Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 15 Απριλίου 2026 at 01:00.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Το καφέ ήταν γεμάτο κόσμο, με τη βουή των συζητήσεων και τον ήχο από τα φλιτζάνια να δημιουργούν το τέλειο κάλυμμα για την ιδιωτική τους συζήτηση. Η Έλενα, στα 40 της, καθόταν αναπαυτικά στην καρέκλα της, πίνοντας αργά τον καφέ της. Η στάση της εξέπεμπε μια φυσική, αβίαστη αυτοπεποίθηση και απόλυτο έλεγχο.
    Απέναντί της, ο Μάριος, 41 ετών, έδειχνε αισθητά πιο νευρικός. Τα δάχτυλά του έπαιζαν ασυνείδητα με το χάρτινο σουβέρ. Σήκωσε το βλέμμα του και την κοίταξε με μια μίξη αγωνίας, λαχτάρας και απόλυτης αφοσίωσης.
    «Έλενα... το έχω σκεφτεί πάρα πολύ», ξεκίνησε, χαμηλώνοντας τη φωνή του σχεδόν σε ψίθυρο για να μην ακουστεί στα διπλανά τραπέζια. «Δεν θέλω απλώς να βλεπόμαστε έτσι, χαλαρά. Θέλω κάτι διαφορετικό. Θέλω... να σου ανήκω.»
    Η Έλενα άφησε το φλιτζάνι της στο πιατάκι με μια αργή, υπολογισμένη κίνηση. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του, διαπεραστικά και απόλυτα ήρεμα. Δεν έδειξε καμία έκπληξη. «Να μου ανήκεις, Μάριε; Είναι βαριά λέξη αυτή.»
    «Το εννοώ», συνέχισε εκείνος, γέρνοντας ελαφρώς προς το μέρος της πάνω από το μικρό τραπέζι. Η φωνή του έβγαζε μια ειλικρινή απελπισία. «Σε παρακαλώ. Θέλω να γίνω δικός σου. Να ακολουθώ τους κανόνες σου, να σε υπηρετώ, να είμαι ο σκλάβος σου. Θέλω να παραδώσω τον έλεγχο σε σένα. Ό,τι κι αν μου ζητήσεις, ό,τι κι αν αποφασίσεις εσύ για μένα, θα το κάνω αδιαμαρτύρητα.»
    Η Έλενα έγειρε ελαφρώς πίσω, σταυρώνοντας τα χέρια της. Ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα ικανοποίησης σχηματίστηκε στα χείλη της. Απολάμβανε την ένταση της στιγμής και την ξεκάθαρη παράδοση στο βλέμμα του. Η αντίθεση ανάμεσα στο δημόσιο, καθημερινό περιβάλλον και στην ένταση της συζήτησής τους έκανε τη στιγμή ακόμα πιο δυνατή.
    «Ξέρεις ακριβώς τι μου ζητάς;» ρώτησε με σταθερή, επιβλητική φωνή, χωρίς να ανεβάσει καθόλου την ένταση. «Αν δεχτώ αυτή την παράκληση, τα πράγματα θα γίνουν με τον δικό μου τρόπο. Οι όροι θα είναι αποκλειστικά δικοί μου. Οι τιμωρίες, οι ανταμοιβές, τα όριά σου—όλα θα τα ορίζω εγώ. Και απαιτώ απόλυτη υπακοή.»
    Ο Μάριος κατάπιε ξερό, νιώθοντας τον παλμό του να ανεβαίνει, αλλά το βλέμμα του δεν έπεσε. Αντίθετα, έγινε πιο αποφασιστικό. «Σε παρακαλώ, Έλενα. Είναι το μόνο που θέλω. Περιμένω τις εντολές σου.»
    Εκείνη δεν απάντησε αμέσως. Πήρε το κουταλάκι της και ανακάτεψε τον καφέ της αργά, ρυθμικά, αφήνοντάς τον να περιμένει με κομμένη την ανάσα. Η παρατεταμένη σιωπή της ήταν, στην ουσία, η πρώτη του δοκιμασία. Όταν τελικά τον κοίταξε ξανά, το βλέμμα της ήταν αυστηρό.
    «Πλήρωσε τον λογαριασμό», του είπε κοφτά, με τον τόνο κάποιου που δεν περιμένει αντίρρηση. «Και περίμενέ με έξω από το μαγαζί. Έχουμε πολλά να συζητήσουμε.»
    Η πόρτα του διαμερίσματος της Έλενας έκλεισε πίσω τους με έναν βαρύ, αποφασιστικό ήχο. Ο χώρος ήταν κομψός, καθαρός και μινιμαλιστικός, αντανακλώντας απόλυτα την προσωπικότητα και την τάξη της. Εκείνη προχώρησε στο κέντρο του σαλονιού, άφησε την τσάντα της και γύρισε να τον κοιτάξει.
    Η οπτική αντίθεση ανάμεσά τους ήταν εντυπωσιακή. Η Έλενα, μια μικροκαμωμένη γυναικάρα μόλις 1,60 και 50 κιλά, στεκόταν με την πλάτη ολόισια. Τα καστανοξανθά μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της πλαισιώνοντας το πανέμορφο πρόσωπό της, ενώ η στενή μπλούζα της τόνιζε ακαταμάχητα το πλούσιο, στητό της στήθος. Έμοιαζε με ένα ντελικάτο αλλά απόλυτα επικίνδυνο αγαλματίδιο που εξέπεμπε ατσάλινη δύναμη.
