Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Δεν είμαι μόνος / Μια ιστορία τρόμου

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Ηλίας, στις 4 Δεκεμβρίου 2025.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    (Μέρος Α)

    Ώρες αρκετές είχαν φύγει, από την στιγμή που οι τελευταίες του Ήλιου ακτίνες, πέθαναν. Μόνες. Πεινασμένες. Παγωμένες. Στο δάσος σέρνω τα βήματα μου, αφήνοντας πληγές στο χώμα. Τα δέντρα μεριάζουν να περάσω. Σφυρίζω ένα νανούρισμα, ακούω τα δόντια τους να κροταλίζουν. Μουσική επένδυση, έχει κρύο στο τραγούδι.

    Αλλάζω το ρυθμό. Μυρίζει την ανάσα της, χαρούμενος τώρα. Στο στήθος μου, το βαθούλωμα που άφησε το σώμα της. Την έσφιξα με δύναμη στην αγκαλιά μου. Σφιχτή, δυνατή, απελπισμένη, σα να μη υπ άρχη αύριο.

    Το φύλλωμα πράσινο, σα το γρασίδι, φτηνό απέναντι στις παραδεισένιες λίμνες που έσταζαν από τα μάτια της. Ήρεμη ψυχή, απάνεμο λιμάνι, ζεστή φωλιά, μακριά από την καταιγίδα.

    Το δάσος μοιάζει να τελειώνει. Σε λίγη ώρα θα εισβάλλω στη πόλη. Μία μαριονέτα σε μουσείο κέρινων ομοιωμάτων, λιωμένες απομιμήσεις του ανθρώπινου γένους. Ο πόλεμος, η εκπνοή του Δράκου του…

    ΚΛΑΚ, ένας ήχος ξερός, ένα κλαδί που σπάει, μέτρα λίγα πίσω μου. Πουλί που την κοπανά, τρομαγμένος ο ειρμός μου. Οι σκέψεις ακολουθούν κλαίγοντας. Γυρνάω ξαφνιασμένος και κοιτάω το…

    ΤΙΠΟΤΑ. Το άδειο γεμίζει με τη στιβαρή απουσία του το χώρο, πέρα από το χρόνο. Γυρνώ ξανά μπροστά. Ανασφαλής, αβέβαιος, άδειος.

    Τα δέντρα τώρα με κοιτούν με περίσσιο θάρρος. Οι σκιές των γέρικων κλαδιών, πλησιάζουν τη δική μου. Αυτή μαζεύεται πάνω μου. Φοβισμένη.

    ΚΑΠΟΙΟΣ. Με κοιτάει. Γυρίζω απότομα. Ξανά πίσω και προς τα πίσω. Κάτι κινείται πιο γρήγορα από το φως και πίσω από το δέντρο το μεγάλο. Τώρα λουφάζει. Σπρώχνω τη φωνή μου και την αναγκάζω να βγει από το στόμα μου.

    -Ποιος είναι εκεί;

    ΚΑΝΕΝΑΣ. Η νύχτα παίζει την αδιάφορη. Αδιάφορη και η μικρή της ερμηνεία. Ο Γκιώνης παριστάνει το κοιμισμένο. Όχι και τόσο πειστικά. Ο αέρας δηλώνει αθώος. Κανείς δεν τον πιστεύει.

    ΣΚΟΤΑΔΙ. Κάποιος με κοιτάει πεινασμένος.

    ΠΟΛΥ, πεινασμένος. Η ζεστή και αιώνια νύχτα τον καλύπτει φοβισμένη. Την εκβιάζει. Ένα παιδί ένοχο, για αυτά που είδε, αυτά που ξέρει, αυτά που δεν πρόκειται ποτέ πει.

    (συνεχίζεται.ι.ι.ι.ι.ι..ιι...ιιι....ιι.....ιι.......ιι)

     
  2. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor



    Ώρα 02:00

    Τώρα προχωρώ μπροστά.

    Εμπρός πατούν τα πόδια μου. Δεξιά κι αριστερά κοιτούν τα μάτια μου. Νευρικά.

    Τα αυτιά μου, προσέχουν, καταγράφουν, θυμούνται και συγκρίνουν. Σιωπηλά.

    Μπαμπούλες, δράκοι, δαίμονες και άλλοι παιδικοί εφιάλτες, περιμένουν. Μουλωχτά.

    Πίσω από τα βάτα, τα νύχια τους τρίβουν και ακονίζουν, να λοξοδρομήσω θέλουν.

    Να μ’ αρπάξουν.

    Γελάω δυνατά, πνίγομαι, βήχω, καταπίνω ανακουφισμένος, βλέποντας τα πρώτα φώτα από μακριά. Τώρα μπορεί να ξεφύγω. Υποχθόνια και κακόβουλα τέρατα, εσείς που στις σκιές κρύβεστε, σε άλλους λαχταριστούς λαιμούς ας αναζητήσετε τη πηγή σας.

    Μέτρα μερικά ακόμη και το βλέμμα μου σηκώνω προς τα πάνω. Αδύναμο ακόμα το θάρρος, τρεκλίζει αβέβαια. Ένας ξύλινος, μουχλιασμένος στύλος με κοιτά από ψηλά. Αγέρωχος. Γέρος και ηγέτης, των επιβλητικών γιγάντων του ηλεκτρικού, ακολουθούν από πίσω του.

    Η υγρή σκιά μου, εξατμίζεται αργά. Πλησιάζω προς το φως. Το παιχνίδι της σκιάς, του «κακού» εγώ, μοιάζει να γέρνει προς το μέρος του αιώνιου, «καλού» φωτός. Πυξίδα της θείας, εμπνευσμένης ανθρώπινης ψυχής. Ο εικονικός φάρος των ανθρώπων.

    Οι σκιές, συνήθιζε να λέει, τα δίχως φεγγάρι βράδια, είναι διαβολικές και ανθρωπόμορφες ψυχές των αμετaνόητων κολασμένων. Καταδικασμένες να κολυμπούν κάτω από τη επιφάνεια του εδάφους, ακολουθώντας τα βήματα των ζωντανών μέχρι να σταθούν στα απόνερα της νύχτας. Τότε με κίνηση της αστραπής η κόρη, πετάγονται και σε αρπάζουν από τα πόδια. Κάτω από το χώμα, στο βυθό σε τραβούν, για να σε κατασπαράξουν και την θέση σου, να πάρουν.

    Είμαι με κούραση γεμάτος, αλλά δεν στέκομαι. Τα μάτια μου γαντζώνονται στο στύλο τον παλιό, κουφάρι δέντρου. Με προσπερνάει ακίνητος. Όμοιος με τους προηγούμενους, εκτός από το σπασμένο κουβούκλιο. Μάσκα, προστασία για τη γριά κίτρινη και μεγάλη λάμπα, από τους φιλόδοξους πιτσιρικάδες.

    Βρέχει με το δυνατό φως της και αποτελειώνει τη σκιά μου, που πληγωμένη εξαφανίζεται. Κόλπο μαγικό. Στο τώρα το μαύρο δεν μπορεί να σκεπάσει το δρόμο…

    Μαύρη όμως η σκιά που εμφανίζεται μπροστά στα πόδια μου. Επιτυχημένο ταχυδακτυλουργικό από κακόβουλο «Μάγο». Μεγάλη, γεμάτη και πηχτή, ανθρώπου δεν είναι και στη κόλαση μία ξένη.

    Κοκαλώνω. Οι κλειδώσεις μου παγώνουν και οι τένοντες της θέλησης κόβονται. Φυσική δεν είναι και το υπέρ λίγο φαντάζει δίπλα της.

    Κάτι, κάποια, κάποιος, κάποιο, στέκεται ορθάνοικτος δώδεκα μέτρα πίσω μου. Το γιατί γνωστό δε μου ‘ναι, αλλά το ίδιο που κρυβόταν στα δέντρα, ‘ναι. Τρέμω και τη γλώσσα μου δαγκώνω, σφυρίζει πονεμένη και στο λαιμό μου χώνεται βαθιά, θα γυρίσω να δω τι είναι. Αυτό το κρυφτούλι καλόγουστο και ευοίωνο δεν είναι. Το έχω σχεδόν αποφασίσει…

    Η σκιά κινείται, μεγαλώνει, ΕΡΧΕΤΑΙ!! Το ένστικτο τα ηνία παίρνει και τα πόδια μου ξυπνούν.

    Αρχίζω να τρέχω. Φτάνω στο σπίτι ιδρωμένος και λευκός. Το χρώμα μου στο δρόμο έμεινε έρμαιο σε αυτό.

    Δεν λέω τίποτα στην Ιφιγένεια. Δεν νομίζω να κατάλαβε του παρά το μικρό το μύθι και δεν θέλω να την τρομάξω.

