Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Γειτονια

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Εμπειρίες' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 18 Ιανουαρίου 2024.

  1. sfougokolarios

    sfougokolarios Regular Member

    Αυτ'ο το μαρτύριο της σταγόνας το οποίο υφιστάμεθα όλοι οι αναγνώστες των εξαιρετικων ιστοριών σου δεν μας το έχει
    κάνει ούτε η πιο αυστηρή Αφεντρα
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Με έβαλε να σηκωθώ όρθιος. Στάθηκα μπροστά του. Τα μάτια μου έκλαιγαν από τον πόνο, αλλά και την στιγμή. Περίμενα ότι ο Κύριος Βλαντ πως θα ήταν πιο μαλακός. Αυτό είχα καταλάβει τόσο καιρό και ίσως αυτό ήταν που μου άρεσε πολύ σε αυτόν. Με φρόντιζε, με έπλενε. Με εκπαίδευε. Φυσικά και ο Αφέντης Γκρέγκορι τα έκανε όλα αυτά, αλλά με περισσότερη σκληράδα. Ήταν πιο απότομος, πιο αυστηρός. Ακόμα και ο τρόπος που με γαμούσαν ήταν διαφορετικός. Ο Κύριος Γκρέγκορι πάντα δυνατά και γρήγορα, Ο Αφέντης βλαντ ήρεμα πιο αργά εκτός από το στόμα μου. Το στόμα μου ο Κύριος Βλαντ το διέλυε κάθε φορά κόντευα να πνιγώ.

    Στεκόμουν όρθιος μπροστά του. Τα μάτια μου στο πάτωμα. Είχε ανάψει ένα τσιγάρο. «Πήγαινε να μου βάλεις ένα ουίσκυ» διέταξε. Πήγα μέσα στο σπίτι. Ακούγονταν η Νατάσα να απολαμβάνει το σεξ. Βρήκα εύκολα το ουίσκι, Έβαλα στον Αφέντη με μία κουταλιά παγωμένο νερό, όπως αγαπούσε να το πίνει. ''Ήρθε η ώρα να σε μαστιγώσω'' αυτό σκεφτόμουν. Νόμιζα ότι θα κυλούσε διαφορετικά, ήλπιζα πως θα με αγκάλιαζε, ίσως μου πήδαγε τον λαιμό. Αλλά δεν μπορούσα με τίποτα να φανταστώ ότι θέλει να με πονέσει με το μαστίγιο.

    Γονάτισα μπροστά του. Του πρόσφερα το ουίσκι. Είχε βγάλει την μπλούζα του. Έβλεπα το γυμνασμένο του κορμί. Πάντα με μαστιγώνει χωρίς να φοράει μπλούζα. «Σήκω»
    με διέταξε. Στάθηκα μπροστά του. «Γύρνα» . Έκανα μεταβολή. Έβλεπε τον κοκκινισμένο μου κώλο και την φύση. Σηκώθηκε, ήρθε δίπλα μου. Γονάτισα αμέσως όπως έπρεπε όταν είναι όρθιοι δίπλα μου οι Αφέντες. Χαμογέλασε. Πρόλαβα και το είδα. Ξανακάθισε και με έβαλε όρθιο να κοιτάω το έδαφος.

    «Με αγαπάς;» με ρώτησε. «Μάλιστα Αφέντη»
    Χαμογέλασε. «Η αγάπη είναι δύσκολα διαχειρίσιμη από έναν σκλάβο, μικρέ. Αλλά είναι κατανοητή» έτρεμα, αγχωνόμουν. Η υποταγή με είχε κυριεύσει. Κρεμιόμουν από τα χείλη του.
    «Πες μου ακριβώς τι σκέφτεσαι τώρα, δούλε Μου» δίστασα για λίγο να μιλήσω. Έτρεμα κι έκλαιγα.
    «Θέλω να σας κάνω ευτυχισμένο Αφέντη, θέλω να σας είμαι περισσότερο χρήσιμος. Να πονάω περισσότερο, να.. δεν ξέρω πως να το πω. Να είμαι αντικείμενο Σας»
    Χαμογέλασε. «Είσαι μικρό μου, καταλαβαίνω τι λες. Θες να σε χρησιμοποιούμε πιο σκληρά. Ο Γκρέγκορι το είχε πει πριν λίγες μέρες. Όμως του ζήτησα να περιμένει. Ήθελα να το ζητήσεις από μόνος σου, να καταλάβεις τι ακριβώς είσαι. Ξέρεις τι είσαι;» με ρώτησε και δεν υπήρχε καμία λέξη να βγει από τα χείλη μου.

