Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Αποπλάνηση, Τώρα!

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 24 Φεβρουαρίου 2018.

  1. estelwen

    estelwen χρήσιμη Contributor

    @Arioch, πειστικό και απέριττο, λιχουδιά!
     
  2. elliannaf

    elliannaf New Member

    Θα συμφωνήσω με το λιχουδια..υπεροχο
     
  3. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Πράξη η'
    ~.~​
    Κοίταζα το ταβάνι και το μυαλό μου ήταν ακόμα σε εκείνο το χωράφι, λίγο μετά το φράγμα του Μαραθώνα.

    -Σ’ αγαπάω.

    -Εγώ να δεις.

    Έπαιζε ξανά και ξανά και ξανά και ξανά.

    Δεν είναι ο έρωτας εγωιστικός; Γιατί το μυαλό μου πήγαινε περισσότερο στο «αααχ… αααχ.» όταν τέλειωνε μέσα στο στόμα μου και όχι στον πρώτο μου πραγματικό οργασμό που μου είχε προσφέρει λίγη ώρα νωρίτερα;

    Σ’ αυτή τη σχέση ήμουν στη θέση του συνοδηγού. Ή για να είμαι πιο ακριβής στη θέση του επιβάτη ενός τραίνου. Μπορείς να κατέβεις στο ενδιάμεσο αλλά πας όπου σε πάει. Όχι ότι ήθελα να κατέβω, ωστόσο ένα μέρος του εαυτού μου επαναστατούσε.

    Ο Μανώλης όμως ούτε απαιτούσε ούτε ζητούσε. Ήταν αυτός που ήταν, έκανε αυτά που έκανε κι εγώ ακολουθούσα. Ο Μανώλης ήταν ο ίδιος, εγώ άλλαζα. Όσο και αν ένα κομμάτι του εαυτού μου επαναστατούσε το υπόλοιπο -και μεγαλύτερο- έβρισκε αυτή την παράδοση λυτρωτική. Όμως μήπως αυτό γινόταν γιατί η διαδρομή του τραίνου τύχαινε απλά να με βολεύει; Τι θα γινόταν αν σε κάποια διασταύρωση άλλαζε ράγες και κινούσε προς αλλού;

    Θα σταματούσε να κατέβω, θα έπρεπε να πηδήξω ενώ αυτό έτρεχε ή θα το ακολουθούσα όπου πήγαινε.

    Μάλλον θα κατέβαινα ακόμα και αν χρειαζόταν να πηδήξω από κινούμενο τραίνο. Το αίμα νερό δεν γίνεται.

    Έβαλα απαλή μουσική να παίζει στο ράδιο και σιγά-σιγά ο Μορφέας, με τη μορφή του Μανώλη, με πήρε στην αγκαλιά του.

    Όπως κάθε πρωί ξύπνησα νωρίς. Έβαλα την αθλητική μου περιβολή, βγήκα έξω και ξεκίνησα για το συνηθισμένο πρωινό μου τρέξιμο που έκανα τις μέρες που δεν είχα πολύ πρωί μάθημα. Πέντε χιλιόμετρα κατέβασμα, πέντε χιλιόμετρα ανέβασμα.

    Με το μυαλό μου στο χθεσινό δεν κατάλαβα καλά-καλά καλά πότε έφτασα στη Θησέως. Αποφάσισα σήμερα να αλλάξω διαδρομή. Έφτασα μέχρι τη Δροσιά και από εκεί πήρα τη Σταμάτας μέχρι τη Ροδοπόλεως όπου την πήρα πάνω μέχρι πάλι το Διόνυσο.

    Ένιωθα απίστευτη ζωντάνια και ενεργητικότητα παρόλο που ο tracker μου τελικά κατέγραψε 13 χιλιόμετρα και όχι τα συνηθισμένα μου 10.

    Μου άρεσε να κουράζω το σώμα μου, μου άρεσε το έντονο τρέξιμο και η γυμναστική. Μου αρέσει να φτάνω στα άκρα, συμμετάσχω στους μαραθωνίους της Αθήνας από 15 χρονών και στους τρεις τελευταίους μαραθώνιους της έχω καταφέρει και να τερματίσω. Και φυσικά σαν αθλήτρια αλλά και χάρη στις πολεμικές τέχνες είχα μάθει να αντέχω τον πόνο. Όχι να τον αποζητώ, απλά να τον αντέχω.

    Ίσως… ίσως αυτός ο πόνος του δαγκώματος να μην είναι παρά μια άλλη πλευρά του ίδιου πράγματος, όχι ως πόνος τραυματισμού αλλά ως πόνος του να φέρνεις το σώμα σου στα άκρα.

    Αλλά οκ, ας πούμε ότι τα λύσαμε τα περί πόνου. Το δέσιμο; Η καύλα που νιώθω κάθε φορά που με κρατά ακίνητη; Αυτό από που στο καλό ξεφύτρωσε;

    Και δεν είχα και με ποιον να τα πω αυτά. Πώς να πω τέτοιο πράγμα στην Ειρήνη;

    Υπήρχε φυσικά και ο Μανώλης αλλά φοβόμουν ότι είμαστε πολύ στις αρχές για να του ανοιχτώ τόσο πολύ και είναι άλλο πράγμα να ανοίγεις το στόμα σου για να τον πάρεις μέσα σου και να του προσφέρεις ηδονή και άλλο πράγμα για να του μιλήσεις για τις πιο μύχιες σκέψεις σου. Φυσικό δεν είναι; Ποιο εύκολα γδύνεις το σώμα σου παρά την ψυχή σου.

    Αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο. Μπορεί οι Θεοί να γελάνε όταν οι άνθρωποι κάνουν σχέδια αλλά καμιά φορά για δικούς τους λόγους αποφασίζουν να ευνοήσουν ένα θνητό ή στην περίπτωσή μου, μία θνητή.

    Το ίδιο βράδυ πήγαμε σε ένα karaoke bar και ήταν και η πρώτη μας κοινή έξοδος με περισσότερο κόσμο. Εγώ και ο Μανώλης και η αδελφή του η Ελένη με τον αρραβωνιαστικό της τον Παναγιώτη.

    Το karaoke δεν έπαιζε μόνο ελληνικά, είχε και μια πλούσια συλλογή ροκ οπότε η δική σου έδωσα παράσταση. Ως μοναδική κληρονόμος της καλλιφωνίας του πατέρα μου διαθέτω ελαφρά βραχνή φωνή που μπορεί να πιάσει κάμποσες οκτάβες και πλούσιο βιμπράτο. Οι υπόλοιποι, και με εξαίρεση την Ελένη, δεν το είχαν οπότε τα γέλια και τα πειράγματα μεταξύ μας αλλά και με τις υπόλοιπες παρέες πήγαιναν και ερχόντουσαν.

    Όταν σηκώθηκε η Ελένη και είπε τι θα τραγουδήσει επικράτησε πανικός, τη φωνή της θα τη ζήλευαν και φτασμένες ραδιοφωνικές παραγωγοί. Μετά σηκώθηκε ένας από μια διπλανή παρέα και έγινε της κακομοίρας από τα γέλια γιατί το φάλτσο του έσπαγε κόκαλα και εκτός από αυτό τον έπιαναν και αυτόν τα γέλια.

    Όσο τραγουδούσε ο επόμενος εγώ πήγα στο DJ γεμάτη αγωνία και τον ρώτησα αν έχει το συγκεκριμένο κομμάτι που ήθελα. Γούρλωσε τα μάτια του γεμάτος έκπληξη.

    «Είσαι σίγουρη;» με ρώτησε.

    «Βάρα αλύπητα» του είπα.

    Παραδέχομαι πως το τραγούδι που επέλεξα είναι εξαιρετικά δύσκολο ακόμα και για μένα αλλά πρώτον το είχα ξανακάνει στο οικογενειακό καραόκε -με αρκετή επιτυχία- και επιπλέον τα είχα κοπανίσει οπότε είχα λυθεί.

    Παρουσία του Μανώλη ήθελα να δώσω την παράσταση της ζωής μου.

    Πήγα στο stand των τραγουδιστών. Μπροστά μου υπήρχε η οθόνη του autocue στην οποία προβάλλονται οι στοίχοι όταν πρέπει να τους πεις. Δεν τους είπα τι είχα σκοπό να προσπαθήσω να τραγουδήσω, θα το μάθαιναν όταν άρχιζε η μουσική.

    Έπεσαν οι πρώτες νότες ένα μακρόσυρτο «ωωωω» ακούστηκε από τη μεριά των θαμώνων το οποίο το ακολούθησε χαμήλωμα των φωνών και τελικά ησυχία. Μόνο εγώ, το μικρόφωνο και το τραγούδι που είχε ξεκινήσει. Κοίταξα το Μανώλη και του είπα απλά ανοιγοκλείνοντας το στόμα μου και δείχνοντάς τον με το χέρι «Για σένα»


    Time keeps movin' on,
    Friends they turn away.
    I keep movin' on
    But I never found out why
    I keep pushing so hard the dream,
    I keep tryin' to make it right
    Through another lonely day, whoaa.​

    Η σιγή ήταν τόσο έντονη που μπορούσες να την κόψεις με το μαχαίρι. Συνέχισα παίρνοντας θάρρος μην έχοντας ρίξει ούτε καν μια ματιά στο autocue. Τα μάτια μου ήταν καρφωμένα πάνω στο Μανώλη, ο κόσμος μου αυτή τη στιγμή ήταν το μικρόφωνο, η μουσική και ο Μανώλης.

    Dawn has come at last,
    Twenty-five years, honey just in one night, oh yeah.
    Well, I'm twenty-five years older now
    So I know we can't be right
    And I'm no better, baby,
    And I can't help you no more
    Than I did when just a girl.

    Aww, but it don't make no difference, baby, no, no,
    And I know that I could always try.
    It don't make no difference, baby, yeah,
    I better hold it now,
    I better need it, yeah,
    I better use it till the day I die, whoa.