    Ένοχες οι πιτζάμες που φορώ. Ο έρωτας μεταξύ μας, είναι παθιασμένος και αβίαστος. Η Αυγουστιάτικη πανσέληνος, μας συνοδεύει τρυφερά. Το χαμόγελο ξαπλώνει στο στόμα μου, σαν κουρασμένο γατί. Στα μάτια μου η στερνή εικόνα, το φεγγάρι. Ο ύπνος με πιάνει από το χέρι. Σε υπόγειο βαθύ με πάει. Δίχως πάτο το πηγάδι που στο κέντρο του δεσπόζει.

    Σκύβω από πάνω του και στο πάτο, νερό δίχως πρόσωπο, το φεγγάρι κολυμπά γυμνό.

    Κίνηση του ξάφνου το τραγούδι, το νερό το στόμα του ανοίγει και η σκιά το φεγγάρι καταπίνει. Τα ουρλιαχτά του πνίγονται στο βάθος και κηλίδες από λευκό αίμα στο νερό μαρτυρούν το…

    Οι μέρες που α και κλώθουν του τρόμου νύμφες είναι…

    Η Ιφιγένεια, στέκεται στη κουζίνα. Ο Νίκος στο πάτω μα πιο πάνω, κοιμάται μετά από τον έρωτα τους. Στο χέρι της, ένα κόκκινο, μεγάλο, σαρκώδες, φύλλο από τριαντάφυλλο.

    Η γριά μάγισσα της είπε, πως θα τη δώσει μία ευκαιρία στη ζωή απέναντι στο θάνατο.

    Της είπε επίσης πως ο θάνατος της σιμώνει. Με τα μεγάλα του πράσινου τα μάτια το κοίταξε. Αμέσως μετά το έφερε στο στόμα της και το κατάπιε…

    Συνέ )ϊ( χεια έχει ρώτησε το μικρό αγόρι, χωμένο κάτω από τις κουβέρτες. Η φωνή πνιχτή τρυπώνει μέσα από τα σκεπάσματα.

    -Έχει και…)
     
  3. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Ώρα 3: (.)(.)

    Δύο μέρες μετά, βρίσκομαι στη δουλειά. Είμαι μόνος στο γραφείο, κρυμμένος σε ένα τεράστιο όροφο. Η κρυψώνα μου, ένας πανύψηλος γυάλινος του ουρανού ο ξύστης. Φυλακή μου η πολυεθνική που τους συλλέγει σαν πώματα από μεταχειρισμένα μπουκάλια. Η μοναξιά μου, απόλαυση.

    Μελετώ τις προσφορές, για μία ακόμα αγορά. Φθηνές. Πίσω μου, το απροσπέλαστο, στο μέγεθος πέντε γηπέδων του πινγκ και πονγκ, εαυτό καθαριζόμενο, φιμέ, σκληρό, τζάμι.

    Πίσω του εγώ. Μπροστά του, ο γκρεμός. Ύψος 56 μέτρα. Ο ήλιος τρυφερός και χλιαρός, μου κάνει μασάζ στο σβέρκο. Με βοηθάει να χαλαρώνω και δε ζητάει τίποτε. Βασίλειο μου, με δερμάτινη ενδυμασία το γραφείο με το ξύλινο σώμα.

    Το είναι του καταναλώνει χώρο, όσο ένα γήπεδο του πονγκ και πινγκ.


    Πάνω του λιάζονται, λίγα χαρτιά, μία κούπα από πηλό, γεμάτη καφέ. Η θέρμη του καφέ διατηρείται. Τη δική μου, ο ήλιος που χαμογελά πονηρά και ναζιάρικα, σε επίχρυση κορνίζα στολισμένος, η Ιφιγένεια. Φωτογραφία στου μαύρου και άσπρου αποχρώσεις, η πόζα τολμηρή, ένα μικρό παράθυρο απόδρασης, από το πρέ και πράττει.

    Του λεπτού οι μέρες, άψογα τοποθετημένες. Του προχθές η νύχτα, διωγμένη αιώνες μακριά. Σε άλλο κόσμο, κάποιον, σε διάσταση άλλη, κάποια.

    Διαβάζω τα νούμερα τα αμέτρητα, της στατιστικής υπηρεσίας μαζώματα. Ναρκισσιστικά, εγωπαθή, το λευκό χαρτί μονοπωλούν. Λεπτή η σελίδα, μάτσο ο ήλιος, το μελάνι αισθησιακά τρεμοσβήνει και στα δικά του τα παιχνίδια, εγώ μολυβένιο στρατιωτάκι.

    Δαγκώνω τη γλώσσα, αυτή ξυπνά με γκρίνια, ρίχνουμε ένα καυγά, συγκεντρώνομαι στη δουλειά. Πολύ από αυτή και το χρόνο για αναμνήσεις δεν μπορώ να το ξοδέψω.

    Για λίγο, βρέφος του χρόνου, το μικρό, τα καταφέρνω. Σύννεφο παρκάρει, ανάμεσα σε εμένα και στον ήλιο. Τα νούμερα τραγουδούν γλυκά σαν σειρήνες, από ασθενοφόρο. Πυκνή ομίχλη ανασφάλειας, τα χέρια του ήλιου, από την πλάτη μου παίρνει μακριά. Τα δικά της τώρα, στο κεφάλι μου. Μπα περίεργο, μπα.

    Κάποιο νούμερο του σήμαντrου, θα ξέφυγε από τα μάτια μου και τώρα εγώ ανησυχία. Ξανά τα νούμερα πιάνω από την αρχή. Όλα μικρά μου είναι εντάξει, εδώ είμαι εγώ. Μου αφήνονται με του παρά το πόνο.

    Ακόμα όμως. Και πάλι. Ευάλωτο το κορμί μου νιώθει και η ψυχή κρυώνει. Αίσθηση ξένη όχι. Που την είχα συναντήσει στο παρελθόν; Η ματιά μου κολυμπά, στο λευκό κενό που επιτρέπουν, δύο σειρές του πυκνού, από νούμερα ψιλά.

    ΤΙΠΟΤΑ.

    Η σκιά από το σύννεφο τη μέση της λικνίζει, πάνω στο χαρτί. Αριστερά, δεξιά, αριστερά, δεξιά.

    -Κίνηση του παρά του ξένου, μονολογώ αφηρημένα. Κάτι μετακινείται, κάνοντας γρήγορα και μικρά βήματα, μέσα στο κεφάλι μου.

    Το κουδούνι χτυπά. Τα μάτια ανοίγουν, η καρδιά μου φωνάζει, η νύχτα του προχθές περνά γυμνή, δίχως θολά. Προβολή του χχχ, με φόντο το χαρτί του λευκού σήμαντρου και τις μαύρες μικρές αριθμητικές φιγούρες.

    ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ! ΚΑΙ ΠΙΣΩ ΜΟΥ ΣΤΕΚΕΤΑΙ!! Δεν μπορεί όμως και δυνατό δεν είναι. Τίποτε το ανθρώπινο, τόσο ψηλά να φτάσει δεν ευπορεί. Του απόλυτα και του τίποτε, τα χέρια μαζί κρατούν και με στόμα ένα, μου λένε…

    Ανθρώπινο, όχι, τόσο ψηλά να φτάσει, όχι. Μέσα από τα τζάμια του εσωτερικού, το έξω να εισβάλλει, όχι.

    Η σκιά συνεχίζει να λικνίζει το πρόστυχο κορμί της. Δεξιά, αριστερά και δεξιά και αριστερά. Η καρδιά, το αίμα μου ρουφάει, διψασμένα και το φτύνει με αηδία. Ο σφυγμός δυναμώνει, τούμπα κάνει, κορυφώνει και σιωπά. Το οξυγόνο βρώμικο και καυτό, με τα χέρια του θωπεύει τα πνευμόνια του. Μπήκε από το στόμα μου.

    Τα εγκαταλείπει λεηλατημένα.

    Τα αυτιά μου, βουίζουν, ο κόσμος χορεύει ξεριζώνοντας τις ψευδαισθήσεις του, η καρέκλα μεθυσμένη την ισορροπία της χάνει, το σώμα μου προς τα πίσω πέφτει, οι βολβοί των ματιών μου γυρνούν ανάποδα και μία σκιά εξαφανίζεται πίσω από το τζάμι.

    Του Λιπό θυμάμαι…

    (Για για για τι εννοεί αυτός ο περίεργος κύριος με τη βουλωμένη μύτη, λέγοντας του Λειπώ θυμάμαι;

    Λιποθύμησε, γγόνι μου.

    Α για για, έχει κι άλλο;

    Ναι παιδί παιδί μου, συνέχεια έχει α…)

     
  4. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    (Προσοχή η ιστορία περιέχει σκληρές σκηνές για Vegan...)



    04:ΘΘ


    Η Ιφιγένεια με τα μεγάλα της, μάτια πράσινα, στόχευσε. Όχι, προσπέρασε, όχι, ίσως, όχι, νάτο, ναι. Αυτό.