    «Ακριβώς αυτό είσαι, σιωπή, ένα τίποτα».

    Έβαλα τα κλάματα διαπιστώνοντας ακριβώς τι γίνονταν. Ο Κύριος Γκρέγκορι και η Νατάσσα ήρθαν έξω. Γυμνοί. Γδύθηκε και ο Κύριος Βλαντ. Η Νατάσσα με πήρε από το χέρι και με οδήγησε σε μία αποθήκη, άδεια. Με έδεσε σε ένα δοκάρι. Με χαστούκισε δυνατά. Χωρίς λόγο. Οι Αφέντες ήρθαν με τα μαστίγια. Με χτύπησα από πάνω μέχρι κάτω, παντού. Γέμισα με σημάδια. Ούρλιαζα από τους πόνους. Δεν σταμάτησαν στιγμή. Με άφησαν δεμένο εκεί. Αποκοιμήθηκα δεμένος με τα χέρια πίσω από τη πλάτη στο πάτωμα.

    Δεν ήξερα πόση ώρα είχε περάσει. Ήταν νύχτα όμως. Ήρθε η Κυρία Νατάσσα. Με έλυσε και με βοήθησε να πάω τουαλέτα. Μου έδωσε να φάω σούπα και με πήρε στο κρεβάτι της. Με πληροφόρησε πως οι Αφέντες μου θα επιστρέψουν σε λίγες μέρες. Ένα πράγμα σκεφτόμουν πως δεν με θέλουν άλλο. Η Κυρία Νατάσσα μου έβγαλε την ζώνη αγνότητας. Με έγλειφε και με φίλαγε παντού. Ήμουν τόσο δαρμένος που με δυσκολία κουνιόμουν.

    «Δεν με θέλουν άλλο;» την ρώτησα. Έβαλε τα γέλια. «Το αντίθετο. Απλά σε άφησαν σε μια πολύ καλή τους φίλη να σε εκπαιδεύσει» την κοίταξα στα μάτια. Με χαστούκισε αμέσως. «Ποτέ δεν θα με κοιτάς χωρίς άδεια στα μάτια»
    Πήγα να ζητήσω συγγνώμη και με ξαναχαστούκισε πιο δυνατά από πριν.
    «Σκάσε!» με έσπρωξε στα στήθη της. «Γλείφε μέχρι να αποκοιμηθείς» δεν μπορούσα ν΄αντισταθώ. Την φιλούσα πολύ και καύλωνα, καύλωνα πολύ.
    «Ήμουν σίγουρη ότι σου αρέσουν οι γυναίκες, ήμουν σίγουρη ότι πιστεύεις στη Γυναικεία Κυριαρχία» σταμάτησα για λίγο να τη γλείφω. Την κοίταξα δεν με χαστούκισε τώρα. Έγνεψα καταφατικά..
     
  3. slave32

    slave32 Contributor

    Μια μέρα ο Κύριος Βλαντ είχε γυρίσει νωρίτερα από το συνηθισμένο στο σπίτι. Μαγείρευα εκείνη την ώρα. Όταν άκουσα το κλειδί να γυρνάει στη πόρτα τα έχασα. Ήμουν γυμνός όπως πάντα και φυσικά με το κλουβί μου. Θυμάμαι ότι με είχαν αφήσει αρκετές μέρες χωρίς ξύλο. Πράγμα σπάνιο, ειδικά για τον Αφέντη Γκρεγκ. Τον είδα κι έπεσα αμέσως στα γόνατα. Εκείνος γέλασε, μου ζήτησε να του κάνω καφέ και να συνεχίσω τις δουλειές. Φυσικά δεν ρώτησα γιατί γύρισε νωρίτερα, δεν μου επέτρεπαν τέτοια πράγματα. Τελείωσα το μαγείρεμα. Είχα τελειώσει όλες τις δουλειές. Με έβγαλα φωτογραφίες γυμνό και της έστειλα όπως κάθε μέρα στον Αφέντη Γκρεγκ.