    Don't expect any answers, dear,
    For I know that they don't come with age, no, no.
    Well, ain't never gonna love you any better, babe.
    And I'm never gonna love you right,
    So you'd better take it now, right now.

    Oh! But it don't make no difference, babe, hey,
    And I know that I could always try.
    There's a fire inside everyone of us,
    You'd better need it now,
    I got to hold it, yeah,
    I better use it till the day I die.

    Don't make no difference, babe, no, no, no,
    And it never ever will, hey,
    I wanna talk about a little bit of loving, yeah,
    I got to hold it, baby,
    I'm gonna need it now,
    I'm gonna use it, say, aaaah,

    Don't make no difference, babe, yeah,
    Ah honey, I'd hate to be the one.
    I said you're gonna live your life
    And you're gonna love your life
    Or babe, someday you're gonna have to cry.
    Yes indeed, yes indeed, yes indeed,
    Ah, baby, yes indeed.

    I said you, you're always gonna hurt me,
    I said you're always gonna let me down,
    I said everywhere, every day, every day
    And every way, every way.
    Ah honey won't you hold on to what's gonna move.
    I said it's gonna disappear when you turn your back.
    I said you know it ain't gonna be there
    When you wanna reach out and grab on.

    Whoa babe,
    Whoa babe,
    Whoa babe,
    Oh but keep truckin' on.
    Whoa yeah,
    Whoa yeah,
    Whoa yeah,
    Whoa,
    Whoa,
    Whoa,
    Whoa,
    Whoaaaaaa.​

    Στο μαγαζί επικράτησε πανζουρλισμός. Ως αθλήτρια δε μου είχε τύχει ποτέ να ζήσω standing ovation, το έζησα ως ερασιτέχνης τραγουδίστρια σε βραδιά καραόκε. Ήμουν που ήμουν επειδή το τραγούδι το ζούσα και το ένιωθα όσο το έλεγα, ήρθε και αυτή η απροσδόκητη επιβράβευση και με πήραν τα ζουμιά. Έτρεξα γρήγορα στο Μανώλη και χώθηκα στην αγκαλιά του.

    Η παράστασή μου είχε τελειώσει παρά τις επίμονες παρακλήσεις των θαμώνων να πω και άλλα τραγούδια. Μια άλλη μέρα ίσως, τραγουδώντας το Kozmic Blues είχα δώσει και ένα κομμάτι της ψυχής μου και έπρεπε να ξεκουραστώ και να το αναπληρώσω.

    Φαντάσου δηλαδή τι τράβαγε η Janis. Μάλλον γι αυτό το έριξε στο ποτό και στα ναρκωτικά.

    Τρίφτηκα πάνω του σα γατάκι.

    «Σ’ άρεσε μωρό μου» τον ρώτησα.

    «Αν μου άρεσε; Θα σε ζήλευε και η ίδια η Joplin» είπε με μια δόση υπερβολής.

    Αχ, γι αυτό τον αγαπάω.

    Και τότε έκανε κάτι τελείως απροσδόκητο.

    «Φεύγουμε;» με ρώτησε.

    Τον κοίταξα παιχνιδιάρικα στα μάτια. «Να πάμε βόλτα με το αυτοκίνητο;»

    «Όχι» μου είπε. «Να πάμε σπίτι μου».

    Ανασήκωσα το βλέμμα μου και τον κοίταξα στα μάτια και απλά του έγνευσα καταφατικά.

    «Μας συγχωρείτε» είπε σε Ελένη και Παναγιώτη «αλλά πρέπει να πάμε για τσιγάρα, μας τελείωσαν.»

    «Μα δεν καπνίζετε» είπε ο Παναγιώτης.

    «Ακριβώς» του είπε ο Μανώλης κλείνοντάς του το μάτι.

    Φίλησε στα γρήγορα την αδερφή του και έπιασε φιλικά στον ώμο τον Παναγιώτη, μετά τους χαιρέτησα και εγώ και προς γενική απογοήτευση του νεοαποκτηθέντος fan club μου γίναμε καπνός.

    Ήμουν σίγουρη ότι στο τέλος της βραδιάς η παρθενιά θα γινόταν παρελθόν. Δεν με ένοιαξε, αν ήταν να τη χάσω από κάποιον, ας ήταν ο Μανώλης αυτός ο κάποιος.

    Σε μισή ώρα ήμασταν σπίτι του. Ο Μανώλης μένει ψηλά στην Πολιτεία, για την ακρίβεια στην κορυφή μιας απότομης και μεγάλης ανηφόρας που είναι ότι πρέπει για κάποιον που θέλει να εξασκηθεί στην ορειβασία. Το διαμέρισμα που μένει είναι ένα μικρό ρετιρέ γιατί ο αρχιτέκτονας -και πολύ σωστά για μένα- αφιέρωσε το μεγαλύτερο κομμάτι του ορόφου σε μια τεράστια βεράντα έχοντας αρχικά στο νου του να κάνει τον προ-τελευταίο και τελευταίο όροφο μεζονέτα. Τελικά για άγνωστους λόγους δεν έγινε η μεζονέτα και έτσι το ρετιρέ άλλαξε σε μικρό τριάρι με τεράστια βεράντα.

    «Η προίκα μου» μου έδειξε χαμογελώντας.

    Πριν κανένα μήνα είχα τύχει να πέσω πάνω στην επανάληψη του «Με φόβο και πάθος» οπότε μην αναρωτιέστε από πού μου ήρθε η ατάκα.

    «Με αυτό το μικρό τριαράκι πας να με τουμπάρεις; Είσαι πολύ μικρός για να τα βάλεις με τους Βιάσκους».

    Η απόπειρα για χιούμορ δεν έπιασε γιατί ο Μανώλης κατά τα φαινόμενα είτε δεν είχε δει την ταινία είτε δεν τη θυμόταν.

    «Μικρό αλλά με μια βεράντα ναααα… με το συμπάθειο»

    Όταν με έβγαλε στη βεράντα και είδα τη θέα χάζεψα. Δυστυχώς είχε πολύ κρύο για να κάτσουμε έξω οπότε μπήκαμε μέσα.

    «Θες κάτι να πιείς;» με ρώτησε.

    Τα είχα κοπανίσει λίγο στο karaoke και δεν είμαι άνθρωπος που πίνει.

    «Κάτι χωρίς αλκοόλ» του ζήτησα.

    Περνώντας το πάσο πήγε στην κουζίνα. Εγώ χάζευα το σπίτι του. Λιτά, μοντέρνα και με γούστο επιπλωμένο φώναζε «Μανώλης». Το σπίτι ήταν τακτοποιημένο και πεντακάθαρο. Έχοντας κι εγώ μια ανάλογη μανία με τάξη και καθαριότητα είπα μέσα μου ότι κύλισε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.

    Σηκώθηκα και περιηγήθηκα στο χώρο. Υπήρχαν άλλα δύο δωμάτια στο σπίτι. Το ένα, το μεγαλύτερο ήταν η κρεβατοκάμαρά του. Το κρεββάτι του ήταν υπέρδιπλο, σιδερένιο και με κάγκελα, ταυτόχρονα μοντέρνο και κλασσικό. Το κρεββάτι ήταν στρωμένο και στο δωμάτιο δεν υπήρχαν πεταμένα ρούχα.

    Το άλλο δωμάτιο ήταν το γραφείο του. Καθαρό μεν αλλά πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα χάος από βιβλία καθώς και ένα μικρό laptop. Όλος ο ένας τοίχος ήταν μια τεράστια βιβλιοθήκη γεμάτη από βιβλία, από το πάτωμα μέχρι σχεδόν το ταβάνι. Το σχέδιό της μου έκανε εντύπωση, δεν ήταν κλασσική βιβλιοθήκη, ήταν μακριά ράφια χωρίς πλάτη που έφταναν στον τοίχο από τον οποίο ανά τακτά διαστήματα ξεκινούσαν χοντρά συρματόσκοινα που τα κρατούσαν στη θέση τους.

    Γύρισα στο σαλόνι όπου ο Μανώλης είχε κάτσει στον καναπέ και με περίμενε. Είχε κόψει φρούτα σε κομματάκια και τα είχε ρίξει σε μια μεγάλη κανάτα γεμάτη κόκκινο κρασί.

    «Μαυροδάφνη είναι αυτό;»

    «Όχι» μου απάντησε. «Σαγκρία»

    «Έχει αλκοόλ;»

    «Ναι, αλλά είναι πολύ ελαφρύ. Μπορείς να πιείς άφοβα, δε θα σε πειράξει.»

    «Έχω ήδη πιεί και δεν θέλω άλλο αλκοόλ» του είπα πεισμωμένη.

    «Και φοβάσαι μη μου ξαναπείς ότι μ’ αγαπάς;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

    Τον κοίταξα με μάτια που πετούσαν σπίθες.

    «Νομίζεις ότι χρειάζεται να είμαι μεθυσμένη για να το πω;»

    «Όχι, χρειάζονται να έχουν λυθεί οι άμυνές σου» μου απάντησε και συνέχισε «Δεν ξέρω τι ακριβώς γίνεται μέσα στο μυαλουδάκι σου αλλά έχω καταλάβει ότι γίνονται πράγματα και θάματα. Το ξέρω ότι μιλάμε με τις ώρες αλλά στην πραγματικότητα δε μιλάς καθόλου για τον εαυτό σου και πάντα βρίσκεις τρόπο και αλλάζεις την κουβέντα. Το κάνεις πολύ έντεχνα, τόσο που κάθε φορά παρασύρομαι. Χθες αυτό το καβούκι άνοιξε, έστω και για ένα απλό σ’ αγαπώ.»

    Εντάξει, διαβάζει τις σκέψεις μου αποφάσισα. Αυτά σκεφτόμουν όλο το βράδυ.