    Το μαχαίρι χόρεψε σαν πεταλούδα σε κλειστό βάζο, στη παλάμη της. Το έσφιξε, το κράτησε σταθερό, από την λαβή. Χαμήλωσε, ακούμπησε την κόψη πάνω στο λεπτό κορμό.

    Πιο χαμηλά. Χαμήλωσε κι άλλο. Κίνηση αποφασιστική, το μέταλλο αψύ και το κόβει. Το σπαράγγι σπαρταρά στα χέρια της και φωνάζει…

    Του δευτέρου τα λεπτά, σηκώνονται και εσένα που διαβάζεις σέρνουν…

    …στο παρελθόν.

    Οικογένεια, άγριων, δυνατών, περήφανων, σπαραγγιών. Ουράνια η γενιά τους, της Αιγύπτου τα βλαστάρια. Γεμάτη με πράσινο, λευκό και ροζ υγρό, το σώμα τους. Ρίζες, πόδια, εννέα, βαθιά στο χώμα βιδωμένα. Ο πατέρας, ψηλός, του αγέ ρα χη, στου ανέμου φύσημα λυγίζει;

    Δεν. Η μάνα λεπτή, της ευθείας και της καμπύλης παιδί φευγάτο, τραγουδά και κάνει το χορτάρι να δακρύζει. Στη κάψα της φωτιάς, φοβάται;

    Δεν. Η κόρη, της μάνα της σπαράγγι, άσπιλο το πράσινο και λεπτά τα δαχτυλίδια που δένουν το κορμό της. Γαμπροί πολλοί. Ήρεμα και άγρια σπαράγγια, σφάζονται στο χώμα για να πει το ναι. Και αυτή;

    Δεν. Ο γιος; Μικρός, το στερνό Βλαστάρι. Το ακριβό, του ανήσυχου, τρελό μα όχι ακόμα λαβωμένο ξωτικό. Βλέπει τους τρεις, που όρθιοι σημαδεύουν ουρανό.

    Αυτό; Λυγίζει, σπάει, θέλει να κρυφτεί. Σε κάθε σκιά, σε κάθε τρέμ στου ραδικιού το ούλο πάνω, φωνάζει και θέλει στα αστέρια να πετάξει. Πέρα, πέρα, μακριά. Από το θάνατο, το πόλεμο, τη νύχτα, τη φωτιά. Θέλει, αλλά μπορεί;

    Δεν. Είναι μεσημέρι. Από τους τρεις πρώτους οι πόροι, ανοιχτοί, χαλαροί, αναπνέουν και εισπνέουν από τον ήλιο. Ο νιος;

    Φοβάται! Μυρίζει, γυρίζει. Κι άλλο, ίσως τώρα καταφέρει, να ξεφύγει. Γυρίζει, κι άλλο και το κορμό του δυνατά τραβά. Αλλά…

    Άγκυρες οι ρίζες του, γαντζωμένες στο χώμα το σκληρό. Δεν του επιτρέπουν, να πετάξει.

    Ουφ. Εισπνοή, οσμή, από χώμα. Ουφφ. Εις πνοή, μυρωδιά από ντίκι. Ουφφφ. Πνοή, βαθιά και στο σώμα, του αέρα γόνο, παγιδεύει. Μυρωδιά;

    Vegan. Ουφφφφ. Τι;ι;ι!ι!ι!

    VEGAN. Τα ματόκλαδα του στο παρά μερίζει και την βλέπει. Είναι από αυτές!!

    Ψηλή, γίγαντας, με χρώμα, σε αυγά βολβούς στο κρανίο της φυτεμένα, πράσινο. Αίμα από σπαράγγι, λίμνες δύο φτιάχνουν και στο κέντρο τους δύο κόρες κολυμπούν. Η μυρωδιά της;

    Πράσινη, σάρκα όχι. Ούτε βόδι, ούτε μοσχάρι, ούτε κότα, ούτε γουρούνι ή λιράτο πετινάρι. Μαρούλια, βλίτα, σπανάκια, μανιτάρια, λειωμένα στο στομάχι της. Ωχ παν αγία και μάνα μου καλή. Είναι VEGAN.

    Οι φωνές του τσι ριχτές και ένα σαλιγκάρι από τα πέναντι, τις κεραίες του γυρίζει προς αυτό. Κατεβάζει τη μία και μετά την ανεβάζει στα ψηλά. Την άλλη κατεβάζει και το μάτι στη κορυφή της γουρλώνει.

    -Χμμ, είναι Vegan, εγώ δε κινδυνεύω. Φεύγει και αδιάφορα στο έδαφος γλιστράει.

    -Μαμά, μπαμπά και αδερφή, ξυπνήστε, το σκοτάδι θα μας πάρει!!! Τα Μ,μ και α, σαλεύουν και από το λήθαργο αργά ξεφεύγουν, αλλά ργά είναι.

    Το τέρας με του πράσινου τις λίμνες από υγροποιημένο σπαράγγι, τη μέση του λυγίζει. Ένα σπαθί, με λάμα μέτρα δεκαδυό, πλησιάζει. Τους ισχνούς και από τον ιό αρρώστους γείτονες προσπερνά και σε αυτόν σταματά.

    Ο Νιος νιώθει τον πόνο και μετά τη φωνή του να τεμαχίζει του πορτοκαλιού τη σιωπή, σε μικρά κυβάκια. Νιώθει, τον αέρα να τον χαϊδεύει από κάτω, εκεί που ο άνεμος ποτέ δεν έφτανε και τώρα αυτός πετά.

    Σε μία ζάλη, τα μάτια ανοίγει και βλέπει το αίμα του βροχή, στο χώμα.

    Μικροσκοπικά υγρά πράσινα διαμάντια, από τη ανοιχτή κοιλιά του, στο χ ώμα καταλήγουν. Δεκάδες διψασμένα, ξερά χείλη τα υποδέχονται για να τα βάλλουν με λαχτάρα στη φωλιά τους. Χάνει τις αισθήσεις του.

    Η Ιφιγένεια, τινάζει το χώμα από το σπαράγγι και το βάζει στο σάκο. Όμορφο, ζουμερό, πράσινο, ατόφιο. Νόστιμος μεζές θα είναι. ΑαΑ, άλλα τρία, δίπλα του.

    Τι όμορφα που είναι. Το μαχαίρι κινείται σα το φως. Μπα, μα, και κό, στο σάκο. Μπα, μα και ρη, στο έδαφος, με τις ρίζες να τα κρατά δεμένα. Πλούσιος ο χυμός που ρέει από το κορμί τους. Δεκάδες τα μυρμήγκια που ακούν το κάλεσμα.

    Μαύροι, μικροί, πιστοί στρατιώτες, που στρέφονται και κοιτούν προς τα σφαγμένα κορμιά.

    Φαγητό…

    Ώρες του χρόνου τα μικρά, μετά. Ο νιος συνέρχεται και της ελιάς το αίμα μυρίζει πρώτα. Μία θέρμη, το πόνο ανακουφίζει. Χαλά ρώνει. Η Ιφιγένεια, τη φωτιά δυναμώνει. Η θέρμη, αράχνη της φωτιάς, τα χέρια κλείνει, γύρω από το μισούδι νιο.

    Τα σάλια της τρέχουν. Το σπαράγγι δείχνει να σπαρταρά στο λάδι το καυτό. Τα τρία άλλα ακίνητα και ψόφια. Το στόμα της γεμίζει διάφανο του σιελού οξύ.

    -Τη μυρωδιά είναι, αυτή Θέε μου!!! Ποιήματα και θάματα, οι νοστιμιές σου για εμάς.

    Η Ιφιγένεια ξέρωγλυφεται…

    Αυγά δεν βάζει, στο χέρι της το Βασιλομανίταρο.

    -Ο Αν ήθος τη διαφορά θα δώσει…Μία χοντρή σταγόνα σάλιου, από το στόμα της ξεφεύγει και πέφτει, αργά, του βασάνου τα στικά, φτάνει και βυθίζεται στο καυτό το λάδι.

    Καπνός από το λάδι, υψώνεται…

    (Συνέχεια έχει, ρωτάει το λευκό Ρώσικο αλάτι. Και φυσικά έχει, του απαντά το νταβραντισμένο Αμερικάνικο πιπέρι , και καρότα, και ντομάτες και φυσικά…

    …Μανιτάρια. Με πικάντικο, πυρήνα…)

     
  5. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor



    5: (I)(I)

    Παρασκευή απόγευμα. Οι σταγόνες διαγράφουν τις δικές τους διαδρομές, στη πλάτη μου. Φτάνουν στο τέρμα και βουτούν. Πέφτουν από ύψος 6 εκατοστών. Αρκετό ώστε τούμπες τρεις, να κάνουν στον αέρα. Οι σταγόνες από ιδρώτα καταλήγουν με ήχο δυνατό, στο ξύλινο πάγκο των αποδυτηρίων.