    Απέναντί της, ο Μάριος υψωνόταν σαν βουνό. Ψηλός, μεγαλόσωμος, αλλά με χαρακτηριστικά κάπως άχαρα—ένας άντρας που αντικειμενικά θεωρούνταν ασχημούλης. Φαινόταν σαν ένας ογκώδης γίγαντας που μόλις είχε μπει στο κάστρο μιας βασίλισσας, και στεκόταν εκεί αμήχανος, κάπως καμπουριασμένος, χωρίς να ξέρει τι να κάνει τα τεράστια χέρια του.
    «Μη κουνηθείς. Στάσου εκεί που είσαι,» διέταξε η Έλενα με φωνή ψυχρή, καρφώνοντας τα μάτια της πάνω του.
    Ο Μάριος πάγωσε στη θέση του δίπλα στην είσοδο, κατεβάζοντας αμέσως το βλέμμα.
    Η Έλενα έκανε ένα βήμα προς το μέρος του, παρατηρώντας τον από πάνω μέχρι κάτω με ένα ύφος που έκρυβε ξεκάθαρη περιφρόνηση. Ήθελε να θέσει τους κανόνες του παιχνιδιού από το πρώτο δευτερόλεπτο, διαλύοντας τον ανδρικό του εγωισμό πριν καν αρχίσουν.
    «Μου παρακαλούσες να γίνεις δικός μου στο καφέ, Μάριε. Να γίνεις ο σκλάβος μου,» του είπε, χρωματίζοντας τις λέξεις με ειρωνεία. «Πριν προχωρήσουμε, όμως, πρέπει να καταλάβεις απόλυτα τη θέση σου εδώ μέσα. Και κυρίως, τη θέση σου απέναντί μου.»
    Σταύρωσε τα χέρια της κάτω από το στήθος της, αναδεικνύοντάς το ακόμα περισσότερο, και τον κοίταξε με απόλυτη αυστηρότητα.
    «Ας είμαστε εντελώς ειλικρινείς. **Δεν με ελκύεις καθόλου.**» Η φωνή της ήταν αφοπλιστικά σκληρή. «Σαν άντρας... μου είσαι απελπιστικά λίγος. Κοίταξέ με. Κοίταξε το σώμα μου, το πρόσωπό μου. Είμαι μια γυναίκα που μπορεί να έχει όποιον άντρα επιθυμήσει. Και μετά, κοίταξε τον εαυτό σου. Είσαι άχαρος. Ασχημούλης. Το σώμα σου είναι μεγάλο και ογκώδες, αλλά δεν έχει απολύτως καμία γοητεία. Σεξουαλικά, δεν μου προκαλείς την παραμικρή επιθυμία.»
    Τα λόγια της έπεφταν σαν κοφτερό μαχαίρι. Ο Μάριος κατάπιε με δυσκολία, νιώθοντας το βάρος της απόλυτης ταπείνωσης. Ταυτόχρονα όμως, ένιωθε μια πρωτόγνωρη, αρρωστημένη έξαψη που αυτή η αψεγάδιαστη γυναίκα μπροστά του τον αποδομούσε με τέτοια άνεση.
    «Δεν είσαι εδώ για να με ικανοποιήσεις σαν εραστής, γιατί πολύ απλά, στα μάτια μου, δεν είσαι καν άντρας,» συνέχισε η Έλενα, πλησιάζοντας τόσο κοντά του που, παρά τη διαφορά ύψους, εκείνη τον έκανε να νιώθει σαν μυρμήγκι. «Είσαι εδώ επειδή σε δέχομαι αποκλειστικά ως ένα χρήσιμο αντικείμενο. Ένα εργαλείο. Έναν υποτακτικό που υπάρχει μόνο και μόνο για να εξυπηρετεί τις δικές μου ανάγκες, να κάνει τις δουλειές μου και να υπακούει τυφλά, χωρίς να περιμένει ποτέ καμία στοργή ή επιβεβαίωση. Καταλαβαίνεις τι σου λέω; Είσαι το τίποτα μου.»
    Ο Μάριος έκλεισε τα μάτια του για μια στιγμή, ρουφώντας την ντροπή και αποδεχόμενος πλήρως την υποτίμηση. Ήταν ακριβώς αυτό που λαχταρούσε. Η ολοκληρωτική του παράδοση στην ανωτερότητά της.
    «Το καταλαβαίνω απόλυτα... Κυρία μου,» ψιθύρισε με τρεμάμενη, σιγανή φωνή, χρησιμοποιώντας τον τίτλο αυθόρμητα. «Δεν αξίζω τίποτα παραπάνω. Το μόνο που θέλω, είναι να είμαι χρήσιμος σε σένα.»
    Ένα παγωμένο, ικανοποιημένο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Έλενας. Το πρώτο βήμα είχε γίνει.
    «Ωραία. Αφού ξέρεις πια τη θέση σου... γονάτισε και βγάλε τα παπούτσια μου.»
    Ο ήχος από το χαστούκι αντήχησε απότομα στο ήσυχο διαμέρισμα. Ήταν ένα ξερό, δυνατό, αστραπιαίο χτύπημα που έκανε το κεφάλι του Μάριου να γείρει στο πλάι.
    Το μάγουλό του άρχισε να καίει αμέσως, παίρνοντας ένα έντονο κόκκινο χρώμα. Έμεινε αποσβολωμένος, με τα μάτια ορθάνοιχτα, χωρίς να τολμάει ούτε καν να σηκώσει το τεράστιο χέρι του για να πιάσει το πρόσωπό του. Η ένταση της στιγμής τον άφησε εντελώς παράλυτο.
    Η Έλενα στεκόταν μπροστά του, με το χέρι της να κατεβαίνει αργά, και το βλέμμα της να στάζει καθαρό πάγο.