    «Έχεις δίκιο» ομολόγησα. «Όμως δε χρειάζεται να είμαι μεθυσμένη για να πω σ’ αγαπάω, αν θες μπορώ να βγω τώρα στη βεράντα και να με ακούσει όλη η Πολιτεία. Δεν είναι ότι δε θέλω να σου μιλήσω. Αλλά στην αρχή με είχες γοητεύσει τόσο πολύ… Και μετά σε ερωτεύτηκα. Και φοβόμουν, φοβόμουν τι μπορεί να σημαίνω για εσένα, φοβόμουν μήπως δε σ’ αρέσει το υπόλοιπο κομμάτι της Κατερίνας. Χθες… χθες δεν ξέρω τι έγινε. Ξέρω μόνο ότι με έκανες να αισθανθώ όπως δεν είχα τολμήσει να ελπίσω και στα πιο τρελά μου όνειρα. Το μόνο που ήθελα μετά ήταν να σου προσφέρω, να σου προσφέρω ό,τι μπορώ να σου δώσω και ακόμα παραπάνω, φτάνει να το ζητούσες. Μετά… μετά μου είπες ότι μ΄αγαπάς κι εσύ αλλά τι ν’ αγαπάς σε κάποιαν που σου κρύβει ολόκληρα κομμάτια του εαυτού της;»

    Τα μάτια μου χαμήλωσαν στο πάτωμα και ευχόμουν με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να ανοίξει η γη και να με καταπιεί.

    «Κατερίνα, κοίταξέ με!» μου είπε με τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Μέσα πάλευαν οι δαίμονές μου και από τη μια ήθελα να τον υπακούσω και να τρέξω και να πέσω πάνω του και από την άλλη ήθελα να ανοίξω την πόρτα και να σηκωθώ να φύγω τρέχοντας»

    Take the first step.

    Σήκωσα τα μάτια μου και τον κοίταξα δακρυσμένη.

    «Καταλαβαίνω περισσότερα πράγματα απ’ όσο νομίζεις» μου είπε απλά. «Δεν ξέρω τι γίνεται μέσα σου, ξέρω όμως ότι όποιοι δαίμονες και αν παλεύουν μέσα σε αυτό το όμορφο κεφαλάκι, επικρατούν εκείνοι που με έκαναν να το ερωτευτώ. Οι δαίμονες που παλεύουν μέσα σου, είναι δαίμονες που παλεύουν μέσα σε κάθε άνθρωπο, είναι η ευχή και η κατάρα των Θεών που μας έδωσαν ελεύθερη βούληση και μας πέταξαν με τις κλωτσιές από τον παράδεισο όταν κάναμε χρήση αυτού τους του δώρου… έξωση από ένα παράδεισο που υποτίθεται είχανε φτιάξει για εμάς.»

    Με χάιδεψε απαλά στο μάγουλο.

    «Οι δαίμονές μας μάς κάνουν ανθρώπους. Οι δαίμονές μας μάς κάνουν αυτό που είμαστε.»

    «Τελικά θα το πιώ αυτό το ποτήρι» του είπα και το γέμισα το ποτήρι μου από την κανάτα. «Cheers» του είπα και κατέβασα μια γερή γουλιά.

    «Λοιπόν τέκνο μου» μου είπε παιχνιδιάρικα, «είσαι έτοιμη να εξομολογηθείς;»

    «Είμαι» του είπα «αλλά μάλλον θα πρέπει να πιώ και την υπόλοιπη κανάτα για να ήμαστε σίγουροι. Τώρα βέβαια τι είδους εξομολόγηση θα είναι αυτή με τον εξομολογούμενο ντίρλα… τι να σου πω. Σίγουρα, πάντως, δε θα στέκει ενώπιον δικαστηρίου!»

    «Υπάρχουν και πιο απλοί τρόποι» δήλωσε με σιγουριά.

    «Δεν βλέπω την ώρα και τη στιγμή» του είπα περιπαιχτικά.

    «Πάω στο δωμάτιο να πάρω κάτι πράγματα» μου είπε. «Όταν γυρίσω θέλω να με περιμένεις τελείως γυμνή.»

    Ορίστε;

    Σηκώθηκε και έφυγε χωρίς να μου πει άλλη κουβέντα αφήνοντάς με παγωτό. Σοβαρά μιλάει τώρα; Το μυαλό μου πήγε στις νεοανακαλυφθήσες σεξουαλικές μου φαντασιώσεις. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν μιλάει σοβαρά ή μου έδινε έναυσμα για παιχνίδι. Θυμήθηκα τον οργασμό μου. Θυμήθηκα το «Κι εγώ να δεις».

    Αν δεν βρέξεις κώλο ψάρι δεν τρως. Ατσάλωσα τον εαυτό μου και έμεινα με την αδαμιαία περιβολή μου. Είδα την ανοιχτή μπαλκονόπορτα και ταράχτηκα και έκανα κίνηση να προστατέψω τη γύμνια μου αν και η πιθανότητα να κυκλοφορούν μπανιστιρτζίδες ελικοπτεράδες σαββατιάτικα ήταν μάλλον μηδαμινή.

    Ακόμα όμως κι έτσι ένιωθα έντονη αμηχανία, στέκοντας γυμνή υπό πλήρη φωτισμό στο σαλόνι του. Ήπια άλλη μια γερή γουλιά από το γλυκό ποτό προσπαθώντας να πάρω θάρρος.

    Ο Μανώλης επέστρεψε στο σαλόνι με ένα μαντίλι, κάτι που έμοιαζε με καμτσίκι και κάτι που μου θύμισε έντονα πιγκάλ, μια κοντή χειρολαβή που κατέληγε σε ένα δάσος από σχοινιά; Κομμάτια δέρμα;

    Ξεροκατάπια και προσπάθησα να αστειευτώ.

    «Αυτά είναι τα δώρα μου;»

    “Timeo Danaos et dona ferentes”

    «Αν είπες ότι κάποιος τίμιος Δανός θα μας φέρει ντόνατς με γέμιση φερέρο είμαι μέσα αλλά κάτσε πρώτα να ντυθώ» του είπα αστειευόμενη.

    Γέλασε με την καρδιά του.

    Μάλλον θα το έχεις ακουστά και ως «Φοβοῦ τοὺς Δαναοὺς καὶ δῶρα φέροντας»

    Ναι, έτσι το ήξερα.

    «Και γιατί δεν το λες στα ελληνικά άνθρωπε μου;»

    «Γιατί ο Βιργίλιος έγραψε την Αινειάδα στα λατινικά και όχι στ’ αρχαία ελληνικά» και συνέχισε σε σοβαρό τόνο. «Τώρα τέρμα τα παιδιαρίσματα.»

    Ώπα, μάγο στάσου.

    «Τι είναι αυτά τα μπιχλιμπίδια;»

    «Το μαντήλι είναι για να σου κλείσω τα μάτια. Το καμτσίκι και το flogger…» και έδειξε αυτό το κατασκεύασμα που το είχα περάσει για πιγκάλ «…είναι για να σε κάνουν πιο συνεργάσιμη.»

    Τον κοίταξα με αμφιβολία.

    «Παιχνίδι» είναι μου είπε. «Είναι παιχνίδι αλλά στο υπόσχομαι θα σου λύσει τη γλώσσα.»

    «Σκοπεύεις να αποσπάσεις την ομολογία μου με βασανιστήρια;» τον ρώτησα φανερά φουρκισμένη.

    «Ηρέμισε διαολίξ μου, όχι δεν πρόκειται να σε βασανίσω.»

    Άφησε τα συμπράγκαλα κάτω, με πλησίασε και με πήρε αγκαλιά. Η γνωστή αίσθηση της ασφάλειας και της ξεγνοιασιάς με πλημμύρισε πάλι κάνοντάς με να ξεχάσω ότι στεκόμουν γυμνή στο σαλόνι του.

    Έσκυψε και πήρε το μαντίλι και μου κάλυψε τα μάτια. Μετά με πήρε από το χέρι και με οδήγησε προς την μια πολυθρόνα. Με κρατούσε από το χέρι και όταν κάθισε με τράβηξε προς το μέρος του.

    Ένιωσα αμηχανία και υπερδιέγερση. Και ναι, δεν το κρύβω, καύλα. Μετά σηκώθηκε πάλι από την πολυθρόνα και μου ζήτησε να κάτσω ακίνητη. Έμεινα πάλι μόνη μου, όρθια, γυμνή και με τα μάτια δεμένα μέσα στο σαλόνι. Γύρισε μετά από λίγο και έβαλε κάτι στα πόδια μου. Μετά, πιέζοντάς με, μου έδωσε να καταλάβω ότι ήθελε να γονατίσω μπροστά του.

    Γονάτισα πάνω σε ένα μαλακό μαξιλάρι. Έκατσε και αυτός στην πολυθρόνα και έσκυψε προς εμένα. Μου χάιδεψε το πρόσωπο και μετά ένιωσα ένα αντικείμενο που από την υφή κατάλαβα ότι ήταν το καμτσίκι να κάνει βόλτες στα γυμνά μου στήθη και να παίζει με τις ρώγες. Σταμάτησε για λίγο και μετά πήρε το πιγκα… δηλαδή το flogger. Οι λεπτές λωρίδες του δέρματος χάιδεψαν τα στήθη μου και την κοιλιά μου με πολύ πιο αισθησιακό τρόπο απ’ ότι το καμτσίκι.

    Ένιωσα ξαφνικό πόνο στο αριστερό στήθος καθώς οι άκρες των λωρίδων του flogger ήρθαν σε μια πιο βίαιη επαφή με τη ρόγα μου. Έχοντας δεμένα τα μάτια δεν κατάλαβα πως ακριβώς το έκανε αυτό, κατάλαβα όμως ότι το έκανε.

    Και ο πόνος… ο πόνος ήταν ηδονικός.

    Σταμάτησε.

    «Μπορείς να μιλήσεις μου είπε»

    «Τι να σου πω;» ρώτησα;

    «Ό,τι θες. Είπες ότι θέλεις να μου ανοίξεις την ψυχή σου, κάνε το. Αν δε μπορείς ακόμα, απλά μίλα για ότι θες».