    Μόνος είμαι, ο φωτισμός αρκετά χαμηλός είναι, τα σύννεφα των υδρατμών ακόμα δεν έχουν καταλαγιάσει. Αναμένεται καταιγίδα.

    Τα μάτια μου κοιτούν μπροστά. Στα ντουλαπάκια. Σκληρά. Καφέ. Μεταλλικά και ιδρωμένα. Σ’ ένα από αυτά, το νομα μου πάνω. Το καρφώνω με το βλέμμα μου. Είναι μισάνοιχτο. Το άνοιγμα του σκοτεινό. Το είχα κλείσει όταν βγήκα. Και το είχα κλειδώσει…

    Αφήνω το βλέμμα μου, να πλησιάσει το μαύρο κενό.

    Πρόσεχε! Ίσως κάτι κρύβεται εκεί μέσα. Τρίζει και κουνιέται ελαφρά.

    Θέλει! Κάτι, κάποιον, κάποιες.

    Αναμνήσεις πλούσιες από φάρσες παιδικές, με ανακουφίζουν. Προσωρινά. Ίσως κάποιος κλόουν πλαστικός. Προσωπείο του τρόμου σκίτσο, με χρώμα μωβ, πνιγμένος από μία κουλούρα, φίδι σκληρό, ελατήριο. Συμπιεσμένος σε κουτί μικρό. Περιμένει για την έκπληξη. Ίσως και κάτι άλλο…

    Τα παιδιά από το γυμναστήριο. Όρεξη του κάφρου, για πλάκες, που τρομάζουν. Ίσως να είναι αυτά. Θάρρος παίρνω και σηκώνομαι βιαστικά. Από το πάγκο στο ντουλάπι βήματα τρία. Το ανοίγω απότομα. Τα μάτια μου κλείνουν μόνα τους.


    ΤΙΠΟΤΑ. Ο φωτισμός λειψός, στο τέρμα του ντουλαπιού δεν φτάνει. Μία σκιά θολή.

    Ουφ! Η τσάντα μου. Βάζω από φασιστικά το χέρι μου μέσα, από φεύγοντας το κεφάλι μου να βάλω. Το χέρι μου δυσκολεύεται, αλλά την άκρη πιάνει και το σέρνει. Αυτό αντί στέκεται. Τελικά το βγάζω και τη πόρτα κλείνω με δύναμη. Ο κρότος κατακτά το χώρο. Η φωνή μου επαναστατεί.

    -Εκτός από τη τσάντα, τίποτε άλλο, εκεί, δε κρυβόταν, μέσα. Φωνάζω, το κλειδί με υπακούει και γυρνά. Μέσα στο ντουλάπι κλειδώνω, τους ανόητους φόβους.

    Γυρνώ δεύτερη φορά το κλειδί. Ξορκίζω τη μοναξιά μου.

    Μια στερνή ματιά, στο ντουλαπάκι. Μου την επιστρέφει με περιφρόνηση. Γυρνώ να φύγω. Το κορδόνι μου λυμένο. Σκύβω και το πόδι ανεβάζω στο πάγκο. Να το δέσω.

    ΞΑΦΝΙΚΑ!! Παραφωνία βέβηλη. Στη σιγή, βάρβαρη. Κατασπαράζει τη σιωπή, που μέχρι πριν στοίχειωνε το χώρο.

    ΥΓΡΟ. ΚΟΦΤΟ. ΔΥΣΟΙΩΝΟ. Ένα σούρσιμο από πίσω μου, ακριβώς. Από πίσω, που δεν υπάρχει τίποτε άλλο, πέρα από το…

    …το άδειο, κλειστό, καφέ, ντουλάπι μου.

    Πρωί Σαββάτου. Κάνω κομμάτια το μεγάλο καθρέπτη του μπάνιου. Έπρεπε. Το είδ│ωλο μου, με παρατηρούσε με την αηδία να λιμνάζει, στα μεγάλα σκούρα γκρίζα μάτια του.

    Η Ιφιγένεια έχει αρχίσει να ανησυχεί. Δεν της είπα τίποτα, όσες φορές και να με ρώτησε. Την κοιτούσα δίχως να μιλώ. Ανέκφραστος, με τα φωτεινά μου, μπλε μάτια.

    Κυριακή, το βράδυ. Φυλακισμένος, από κάποια ονειρική δύναμη, παρακολουθώ σιωπηλός, μία γκρίζα.

    Θολή.

    Παραμορφωμένη φιγούρα, κακό να κάνει στην Ιφιγένεια. Δεν έχω στόμα να ουρλιάξω. Ξυπνώ κλαίγοντας. Τα αναφιλητά μου, ξεπλένουν τη γκρίζα, του ονείρου στάχτη. Η Ιφιγένεια, τώρα πια, είναι φοβισμένη.

    Δευτέρα το πρωί, Δευτέρα, αγοράζω ένα περίστροφο. Από έναν, όχι και τόσο νόμιμο ζητιάνο. Είναι δυνατό. Γρήγορο. Θανατηφόρο.

    Το κρύβω στο σαλόνι. Το κρύβω και από την Ιφιγένεια.

    (Και μετά;’; Ρώτησε η σφαίρα γυαλισμένη, του Ηλίου το λαδάκι.

    Έχει και μετά και του πυρός τεχνήματα; Το λάδι, την κοίταξε…

    -Σιωπή.. )
     
  6. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Ώρα 6: [][]

    Τρίτη, νύχτα βαριά. Κοιμάμαι ακόμα πιο βαριά. Στο διπλό, μεγάλο κρεβάτι μας, κρατήρας στο στρώμα και στο κέντρο του εγώ. Στα τοιχώματα σκαρφαλωμένη, ο έρωτας μου. Η Ιφιγένεια. Το κρεβάτι τρέμει, παραμιλώντας, στη μέσο του «Δωματίου των ονείρων».

    Ξυπνώ απότομα. Η αράχνη που πλέκει τον ιστό στη γωνία της, τρομάζει. Δεν με ξύπνησε κάτι ή το αντίθετο του τίποτα. Τα μάτια μου από μόνα τους αποφασίζουν να ανοίξουν. Μετά από λίγο ακολουθεί και η κοιμισμένη μου συνείδηση.

    Τη σκεπάζει, για να μη κρυώσει, το μπλε φως, από το μικρό σπίτι στο λιβάδι. Ένα μικρό λαμπάκι τοίχου. Τα μάτια μου σηκώνονται. Θέλουν να τα κολουθήσω. Άγαρμπα τ ακολουθώ. Δεν προσέχω, αλλά το σκληρό μέταλλο από το γραφείο, με προσέχει. Δίνει ένα παθιασμένο φιλί, στο μεγάλο του ποδιού μου δάχτυλο. Μία βρισιά το ευχαριστώ μου.

    Στα σκαλιά προσέχω. Θέλω υγρό να πιω. Κάποιο από τα ζώα που έφαγα για βραδινό, έβαλε φωτιά στο μα και χι μου. Ξερός, καμένος, ο χώρος και η χλωρίδα του. Η παχιά μοκέτα, αγκαλιάζει και παρηγορεί το πονεμένο μου δάχτυλο. Ζεστή η συντροφιά της, στο «Δωμάτιο των επισκέψεων», με αφήνει στη πύλη του «Δωματίου της Πηγής»

    Κρύο το μάρμαρο, στη κουζίνα. Η στρογγυλή τράπεζα, ξεχωριστή προσωπικότητα του δωματίου. Με το κόκκινο φόρεμα της και της 12 καρέκλες, ιππότες γύρω της. Αδιαφορώ, τα μάτια μου χαϊδεύουν τη μελωδία από το Αυγουστιάτικο φεγγάρι. Οθόνη, ο τοίχος από γυαλί.

    Ένας χυμός η λεία μου από τα παγωμένα έγκατα, κάθομαι με πλάτη στη θύρα του παρά. Δεν κρύβω το φως, από τη Σελήνη. Πάνω στη τράπεζα προβάλλονται εικόνες, από την Ελληνική μυθολογία. Τα ανάγλυφα σχέδια στο τζάμι. Τα μάτια μου, χορεύουν σα νύμφες, του Πάνα βάκχες, στο λαβύρινθο που ξεδιπλώνεται εμπρός μου.

    Ερωτεύονται, γελάνε, μαγεύονται, κουράζονται, βαραίνουν. Αποτελειώνω το χυμό και το σήκωμα μου αβέβαιο. Ένα σύμπαν ολάκερο, από τέρατα μυθικά και δάση πλούσια, χάνεται καθώς κρύβω με την πλάτη μου το φως. Σκούρα η σιλουέτα τη θέση τους παίρνει. Σκύβω να σπρώξω την καρέκλα και παθητική ρεμία που φορά το βλέμμα μου, καθώς συναντά τη δεύτερη πιο σκοτεινή σκιά, δίπλα από την δική μου.