    «Μην τολμήσεις να το ξαναπείς αυτό,» του είπε με φωνή ψυχρή, διαλύοντας μονομιάς κάθε ψευδαίσθηση "παιχνιδιού" που μπορεί να είχε στο μυαλό του. «"Κυρία" και πληθυντικούς χρησιμοποιούν **μόνο** οι σκλάβοι μου. Αυτοί που έχουν αξιολογηθεί και έχουν κερδίσει το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο του σκλάβου. Εσύ δεν έχεις κερδίσει απολύτως τίποτα.»
    Έκανε μισό βήμα πιο κοντά του, αναγκάζοντάς τον να σκύψει το βλέμμα του ακόμα περισσότερο για να αποφύγει τα μάτια της.
    «Δεν είμαστε εδώ για να ικανοποιήσεις τις φαντασιώσεις σου παίζοντας ρόλους υποταγής,» συνέχισε, απόλυτα απαξιωτικά. «Δεν πρόκειται να σου δώσω την ικανοποίηση του BDSM πρωτοκόλλου για να νιώθεις ωραία. Είσαι πολύ κατώτερος για κάτι τέτοιο. Είσαι απλά ένας άσχημος, χρήσιμος ηλίθιος που θα κάνει ό,τι βαριέμαι να κάνω εγώ. Για σένα λοιπόν, δεν υπάρχει κανένας τίτλος. Για σένα, είμαι απλά η **Έλενα**. Έγινε κατανοητό;»
    Η ψυχολογική ταπείνωση ήταν απείρως χειρότερη από τον πόνο στο πρόσωπό του. Του στερούσε ακόμα και την απόλαυση της "επίσημης" υποταγής. Τον μείωνε σε κάτι λιγότερο κι από δούλο.
    Ο Μάριος κατάπιε τον κόμπο στον λαιμό του, νιώθοντας την απόλυτη συντριβή.
    «Ναι... Έλενα,» ψιθύρισε, με τη φωνή του να βγαίνει βραχνή και αδύναμη.
    «Πολύ ωραία,» απάντησε εκείνη, χωρίς το παραμικρό ίχνος επιβράβευσης. Σήκωσε ελαφρώς το πιγούνι της, κοιτώντας τον αφ' υψηλού. «Αφού το ξεκαθαρίσαμε κι αυτό... είπαμε κάτι για τα παπούτσια μου. Στο πάτωμα. Τώρα.»

    Ο Μάριος, με τον όγκο του να τον κάνει να φαίνεται ακόμα πιο αδέξιος, λύγισε τα γόνατά του. Το τεράστιο σώμα του σωριάστηκε στο πάτωμα μπροστά της, σκύβοντας το κεφάλι. Η εικόνα ήταν από μόνη της γελοία, και η Έλενα δεν έχασε την ευκαιρία να του το επισημάνει.
    «Κοίταξέ σε,» του είπε, με ένα ελαφρύ, γεμάτο ειρωνεία γελάκι. «Ένας ολόκληρος μαντράχαλος, ένας γίγαντας, να σέρνεται στα πατώματα μπροστά σε μια γυναίκα μισή από αυτόν. Πραγματικά, είσαι ένα αξιολύπητο θέαμα. Δεν έχεις ίχνος αξιοπρέπειας.»
    Ο Μάριος άπλωσε τα μεγάλα, χοντροκομμένα χέρια του προς τα πόδια της. Φορούσε ένα ζευγάρι κομψές, μαύρες γόβες.
    «Πρόσεχε πώς με ακουμπάς με αυτές τις κουλαμάρες που έχεις για χέρια,» τον διέκοψε απότομα, κάνοντάς τον να τιναχτεί. «Δεν θέλω να με γρατζουνίσεις ούτε να λερώσεις το δέρμα. Βγάλε τα παπούτσια μου από τη φτέρνα, προσεκτικά.»
    Ο Μάριος υπάκουσε, ιδρώνοντας από την προσπάθεια να είναι όσο πιο λεπτός μπορούσε στις κινήσεις του. Αφαίρεσε την πρώτη γόβα και μετά τη δεύτερη, ακουμπώντας τες προσεκτικά δίπλα της. Έμεινε εκεί, γονατιστός, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα, περιμένοντας.
    Η Έλενα αναστέναξε, σαν να τον βαριόταν ήδη.
    «Μύρισέ τα,» διέταξε απρόσμενα, δείχνοντας τις γόβες της. «Μύρισε το εσωτερικό τους.»
    Ο Μάριος πάγωσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, αλλά ο φόβος ενός δεύτερου χαστουκιού και η απόλυτη υποταγή του τον έκαναν να σκύψει αμέσως. Πήρε τη μία γόβα και έβαλε τη μύτη του κοντά, εισπνέοντας τη μυρωδιά του ακριβού δέρματος και το ανεπαίσθητο άρωμά της.
    «Αυτό είναι το μόνο που θα πάρεις από μένα, Μάριε,» η φωνή της τον χτύπησε σαν μαστίγιο από ψηλά. «Αυτή είναι η απόστασή μας. Εγώ είμαι η ομορφιά, η τελειότητα, και εσύ είσαι ένας άσχημος, χρήσιμος όγκος που χαίρεται να μυρίζει τα παπούτσια που πατάνε στα πεζοδρόμια. Μόνο για εκεί κάτω είσαι. Πες μου, νιώθεις πόσο τιποτένιος είσαι;»
    «Ναι... Έλενα. Είμαι τιποτένιος,» ψιθύρισε εκείνος, με το πρόσωπό του ακόμα κοντά στο παπούτσι της, νιώθοντας την απόλυτη ξεφτίλα να τον τυλίγει.