    Ο Κύριος Βλαντ με κοίταζε όλη την ώρα. Με κάλεσε κοντά του να μιλήσουμε.
    «Σου αρέσει που είσαι δούλος μας;»
    «Μάλιστα Κύριε Βλαντ» απάντησα κι εκείνος μου χαμογέλασε.
    «Πάρε μου πίπα» μου είπε.
    «Μάλιστα Κύριε Βλαντ» πήγα εκεί που κάθονταν, άνοιξα το φερμουάρ από το παντελόνι του και τον πήρα όλο στο στόμα μου. Του άρεσε να το βάζω μέσα μου και να το ρουφάω. Κατάπια φυσικά τα πάντα.
    Συνέχισα με το να γλειφω τις πατούσες του. Αποκοιμήθηκε στον καναπέ.
    Ο Κύριος Γκρεγκ ήρθε στο σπίτι. Του σέρβιρα να φάει και του έκανα στοματικό ενώ έτρωγε. Του έκανα κάθε μέρα στοματικό ενώ τρώει.

    Με ρώτησε κι εκείνος αν είμαι καλά κι αν θέλω να είμαι δούλος τους. Του απάντησα καταφατικά κι εκείνου. Ο Κύριος Βλαντ ξύπνησε. Του έβαλα να φάει και συνέχισα με το γλείψιμο των ποδιών του ενώ έτρωγε. Όταν τελείωσε έπλυνα τα πιάτα και πήγα στο κρεβάτι τους. Ήταν γυμνοί και οι δύο. Με πήραν πολύ δυνατά και οι δύο. Αυτό συνεχίστηκε για δέκα μέρες. Συνήθως δεν με πήδαγαν μαζί αλλά για δέκα μέρες με πήδαγαν σκληρά μαζί.

    Είχε περάσει ένας μήνας από τότε που με έδειραν. Είχα αρχίσει να νιώθω λίγος.

    Καθόμασταν στο σαλόνι. Έβλεπαν τον ΠΑΟΚ εγώ γονατιστός μπροστά τους. Κέρδισε ο ΠΑΟΚ. Μου έδωσαν άδεια να εκφραστώ.

    «Δεν με θέλετε άλλο;» τους ρώτησα.
    «Γιατί το λες αυτό;» απάντησε ο Κύριος Βλαντ με ερώτηση.
    «Δεν με δέρνετε άλλο» έβαλαν τα γέλια.
    «Θες να πονέσεις;» με ρώτησε ο Κύριος Βλαντ.
    Έβαλα τα κλάματα. «Θέλω να σας είμαι χρήσιμος» τους απάντησα.
    «Τότε μην τολμήσεις να ξανακρίνεις πως θα σε χρησιμοποιουμαι» ούρλιαξε ο Κύριος Γκρεγκ. Ο Κύριος Βλαντ με έπιασε από το μαλλί. Με πήγε στην αποθήκη. Είναι σκοτεινά. Με κλείδωσε για δώδεκα ώρες εκεί.
    Ήρθε ο Κύριος Γκρεγκ να με βγάλει.
    «Μισή μέρα στα σκοτάδια έμεινες» με πήγε στο μπάνιο. Με άφησε να κάνω τις ανάγκες μου. Με έπλυνε με κρύο νερό. Έσβησε το τσιγάρο του στην πλάτη μου.

    «Σκουπίδι, μπορεί και να μη σε θέλω άλλο» μου είπε και με άφησε να κλαίω..
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Σε λίγες ώρες θα άλλαζε ο χρόνος. Είχα ζήσει άλλη μία αλλαγή σαν σκλάβος τους, αλλά αυτή τη φορά θα ήταν διαφορετικά. Τη προηγούμενη φορά, τη πρώτη φορά είχαν κάποιους συγγενείς από τον τόπο τους και δεν ήθελαν να με παρουσιάσουν. Με είχαν αφήσει στο πατρικό μου, μόνο μου. Αλλά τώρα ήταν διαφορετικά. Ο Κύριος Γκρεγκ σταμάτησε από τη δουλειά του το πρωί για λίγες διακοπές, ο Κύριος Βλαντ βγήκε στη σύνταξη πριν λίγες βδομάδες. Με είχαν στείλει να ψωνίσω το πρωί και να ετοιμάσω το τραπέζι. Μαγείρεψα τα κρεατικά και περίμενα εντολές τους. Είχαν πάει στην αγορά και έλειπαν για ώρες. Γύρισαν και ανακουφίστηκα γιατί είχαν αργήσει κάπως και όταν έμενα μόνος μου για ώρα τα έχανα. Είχαν πιει Δεν ήταν η πρώτη φορά. Κρατούσαν τσάντες, τις πήρα και της έβαλα στο δέντρο. Γονάτισα και περίμενα εντολή τους. Δεν μου μίλησαν σχεδόν με προσπέρασαν. Ο Κύριος Γκρεγκ πήγε για μπάνιο και ο Κύριος Βλαντ ξάπλωσε.