    Ατάραχος φεύγω από τη κουζίνα. Στο σαλόνι με φέρνει ο δρόμος μου και στα χέρια μου πιστόλι. Η παλάμη μου υγρή, ποτίζει το μέταλλο από το όπλο. Μία ανόητη σκέψη, να το σκουπίσω να μη σκουριάσει, περνάει από το μυαλό μου. Ακολουθεί ο πανικός.

    Αρχίζω να τρέχω και στην οθόνη του μυαλό μου, ο εφιάλτης του προχθές. Η πραγματικότητα, το πλαστικό, το πριν και το τώρα, όλα μαζί κουβάρι και στις σκάλες μπροστά, μία θολή φιγούρα.

    Σηκώνω το όπλο, αυτή γυρνά και με κοιτά. Πυροβολώ! Φωτιά, καπνός και μετά η σφαίρα. Οι τρεις μάγοι με τη λήθη την αιώνια. Η λάμψη το χώρο φωτίζει, ενός δευτέρου το λεπτό.

    Πίνακες με θέματα, από τη «Θεία Κωμωδία», μία σκάλα ξύλινη, στριφογυριστή, μία πανέμορφη, λυγερή, με μαλλιά μακριά και ξανθά και με δύο έκπληκτα γουρλωμένα πράσινα ματάκια, να με ικετεύουν σιωπηλά να τα προστατέψω.

    ΧΑΝΟΜΑΙ. ΤΡΕΛΑΙΝΟΜΑΙ. ΒΟΥΛΙΑΖΩ. Η Ιφιγένεια κλονίζεται και πέφτει. Βουτάω και το σώμα της στα χέρια μου και όχι στο πάτωμα, δε φτάνει. Τα μάτια της πράσινα λίμνες του γιατί και στο λευκό νυχτικό της, βαθύ κόκκινο, το σχέδιο που ξυπνά.

    Προλαβαίνω να την φιλήσω. Στο στόμα μου της τελευταίας η πνοή. Δεν φωνάζω, δεν ουρλιάζω, δεν χτυπιέμαι. Δεν το σκέφτομαι περισσότερο. Το περίστροφο στα χέρια μου ξανά. Το μοναδικό του μάτι, τώρα εμένα κοιτά.

    Μετά το φως και μετά το σκοτάδι.

    Δεν υπάρχω ή μήπως όχι; Δεν ζω ή μήπως όχι; Δεν αναπνέω, μία σκιά που ατονεί σιγά και με την ώρα, αιωρούμαι από τα πτώματα μας πάνω. Μία ματιά πριν το τέλος.

    Η γλυκιά μου Ιφιγένεια στο πάτωμα, το κόκκινο, πια βαθύ. Εγώ δίχως πρόσωπο δίπλα της και από πάνω μας, ένα μικρόσωμο, κίτρινο, διαβολικά σιχαμένο πλάσμα. Με ήχους υγρούς, καταβροχθίζει τις ψυχές μας. Η σκιά που ρίχνει…

    ΜΑΥΡΗ!!

    -Κύριε Αστυνόμε… Ένας ηλικιωμένος συμπαθητικός άνδρας, στρέφεται και κοιτά το νεαρό όργανο.

    -Όλα εντάξει, μπορούμε να φύγουμε.

    -Εντάξει Κώστα, προχώρα και ακολουθώ. Μένει μόνος, ακίνητος να απολαμβάνει τους υπέροχους πίνακες.

    -Ποιος ξέρει γιατί… Μονολογεί, βαδίζει, στη πόρτα φτάνει.

    -Αγαπημένοι όλοι έλεγαν πως ήταν, ξεφυσά, ετοιμάζεται να φύγει. Κάτι όμως τον ενοχλεί. Σαν κάποιος να τον κοιτά, σα να μην είναι μόνος. Γυρνά απότομα το κεφάλι του προς τα πίσω και βλέπει…

    Τέλος.

    Στο τέλος της πόλης βρίσκεται το Σπίτι. Το Σπίτι των Φτηνών βιβλίων. Ο εκδότης των Φτηνών, διαβάζει τις τελευταίες γραμμές από το κείμενο. Σταματά, μία γουλιά από το καφέ, τη βρώμικη φωλιά καθαρίζει. Μαύρο τον πίνω, σκέτο μαύρο, η φράση του ξεπλένει το βρώμικο μυαλό μου. Τελειώνει.

    -Μπα και όχι. Κοινότυπο, άλλη μία γυναικοκτονία, δεν πουλά πια η λέξη. Σούπα, σκατόσουπα, δεν θα πιάσει τίποτε, αυτή η γριά ιδέα. Η φωνή του λεπτή, γεμάτη, σκληρή, ειρωνική.

    -Μα, ψελλίζω, δεν είναι γυναικοκτονία. Ατύχημα, του τρόμου κατασκεύασμα, μα…

    -Τίποτε, δεν αξίζει, ούτε για φτηνό βιβλίο. Όχι. Με διακόπτει. Να το αλλάξεις, να σ τύψεις και να το γεμίσεις, με κάτι που να μπορεί να ξεπουληθεί. Σηκώνεται, πιάνει τη τροφή για το ψάρι το χοντρό που κοιμάται στο βρώμικο ενυδρείο.

    -Έχω σοβαρή δουλειά να κάνω. Το κρέας που έφαγα, θέλει να βγει. Ρίχνει τη τροφή, στο ψάρι. Αυτό βαριεστημένο την κοιτά και αδιαφορεί.

    -Χρειάζομαι χρήματα του λέω. Η γάτα μου η Κυρά του Πασά Φροσύνη, είναι άρρωστη, πρέπει να την πάω σε γιατρό. Ο λυγμός σφηνώνει, στα δόντια μου, έχω καιρό να φάω κάτι με οργανικές ίνες.

    -Πεινασμένο σε βλέπω, τι τον θες τον Παρά για τη Φροσύνη; Χριστούγεννα έρχονται και η γαλοπούλα είναι ακριβή, να σου δώσω μία συνταγή για γάτα στο φουρνάκι; Τον κοιτώ σοκαρισμένος. Με κοιτά με σάλιο να κρέμεται από το χαμόγελο του.

    -Μέχρι να βγω, θέλω κάτι, να γράφει πάνω σε τούτο το χαρτί. Κάτι που να αξίζει να ξεπουληθεί. Μία πόρτα μουχλιασμένη, τον καταπίνει, η τουαλέτα.

    Είμαι κουρασμένος. Δεν έχει κάτι παρά πάνω η ψυχή να δώσει. Μηχανικά πιάνω, μία φτηνή πένα. Στο χαρτί της μύτης αγγίζω. Κανένα ίχνος. Άδεια. Από μελάνι άδεια.

    Κλείνω τα μάτια μου, μία ιδέα σκάει τους πυρός η τέχνη. Λίγη ώρα μετά με κόκκινη μελάνι, γράμματα μεγάλα στο χαρτί απλώνονται…

    Η Ιφιγένεια, στέκεται στη κουζίνα. Ο Νίκος στο πάτωμα πιο πάνω, κοιμάται μετά από τον έρωτα τους. Στο χέρι της, ένα κόκκινο μεγάλο παχύ φύλλο από τριαντάφυλλο.

    Η γριά μάγισσα της είπε, πως θα τη δώσει μία ευκαιρία στη ζωή απέναντι στο θάνατο.

    Της είπε επίσης πως ο θάνατος της σιμώνει. Με τα μεγάλα του πράσινου τα μάτια το κοίταξε. Αμέσως μετά το έφερε στο στόμα της και το κατάπιε…

    Βήχει και πνίγεται. Με δύναμη ο αέρας από τα σπλάχνα της βγαίνει και από το στομάχι της, το φύλλο. Υγρό, παχύ, αλλά λευκό.

    Τη ζωή της είδε, να χάνεται σα σεφ όνειρο ιάλτη. Ο Νίκος την πυροβόλησε και μετά εκείνο το τέρας, το κίτρινο. Αρκετά. Έπρεπε να βγει, να πιει, να ξεχάσει, να ερωτευθεί, να διασκεδάσει.

    Ντύνεται και βγαίνει…

    Μία αλλόκοτη σκιά από ψηλά βουτά. Με αφύσικη ταχύτητα διαπερνάει τα σύννεφα…

    (-Συνέχεια έχει κι άλλη; Ρωτάει το ξύλο, μέσα στη φωτιά.

    -Έχει, δίδυμη είναι και θηλυκή. Η φωτιά απαντά και ένα κάρβουνο ακόμα πίνει.

    -Πες πες πες μου. Λέει το κάστανο που φλέγεται.