    «Χαίρομαι που ξέρεις τη θέση σου,» είπε εκείνη ψυχρά, περνώντας από δίπλα του, αναγκάζοντάς τον να κάνει στην άκρη σαν εμπόδιο. «Τώρα πάρε τις γόβες μου, βάλτες τακτοποιημένα στην παπουτσοθήκη, και μετά πήγαινε στην κουζίνα. Τα πιάτα στον νεροχύτη είναι άπλυτα, τα σκουπίδια θέλουν πέταμα και το πάτωμα σφουγγάρισμα. Ήρθες εδώ για να φανείς χρήσιμος, σωστά; Ξεκίνα τις δουλειές του σπιτιού, λοιπόν. Και αν ακούσω παράπονο ή αν δεν γυαλίζουν όλα... θα σε πετάξω έξω με τις κλωτσιές.»
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Ο Μάριος στεκόταν στη μέση της κουζίνας, ιδρωμένος, λαχανιασμένος και με την πλάτη του να πονάει από το σκύψιμο. Ο τεράστιος όγκος του έδειχνε εντελώς γελοίος μέσα στον μικρό χώρο, ειδικά καθώς κρατούσε ακόμα το βρεγμένο σφουγγαρόπανο. Είχε τρίψει κάθε γωνία, προσπαθώντας απεγνωσμένα να φανεί χρήσιμος στα μάτια της.
    Η Έλενα μπήκε στην κουζίνα αθόρυβα. Είχε αλλάξει ρούχα και φορούσε ένα μεταξωτό ρόμπακι, δείχνοντας ακόμα πιο απρόσιτη και τέλεια. Δεν τον κοίταξε καν στην αρχή. Το βλέμμα της σάρωσε τον χώρο κυνικά.
    Πήγε προς τον νεροχύτη, σήκωσε ένα καθαρό ποτήρι και το κράτησε κόντρα στο φως. Ύστερα, πέρασε τον δείκτη της πάνω από τον μαρμάρινο πάγκο.
    Ο Μάριος είχε το κεφάλι σκυμμένο, περιμένοντας με καρδιοχτύπι την ετυμηγορία της.
    Ξαφνικά, χωρίς καμία προειδοποίηση, το χέρι της εκτινάχθηκε.
    *Πλατς!*
    Ένα δυνατό, ξεγυρισμένο χαστούκι έσκασε στο αριστερό του μάγουλο. Πριν καν προλάβει να ανοιγοκλείσει τα μάτια του από το σοκ, ακολούθησε και δεύτερο, με την ανάποδη πλευρά του χεριού της, στο άλλο μάγουλο.
    *Πλατς!*
    «Είσαι τελικά εντελώς άχρηστος,» έφτυσε τις λέξεις με αηδία, πετώντας το ποτήρι μέσα στον νεροχύτη, με αποτέλεσμα να ραγίσει. «Υπάρχει μια θολούρα στο γυαλί και ο πάγκος έχει ακόμα υγρασία. Ούτε για τις πιο ταπεινές δουλειές δεν κάνεις, Μάριε. Είσαι ένα μεγάλο, άχαρο τίποτα. Ακόμα και τα χέρια σου είναι τόσο χοντροκομμένα που δεν μπορούν να καθαρίσουν σωστά.»
    «Έλενα, συγγνώμη, σε παρακαλώ, άφησέ με να το ξανακάνω...» τραύλισε εκείνος, με τα μάγουλά του να φλέγονται και τα μάτια του να βουρκώνουν από την ταπείνωση.
    «Σκάσε!» τον διέκοψε με μια κοφτή κίνηση του χεριού της. «Με κούρασες. Μου χαλάς την αισθητική και μόνο που πιάνεις χώρο μέσα στο σπίτι μου με αυτό το άχαρο σώμα σου. Φύγε από μπροστά μου. Τώρα. Πάρε τα πράγματά σου και τσακίσου.»
    «Αλλά...»
    «Είπα τσακίσου!»
    Ο Μάριος δεν τόλμησε να πει τίποτα άλλο. Έβγαλε βιαστικά τα γάντια του, πήρε το μπουφάν του και, καμπουριάζοντας τους φαρδιούς του ώμους σαν βρεγμένο σκυλί, βγήκε από το διαμέρισμα. Το απόλυτο διώξιμο, χωρίς καμία ανταμοιβή, χωρίς ούτε ένα "γεια". Ένιωθε χειρότερα κι από σκουπίδι.
    Τρεις ώρες αργότερα.
    Ο Μάριος καθόταν στον καναπέ του σπιτιού του στο σκοτάδι, αναμασώντας την ξεφτίλα που είχε βιώσει, νιώθοντας ένα τεράστιο κενό. Ήταν σίγουρος ότι τον είχε τελειώσει οριστικά.
    Ξαφνικά, η οθόνη του κινητού του άναψε. Το όνομά της εμφανίστηκε στην οθόνη. Η καρδιά του πήγε να σπάσει. Σήκωσε την κλήση στο πρώτο κιόλας χτύπημα.
    «Ναι, Έλενα;» είπε με φωνή που έτρεμε από την αγωνία.
    «Βαριέμαι,» ακούστηκε η φωνή της, εντελώς επίπεδη και αδιάφορη, λες και του έκανε χάρη που του μιλούσε. «Και τα πόδια μου είναι πιασμένα από την ορθοστασία. Θα έρθεις εδώ αμέσως. Θα κάτσεις στο πάτωμα και θα μου κάνεις μασάζ στα πέλματα μέχρι να σε διατάξω να σταματήσεις. Αν αργήσεις έστω και ένα λεπτό, δεν θα σου ξανανοίξω την πόρτα ποτέ. Έχεις είκοσι λεπτά.»
    Η γραμμή έκλεισε απότομα, χωρίς να περιμένει την απάντησή του.
    Ο Μάριος κοίταξε την κενή οθόνη για ένα δευτερόλεπτο και ύστερα πετάχτηκε όρθιος, τρέχοντας προς την πόρτα σαν υπνωτισμένος.