    Θες η αμηχανία; Θες ο ηδονικός πόνος που μου έδινε με το flogger του; Θες το δέσιμο των ματιών; Η αίσθηση της παράδοσης;

    Θες όλα τα παραπάνω μαζί;

    Είχε δίκιο, υπήρχε πιο απλός τρόπος και από το να μεθύσω.

    Του είπα πόσο φοβόμουν και λάτρευα τον πατέρα μου. Του είπα για τη σχέση μου με τη μητέρα μου και τ’ αδέρφια μου. Για το περιστατικό με το χούφτωμα και την αποβολή στο γυμνάσιο. Για το σκληρό αγοροκόριτσο που ήταν το καβούκι που προστάτευε την ευαίσθητη Κατερίνα.

    Του είπα για τη σχέση μας και τους περί ξεπέτας φόβους μου, για τη μεγάλη μας διαφορά στην ηλικία, για το γεγονός ότι αυτός πήγαινε μπροστά και εγώ ακολουθούσα πειθήνια, για την πάλη μεταξύ λύτρωσης και πείσματος που μου προκαλούσε αυτή η παράδοση.

    Του μίλησα για το φασματικό μου πρώην εραστή, για τις νεοανακαλυφθήσες φαντασιώσεις μου και για μέρη του εαυτού μου τα οποία δεν είχα καν φανταστεί ότι υπάρχουν.

    Αυτός δεν μιλούσε, απλά με άκουγε. Όταν υπήρχαν παύσεις τότε σταματούσε το παιχνίδι με το φλόγκερ και με χτυπούσε στα μπούτια και στο πάνω μέρος του στήθους μου με το καμτσίκι, όχι δυνατά αλλά όχι και χωρίς να νιώσω πόνο, πόνο πολύ λιγότερα αισθησιακό από αυτόν του φλόγκερ.

    Δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα ήμουν γονατισμένη μπροστά του ξεγυμνώνοντας την ψυχή μου.

    Μου έλυσε τα μάτια. Ευτυχώς είχε χαμηλώσει τα φώτα πριν ξεκινήσουμε και έτσι δεν τυφλώθηκα. Η ματιά του ήταν ανεξιχνίαστη. Έσκυψε, με έπιασε από το σαγόνι και με έφερε κοντά του. Με φίλησε, με φίλησε απαλά και μετά παθιασμένα και μετά πάλι απαλά.

    «Αυτό το ξεγύμνωμα της ψυχής, Κατερίνα μου, είναι το ιερότερο δώρο που μπορεί να προσφέρει ένας άνθρωπος.»

    Δεν είπε άλλη κουβέντα. Με έβαλε να κάτσω εγώ στην πολυθρόνα. Μετά από τόση ώρα γονατισμένη η πολυθρόνα ήταν σαν ένα μικρό θαύμα.

    Άρχισε να μου τρίβει αισθησιακά τις πατούσες. Ήξερε που να πιέσει και με πόση δύναμη. Έκλεισα τα μάτια μου και χαλάρωσα απολαμβάνοντας το μασάζ στις πατούσες μου.

    Τον άκουσα να λέει «Υπέροχα δάχτυλα. Μακριά όσο πρέπει.»

    Αγοροκόριτσο ή όχι πάντα είχα περιποιημένα νύχια αν και ποτέ δεν τα έβαφα με έντονα χρώματα. Όντας αθλήτρια η πατούσες μου δεν ζούσαν και την απόλυτη νιρβάνα οπότε πάντα πρόσεχα τα πόδια μου. Αλλά ο Μανώλης τους μιλούσε ερωτικά. Αυτό ήταν κάτι που όχι, δεν το περίμενα.

    Σάματι περίμενα και την επόμενη κίνησή του;

    Σήκωσε το ένα μου πόδι και μετά ένιωσα τα χείλια του να μου φιλούν τα δάχτυλα. Άνοιξα με έκπληξη τα μάτια μου και τον είδα να παίρνει το μεγάλο δάχτυλο του αριστερού μου ποδιού στο στόμα του.

    «Μανώλη τι κάνεις εκεί;» του είπα προσπαθώντας αντανακλαστικά να τραβήξω το πόδι μου.

    «Δεν σου αρέσει;»

    «Μ’ αρέσει αλλά… αλλά είναι τα πόδια μου.»

    Με κοίταξε στα μάτια γονατισμένος μπροστά μου. «Πες μου κάτι Κατερίνα, αν χθες και πριν με πάρεις στο στόμα σου σού είχα ζητήσει να μου φιλήσεις τα πόδια θα το είχες κάνει ή όχι;»

    Συγκλονίστηκα. Χθες στην ανάγκη μου που ένιωσα να του προσφέρω, όχι απλά τα πόδια θα του φιλούσα, θα του έγλειφα τα παπούτσια χωρίς καν δεύτερη σκέψη.

    «Ναι» παραδέχτηκα. «Ναι, θα το έκανα.»

    «Ωραία, τώρα που το λύσαμε αυτό, χαλάρωσε και αφέσου».

    Ξεκίνησε από τα δάχτυλα, μετά στα πόδια ταξιδεύοντάς όλη τη διαδρομή με τη γλώσσα του μέχρι που έφτασε πάνω. Εκεί σταμάτησε.

    «Τα πόδια είναι πόδια και το αιδοίο είναι αιδοίο» μου είπε.

    «Ορίστε;» του είπα απορημένη.

    «Επιστρέφω αμέσως, μην κουνηθείς».

    Γύρισε μετά από λίγο.

    «Πού πήγες» τον ρώτησα φανερά απορημένη;

    «Να πλύνω τα στόμα μου και τα δόντια μου. Η περιοχή εκεί είναι ευαίσθητη.»

    Γονάτισε ξανά μπροστά στην πολυθρόνα και άρχισε να με γλείφει.

    Όταν τελείωσε είχα ακουστεί πάλι σε όλα τα βόρεια προάστεια. Και ήταν και 2 η ώρα τη νύχτα.

    Σηκώθηκε και τον έπιασα από πίσω και τον έφερα κοντά στο πρόσωπό μου.

    «Η σειρά μου» του είπα.

    «Δεν θα το αρνηθώ» μου είπε χαμογελαστά.

    Του ξεκούμπωσα ζώνη και παντελόνι. «Μπορείς να το βγάλεις σε παρακαλώ»;

    «Κατέβασέ το μου εσύ» μου είπε και υπάκουσα. Άρχισα να τον φιλάω πάνω από το μποξεράκι και ένιωσα το όργανό του να θεριεύει μανιασμένο μέσα στη φυλακή του. Ήρθα πιο μπροστά στην πολυθρόνα, του κατέβασα το μποξεράκι, του έπιασα με το ένα χέρι τη βάση των όρχεών του και τον πήρα στο στόμα μου. Τον πήρα όσο πιο βαθιά μπορούσα προσπαθώντας να καταπνίξω το ρεφλέξ. Το κατάφερα να το φτάσω μέχρι το λαιμό μου. Τραβήχτηκα σιγά σιγά.

    Δεν μπορούσα να τον πάρω κάθε φορά τόσο βαθιά, για να το καταφέρω έπρεπε να κάνω αργή και προσεκτική κίνηση που χαλούσε το ρυθμό.

    Όπως και να έχει αυτή τη φορά μάλλον τα είχα καταφέρει καλύτερα και σε λίγη ώρα πήρα την ανταμοιβή μου, το πέος του έκανε σπασμούς στο στόμα μου πλημμυρίζοντάς με καυτό σπέρμα. Έτσι όπως ήμουν σκυμμένη ήταν αδύνατο να τον κοιτάξω στα μάτια, τουλάχιστον όχι όσο τον είχα μέσα στο στόμα μου.

    Τον τράβηξα αργά και προσεκτικά από το στόμα μου φροντίζοντας να μη μου ξεφύγει ούτε σταγόνα. Τότε γύρισα και τον κοίταξα στα μάτια.

    Και αντί να μου πει εκείνος ευχαριστώ του είπα εγώ!

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 1 Μαρτίου 2018
  4. cadpmpc

    cadpmpc Contributor

    I love Jannis...

    @estelwen @elliannaf
    H λέξη λιχουδιά κομμένη, παθαίνει παροξυσμό ο συγγραφέας, γράφει και καλά ο κάθαρμας πανάθεμά τονε...
     
  5. no_Taboo

    no_Taboo Αείκαυλος

    Να πεις του Μανώλη ν’ αφήσει τα σαλιαρίσματα και τους παρτακισμούς και να την στείλει στο Voice. Πόσες Ελληνίδες μπορούν να τραγουδήσουν Joplin;


    (Αδηφάγος αναγνώστης. Μην αργουμε, μην αργουμε).
     
  6. elliannaf

    elliannaf New Member

    Υπέροχο για άλλη μια φορα..
     
  7. charlotte

    charlotte «Μηδείς αγεωμέτρητος εισίτω μοι την θύρα»

    @Arioch μας έχεις να κοιμόμαστε και να ξυπνάμε καυλωμένοι! Έλεος!!!! συνέχισε έτσι!      

    Εσένα σου πρέπει μαστίγωμα που κρατάς σε απραξία τον Μήτσο........τον Μήτσο ρε;;;; 

    Πρέπει να πάρει ρεβάνς απο τον Μανώλη, ο Μήτσος με αηδό ποιχιότητας τύπου Άννα Γούλας που είναι καλό παιδί και διαθέτει και επίπεδο (πληροφορίες ενταύθα)    
     
  8. -Volt-

    -Volt- Contributor

    Το κεφάλαιο είναι ολοκληρωμένο και ανώτερο απ' τα υπόλοιπα. Είναι εξαιρετικό, τόσο για τους ρεαλιστικούς διαλόγους, όσο και για τη συνέχεια και τη συνέπεια του.