    «σκλάβε» φώναξε ο Κύριος Γκρεγκ και πήγα στο μπάνιο. Μπήκα στη ντουζιέρα. Μου έδειξε το καυλί του. Γονάτισα και το δέχτηκα μέσα στο στόμα μου. Το ρούφηξα με πάθος, με χαστούκιζε δυνατά. Πάντα τον έτρεμα τον Κύριο Γκρεγκ είναι απόλυτος, αυστηρός, σκληρός. Έπιασε το κεφάλι μου και άρχισε να γαμάει το λαιμό μου. Το έκανε δυνατά, γρήγορα. Είχα μάθει βέβαια, το έπαιρνα χωρίς να κάνω εμετό πια αν κι εκείνος πίεζε μέχρι να κάνω. Τώρα ήταν από αυτές τις φορές που πόναγα πολύ. Γερά και δυνατά. Πνιγόμουν, έκλαιγα. Δεν έδειχνε έλεος ποτέ. Ένιωσα το καυτό του σπέρμα στον λαιμό μου και ήταν στιγμή ανακούφισης. Τουλάχιστον τον ικανοποιούσα και μου χάριζε τα χύσια του. Μου έριξε κρύο νερό, με χαστούκισε. Με άρπαξε από τα μαλλιά και με πήγε στο σαλόνι. Βρεγμένοι και οι δύο. Ο Κύριος Βλαντ μας άκουσε είχε ξυπνήσει κι εκείνος. Γυμνός, καυλωμένος. Το στόμα μου ήταν εκεί για εκείνον. Δεν ήθελε πίπα, ήθελε τον λαιμό μου το έκανε το ίδιο δυνατά με τον άλλον Αφέντη. Τα χαστούκια του ήταν πιο δυνατά.

    «Σε έχουμε αφήσει χαλαρό τελευταία» μου είπε πριν μου αστράψει χαστούκια. Ο λαιμός μου πονούσε υπερβολικά. Ο Κύριος Βλαντ με έστησε στα τέσσερα κι άρχισε να με γαμάει πολύ δυνατά. Χωρίς κανένα έλεος, ίχνος τρυφεράδας. Ο Κύριος Γκρεγκ με χαστούκιζε.
    «Γκρεγκ να τον μαστιγώσουμε»
    Ο Κύριος Γκρεγκ πήγε στις τσάντες κάτω από το δέντρο, ήταν μπροστά μου. Έβγαλε δύο καινούρια μαστίγια. Μιας ουράς μακρυά. Χοντρά κι ένα humbler. Τα δώρα μου για τις γιορτές. Ο Κύριος Βλαντ βγήκε από τη σούφρα μου. Τράβηξε τα αρχίδια μου, πέρασαν το humbler. Πονάγε πολύ. Ο Κύριος Βλαντ πήρε μια βίτσα κι άρχισε να χτυπάει με αυτή τις μπάλες μου. Βγήκαν ουρλιαχτά από το στόμα μου. Δεν είχα ξαναπονέσει ποτέ έτσι. Ένιωσα σουφλιά να με διαπερνάει. Δέκα απανωτές με τη βίτσα, ο χειρότερος πόνος που είχα ζήσει μέχρι τότε. Έβαλα τα κλάματα στο τρίτο χτύπημα στο δέκατο ικέτευα για έλεος.
    «Δεστον Βλαντ» είπε στον φίλο του, που με έβαλε στις αλυσίδες που κρέμονταν στη μέση του σαλονιού. Είχαν βάλει το ανυψωτικό εκεί. Ο Αφέντης Βλαντ πάτησε το μηχάνημα, με τέντωσε. Πατούσα με τις μύτες των ποδιών μου. Το χάμπλερ με πόναγε πολύ. Με άφησαν έτσι για λίγο.