    Ο Μάριος έφτασε στην πόρτα της σε δεκαοκτώ λεπτά, με την ανάσα του κομμένη και την καρδιά του να χτυπάει στον λαιμό. Όταν η Έλενα άνοιξε την πόρτα, δεν του είπε ούτε «καλησπέρα». Απλά έκανε στην άκρη και του έδειξε με το κεφάλι της το σαλόνι.
    Εκείνη κάθισε αναπαυτικά στον καναπέ, απλώνοντας τα πόδια της πάνω στο υποπόδιο. Ο Μάριος, χωρίς να περιμένει δεύτερη κουβέντα, σύρθηκε στο πάτωμα και κάθισε ανάμεσα στα πόδια της. Πήρε τα πέλματά της στα μεγάλα του χέρια, προσπαθώντας να είναι όσο πιο απαλός και προσεκτικός μπορούσε.
    «Πιο δυνατά στην καμάρα, Μάριε. Είσαι τόσο μεγάλος, χρησιμοποίησε λίγη από αυτή τη δύναμη σωστά,» είπε εκείνη, κλείνοντας τα μάτια της και απολαμβάνοντας την αίσθηση. Η σιωπή κράτησε για λίγο, μέχρι που η Έλενα άρχισε να μιλάει με μια φωνή χαμηλή, σχεδόν νανουριστική, αλλά γεμάτη δηλητήριο.
    «Θα σου πω μια ιστορία...» ξεκίνησε, κοιτάζοντας το ταβάνι. «Όταν ήμουν μικρή, στο εξοχικό μας, είχαμε έναν κηπουρό. Ήταν ένας άνθρωπος σαν εσένα. Ψηλός, άχαρος, με τεράστια χέρια που ήταν πάντα λερωμένα από το χώμα. Δεν τον θυμάμαι ποτέ να μιλάει. Θυμάμαι μόνο να δουλεύει κάτω από τον ήλιο, να ιδρώνει, να κουρεύει το γκαζόν και να μαζεύει τα σκουπίδια που πετούσαμε εμείς.»
    Ο Μάριος συνέχιζε το μασάζ, ακούγοντας κάθε λέξη της σαν να ήταν ευαγγέλιο.
    «Μια μέρα,» συνέχισε η Έλενα, «τον είδα να κάθεται στη σκιά ενός δέντρου και να με κοιτάζει. Ήμουν μόλις δέκα, αλλά ήδη ήξερα. Τον πλησίασα και του ζήτησα να μου δέσει τα κορδόνια. Εκείνος έσκυψε, γονάτισε στο χώμα μπροστά μου και με τα τεράστια, τραχιά δάχτυλά του, προσπάθησε να πιάσει τα λεπτά κορδόνια των παπουτσιών μου. Έτρεμε, Μάριε. Έτρεμε από τον φόβο και την αμηχανία του που ακουμπούσε κάτι τόσο... καθαρό.»
    Έσκυψε λίγο προς το μέρος του, κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
    «Τότε κατάλαβα κάτι που εσύ φαίνεται να το έμαθες πολύ αργά: ότι ο κόσμος χωρίζεται σε δύο είδη ανθρώπων. Σε αυτούς που γεννήθηκαν για να τους υπηρετούν και σε αυτούς που γεννήθηκαν για να είναι το "φόντο". Εκείνος ο κηπουρός δεν είχε όνομα για μένα. Ήταν απλά ένα κομμάτι του κήπου. Όπως και εσύ, τώρα, είσαι απλά μια προέκταση του καναπέ μου. Ένα εργαλείο που διευκολύνει τη ζωή μου.»
    Η Έλενα τράβηξε το ένα της πόδι και του έδωσε μια ελαφριά σπρωξιά στο στήθος με το πέλμα της.
    «Ξέρεις τι απέγινε ο κηπουρός; Μια μέρα απλά δεν ήρθε. Και κανείς δεν ρώτησε γι' αυτόν. Κανείς δεν παρατήρησε την απουσία του, γιατί το γκαζόν συνέχισε να είναι πράσινο. Αυτό είσαι κι εσύ για μένα, Μάριε. Μια αναλώσιμη ευκολία. Όσο κάνεις τη δουλειά σου, θα είσαι εδώ. Μόλις κουραστώ να βλέπω το άσχημο πρόσωπό σου ή βρω κάποιον που κάνει καλύτερο μασάζ, θα εξαφανιστείς και δεν θα θυμάμαι καν ότι υπήρξες.»
    Ο Μάριος ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό, αλλά συνέχισε να τρίβει τα πόδια της με ακόμα μεγαλύτερη αφοσίωση. Η ιστορία της τον είχε διαλύσει, αλλά η ανάγκη του να παραμείνει έστω και ως «φόντο» στη ζωή της ήταν πια το μόνο που τον κρατούσε όρθιο.
    «Συνέχισε,» διέταξε εκείνη, γέρνοντας πάλι πίσω. «Και μην τολμήσεις να σταματήσεις αν δεν αποκοιμηθώ. Θέλω να νιώθω τα χέρια σου να δουλεύουν, για να μου θυμίζουν πόσο ανώτερη είμαι από σένα.»

    Η αναπνοή της Έλενας άρχισε σταδιακά να γίνεται πιο βαριά και ρυθμική. Το σώμα της χαλάρωσε εντελώς πάνω στον καναπέ, και το κεφάλι της έγειρε ελαφρά στο πλάι. Είχε αποκοιμηθεί, βυθισμένη στην απόλυτη σιγουριά ότι ο άνθρωπος στα πόδια της δεν θα τολμούσε να σταματήσει αν δεν ήταν σίγουρος ότι εκείνη το ήθελε.