    «Και γιατί δεν το λες στα ελληνικά άνθρωπε μου;»

    «Γιατί ο Βιργίλιος έγραψε την Αινειάδα στα λατινικά και όχι στ’ αρχαία ελληνικά»

    Σ' ευχαριστώ γι' αυτό, ξέρεις εσύ  

    Όσο για τη Τζάνις, η προηγούμενη και η προπροηγούμενη γενιά που μεγάλωσαν μαζί με τη Τζάνις δεν την ξεχώριζαν απ' την ιδεολογία και τη νοοτροπία της εποχής. Η δική μας κι η επόμενη γενιά μπόρεσαν επιτέλους όχι μόνο να ερωτευθούν τη Μεγάλη Παρθένα της ροκ σκηνής, αλλά να καυλώνουν για πάρτη της.

    Και έχεις δίκιο για το flogger. Απ' τα ''παιχνίδια'' αν υπάρχει το σχετικό know how και το πάθος να δώσεις και να πάρεις με αγάπη και σεβασμό για το υ ή το m είναι το ερωτικότερο όλων.

    Είσαι μάστορας  
     
  9. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Πράξη θ'
    ~.~​

    Ο Μανώλης με τράβηξε απαλά από την πολυθρόνα ώστε να σηκωθώ. Όταν σηκώθηκα με έπιασε από τη μέση, με κόλλησε πάνω του και με φίλησε με πάθος.

    «Εγώ, σ’ ευχαριστώ» μου είπε τονίζοντας τη λέξη εγώ. Μετά σηκώθηκε, ανέβασε το μποξεράκι του και το παντελόνι του αλλά δεν το κούμπωσε. Με άφησε και λέγοντάς μου να τον περιμένω πήγε στο δωμάτιό του. Γύρισε φορώντας από πάνω ένα μπλουζάκι και από κάτω πιτζάμα. Μου έφερε και εμένα ένα t-shirt.

    «Φόρεσέ το» μου είπε.

    Καλά δηλαδή που χαλάμε μια περιουσία σε ακριβά και προκλητικά εσώρουχα!

    «Μιας και όταν φύγεις δεν μπορείς να αφήσεις τα ρούχα σου εδώ, ορίστε το δεύτερο δώρο του Δαναού σου: Ένα μπλουζάκι. Είναι δικό σου. Θέλω να το φορέσεις, θέλω όταν φύγεις σήμερα να έχω κάτι δικό σου σπίτι μου.»

    Χαμογέλασα κυριολεκτικά σαν ηλίθια.

    «Σ’ ευχαριστώ Μανωλιό μου» του είπα λάμποντας. Το «Μανωλιό μου» ήταν το υποκοριστικό που χρησιμοποιούσα όταν ήθελα να του κάνω γλυκουλινιές γιατί τα ζουζουνίστικα με ανακατεύουν.

    «Πώς το είπες πριν αυτό με τον τίμιο Δανό που φέρνει ντόνατς;»

    «Το timeo Danaos et dona ferentes λες;» με ρώτησε γελώντας.

    «Ναι, αυτό» του είπα. «Να φοβάμαι;»

    «Μόνο αν είσαι άτακτη» μου είπε κλείνοντας παιχνιδιάρικα το μάτι.

    «Εγώ; Ποτέ. Εγώ είμαι η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη μου.»

    «Ε, γιατί μου το χαλάς τώρα;» με ρώτησε παιχνιδιάρικα.

    «Ε, άμα είναι να στο χαλάσω…» του είπα αλλά δε συνέχισα. Άφησα την πρόταση να αιωρείται.

    «Γι αυτό σ’ αγαπάω» μου είπε και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση. «Φόρεσε το Κατερινιώ μου» μου είπε και με άφησε και πήρε ένα control και άνοιξε την τηλεόραση. Έπαιξε λίγο με κάτι menu, δεν πρόσεχα καθώς ντυνόμουν οπότε και τον άκουσα να λέει «Hey google, play cat people»

    «Ορίστε;» ρώτησα με απορία αλλά ξαφνικά από τα ηχεία άρχισε να ακούγεται μουσική. Και ναι, ήταν η εισαγωγή του Cat People

    «Χορεύουμε;» με ρώτησε.

    Κατέβασα βιαστικά το μπλουζάκι. Ήταν στενό πάνω και έφτανε μέχρι την αρχή του εφηβαίου μου. Πλησίασα, τον αγκάλιασα από τους ώμους και μ’ έπιασε από τη μέση. Έγειρα πάνω του το κεφάλι μου και έκλεισα τα μάτια μου. Αρχίσαμε να χορεύουμε.

    See these eyes so green
    I can stare for a thousand years
    Colder than the moon
    It's been so long
    ...
    Θεέ μου, ήταν υπέροχα!

    And I've been putting out fire with gasoline.​

    Λικνιζόμασταν αργά παρά το γεγονός ότι το τραδούδι είχε μπει στο πιο γρήγορο μέρος του.

    ...
    See these tears so blue
    An ageless heart that can never mend
    These tears can never dry
    A judgment made can never bend​

    See these eyes so green
    I can stare for a thousand years
    Just be still with me
    You wouldn't believe what I've been through
    ...​

    Έπαψα να προσέχω τους στοίχους όταν το στόμα του αναζήτησε το δικό μου και παραδοθήκαμε σ’ένα γλυκό και παθιασμένο φιλί που κράτησε όσο το τραγούδι. Σταματήσαμε για λίγο καθώς ο Μανώλης άρχισε πάλι τα ταχυδακτυλουργικά του λέγοντας «Ok google, play list bns zero one»

    I put a spell on you because you're mine.
    You better stop the things that you're doin'.
    I said "Watch out! I ain't lyin'​

    Αρχίσαμε πάλι να λικνιζόμαστε. Ο Μανώλης μου τραγούδησε ψιθυριστά την πρώτη στροφή και μετά σταμάτησε να τραγουδάει και άρχισε να μου μιλάει.

    «Την πρώτη φορά που σε είδα σ’ εκείνο το παιχνίδι στο βόλεϊ μου έκανες εντύπωση, εσύ με έντεκα νοματαίους. Είπα μέσα μου “τι κάνει δω τούτο το ζωηρό με τους μαντραχαλάδες”;

    «Ο Νικήτας μου είπε ότι ήσουν απλά η καλύτερη παίκτρια στην ομάδα και πως έπαιζες -ή τουλάχιστον έτσι τους είχες πει- από τα δέκα σου.»

    «Ναι» του απάντησα, «από τότε περίπου παίζω»

    «Όταν τον ρώτησα πόσο είσαι μου είπε 20 ή 21. Μετά, και μη θυμώσεις, του είπα ότι ήσουν ωραία γκόμενα και θα έλεγα ότι συμφώνησε ενθουσιωδώς αναφέροντας τα οπίσθιά σου και το στήθος σου και που να σε έβλεπα σε παραλία, αναφερόμενος σε κάποια εκδρομή που είχατε πάει»

    «Ευτυχώς δε χρειάστηκε να περιμένω μέχρι το καλοκαίρι» μου είπε πειρακτικά και συνέχισε: «Τέλος πάντων στο παιχνίδι διαπίστωσα όντως πως ήσουν η καλύτερη παίχτρια και περίμενα πως και πως να βρεθώ απέναντί σου. Λατρεύω τις προκλήσεις. Πάντως σε διαβεβαιώ δεν ήθελα να σε πετύχει από το μπλοκ μου η μπάλα στο πρόσωπο.»

    Είχε πονέσει και η μπάλα στο πρόσωπό μου και ο εγωισμός μου. Όχι ότι δεν είχα φάει ποτέ μπλοκ στη ζωή μου αλλά ήταν κυριολεκτικά ο in your face τρόπος που έτσουξε κυριολεκτικά και μεταφορικά.

    «Όταν σε ρώτησα αν πόνεσες εντυπωσιάστηκα όταν κατάλαβα ότι έχεις διαβάσει το ο Χριστός ξανασταυρώνεται.»

    «Και εγώ» του είπα ειλικρινά. «Μου έκανε φοβερή εντύπωση πως μόλις είπα τα ύστερα του κόσμου αμέσως με είπες γερο-Πατριαρχέα»

    «Είπα μέσα μου, μπα απλά θα έτυχε να ακούσει τη φράση. Αλλά αυτό το μειδίαμά σου όταν είπες πως σε λένε Κατερίνα αμέσως μόλις σε αποκάλεσα γερο-Πατριαρχέα με έκανε να πειστώ ότι αν είχες πετύχει κάπου αυτή τη φράση αυτή θα ήταν στο βιβλίο. Όταν συνεχίσαμε θαύμασα το πείσμα σου. Όταν τέλειωσε το παιχνίδι έκανα κανονική ανάκριση στο Νικήτα για σένα. Μου είπε να μη φάω, έχει γλάρο γιατί όσοι στην είχαν πέσει είχαν φάει πόρτα. Εγώ επέμεινα. Μου είπε ότι είσαι πολύ εύστροφη, ετοιμόλογη και φοβερά ευέξαπτη. Το ξέρεις ότι σε φωνάζουν κοντό φυτίλι γιατί κάνεις μπαμ με το που ανάβεις; Μου είπε επίσης ότι παρόλα αυτά έχεις χιούμορ και γενικά είσαι πολύ εντάξει τύπος. Πάντως μέχρι που σε είδαν μαζί μου είχαν πιστέψει πως είτε είσαι λεσβία είτε παθολογικά ανέραστη.»

    Χρουμφ!

    «Μετά σε πέτυχα κατά τύχη στο Κεφαλάρι που είχα πάει με την αδερφή μου περιμένοντας τον Παναγιώτη. Επειδή ήρθα μαζί με την Ελένη ταράχτηκα γιατί φοβήθηκα πως μιας και δεν την ήξερες μπορεί να την πέρναγες για την κοπέλα μου καθώς δεν μοιάζουμε κιόλας αλλά τελικά μου βγήκε σε καλό.»

    «Τι εννοείς;» τον ρώτησα.

