου, το ανθισμένο κορμί της στο φως των κεριών.

    Κατεβάζει το δοχείο απ’τη φωτιά του τζακιού, το φέρνει κοντά, παίρνει καθαρά πανιά και τα βρέχει. Τα ακουμπάει στο κεφάλι μου, στο στήθος μου, στις μασχάλες μου και στα πλευρά μου. Πλένει τα αχαμνά μου και τα χαϊδεύει, τα φιλάει δύο, τρεις φορές, ανδρώνομαι σα γάιδαρος, χαμογελάει. Καθαρίζει τις γάμπες μου και τα πόδια μου, με γυρίζει μπρούμυτα, τρίβει τα πανιά στους ώμους μου, στην πλάτη μου, στα καπούλια μου. Χωρίς να τη βλέπω δε μπορώ να ξεχωρίσω αν με αγγίζει με τα χέρια της ή με τα χείλη της.

    Στα χέρια της τώρα μια δροσερή μυρωδάτη πάστα, την πασαλείβει εκεί που το σώμα μου έχει πληγές. Στην ωμοπλάτη μου, στο μέτωπό μου, στο σβέρκο μου, στα πόδια μου, με γυρίζει ανάσκελα, την απλώνει στην κοιλιά μου και στα καλάμια των ποδιών μου. Άρωμα από δυόσμο, μάραθο και πιπερόριζα. Οι πληγές μου μηρμυγκιάζουν, μετά δεν τις νιώθω καθόλου.

    Απομακρύνεται. Στέκεται πάνω απ’το τραπέζι και καθαρίζει προσεκτικά το σπαθί μου μουρμουρίζοντας την Προσευχή.

    Μ’ετούτο είν’ ο άντρας μου,
    Μ’ετούτο ο ήρωάς μου,
    Μ’ετούτο τ’όπλο το έντιμο,
    Μ’ετούτο με γκαστρώνει,
    Μ’ετούτο κατακρεουργεί,
    Μ’ετούτο εδώ σκοτώνει.

    Μ’ετούτο θα βρεθεί νεκρός
    Την άλληνε της μάχης.
    Μ’ετούτο ο Άκο αν μπορεί,
    Θα μου τον επιστρέψει.

    Ανάσκελα στο ξύλινο καρότσι θα τον φέρουν,
    Μ’ετούτο δω στο στήθος του τον ήρωα θα θάψουν.
    Ετούτο τ’όπλο το έντιμο του αύριο οι ανθρώποι
    Θ’αναζητήσουν για να βρουν τον ήρωα όταν ψάξουν.


    Βγάζει τροφή απ΄το ντουλάπι, παστό χοιρινό, ψωμί, γογγύλια, κρασί. Κάθεται δίπλα μου και με ταϊζει. Χαϊδεύω τα στήθια της καθώς τρώγω και πίνω.

    Με αφήνει στο κρεβάτι με μια κούπα κρασί και μια ρίζα από σελεντίνη. Πίνω και μασάω το φυτό, οι αισθήσεις μου τινάζονται, ανεβαίνουν στον ουρανό. Αυτή είναι σκυφτή πάνω απ’την πανοπλία μου και την καθαρίζει με πανιά, μετά την περνάει με λίπος από άλογο, την κάνει να γυαλίζει σαν καθρέφτης στο μισοσκόταδο.

    Όταν το αποτέλεσμα την ικανοποιεί, έρχεται και γονατίζει μπροστά στο κρεβάτι. Σταυρώνει τα χέρια της πίσω απ’την πλάτη της.

    «Τελείωσα,» λέει με χαμηλωμένα τα μάτια.

    Ο πούτσος μου σα παλαμάρι, σηκώνομαι, στέκομαι μπροστά της, τον βάζω μπροστά στο στόμα της. Χωρίζει τα σάρκινα ρουμπίνια που έχει για χείλη και τον γλείφει, μετά τον αφήνει να μπει μέσα, τον φιλάει και τον ρουφάει. Ζω αλλού τώρα, μαζί της, σε μια πόλη ειρηνική, εύπορη, πράσινη και λαμπερή, γαλάζιοι ουρανοί και γλυκειά δροσιά. Βγάζω το σπέρμα μου στο στόμα της, το βλέπω να ξεχειλίζει από την άκρη των χειλιών της, αυτή συνεχίζει να ρουφάει, να γλείφει, να καταπίνει, τα πλατσουρίσματα απ’τα σάλια της και τα χύσια μου ανακατεύονται με τα καψαλίσματα της φωτιάς στο τζάκι.