    Ο Μάριος συνέχιζε. Τα μεγάλα, τραχιά του χέρια κινούνταν με μηχανική ακρίβεια πάνω στα μικροσκοπικά της πέλματα. Φοβόταν ακόμα και να αναπνεύσει δυνατά, μην τυχόν και την ταράξει.
    Καθώς την κοίταζε έτσι, ανυπεράσπιστη στον ύπνο της αλλά ταυτόχρονα τόσο κυρίαρχη στη ζωή του, τα λόγια της άρχισαν να αντηχούν ξανά και ξανά στο μυαλό του.
    «Είσαι το φόντο... είσαι αναλώσιμος... κανείς δεν θα θυμάται ότι υπήρξες.»

    Μια ξαφνική, πνιχτή θλίψη τον τύλιξε. Κοίταξε τα δικά του χέρια—τόσο μεγάλα, τόσο άχαρα—που έμοιαζαν με ξένα σώματα δίπλα στη δική της λεπτότητα. Συνειδητοποίησε την απόλυτη αλήθεια όσων του είπε: ήταν πράγματι ένας ασήμαντος γίγαντας που η μόνη του αξία ήταν να προσφέρει ανακούφιση σε μια γυναίκα που τον περιφρονούσε.
    Τα μάτια του θόλωσαν. Το πρώτο δάκρυ κύλησε ζεστό πάνω στο μάγουλό του, εκεί ακριβώς που πριν λίγο τον είχε χαστουκίσει. Μετά ακολούθησε άλλο ένα.
    Άρχισε να κλαίει σιωπηλά με τους ώμους του να τρέμουν ελαφρά, αλλά τα χέρια του δεν σταμάτησαν ούτε δευτερόλεπτο το μασάζ. Έκλαιγε για την ομορφιά της που δεν θα άγγιζε ποτέ ως ίσος. Έκλαιγε για την ασχήμια του που τον καταδίκαζε να είναι πάντα "κάτω". Έκλαιγε γιατί ήξερε ότι, ακόμα και μετά από όλη αυτή την ταπείνωση, αν εκείνη ξυπνούσε και του ζητούσε να πεθάνει για χάρη της, θα το έκανε.
    Ένα δάκρυ του έπεσε πάνω στο δέρμα του κουντεπιέ της.
    Τρόμαξε. Με μια γρήγορη, αδέξια κίνηση, έσκυψε και το σκούπισε με το μανίκι του, προσέχοντας να μην την ξυπνήσει. Η εικόνα ήταν σπαρακτική: ένας μεγαλόσωμος άντρας, συντριμμένος ψυχολογικά, να κλαίει πάνω από τα πόδια μιας γυναίκας που τον θεωρούσε "τίποτα", συνεχίζοντας να την υπηρετεί μέσα στη νύχτα.
    Εκείνη συνέχιζε να κοιμάται ήσυχη, με ένα αδιόρατο χαμόγελο ικανοποίησης, λες και ακόμα και στον ύπνο της απολάμβανε την απόλυτη υποταγή του.
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Η Έλενα άνοιξε τα μάτια της αργά, σαν να μην είχε κοιμηθεί ποτέ πραγματικά, αλλά απλώς να περίμενε τη στιγμή που θα τον έβλεπε πάλι να υποφέρει. Τον κοίταξε για λίγο, παρατηρώντας τα κόκκινα μάτια του και τα ίχνη από τα δάκρυα στο πρόσωπό του. Δεν έδειξε ούτε ίχνος συμπόνιας. Αντίθετα, ένα μικρό, χαιρέκακο χαμόγελο φάνηκε στη γωνία των χειλιών της.
    «Μάριε,» είπε με φωνή βραχνή από τον ύπνο, αλλά γεμάτη εξουσία. «Σήκωσέ με. Πήγαινέ με αγκαλιά στο κρεβάτι. Τώρα.»
    Ο Μάριος σηκώθηκε αμέσως, παρά το γεγονός ότι τα πόδια του ήταν πιασμένα από την τόση ώρα στο πάτωμα. Έσκυψε και πέρασε τα τεράστια χέρια του κάτω από το σώμα της. Εκείνη ήταν τόσο ελαφριά, μόλις 50 κιλά, που στα χέρια του έμοιαζε με πούπουλο. Την κράτησε σφιχτά, νιώθοντας τη ζεστασιά του σώματός της μέσα από το μεταξωτό ρόμπακι, ενώ εκείνη άφησε το κεφάλι της να γείρει πίσω, αδιάφορη, σαν να μεταφερόταν από ένα έπιπλο.
    Την άφησε προσεκτικά πάνω στο μεγάλο, αναπαυτικό της κρεβάτι. Η μυρωδιά των καθαρών σεντονιών και του αρώματός της τον ζάλισε. Έκανε ένα βήμα πίσω, έτοιμος να φύγει, αλλά εκείνη τον σταμάτησε με ένα βλέμμα.
    «Πού πας;» ρώτησε ψυχρά, καθώς βολευόταν κάτω από το πάπλωμα. «Δεν σου έδωσα άδεια να φύγεις.»
    Τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, σαν να έβλεπε κάτι λεκιασμένο που έπρεπε να καθαριστεί.
    «Γδύσου. Όλα,» διέταξε. «Δεν θέλω να βλέπω αυτά τα άχαρα ρούχα σου μέσα στην κρεβατοκάμαρά μου.»
    Ο Μάριος, με τρεμάμενα χέρια, άρχισε να βγάζει τα ρούχα του. Ένιωθε απροστάτευτος, γυμνός μπροστά στο επικριτικό της βλέμμα. Ο όγκος του, που κανονικά θα έπρεπε να του δίνει επιβολή, τώρα τον έκανε να νιώθει ακόμα πιο γελοίος και εκτεθειμένος.