    «Η Ελένη μου το είπε. Περηφανεύομαι ότι είμαι παρατηρητικός αλλά αυτό δε θα το είχα πάρει χαμπάρι ούτε σε τρεις ζωές. Ρε συ, μου λέει, ποια είναι η πιτσιρίκα με το καρέ που χαιρέτησες; Της είπα ότι σε γνώριζα από το βόλεϊ. Α, μάλιστα μου απαντάει. Το ρίξαμε στις μικρούλες τώρα;»

    Εχμ, χμμχμμχ τι πάει να πει «το ρίξαμε στις μικρούλες τώρα;» αλλά σοφά ποιώντας τον άφησα να συνεχίσει.

    «Μια φορά την έχω δει ρε Ελένη της είπα. Καλά μου λέει, όπως και να έχει η πιτσιρίκα σε γουστάρει. Από που το κατάλαβες τι ρώτησα; Αχ εσείς οι άντρες μου είπε, είστε τελείως στραβάδια. Από το βλέμμα της ρε χαϊβάνι, μου είπε, από το πώς μας κοίταξε και πώς κινήθηκε το βλέμμα της. Ταράχτηκα, και τι να κάνω, θα καρφωνόμουν αν επέστρεφα και σύστηνα την Ελένη ως αδερφή μου. Γι αυτό και την έφερα μετά στο βόλεϊ, για να στη γνωρίσω και να καταλάβεις ότι είναι η αδερφή μου και να σταματήσεις να πιστεύεις ότι την έχω γκόμενα. Χριστό την έκανα για να έρθει. Και από τον τρόπο που με σημάδευες σε εκείνο το παιχνίδι κατάλαβα ότι η αδερφή μου είχε δίκιο.»

    Καλά που δεν ήθελα να καρφωθώ, είπα μέσα μου. Όρσε!

    Κινούμασταν αργά και στο ρυθμό της μουσικής που έπαιζε, κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον, με εκείνον να με κρατάει σταθερά και γερά πάνω του ενώ εγώ του χάιδευα το σβέρκο και τα μαλλιά. Ούτε καν ακούγαμε τι έλεγαν τα τραγούδια, ο Μανώλης μου άνοιγε την καρδιά του και τίποτε άλλο στον κόσμο δεν είχε σημασία.

    «Είπες ότι είχες γοητευτεί… αμ εγώ τι είχα πάθει, νομίζεις; Είχα γοητευτεί και εγώ από αυτό το αγρίμι, πλουσιοκόριτσο, αλλά όχι κακομαθημένο, από ένα εικοσάχρονο κορίτσι με τσαμπουκά και τσαγανό. Τσαμπουκά και τσαγανό, όχι ξεροκεφαλιά. Εκεί στο πρώτο παιχνίδι, δεν έπαιζες ξεροκέφαλα. Κάθε φορά που έπεφτες σε τοίχο την επόμενη φορά δοκίμαζες διαφορετική προσέγγιση. Δεν τα παρατούσες, δυο φορές έπεφτες τρεις φορές σηκωνόσουν. Και όταν μιλήσαμε μετά το δεύτερο παιχνίδι και στο τηλέφωνο πριν βγούμε έξω… Είκοσι χρονών και να έχεις διαβάσει Καζαντζάκη, Λουντέμη, Remarque, Steinbeck… να ακούς Rock, λες και είχες έρθει από άλλη εποχή. Είχα δαγκώσει τη λαμαρίνα πριν καν βγούμε μαζί για πρώτη φορά. Και ήσουν αθώα… πως έτρεμε το κορμί σου όταν σε πήρα αγκαλιά, πως… πως ανάσαινες όταν σε φίλησα για πρώτη φορά. Φοβόσουν μη σε θέλω για ξεπέτα. Και εγώ αυτό φοβόμουν: μη φοβηθείς και λακίσεις.»

    Η καρδιά μου χτύπαγε δυνατά. Ο Μανώλης μου μού άνοιγε την καρδιά του και έβλεπα ότι είμαι μεγάλο μέρος της. Ο Μανώλης μου, που με είχε καλωσορίσει στον κόσμο του, μου τον άνοιγε, μου τον έδινε να τον γευτώ, να τον ταξιδέψω.

    «Σιγά-σιγά άρχισα να σε ανακαλύπτω, να βλέπω πίσω από το προσωπείο παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έκανες για να κρύψεις από πίσω του αυτό τον υπέροχο τρυφερό εαυτό σου. Είμαι μεγαλύτερός σου, πιο έμπειρος και είσαι… είσαι αθώα. Δεν υπάρχει πιο λαμπερό φως από αυτό του πρώτου έρωτα, μάτια μου, δεν υπάρχει. Είπες ότι πάω μπροστά και εσύ ακολουθείς και σε τρομάζει και σε λυτρώνει. Δεν είναι κάποιο χούι μωρό μου, είμαι πιο μεγάλος από εσένα, πιο έμπειρος. Ναι, σε οδηγώ, αλλά σε οδηγώ γιατί εσύ το επιλέγεις. Εσύ το ζητάς. Προσπαθώ να καταλάβω, πασχίζω να καταλάβω αν αυτό το ζητάς επειδή σε βολεύει ή αν είναι κάποια εσωτερική σου ανάγκη αλλά… αλλά ούτε εγώ μπορώ να… να… εννοώ… ούτε εγώ… ούτε εγώ ξέρω. Σε μαθαίνω ακόμα όπως με μαθαίνεις κι εσύ και το λατρεύω να σε ανακαλύπτω.»

    «Χθες, εκεί στο φράγμα που σταματήσαμε αρχικά… αρχικά δεν είχα σκοπό… εννοώ ότι δεν σε πήγα εκεί για να κάνουμε αυτά που κάναμε τελικά. Ήθελα να κάτσουμε σε ένα σημείο με όμορφη θέα και να σε πάρω στην αγκαλιά μου και να κάτσουμε εκεί ακούγοντας μουσική και μιλώντας. Όταν… όταν βγήκαμε έξω παίζοντας και σοβάρεψες απότομα και με ρώτησες “Στον έρωτα” ήταν σα να μου έγινε αποκάλυψη. Ξαφνικά ένιωσα σίγουρος ότι ήσουν έτοιμη για το επόμενη βήμα. Και εκεί… έκανα το επόμενη βήμα. Εκεί μου έδειξες κάτι… και σήμερα έδειξες αυτό το κάτι ακόμα εντονότερα…»

    Εκεί ο Μανώλης σταμάτησε αλλά ένιωθα με όλο το είναι μου ότι δεν είχε τελειώσει, απλά έψαχνε, προσπαθούσε να βρει τρόπο να συνεχίσει. Δεν μίλησα, δεν τόλμησα να πάρω ανάσα.

    «Όταν μου άνοιξες την ψυχή σου, μου είπες για τις φαντασιώσεις σου, για το δέσιμο, για την ερωτική χροιά του πόνου αλλά το τελευταίο… το τελευταίο το κατάλαβα και χθες και σήμερα… σήμερα ήθελα να δω, να καταλάβω αν πάει και κάπου μακρύτερα. Βλέπεις έχω κάποια γούστα τα οποία πολύς κόσμος τα βλέπει εξεζητημένα ή ακόμα και ακραία. Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι κάποια από αυτά τα μοιραζόμαστε και σήμερα… σήμερα νομίζω ότι το επιβεβαίωσα.»

    Και τότε έγινε και στο μυαλό μου η αποκάλυψη: «Με το καμτσίκι και το φλόγκερ;» τον ρώτησα.

    Σταμάτησε τον χορό.

    «Ναι, με το καμτσίκι και το φλόγκερ.»

    «Δε μου άρεσε τόσο το καμτσίκι» του είπα.

    «Μπορεί» μου είπε. «Γι αυτό να είσαι φρόνιμη.»

    «Μα μου είπες να μη είμαι για να μη στο χαλά…χμμ χμμ»

    «Πώπω Μαδάμ, δουλεύεις με διπλό καρμπυλατέρ » μου είπε χαμογελώντας.

    «Ο τίμιος Δανός φέρνει ντόνατς, ε;»

    «Είδες τι δυνατή που είναι στο σταυρόλεξο» είπε και όπως με είχε αγκαλιά μου έριξε μια ξυλιά στον δεξί μου γλουτό.

    «Αου!» φώναξα αιφνιδιασμένη. Σε κάθε άλλη περίπτωση, όπως και τότε στο Γυμνάσιο, χέρι που έκανε αυτό το πράγμα θα είχε βρεθεί στον κώλο αυτού που το έκανε. Σε κάθε άλλη περίπτωση.

    «Όχι αχ… Ένα» μου είπε.

    Ορίστε;

    Και τότε έπεσε μια πιο δυνατή ξυλιά στον αριστερό μου γλουτό!

    «Άααου» ξαναφώναξα. Ο πόνος απέκτησε ξάφνου ευχάριστη υφή.

    «Δύο είναι η σωστή απάντηση» μου είπε ρίχνοντάς μου μια τρίτη ξυλιά.

    «Τρία;» του είπα ερωτηματικά. Είχα αρχίσει να υγραίνομαι.

    «Σωστά» μου είπε και με χάιδεψε απαλά και στους δύο γλουτούς. Μετά μου έριξε την τέταρτη.

    Όταν φτάσαμε στο δέκα είχα γίνει μούσκεμα αλλά ένιωθα και το Μανώλη φουσκωμένο πάνω μου.

    Με άφησε από την αγκαλιά του. Έκανε ένα βήμα πίσω και με κοίταξε. Η μπλούζα ήταν στενή και όπως έχω πει το στήθος μου μεγαλούτσικο οπότε οι ρώγες μου που είχαν πετρώσει διαγραφόντουσαν φανερά από κάτω της. Μου έβγαλε τη μπλούζα και έχωσε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια μου. Με χάιδεψε και μου έβαλε δάχτυλο. Μπήκε κάπως βαθιά και ένιωσα πόνο αλλά η καύλα μου ήταν τέτοια που δε με ένοιαξε καθόλου. Άρχισε να παίζει με το δάχτυλό του μέσα μου. Δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψω αυτό που ένιωθα, τις τελευταίες μέρες είχα ζήσει στιγμές απίστευτης ηδονής. Ένιωθα τον οργασμό να έρχεται και τα βογγητά μου άρχισαν να γίνονται πιο δυνατά.