    Το καβλί μου ακόμα όρθιο σαν από ξαναμένο βόδι. «Γονάτισε στα τέσσερα τώρα,» της λέω. Υπακούει. Ακουμπάει το πηγούνι της πάνω στα χέρια της στο πάτωμα, τραβάει τα γόνατά της προς τα μέσα και τουρλώνει τον τροφαντό κώλο της. Η κωλοτρυπίδα της κόκκινη κι’αυτή, την αγγίζω, ζεματάει, ξεχωρίζω καλά τα κωλομέρια της με τα χέρια μου και στριμώχνω τον πούτσο μου μέσα της. Βογγάει σαν αηδόνι, σκούζει σα φλάουτο, τα χέρια μου στα βυζιά της τώρα, νιώθουν την καρδιά της να χτυπάει σαν ταμπούρλο. Γαμώ τη μουσική του κώλου της καθώς αυτή χαϊδεύει το μουνί της, χύνουμε μαζί, σωριαζόμαστε για λίγο στο πάτωμα.

    Περνάνε μόνο λίγα λεπτά, ξανασηκώνομαι, την παίρνω στα χέρια μου και την πετάω ανάσκελα στο κρεβάτι. Παίρνω στο στόμα μου τις μουσκεμένες τρίχες του μουνιού της, φτάνω με τη γλώσσα μου στην ορθάνοιχτη σάρκα του, βυθίζω τα χείλη μου μέσα του. Τα χέρια μου στη μέση της και στα βυζιά της, τη νιώθουν να σπαρταράει. Όταν καταλαβαίνει οτι σηκώνομαι για να μπω μέσα της ανασαίνει σα κουνέλα που παλεύει να ξεφύγει από κυνηγόσκυλα. Το καβλί μου τεράστιο, οι φλέβες του γυαλίζουν στο μισόφως, μπαίνει μέσα της με δύναμη, φτάνει στα βάθη της, αυτή δεν ανασαίνει για πολλή ώρα, μετά τσιρίζει μέσα στη νύχτα, τα νύχια της βυθίζονται στους ώμους μου, μέσα στις πληγές μου. Την ηλεκτρίζει ο οργασμός της, δαγκώνει τα δάχτυλά μου και τα δικά της μαζί, πονάμε και χύνουμε παρέα.

    Δεν ξέρω για πόσο κοιμόμαστε, μαντεύω δύο ώρες, ίσως και τρεις. Την ονειρεύομαι με την κοιλιά φουσκωμένη, μετά να βυζαίνει ένα φασκιωμένο μωρό, μετά να λέει παραμύθια για νεράιδες και ξωτικά σ’ένα αγόρι που ίσα ίσα περπατάει δίπλα απ’το τζάκι.

    Οι καμπάνες χτυπάνε με ρυθμό εφιαλτικό και μας τινάζουν μακριά απ’τον ύπνο μας. Έξω φωνές τρομαγμένες, προσταγές στρατιωτικές, κλάμματα, σκυλιά γαυγίζουν. Σηκώνομαι γρήγορα και πάω να ντυθώ, «Όχι!», φωνάζει.

    «Όχι!»

    Και μετά:

    «Εγώ.»

    Με ντύνει γρήγορα αλλά προσεκτικά, ούτε καν νιώθω τα μάνταλα της πανοπλίας να κλείνουν γύρω απ’το σώμα μου. Κρατάει το σπαθί μου στα χέρια της. Τρέμει. Σκύβει το κεφάλι της και φιλάει τη λεπίδα του, κόβει τα χείλη της και αφήνει το αίμα να στάξει πάνω του.

    Μ’ετούτο είν’ ο άντρας μου,
    Μ’ετούτο ο ήρωάς μου.