    -Βούλωστο και σε μέρες δέκα θα μάθεις τη συνέχεια. Τώρα γύρνα από την άλλη να κοιμηθείς. …)

     
  7. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor



    7: [x][x]

    Μία του αλλόκοτου σκιά απ’ τα σύννεφα βουτάει. Ταχύτητα αφύσικη, τον ανθρώπινο καπνό διαπερνά. Τις τελευταίες του φωτός λιμνούλες, πίσω της αφήνει και με τα νύχια της γαυγίζει στα βαθιά νερά της νύχτας που την πύλη καταπίνουν.

    Δύο ξερά του φτερού σπαθίσματα και η γκρίζα του Λύκου η φιγούρα, αθόρυβα προσγειώνεται στη νεκρή πόλη του νεκροταφείου.

    Για τάμα σταματά και τη προσευχή της κάνει. Αναμνήσεις ηλικίας παιδικής, κισσός που ξεφυτρώνει από το σαρκοφάγο χώμα.

    Η ανάσα της μεγάλη και στα ψηλά γυρνάει.

    Έρημος ο δρόμος, των ζωντανών της πόλης, πολύβουα τα τεντωμένα σύρματα των στύλων του ηλεκτρικού.

    Η πόλη λαθροκοιμάται, σκεπασμένη με τα κέριαμύδια της. Το πουλί πεινάει.

    Θύμα το έξω, κανένα δε φοράει.

    Επόμενη του στάση το σιντριβάνι της πλατείας. Στα νερά του στέκεται και δε βουλιάζει. Στου λεπτού αργότερα το λίγο, το γέρικο καμπαναριό βήχει και χτυπά.

    Ξέρω βήχει και ξανά χτυπά. Σταματάει λαχανιασμένο και τσιγάρο ανάβει. Δύο τζούρες και συνεχίζει. Στο δέκατο ξερνάει τον ήχο τον υγρό και σιωπά.

    Το τέλος το ξένο βρίσκει να χοροπηδά νευρικά σ’ ένα παγκάκι. Ο άνεμος του σφυρίζει ειρωνικά. Των δέντρων τα κλαδιά τον κίνδυνο τρεμίζουν. Τετράποδο το ξαπλωμένο, από τον λήθαργο της πείνας του ξυπνά και τον Εφιάλτη βλέπει.

    Φωνάζει φοβισμένα…

    -Βοήθεια το κακό πουλί!!!

    …και στους θάμνους, κρυψώνα κοντινή. Ο ιπτάμενος επισκέπτης, μένει άκινητος.

    Ήχος, ψηλή και όμορφη η γυναίκα που εισβάλλει στη πλατεία. Τα αιχμηρά τακούνια της μουρμουρίζουν, του γνωστού το ρυθμό μονάχου.

    Το πουλί με μεζούρα την μετρά και για το χαμό της γελάει. Πεινασμένα της Σαγκάης τα ρυάκια, από το στόμα του κυλούν. Τα πόδια του λυγίζει και επιτίθεται.

    Ένας κεραυνός φωτίζει την πλατεία. Κόκκινη. Από πίσω της η βροντή που πειθαρχημένα ακολουθεί, κάνει το σκύλο που κρυφοκοιτά από τους θάμνους, ποντίκι του τυφλού να γίνει. Με τη μουσούδα του, τα φύλλα του μπροστάρη στον παρά μερίζει και το έξω βλέπει.

    Θολή στο χρόνο ιπτάμενη φιγούρα, ορμά στου Λυγερού ψηλή γυναίκα. Η σκιά του επιτιθέμενου το δρόμο καψαλίζει και ο χώρος το θύμα του, το πρώτο. Τα νύχια του τεντώνει, τα πόδια του απλώνει και…

    Στου ξάφνου, λεπτό το χέρι το μακρόν που τινάζεται. Η μικρή η παλάμη, αγριεμένο το δέρμα, απάνθρωπα τα μυτερά τα νύχια, του βαθύ μωβ παιδιά.

    Φτερά, τρίχωμα και σάρκα διαχωρίζουν. Τα νύχια τα βαμμένα, τον για τη δόξα θύτη σχίζουν. Το πουλί σε άκομψη στροφή φρενάρει και πριν το χέρι, του ξανά χτυπήσει, ανάποδα γυρνά. Ο ανοιχτός Ουρανός το υποδέχεται φοβισμένο.

    Η κοπέλα ψάχνει στο γύρω της, για μάρτυρες. Ο σκύλος παίζει το άγαλμα. Δίχως ανάσα, δίχως ψυχή. Της ελευθερίας βρεγμένο το γατί.

    Οι του πυρός ξανθές της μπούκλες, της ψιθυρίζουν…

    -Όλα εντάξει. Η γλώσσα της γλύφει τα χείλη της σαρκός για επιβεβαίωση και τα πόδια της, νέα διαδρομή ορίζουν.


    Χίλια οκτακόσια εικοσιένα, πόδια πιο πέρα. Η Μαρία κοιτάζει το ρολόι του τοίχου. Χασμουριέται απέναντι της. Τριάντα και επτά λεπτά, μετά τις δέκα. Το μπαρ άδειο σχεδόν. Ο μαν του μπαρ την πέφτει σε μία του μεθιού βρεγμένη κοκκινομάλλα. Το γέλιο ρέει άφθονο.

    Ο τόρος του σέρβι, από την άλλη άκρη του μαγαζιού, την παρακολουθεί. Έχει καιρό να φάει κόκκινο κρέας.

    -Που να σου πέσουν και οι 17 τρίχες, που στο κεφάλι ο ήλιος ακόμα τσιγαρίζει. Μούρμούρ και τα δόντια το κρατάνε μυστικό.

    Τα Μεγάλα Μπουκάλια, γεμάτα, ντυμένα με ρούχα μαϊμού, νοθευμένα με την πρωινή λήθη, κλείνουν το ματάκι στη Μαρία. Τα δόντια τους καφετί, με κηλίδες από λευκό. Στα σημεία που ακόμα ο καπνός, δεν έχει σβήσει.

    Από πίσω τη συνοδεύει ένας χρυσός και του νταβά χαμογελαστός καθρέπτης.

    (-Έχει και συνέχεια, ρωτάει η Βότκα το Bourbon;

    - Absolut, της απαντά)
     
  8. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Δεν είμαι ..8:[..][..]

    Ένα ταγκό για δύο πόδια αριστερά.

    Το πρόσωπο της;

    Δύο του παρά μορφωμένα μάτια, μέσα από τη θάλασσα της πλάνης μίας βότκας Σουηδικής, την κοιτούν. Ένα του πράσινου και ένα γαλανό.

    Τα μαλλιά της;

    Ίσια. Μαύρα. Μακριά. Ανατολικά. Επί στροφή στα μάτια.

    Θολά. Σερβιρισμένα σε δύο τεράστιους του καφέ του μαύρου, δίσκους κυκλικούς.

    Σηκώνεται από του πάγου το σκαμπό και στο παρά πατάει. Σκύβει να τον μαζέψει, πλούσια η σοδειά τους και από το βάρος τους λυγίζει. Κάννη να σηκωθεί, αλλά η σκανδάλη δε το θέλει.

    Εγκαταλείπει και αγκαλιάζει τα γόνατα της. Την αγκαλιάζουν και αυτά με αγάπη. Μία ζωή μαζί.

    -Είμαστε μεθυσμένα αφράτα μου. Τις γνέφουν κατάφασιστικά με τις ρυτίδες από της Λευκής το αχνόγελο.

    Της δίνουν, ένα, άντε δύο ποδαράκια και το κουράγιο περισσεύει.

    -Έπρεπε να πιω, παντάει στο καπνό ό‘ρθια τώρα. Της γυρνάει τη πλάτη του μουτρωμένος.

    Ώρες του τρία πιο πριν, στο σπίτι της εγκλωβισμένη.

    Μόνη. Φοβισμένη. Παγωμένη.

    Μεγάλο το σπίτι. Κρύο. Και η θέρμανση ακριβή. Έπιπλα του γούστου του κακού. Αντίκες ξεφτισμένες και στο φτηνό ξεπουλημένες. Φτωχά, χοντρά χαλιά, πεινάνε για κλωστή.

    Έξω από τη πόρτα, «Ο Δράκος της Φαλτς έτας». Κυκλοφορεί ορφανός από θεούς.

    Έτσι τον από καλούν. Γυναίκες τρεις έχει ήδη κόψει. Δώρο για τη πανσέληνο. Κάθε του 28 τις μέρες και ακόμα μία.

    Σήμερα η πανσέληνος η τέταρτη χορεύει φουντωμένη.

    -Δεν αντέχω, κλαψούρισε στο μεγάλο του κα, το μικρό μπινέ.

    -Να μείνεις εδώ. Εδώ μείνεις να. Αγκαλίτσα έλα να σου κάνω.