    «Σ’ αρέσει μωρό μου»

    «Μμμμμ» μπόρεσα να πω.

    «Το νιώθεις; Το νιώθεις που έρχεται;»

    «Μμμμμ μμμμμ αααχ αααχ» εγώ.

    «Σου απαγορεύω να τελειώσεις» μου είπε.

    Ναι, καλά χοροπήδα είπα από μέσα μου. Με είχε τρελάνει το χέρι του.

    «Άμα τελειώσεις χωρίς άδεια δε θα είσαι φρόνιμη, θα είσαι άτακτη» μου είπε.

    «Ο δανός με τα ντόνατς» είπα μέσα μου αλλά δεν μπορούσα να το ελέγξω. Δεν… δεν μπορούσα να το ελέγξω.

    Τρίτη φορά μέσα σε ένα 24ωρο, δεύτερη φορά απόψε. Να δω με τι μάτια θα αντικρύσω τους γείτονες του Μανώλη.

    «Παίζεις βρώμικα» του είπα παραπονιάρικα, όταν κατόρθωσα να ηρεμίσω.

    «Είπαμε, στον έρωτα και στον πόλεμο όλα επιτρέπονται.»

    Είδα το καμτσίκι και ξεροκατάπια. Αυτό θα πονέσει είπα μέσα μου. Ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό να πω όχι.

    «Ανέβα στον καναπέ και κάτσε στα τέσσερα με τα χέρια σου στην πλάτη του και τούρλωσε το κωλαράκι σου» με διέταξε.

    Έκανα ότι μου ζήτησε.

    «Χμμμ.» είπε και ήρθε κοντά μου. «Για κάτσε καλύτερα, η πλάτη πρέπει να καμπυλώνει προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω» είπε πιέζοντάς με ταυτόχρονα με το χέρι του.

    «Έτσι μπράβο» μου είπε όταν πήρα τη στάση που ήθελε. «Όταν θα κάθεσαι στα τέσσερα θα κάθεσαι πάντα με αυτό τον τρόπο. Έχεις υπέροχο κωλαράκι και αν κάθεσαι λάθος το αδικείς.»

    Η αναφορά στον απαυτό μου με εκνεύριζε αλλά…

    Ήμουν ακόμα υγρή ή για να είμαι ειλικρινής ήμουν πάλι υγρή. Ο Μανώλης ήρθε από πίσω μου, έβαλε από κάτω το χέρι του και άρχισε να παίζει με ένα δάχτυλο την κλειτορίδα μου. Μετά το ίδιο δάχτυλο το έφερε στην πίσω τρυπούλα μου και άρχισε να το βάζει σιγά-σιγά μέσα.

    Το συναίσθημα ήταν ηδονικά δυσάρεστο… δεν μπορώ να το περιγράψω καλύτερα. Ασυναίσθητα σφίχτηκα.

    «Χαλάρωσε» μου είπε ο Μανώλης συνεχίζοντας να παίζει με το δάχτυλό του. Το έβαζε μέσα-έξω, όχι όλο, ένα μέρος του. Πονούσα, μου άρεσε και μου έφερνε μια απίστευτη δυσάρεστη αίσθηση ότι θέλω να πάω τουαλέτα.

    Μου έβαλε με μια απότομη κίνηση όλο το δάχτυλο μέσα.

    Βόγκηξα αλλά κάθισα ακίνητη καθώς το δάχτυλό του έκανε κυκλικές κινήσεις μέσα μου.

    Το τράβηξε σιγά-σιγά, αυτό ναι, ήταν ηδονικά ανακουφιστικό.

    Μετά με άφησε. Υπέθεσα ότι πήγε να φέρει το καμτσίκι.

    Έσφιξα τα δόντια μου.

    Ο Μανώλης χάιδεψε τους γλουτούς μου και μου είπε «Αν νιώθεις ότι δεν αντέχεις, πες μου Μανώλη σταμάτα. Μη διστάσεις να το πεις, αν μου το πεις θα σταματήσω αμέσως και δεν υπάρχει κανένας λόγος να αισθανθείς άσχημα.»

    Δεν μίλησα.

    «Κατερίνα μου, είναι πολύ σημαντικό αυτό που σου λέω. Μπορείς να μου πεις οποιαδήποτε στιγμή, ακόμα και τώρα που δεν έχουμε αρχίσει “Μανώλη σταμάτα”. Δε θα πέσεις στα μάτια μου. Θέλω να το καταλάβεις αυτό.»

    Παιχνίδι είναι, παιχνίδι. Ερωτικό. Μου έδωσε. Θυμήθηκα δύο φορές την ανάγκη μου να τον ικανοποιήσω παίρνοντάς τον στο στόμα μου. Ότι ήθελες, φτάνει να μου το ζητούσες. Η ίδια το είχα πει. Έσφιξα τα δόντια.

    «Ήμουν άτακτη» του είπα.

    Το κάψιμο της πρώτης βουρδουλιάς ήταν πόνος που δεν είχα ξαναζήσει. Αυτά που έκανε κατά την εξομολόγησή μου στα πόδια μου ήταν απλά χάδια. Αυτό πόνεσε. Πολύ.

    «Χμμμφφ Ένα» του είπα.

    Στο τρία είχα δακρύσει.

    Και όμως ταυτόχρονα ένιωθα ηδονή και ντροπή. Όχι, αυτός ο πόνος δεν μου προκαλούσε ηδονή, ψυχική ηδονή μου προκαλούσε η ντροπή από τη συνειδητοποίηση της θέσης μου: Εγώ στα τέσσερα για να με δείρει ο Μανώλης με το καμτσίκι του όχι γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι για να γλιτώσω αλλά γιατί δεν ήθελα να κάνω κάτι για να γλιτώσω. Γιατί ήθελα να τον ικανοποιήσω.

    Στο πέντε σταμάτησε από μόνος του.

    «Κάτσε ακίνητη, καρδούλα μου.»

    Έφυγε και γύρισε σε μισό λεπτό. Ένιωσα ένα πιτσίλισμα στους γλουτούς μου και μετά ο Μανώλης άρχισε αργά και απαλά να απλώνει το υγρό πάνω μου. Το έκανε τόσο τρυφερά και τόσο απαλά που παρά το τσούξιμο που ακόμα ένιωθα στα μέρη που είχε χτυπήσει το καμτσίκι του κόντεψα να αρχίσω να χουρχουρίζω σα γατούλα. Μετά φίλησε απαλά κάθε σημείο… και ξανά… και ξανά…

    Κάν’το μάκια να περάσει λες και ήμουν μικρό κοριτσάκι.

    «Σήκω από τον καναπέ μωρό μου» μου είπε απαλά. Είχα κοκκινήσει από πίσω και άρχισα ξαφνικά να κρυώνω. Έβγαλε το παντελόνι της πιτζάμας που φορούσε μένοντας γυμνός από κάτω. Μου ζήτησε να το φορέσω όπως και το μπλουζάκι. Με πήρε σφιχτά αγκαλιά και άρχισε να με τρίβει ενώ φιλιόμασταν όρθιοι δίπλα από τον καναπέ.

    Τραβήχτηκε. Πήγε και κάθισε στην πολυθρόνα. Μου έγνεψε να τον πλησιάσω και όταν το έκανα, να γονατίσω.

    Γονάτισα και τον κοίταξα στα μάτια.

    «Δε μου άρεσε το καμτσίκι» του είπα.

    «Το κατάλαβα» μου είπε. «Δεν θα το ξαναχρησιμοποιήσω»

    «Αφού σου αρέσει» του είπα με σπασμένη φωνή.

    «Εσύ μου αρέσεις περισσότερο και δε σε αλλάζω ούτε με όλα τα γαμημένα καμτσίκια του κόσμου. Τα παιχνίδια είναι παιχνίδια όσο τα ευχαριστιούνται και οι δύο. Αν δεν τα ευχαριστιούνται και οι δύο, δεν είναι παιχνίδια. Γι αυτό έχει σημασία όταν παίζουμε και δεις ότι δε θες ή ότι δεν αντέχεις άλλο να μου λες “Μανώλη σταμάτα”. Κατάλαβες Κατερινιώ μου;»

    «Σε θέλω» του είπα αντί άλλης απάντησης.

    «Απλά με θέλεις;» μου έκανε παραπονιάρικα, μην καταλαβαίνοντας τι του είπα.

    «Σε θέλω» του είπα. «Σε θέλω.»

    Σηκώθηκα και κατάλαβε. Σηκώθηκε και εκείνος διστακτικά.

    «Σε θέλω» του είπα.

    Μετά, πιο σίγουρος με έπιασε από το χέρι και με πήγε στο δωμάτιο του με το υπέρδιπλο σιδερένιο κρεβάτι.

    Είχε έρθει η ώρα να με κάνει δική του.

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 3 Μαρτίου 2018
  10. MistressM

    MistressM New Member

    Πφφφφ...Πρωι πρωι........ τι μας κανεις.... ελπιζω να μην αργησει η επομενη πραξη!
     
  11. Keiko Mika

    Keiko Mika 愛する人たちに裏切られた Premium Member

    mua ha ha ha HA ξερω την συνεχεια

    ΠΡΙΤΣ! ΝΑ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ!
     
  12. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Πράξη ι'
    ~.~​

    Όπως μπαίναμε στο δωμάτιο του με έπιασαν οι αμφιβολίες μου. Το τραίνο έγινε υπερταχεία και εγώ ήμουν που είχα πει στο μηχανοδηγό να πατήσει το γκάζι. Βίωνα το ισοδύναμο του runner's high όταν μετά από έντονο τρέξιμο μεγάλης διάρκειας υπάρχει ένα σημείο που από εκεί και πέρα το σώμα πάει σχεδόν μόνο του, με το μυαλό σε μια κατάσταση μουδιασμένης ευφορίας, υπάκουο αυτό στο πόδια και όχι το αντίθετο.