    Το χώνει αργά στη θήκη του. Το νιώθω να βαραίνει την πλάτη μου, μ’ευχαριστεί το βάρος του.

    «Καλή μάχη, αγάπη μου.» Με φιλάει, μετά μου φοράει το κράνος μου. Δεν κλαίει. Εγώ δεν έχω τίποτα να πω. Μου φαίνεται οτι η ζωή μου ήταν παραδεισένια, γιατί κάποια κομμάτια της ήταν μαζί της.

    Τρέχω προς τα τείχη και σκαρφαλώνω στο νότιο πύργο. Βλέπω το στρατό τους να ξεπροβάλει απ’το δάσος, τα γιγαντόφιδα μπροστά, οι λυσσασμένοι στρατιώτες ξωπίσω τους.

    Σε λίγα λεπτά βρισκόμαστε μπροστά τους, κορμί με κορμί. Το σπαθί μου κόβει σάρκες μπροστά μου, στα πλάγια μου, πίσω μου. Καπνός και αίμα. Κάποιο λεπίδι σκίζει την πλάτη μου, χαμηλά. Ο ήλιος λάμπει λες και μας κοροϊδεύει, όλους εμάς, τους δικούς μου και τους εχθρούς μου, όλους αυτούς που χύνουν τώρα το αίμα τους χωρίς να ξέρουν ακριβώς γιατί.

    Ένας νεαρός εχθρός μπερδεύεται, τα χάνει, του κόβω το κεφάλι με ένα χτύπημα. Πίσω μου η πόλη ήδη καίγεται. Το σπίτι της αγαπημένης μου Στέινα είναι χαμένο μέσα στη φωτιά. Δε σκέφτομαι πώς πέθανε. Συνεχίζω να πετσοκόβω. Εχθροί παντού, με περικυκλώνουν, σκοτώνω, τα χέρια μου ζεματάνε με την οργή του θανάτου, και τότε έρχεται η στιγμή, και ένα μεγάλο κοντάρι ατσάλινο τρυπάει το λαιμό μου από αριστερά, βγαίνει από δεξιά. Κάνω κι’άλλα βήματα στην καπνισμένη λιακάδα, ανασαίνω για τελευταία φορά τον αέρα των ανθρώπων.

    Σωριάζομαι στον πέτρινο, ματωμένο δρόμο, γύρω μου ποδοβολητά και ουρλιαχτά. Γεμίζω μ’ένα συναίσθημα παράξενο, και αν είχα λαρύγγι θα γέλαγα. Καθώς το αίμα με πνίγει, τα μάτια μου και τ’αυτιά μου πάβουν να δουλεύουν.

    Στις λίγες στιγμές που μου απομένουν θέλω να ζήσω το θάνατο όπως έζησα τη ζωή, στην αγκαλιά της. Κι αφού αυτό δε γίνεται, λίγο πριν το μυαλό μου παραιτηθεί κι αυτό, τα καταφέρνει να με κάνει να ακούσω για τελευταία φορά την πιο γλυκειά μουσική.

    Τον ήχο της καρδιάς της αγαπημένης μου μέσα στο μυρωδάτο στήθος της.
     
    Last edited: 27 Μαρτίου 2008
  2. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Τόκανες πάλι...Ένας αντρικός κόσμος.

    Πολύ όμορφο. Και η Ανδρομάχη σου εξαιρετική.
     
  3. zinnia

    zinnia Contributor

    από το Παραμύθι χωρίς όνομα του Ι. Καμπανέλλη

    στο αφιερώνω


    Στρατιώτη μου, τη μάχη θα κερδίσει
    όποιος πολύ το λαχταρά να ζήσει
    Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει
    στρατιώτη μου, για πόλεμο δεν κάνει

    Στρατιώτη, αν θες τη μάχη να κερδίσεις
    μια κοπελίτσα κοίτα ν’ αγαπήσεις
    Όποιος στο γυρισμό του όρκο δεν κάνει
    στρατιώτη μου, τον πόλεμο τον χάνει
     
  4. Maley

    Maley Contributor

    επι τελους ξανακτυπησες..