    «Και τώρα,» συνέχισε εκείνη, σβήνοντας το φως στο κομοδίνο και αφήνοντας μόνο το απαλό φως του διαδρόμου να μπαίνει στο δωμάτιο, «θα κοιμηθείς εκεί. Στο πάτωμα, δίπλα μου.»
    Έδειξε το σκληρό ξύλινο πάτωμα ακριβώς δίπλα από τη δική της πλευρά του κρεβατιού.
    «Θέλω να νιώθω την παρουσία σου εκεί κάτω. Σαν πιστό, άσχημο σκυλί που προσέχει την κυρία του. Αν τολμήσεις να ανέβεις στο κρεβάτι ή αν βγάλεις κιχ, θα το μετανιώσεις πικρά. Καληνύχτα, Μάριε.»
    Ο Μάριος ξάπλωσε στο κρύο πάτωμα, χωρίς μαξιλάρι, χωρίς σκέπασμα. Το σώμα του ήταν πολύ μεγάλο για τον περιορισμένο χώρο ανάμεσα στο κρεβάτι και τον τοίχο, και τα κόκαλά του πίεζαν το ξύλο. Όμως, καθώς άκουγε την ήρεμη ανάσα της Έλενας λίγα εκατοστά πάνω από το κεφάλι του, ένιωθε μια διεστραμμένη ικανοποίηση.
    Ήταν εκεί. Ήταν δικός της. Ήταν το τίποτα που χρειαζόταν για να νιώθει εκείνη τα πάντα. Έκλεισε τα μάτια του, τυλιγμένος στην απόλυτη απαξίωση και στο κρύο του πατώματος, περιμένοντας την επόμενη διαταγή που θα του έδινε νόημα το πρωί.
    Το πρώτο φως της ημέρας μπήκε από τις χαραμάδες των πατζουριών, φωτίζοντας τη σκόνη που χόρευε στον αέρα της κρεβατοκάμαρας. Ο Μάριος δεν είχε κλείσει μάτι. Το σώμα του ήταν πιασμένο από τη σκληρότητα του πατώματος, αλλά η αίσθηση της εγγύτητάς της τον κρατούσε σε μια κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης.
    Ξαφνικά, το στρώμα έτριξε. Η Έλενα ξύπνησε. Χωρίς να πει λέξη, έριξε το πάπλωμα στην άκρη και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. Καθώς σηκώθηκε, δεν απέφυγε το σώμα του που ήταν ξαπλωμένο δίπλα. Αντίθετα, **πάτησε με όλο της το βάρος** πάνω στο στήθος του για να σηκωθεί, χρησιμοποιώντας τον σαν ένα ζωντανό χαλάκι.
    Ο Μάριος άφησε μια μικρή ανάσα να βγει από το στόμα του, νιώθοντας την πίεση του πέλματός της, αλλά δεν κουνήθηκε.
    «Σήκω,» διέταξε εκείνη με τη βραχνή, πρωινή της φωνή. «Πήγαινε στο σαλόνι. Στάσου όρθιος στη μέση του δωματίου και περίμενέ με. Μην τολμήσεις να καθίσεις.»
    Ο Μάριος υπάκουσε αμέσως. Σηκώθηκε, γυμνός όπως ήταν, και προχώρησε στο σαλόνι. Στάθηκε προσοχή, με τα χέρια στα πλάγια και το βλέμμα ευθεία, προσπαθώντας να καταπιέσει το ρίγος από την πρωινή ψύχρα.
    Λίγα λεπτά μετά, η Έλενα εμφανίστηκε. Κρατούσε ένα φλιτζάνι καφέ και φορούσε μόνο το μεταξωτό της ρόμπακι, το οποίο άφησε ελαφρώς ανοιχτό. Άρχισε να κάνει κύκλους γύρω του, παρατηρώντας τον με μια περιέργεια που δεν είχε δείξει την προηγούμενη μέρα.
    Για πρώτη φορά, τον έβλεπε πραγματικά. Κάτω από το "άσχημο" πρόσωπο και την άχαρη συμπεριφορά, κρυβόταν ένα σώμα που την εξέπληξε. Ο Μάριος ήταν **γυμνασμένος**, με καθαρούς μυς στο στήθος και στην κοιλιά, αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Το δέρμα του ήταν **εντελώς άτριχο**, λείο, αναδεικνύοντας τις γραμμές των ώμων και των ποδιών του. Ήταν ένας επιβλητικός, στιβαρός όγκος από σάρκα που στεκόταν ακίνητος σαν άγαλμα.
    Η Έλενα σταμάτησε μπροστά του. Άπλωσε το χέρι της και πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από τους κοιλιακούς του, νιώθοντας τη σκληρότητα του μυός.
    «Περίμενα χειρότερο το κορμί σου,» είπε με μια δόση ειλικρίνειας, αν και ο τόνος της παρέμενε υποτιμητικός. «Με όλα αυτά τα φαρδιά ρούχα και αυτή την αδέξια κίνησή σου, νόμιζα ότι θα ήσουν πλαδαρός. Αλλά είσαι... περιποιημένος.»
    Σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε στα μάτια.
    «Είναι κρίμα, ξέρεις. Ένα τόσο καλό σώμα, πάνω σε έναν τόσο ασήμαντο άνθρωπο. Είναι σαν να έχεις μια ακριβή μηχανή και να μην ξέρεις να την οδηγήσεις. Αλλά ίσως είναι καλύτερα έτσι. Αυτό το σώμα θα μου φανεί πολύ χρήσιμο για τις δουλειές που έχω κατά νου. Είναι ένα γερό εργαλείο.»
    Έκανε ένα βήμα πίσω, πίνοντας μια γουλιά καφέ.