    Δίστασα και ο δισταγμός αυτός φάνηκε στο βηματισμό μου και ο Μανώλης το κατάλαβε.

    «Μήπως το μετάνιωσες;»

    «Όχι…»

    Παύση.

    «Ναι…» είπα τελικά και συνέχισα «Συγνώμη Μανώλη μου, εγώ… εγώ σε ξεσήκωσα το ξέρω και όταν το έκανα ήμουν σίγουρη. Σε θέλω… σε θέλω αλλά νιώθω σαν να είμαι σε μια κατηφόρα με σπασμένα φρένα. Η ταχύτητα με ζάλισε και με μέθυσε. Έχουν γίνει όλα μαζί… τόσο γρήγορα… Σε θέλω, ειλικρινά σε θέλω. Όμως όταν σου δοθώ πρέπει να έχω σιγουρευτεί ότι αυτό δεν οφείλεται στον ενθουσιασμό της στιγμής. Γιατί ο ενθουσιασμός σε παρασέρνει και μετά… και μετά περνάει και τότε έχεις να λογοδοτήσεις στον εαυτό σου.»

    Γύρισε και με χάιδεψε τρυφερά. Άνοιξε τη ντουλάπα και από το συρτάρι και έβγαλε ένα παρδαλό μποξεράκι με looney toons. «Φόρεσέ το και έλα να σε πάρω αγκαλιά.»

    Χαμογέλασα και φόρεσα το μποξεράκι που η αλήθεια είναι πως μου ήταν κάπως στενό. Ο Μανώλης στο μεταξύ είχε χωθεί κάτω από το πάπλωμα. Πήγα κι εγώ από την άλλη μεριά, σήκωσα το πάπλωμα και όρμησα στην αγκαλιά του και άρχισε να μου μιλάει.

    «Δικό μου είναι το σφάλμα γιατί παρασύρθηκα και σε παρέσυρα και είσαι άβγαλτη, εγώ θα έπρεπε να έχω το πόδι στο φρένο. Είναι η δεύτερη φορά που ήσουν εσύ η νηφάλια τη στιγμή που έπρεπε να χαλιναγωγηθεί ο ενθουσιασμός. Όπως τότε, με το “μπαμπά μην τρέχεις”. Έχεις δίκιο, δε χρειάζεται τρέξιμο, η απόλαυση είναι στη διαδρομή.»

    Χαμογέλασα χαρούμενη και έτριψα το πρόσωπό μου πάνω του ρουφώντας τη μυρωδιά του και μετά άρχισα να του κάνω «χρρρρ χρρρ χρρρ» οπότε έσκασε στα γέλια.

    Ξαφνικά μου ήρθε μια ιδέα.

    «Ήσουν παρορμητικός και πρέπει να τιμωρηθείς.»

    Τον έβαλα και ξάπλωσε ανάσκελα.

    «Επιστρέφω αμέσως» του είπα και πήγα μέσα στο σαλόνι τρέχοντας. Γύρισα με το μαντήλι που μου είχε τυλίξει τα μάτια στα χέρια μου.

    Ανέβηκα στο κρεβάτι και του έπιασα τα χέρια και του τα έβαλα πίσω από κάγκελα του κρεβατιού. Μετά κατάλαβα ότι το σχέδιό μου έμπαζε γιατί τα χέρια είναι δύο και το μαντήλι ένα, οπότε αναγκάστηκα να αυτοσχεδιάσω. Του έφερα τα χέρια σταυρωτά πίσω και τα έδεσα με το μαντίλι και μετά έδεσα το μαντίλι στα κάγκελα. Έβγαλα τη μπλούζα μου και έμεινα μόνο με το μποξεράκι του. Κάθισα πάνω του, έσκυψα και άρχισα να του τρίβω πρώτα το ένα και μετά το άλλο τα στήθη μου στο πρόσωπό του. Μετά ούσα σκυμμένη πάνω του πίεσα με τα χέρια μου τα δυο μου στήθη το ένα προς το άλλο με το πρόσωπό του ανάμεσά τους. Του έφερα και του ακούμπησα τη ρώγα του ενός μου στήθους στα χείλη του. Πρώτα την έγλειψε απαλά και μετά την πήρε αχόρταγα στο στόμα του πιπιλώντας την τόσο δυνατά που με πόνεσε, αλλά ο πόνος αυτή τη φορά ήταν πάλι ηδονικός. Συνέχισα με το άλλο μου στήθος για λίγη ώρα και μετά ξανασηκώθηκα.

    Κοιτάζοντάς τον προκλητικά και όπως ήμουν καθισμένη πάνω του με τα πόδια ανοιχτά ώστε να μην του πλακώσω το στήθος, έγειρα ελαφριά προς τα πίσω χαρίζοντάς του την πλήρη θέα, και περνώντας το χέρι μου από πίσω πήρα το φουσκωμένο πέος του στο χέρι μου αρχίζοντας να το παίζω.

    «Σ’ αρέσει που με βλέπεις; Πόσο θα ήθελες να έχεις τα χέρια σου ελεύθερα για να μπορείς να χουφτώσεις τα βυζιά μου;»

    «Πολύ… με τρελαίνει που είναι δεμένα και δε μπορώ να στα χουφτώσω και να στα σφίξω. Θέλω να σπάσω τα κάγκελα» είπε παίζοντας το ρόλο του γιατί φυσικά το δέσιμο που του είχα κάνει ήταν απλά για την ιδέα του πράγματος και όχι δέσιμο της προκοπής.

    Μετά πήγα αργά προς τα πίσω και κάθισα πίσω από το θεριεμένο μέλος του. Μόνο το λεπτό -και ομολογώ ιδιαίτερα βρεγμένο- ύφασμα του boxer με χώριζε το πέος του. Άρχισα να τρίβομαι πάνω του, κουνώντας μπρος-πίσω τη λεκάνη μου, με περιορισμένη επιτυχία στην αρχή είναι η αλήθεια. Κάποια στιγμή βρήκα το ρυθμό μου και ο Μανώλης φυσούσε και ξεφυσούσε ενώ το πέος του που τριβόταν πάνω στην ευαίσθητη περιοχή μου έκανε και εμένα να τρέμω.

    Σταμάτησα και πήγα λίγο πιο κάτω προς το μέρος των μηρών του και έσκυψα πάνω του και τον φίλησα αλλά σταμάτησα γρήγορα το φιλί. Του δάγκωσα τα χείλη και μετά το σαγόνι. Μετά άρχισα να τον φιλάω και να τον πιπιλάω στο λαιμό κατεβαίνοντας προς το δεξί του στήθος. Του πιπίλησα τη ρόγα του και η άλως ανατρίχιασε. Μετά έκανα το ίδιο με το αριστερό του στήθος. Τότε σιγά-σιγά και πότε πιπιλώντας, πότε γλείφοντας και πότε δαγκώνοντας κατέβηκα προς τα κάτω. Έφερα το ορθωμένο μέλος του μπροστά από το πρόσωπό μου και το κοίταξα. Η γλώσσα μου άρχισε να παίζει με το κεφαλάκι και το σώμα του Μανώλη έκανε σπασμό. Μετά σιγά-σιγά, προσεκτικά για να μην πνιγώ και καταφέρνοντας να καταπνίξω το ρεφλέξ, τον πήρα στο στόμα μου μέχρι που έφτασε στο βάθος του. Τον κράτησα εκεί για μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να καταφέρω να πάρω ανάσα από τη μύτη. Μετά σιγά-σιγά τραβήχτηκα μέχρι που βγήκε όλος έξω. Τον κράτησα με το χέρι μου και άρχισα να γλείφω τη βάση πιέζοντάς τον πάνω στο πρόσωπό μου.

    «Αν τελειώσεις χωρίς άδεια…» ξεκίνησα να του λέω και σταμάτησα.

    «Τι;» με ρώτησε με πνιγμένη φωνή από την κάβλα.

    «Πρέπει να μάθεις αυτοσυγκράτηση.» του είπα σχεδόν ψιθυριστά. «Αν τελειώσεις προτού σου πω ότι μπορείς να τελειώσεις αντί να τα καταπιώ, θα τα μαζέψω στο στόμα μου και θα φτύσω στο πρόσωπό σου»

    Μετά τον ξαναπήρα στο στόμα.

    Επανάληψη μήτηρ μαθήσεως και ως αθλήτρια ήξερα από μικρή την αναγκαιότητα της προπόνησης. Τον έπαιρνα όσο βαθιά γινόταν αλλά για να το καταφέρω αυτό έπρεπε να μπορώ να καταπνίξω το ρεφλέξ και ταυτόχρονα να καταφέρω να αναπνεύσω πράγμα το οποίο ήταν αξιοσημείωτα δύσκολο ακόμα. Τα σάλια που έπρεπε να καταπίνω και η μύτη μου που άρχισε να βουλώνει έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα οπότε από άποψη ταχύτητας ήταν δράμα.

    Αποφάσισα να αλλάξω τακτική γιατί αλλιώς θα κέρδιζε με κάτω τα χέρια, με αυτό το ρυθμό μάλλον θα ήταν αδύνατο να τελειώσει. Τον πήρα όσο πιο βαθιά μπορούσα χουφτώνοντάς τον ταυτόχρονα με το χέρι μου και άρχισα να τον παίζω.

    Ο αφιλότιμος έχει απίστευτο έλεγχο στον οργασμό του αλλά τότε δεν το ήξερα. Συνέχισα μέχρι που άρχισε να πιάνεται το σαγόνι μου.

    Όπως και στο βόλεϊ έτσι και σήμερα παραδέχτηκα την ήττα μου.

    «Κέρδισες» του είπα απλά και τον ξαναπήρα στο στόμα μου.

    Σε δύο λεπτά είχε τελειώσει οπότε μιας και είχα χάσει αυτό το ιδιότυπο στοίχημα, κατάπια.

    (συνεχίζεται)​
     
    Last edited: 5 Μαρτίου 2018