    Με το στόμα ανοιχτό, τον ακούει.

    -Α καλά δεν είμαι, α και φτου και βγαίνει.

    Τώρα η Μαρία μουρμουρ και ζει στο καθρέπτη του μπαΡ το μεγάλο.

    -Δεν είμαι άς χ ημη, δαγκώνοντας τη γλώσσα. Ο καθρέπτης την αγνοεί.

    Χαϊδεύει το JokeBox και αυτού του τραγουδά θλιμμένα. Η γλώσσα στου ουρανίσκου τη φωλιά φωλιάζει και κλαίει πληγωμένη.

    Και αυτήν; Το μπλου το τζιν δένει αρμενικά, τα πόδια της τα εύμορφα. Το ροζ της πλάτης έξω, χορεύει στη Ρωξάνη, ένα ταγκό για τρεις. Το εξώπλατο καθοδηγεί, το γεμάτο στήθος της ακολουθεί.

    Άνθη της; Κατά λευκοί του κρίνου, οι ώμοι της παρθένου. Το σύνολο συμπληρώνει με μία τσάντα από φίδι, τον κήπο της Εδέμ.


    Ένα τραπέζι κάθισε εμπρός της. Βρώμικο, με πλάκα λαδωμένη. Στο ταμείο, άλλη μία βότκα εκδίδεται στο νομά της. Του νόθου βλάντ, με το μεγάλο…

    …όνειρο.

    Το ποτό τα καλά του βάζει για να ρθει κι αργεί. Το προλαβαίνει η πόρτα που ανοίγει.

    Ξανθιά η όμορφη και το κορμί της;

    Μακρύ.

    Φιλήδονα τα νεύρα που στολίζουν, τη σάρκα τη γυμνή. Στην υπόλοιπη σφιχτά πάνω της ξαπλώνει το φόρεμα το μαύρο.

    Σταθερό το βήμα της. Μετρημένη η ανάσα της. Δωρική η ευθύτητα που εκβάλει, από του πράσινου τα μάτια της. Στο τραπέζι της Μαρίας, ο δρόμος της τελειώνει.

    Σκύβει. Στα σκυλιά τα σάλια τρέχουν, πλούσιο το στήθος στα μάτια τους κερνάει.

    Τα λεφτά του Μακρόν τα πόδια, με το φινιρισμένο τελείωμα τους, στα διψασμένα μάτια ά φθονο έλαιο γεμίζει.

    Την φιλάει.

    Η Μαρία Κοκκινίζει. Τα μάτια της χαιρετούν με νάζι, αμήχανα αλλά με Νάζι…

    (-Συνεχίζει; ρωτάει ο Αδελφός την αδερφή;

    -Ναι, Χάλι τα έκανες και πάλι. Πότε θα μάθεις να φτιάχνεις σωστά το..

    σαπούτιν; )

     
  9. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Δεν .,.,,.,.,,9¨99

    -Γεια σου Ιφιγένεια, άρ γη σες λίγο.

    -Φοβήθηκες γλυκιά μου; Λεφτά τα δάχτυλα του αριστερού της χερ ιού. Αυτ αρχικά τυλιγμένα, γύρω από το υγρό τρέμουλο, της δεξιάς της Μαρίας την παλάμη.

    Η Μαρία ανατριχιάζει. Βαριά τα κόκκινα ρουμπίνια, τα δαχτυλίδια της κοσμούν. Νύχια στο ατόφιο κίτρινο, ντυμένα. Η Μαρία το κεφάλι, καταφέρνει και σηκώνει και πέφτει σε δύο πράσινες μεγάλες λίμνες.

    Μέσα τους οι νύχτες που ποτέ δε κέρδισαν.

    Οι μέρες που δεν χλόμιασαν.

    Τα ζώα που κρύφτηκαν στα πάντα.

    -Εί εί σαι, όμορφυ ΠολΗ. Η Μαρία στην ομίχλη μέσα στην ομίχλη, του αλκοόλ ψάχνει τον ειρμό της.

    Οι συ λαβές αδύναμες. Τα γΡάμματα μεθυσμένα.

    -Νιώθεις Μαρία; Η Ιφιγένεια απαντά καθώς το χέρι της ταξιδεύει στον κάτω κόσμο, από το τραπέζι.

    Η Βότκα επιτέλους φτάνει. Ζηλεύει και τον πάγο της ανοίγει, να μιλήσει, αλλά δε προλαβαίνει. Η Μαρία αρπάζει το ποτήρι και με το μισό βάζει φωτιά στο στόμα της. Γέμισε και τώρα μπορεί να τρέξει.

    Τα χρήματα στο σέρβι τόρο δίνει και αυτός απογοητευμένος εγκαταλείπει. Η Ιφιγένεια έρχεται και η φωτιά τώρα δυναμώνει.

    Η Μαρία αφήνει τη Βότκα να κυλήσει στο τούνελ της αγάπης. Στο βάθος φως και η νύχτα ελεύθερη. Για πρώτη φορά. Το υγρό οδηγεί και χιλιόμετρα από πνοές, εκ, χρώματα και ήχους, με ταχύτητα περνούν.

    Τα ψάρια περίεργα δαγκώνουν τη βάρκα του Βοτ. Η Μαρία τα χαϊδεύει. Η Ιφιγένεια τα χτυπά. Στους δρόμους τους παιδιά του πάγου, από τη σάρκα που στάζει κρέμονται.

    Η Μαρία τα νανουρίζει, η Ιφιγένεια τα τρομοκρατεί. Στη μέση του τούνελ, ένας κόμπος.

    Η Μαρία τον παλεύει. Αυτός κερδίζει και σφίγγει περισσότερο. Η Ιφιγένεια τη Κατάνα βγάζει και τον κόβει. Το άνοιγμα μεγαλώνει και τη βάρκα τα νερά τη παρασύρουν.

    Η ταχύτητα μεστώνει και η βάρκα ταξιδεύει. Φουρτούνα έχει και το πάνω κάτω και το κάτω πάνω. Δίχως βορρά και νότο, με σπασμένη τη πυξίδα, το βαρκάκι φτάνει και από τους καταρράκτες πέφτει.

    Το άλμα εντυπώσεις κάνει, το μαγαζί σωπαίνει, τα μπουκάλια κοκκινίζουν. Τα τσιγάρα ανάβουν, τα κεριά λειώνουν και η Μαρία φτάνει, στο έδαφος.

    Η Ιφιγένεια το χέρι απλώνει και η Μαρία σηκώνεται και βγαίνει από τη βάρκα.

    Μουσκεμένη αλλά όχι πληγωμένη.

    -Ώρα να φύγουμε λουλούδι μου. Ιφιγένεια μιλά, Μαρία συμφωνεί.

    Ψηλά στο λόφο πάνω, ριζώνει ένα μεγάλο σπίτι. Καμιά σκιά δε τολμά να το αγγίξει. Το τρία το πέρας του έχει κάνει και η πανσέληνος λούζει, με το λευκό υγρόφως της, την βίλα του μονάχου.

    Στον αφρό της βίλας πλέει μία ευρύχωρη σοφίτα. Το δέρμα της δεν είναι από ξύλο, μα μήτε από τσιμέντο. Το δέρμα στρώσεις από γυαλί. Τζάμι μαύρο.

    Κύματα φωτός του γάλακτος, σαρώνουν το γυαλί. Μπλε και κόκκινο το ημίφως που στροβιλίζεται αισθησιακά στη σοφίτα.

    Δωμάτιο ορθογώνιο. Μέτωπο μέτρα δεκαέξι, μέση μέτρα εφτά. Κελί για τον μοναδικό του κρατούμενο, το ξύλινο κρεβάτι.

    Διπλό το ξύλινο, λίμνη από μετάξι, το περιεχόμενο.

    Γύρω από τη λίμνη μαρμάρινο το μωσαϊκό, τη φούστα του σηκώνει, για να μην βραχεί. Ανάγλυφες στη φούστα, οι σκηνές από κυνήγι αρκούδας.

    Αποχαυνωτική η ζέστη, κυριαρχεί στο χώρο. Οι δύο γυναίκες κολυμπούν στη λίμνη. Ανάσα παίρνουν και βουτούν στο βυθό της.

    Η Μαρία χαμένη από την ομορφιά, λικνίζεται ανάμεσα στις ρίζες. Όλος ο βυθός, ένας λαβύρινθος από ρίζες. Ρίζες μικρές, μεγάλες, ζωντανές, νεκρές. Θηριώδεις, πράσινες, καφέ, μαύρες, κίτρινες, λευκές.

    Ρίζες που στηρίζουν δέντρα αόρατα. Ρίζες που ορίζουν την αρχή στο μύθο. Ρίζες που στα πουλιά τραγουδούν. Τα πουλιά φωλιάζουν και ταΐζουν με χαμόγαλα τα μικρά τους.