    Γύρισαν. Είχαν ντυθεί. Πονούσε από το τράβηγμα όλο μου το κορμί. Δεν με είχαν μαστιγώσει ακόμη. Το ρολόι έδειχνε οκτώ το απόγευμα. Πάτησαν το μηχάνημα, με κατέβασε λίγο. Έβαλαν έναν κουβά που κατούρησα. Ο Κύριος Βλαντ με έβαλε να πιω τα ούρα μου, αηδία.
    Το κουδούνι της πόρτας χτύπησε. Δεν το πίστευα πως είχαν καλέσει κόσμο. Άκουσα φωνές, γνώριμες φωνές, μιλούσαν στα ρώσσικα. Μπήκε μέσα μια γυναίκα γύρω στα εξήντα κι ένας άνδρας όχι παραπάνω από εικοσιτρία ετών. Τους αναγνώρισα αμέσως. Η αδερφή του Κυρίου Γκρεγκ και ο γιος της. Τους είχα γνωρίσει περσυ που είχαν έρθει τέτοιο καιρό εδώ. Δεν με είχαν παρουσιάσει τότε.

    Η γυναίκα ήρθε, με κοίταξε, κάτι είπε. Έβαλαν τα γέλια. Ο νεαρός ήταν πιο σαστισμένος. Πιο αυστηρός όμως. Γύρισε τριγύρω μου.
    «Are you a faggot?»
    Δεν απάντησα. Ο νεαρός ήρθε κοντά μου. Κούνησε το humbler δυνατά.
    «Πούστρα είσαι;» μου είπε σε ελληνικά. Δεν απάντησα και πάλι. Δεν μου είχαν δώσει άδεια οι Αφέντες μου.

    Ήρθε ο Κύριος Γκρεγκ κοντά μας.
    «Ντιμίτρι δεν του έχουμε δώσει άδεια να μιλήσει» του είπε και συνέχισαν να γελάνε.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    Ο νεαρός μου έριξε μια σφαλιάρα στον κώλο, δεν αντέδρασα αν και ήταν δυνατή. Αισθανόμουν όμως πολύ άσχημα. Ταπεινωμένος. Ήρθε και η μητέρα του.
    «Δεν το πιστεύω ότι το έχετε έτσι κάνει το παληκαράκι» τους είπε.
    «Είναι σκλάβος μας εδώ και δεκαπέντε μήνες» της απάντησε ο αδερφός της.
    «Σκλάβος;» τον ρώτησε με απορία
    «Δεν βλέπεις τα μαστίγια μάνα;» της είπε ο Ντιμίτρι. Η Κυρία είχε μια έκφραση στο πρόσωπό της, με λυπόνταν.
    «Το σπίτι το έχει πεντακάθαρο πάντως» με άφησαν εκεί κάθισαν στο σαλόνι, μίλησαν στη γλώσσα τους.
    «Μαμά σε πειράζει να τον μαστιγώσω;» τον άκουσα να λέει τον μικρό κι έβαλα τα κλάματα από ντροπή. Ένιωσα τόσο χάλια, με έλουζε ιδρώτας ντροπής.
    «Όχι, αλλά δεν το βλέπεις κλαίει από τον φόβο του;» Ο κύριος Βλαντ ήρθε κοντά μου. Πάτησε το κουμπί και με τέντωσε.
    «Είσαι πανέμορφος όταν φοβάσαι« μου είπε και έδωσε το μαστίγιο στον νεαρό.
    «Ντιμίτρι μπορείς να του κάνεις ότι θες» είπε στον ανηψίο του Αφέντη Γκρεγκ. Ο νεαρός ήρθε δίπλα μου. Έβγαλε τη μπλούζα του. Είχε ένα τεράστιο τατουάζ με τον δικέφαλο του παοκ.
    «Ντιμίτρι είναι γαύρος ο σκλάβος» έβαλαν όλοι τα γέλια. Ήρθε ο Κύριος Γκρεγκ κοντά μας.
    «Μίλα σκλάβε»
    «Φοβάμαι, ντρέπομαι, νιώθω χαμένος Αφέντη»
    «Ντιμίτρι όταν τελειώσεις με το μαστίγωμα πάρτον να βγείτε, θα σε υπηρετεί όπως θες» Ο Ντιμίτρι γέλασε. Δεν ήξερα τι είχαν σχεδιάσει!