    «Τουλάχιστον δεν θα μου χαλάς τελείως την αισθητική όταν κυκλοφορείς γυμνός στο σπίτι. Μείνε εκεί. Θέλω να σε κοιτάζω όσο πίνω τον καφέ μου. Σαν να έχω ένα καινούργιο, ακριβό έπιπλο στο σαλόνι μου.»
    Ο Μάριος ένιωσε ένα κύμα αίματος να ανεβαίνει στο πρόσωπό του. Η παραδοχή της ότι το σώμα του δεν ήταν άσχημο ήταν η μεγαλύτερη ανταμοιβή που θα μπορούσε να φανταστεί, αλλά ο τρόπος που τον παρομοίασε με έπιπλο τον έκανε να νιώθει ακόμα πιο υποταγμένος.
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Η Έλενα άφησε το φλιτζάνι του καφέ πάνω στο κρυστάλλινο τραπέζι με έναν ξερό ήχο. Το βλέμμα της, που πριν λίγο περιεργαζόταν το σώμα του με μια δόση κυνικής αναγνώρισης, τώρα σκοτεινίασε. Η ικανοποίηση που ένιωθε από την απόλυτη κυριαρχία της έπρεπε να επισφραγιστεί με πόνο.
    «Πήγαινε στο ντουλάπι του διαδρόμου, τέρμα κάτω,» είπε με φωνή χαμηλή και απόλυτη. «Θα βρεις ένα λεπτό, μαύρο καλάμι. Φέρ’ το μου. **Τώρα.**»
    Ο Μάριος, γυμνός και τρεμάμενος από την ένταση, υπάκουσε μηχανικά. Επέστρεψε μετά από λίγο, κρατώντας το όργανο της τιμωρίας του. Το παρέδωσε στα χέρια της σκύβοντας το κεφάλι, σαν να της πρόσφερε το κλειδί της ίδιας του της συντριβής.
    Η Έλενα το πήρε και το δοκίμασε στον αέρα. Ένας κοφτερός ήχος, ένα «σφύριγμα», έσκισε τη σιωπή του σαλονιού.
    «Στηρίξου στο τραπέζι. Άνοιξε τα πόδια. Μην τολμήσεις να κουνηθείς, ό,τι κι αν νιώσεις,» διέταξε.
    Ο Μάριος πήρε τη θέση που του υπέδειξε. Το γυμνασμένο, άτριχο σώμα του ήταν τεντωμένο, κάθε μυς του διαγραφόταν καθαρά κάτω από το φως της ημέρας. Η Έλενα στάθηκε πίσω του. Η αντίθεση ήταν σοκαριστική: μια ντελικάτη γυναίκα 1,60 μπροστά σε έναν γίγαντα που είχε παραδώσει κάθε δικαίωμα στην αυτοάμυνα.
    **Και τότε άρχισε.**
    Το καλάμι προσγειώθηκε με μανία πάνω στην πλάτη του.
    *Σβις-Πλατς!*
    Ο Μάριος έβγαλε έναν πνιχτό βρυχηθμό, τα δάχτυλά του γάντζωσαν την άκρη του τραπεζιού. Η Έλενα δεν σταμάτησε. Το χτύπησε ξανά και ξανά, ανελέητα. Στην πλάτη, στους ώμους, στα οπίσθια, στους σκληρούς του μηρούς. Κάθε χτύπημα άφηνε πίσω του μια έντονη, κόκκινη γραμμή πάνω στο λείο, άσπρο δέρμα του.
    «Αυτό είναι για το θράσος σου να νομίζεις ότι είσαι άντρας μπροστά μου!» φώναξε, δίνοντας ακόμα περισσότερη δύναμη. «Αυτό είναι για το κλάμα σου χθες το βράδυ! Οι σκλάβοι δεν κλαίνε, οι σκλάβοι υπομένουν!»
    Το καλάμι ανέβαινε και κατέβαινε με ρυθμό φρενήρη. Ο ιδρώτας άρχισε να τρέχει στο σώμα του Μάριου, ανακατεύοντας τον πόνο με την απόλυτη έκσταση της υποταγής. Η Έλενα έδειχνε να μην κουράζεται. Κάθε φορά που έβλεπε τους μυς του να συσπώνται από τον πόνο, χτυπούσε πιο δυνατά. Ήθελε να τον σημαδέψει, να γράψει πάνω στο σώμα του την ιδιοκτησία της.
    Μετά από αρκετά λεπτά ανελέητου ξύλου, σταμάτησε απότομα. Η ανάσα της ήταν γρήγορη, το πρόσωπό της αναμμένο από την προσπάθεια.
    «Γύρνα να σε δω,» είπε με κομμένη την ανάσα.
    Ο Μάριος γύρισε αργά, με το πρόσωπο παραμορφωμένο από τον πόνο αλλά τα μάτια γεμάτα από μια αρρωστημένη λατρεία. Το σώμα του ήταν γεμάτο κόκκινες ρίγες, ένας χάρτης της οργής της.
    «Κοίταξέ σε...» ψιθύρισε εκείνη, πλησιάζοντάς τον και περνώντας το καλάμι απαλά πάνω από μια από τις πληγές που μόλις είχε δημιουργήσει. «Τώρα μοιάζεις με αυτό που πραγματικά είσαι. Ένα δαρμένο, υπάκουο κτήνος. Μου αρέσεις πολύ περισσότερο έτσι, Μάριε. Με τα σημάδια μου πάνω σου.»
    Τον κοίταξε περιφρονητικά στα μάτια. «Τώρα, μάζεψε τα αίματα και τον ιδρώτα σου από το πάτωμα. Με τη γλώσσα. Δεν θέλω να μείνει ούτε ίχνος από την ύπαρξή σου πάνω στα μάρμαρά μου.»