    Ο αέρας της Μαρίας σώνεται. Η Ιφιγένεια την αγκαλιάζει και το οξυγόνο της χαρίζει. Η Μαρία γεμίζει με θάρρος και ακόμα πιο βαθιά βουτά.

    Ανέμελη και απρόσεχτη, στις ρίζες παγιδεύεται. Τα χέρια της και τα πόδια της πλεγμένα και στο βυθό, αυτή παγιδευμένη.

    Η Ιφιγένεια από την επιφάνεια τη βλέπει και βουτάει. Φτάνει και τις ρίζες προσπαθεί με τα δόντια της να κόψει. Γλιστράει και τη σάρκα της Μαρίας, στα δόντια της μαγκώνει. Αίμα τώρα το χρώμα, που τη λάσπη χρωματίζει και αδύναμα από τους πόρους του πληγωμένου κρανίού βγαίνει.

    Η Ιφιγένεια του δαίμονα γυναίκα, χτυπιέται και παλεύει, τη Μαρία να λυτρώσει.

    Η Μαρία δείχνει φοβισμένη. Ο φόβος τη Μαρία. Ασταμάτητα τα κύματα του πολέμου, που το δράμα συνοδεύουν. Νιώθει να μικραίνει, να μαραίνει, μπαλαρίνα κουρδισμένη, στο κέντρο ενός μαύρου και από λάσπη ωκεανού, κορίτσι που χορεύει.

    Τα χέρια της υψώνονται προς την ελευθερία, στο δεξί της η φαλτσέτα και το λαιμό της Ιφιγένειας, ανοίγει από άκρη σε άκρη.

    Χρυσό το μετάλλιο. Πράσινα τα μάτια που το φορούν. Η Ιφιγένεια γουρλώνει.

    Για μια φορά ακόμα, θύμα.

    Ζωή, το κρίμα που γεμίζει τη λιμνούλα. Σταγόνες της ραίνουν τη Μαρία. Τα κομμάτια της Ιφιγένειας, αποχωρίζονται με δάκρυα το ένα από το άλλο.

    Όλα έχουν λουστεί με το έαρ της πραγματικότητας. Τίποτε δεν την φοβίζει πια, τη Μαρία. Η Σελήνη αποχωρεί χορτασμένη.

    Κανείς δε φοβάται πια!!!

    Τέλος

    (-Τι τελείωσε ρωτά η ζωή το θάνατο. Εγώ θέλω κι άλλο…

    (-Έχει κι άλλο μετά το τέλος, σώπασε τώρα και σταμάτα να ναπνέεις)

     
  10. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    10:00 (Δεν είμαι μόνος)

    Η Μαρία δείχνει φόβο. Ο φόβος τη Μαρία. Αδιάρρηκτα τα κύματα του πολέμου, που το δράμα κρατούν φυλακισμένο. Νιώθει να μικραίνει, να μαραίνει, στρατιωτάκι κουρδισμένο, στο κέντρο ενός μαύρου και από λάσπη ωκεανού, κορίτσι που χορεύει.

    Τα χέρια της υψώνονται προς την ελευθερία, στο αριστερό η σάρκα, στο δεξί η φαλτσέτα και το λαιμό της Ιφιγένειας, ανοίγει από άκρη σε άκρη.

    Χρυσό το μετάλλιο. Πράσινα τα μάτια που το φορούν. Η Ιφιγένεια στραγγίζει. Για μια φορά ακόμα, θύμα.

    Ζωή, το κρίμα που γεμίζει τη λιμνούλα. Σταγόνες της ραίνουν τη Μαρία. Τα κομμάτια της Ιφιγένειας, αποχωρίζονται με δάκρυα το ένα από το άλλο.

    Όλα έχουν λουστεί με το φως της πραγματικότητας. Τίποτε δεν φοβίζει πια, τη Μαρία.

    Η Σελήνη αποχωρεί γεμάτη.

    “Κανείς δε φοβάται πια!!!”

    Τέλος;

    Ζωή μετά το θάνατο.

    Τέλος και αρχή δύο σημεία που συμπίπτουν.

    Διάνυσμα το Μηδενικό.

    Στο σπίτι των Βiβλiων των Φτηνών, ο ήλιος επίσκεψη ποτέ δε κάνει. Ο Μαῦλις

    των φθηνών τελειώνει με το διάβασμα. Το ακριβό του πούρο, τα βρώμικα του χείλη θωπεύει. Σάλια τρέχουν από τα κενά που μένουν. Του καφέ τα χρώματα στο κείμενο, οι λακέδες πυροφάνε. Του μαύρου του καφέ.

    Ένα της σκόνης λούτρινο, με κοιτάει με μάτια ανοιχτά. Κόρες βυθισμένες στη παχιά τη σκόνη. Πάνω του παλεύουν οι αράχνες. Δύο τα χρώματα του.

    Αριστερό το μαύρο. Η αράχνη η λευκή, μικρή αλλά με κινήσεις βιαστικές, τον λεπτό ιστό απλώνει και το μαύρο κατακτά.

    Δεξί το λευκό. Μαύρη η αράχνη και μεγάλη. Κινήσεις αργές, ιστός χοντρός, σαν την πλημμυρίδα καταπίνει το λευκό, που χάνει τα λεφτά του.

    Ένας δρόμος με κόκκινα και πράσινα φανάρια. Ποια θα προλάβει στο τέλος της να φτάσει;

    Επιστρέφω στον даVA τη στιγμή που ξεκινάει από τον βήχα ο σεισμός. Είναι μεγάλος, το στόμα ανοίγει σα κρατήρας, λάβα από φλέμα, ξινό καφέ, οξύ και λέξεις, εκσφενδονίζονται στον αέρα. Από εμπρός περνούν και στο λούτρινο στα μάτια φτάνουν.

    Μία κόρη πράσινη στο ένα και μία κόκκινη, στο άλλο μάτι.

    -…λύτερο αλλά Μπα! Καταπίνει κρατάει την ανάσα του, αυτή το σφυγμό του και μετά στου ξάφνου το στερέωμα φταρνίζεται. Μία βροχή από υγρά πυώδη αστέρια, τη πλάση κατακλύζουν. Δύο του μεγάλου και υγρού, στο αριστερό του λούτρινου προσγειώνονται. Νικήτρια η αράχν η αριστερή.

    Του τραγούδι του βήχα σταματά.

    -Κοινότυπο και φτωχό ακόμα και για φτηνό. Γυναικοκτονία πάλι. Έστω και από γυναίκα τούτη τη φορά. Δεν λέω, κάτι το διαφορετικό, αλλά Μπα!

    Στομάχη μου γεννά φωτιά. Της καούρας κόρη ξενική. Δαγκώνω τα χείλια μου και γυρνώ προς το ενυδρείο. Θέλω να δω την Ifιάνασσα. Στου χοντρού ψαριού τη σάρκα, παγιδευμένη η ψυχή της. Δεν την βλέπω. Ανησυχία…

    Είναι ακόμα ζωντανή;

    -Οφείλω στο μως να ομολογήσω, ότι έκανες ένα βήμα εμπρός. Στο κέντρο όμως δυστυχώς, αλλά τουλάχιστον εμπρός. Την πλάτη μου προσφέρω στα πρησμένα μάτια, την Ιφιάνασσα ακόμα ψάχνω. Τον ακούω που σηκώνεται.

    -Θέλω το κάτι του παρά στο πάνω. Θέλω να παλέψεις μέχρι το χέρι σου να ματώσει. Δεν αντέχω και ρωτώ…

    -Το ψάρι; Γυρνώ και στα μάτια καβαλώ. Στο χέρι του ένα περιοδικό φτηνό του μορνό. Βοηθάει στην εξόρυξη μου είχε πει στο παρελθόν.

    Στέκεται, πρόσωπο ντυμένο στην απορία. Όμορφο μέσα στην ασχήμια του. Καταλαβαίνει και…

    -Ααα το κολόψαρο… χαρογελά. Το έδωσα στη γάτα μου.

    Στρέφει την πλάτη του στα μάτια που θυμώνουν. Προς την του α λέτα πάει.

    -Ήταν βρώμικο και άχαρο. Τώρα είναι στο στομάχι της Αντουανέτας μου.

    Φωτιά ξεσπάει και των ματιών μου οι κόρες, γυναίκες φλεγόμενες πέφτουν από τα παράθυρα. Του μαύρου τα χρώματα τους, ουρλιάζουν στο κενό. Το χέρι του απλώνει, στον διακόπτη. Η καρδιά μου χτυπάει στους τρακόσιους.

    Οι κόρες φτάνουν στο έδαφος, την στιγμή που αυτός πιέζει τον διακόπτη. Δύο, του δίδυμου εκρήξεις, ήλιοι που ανατέλλουν στο δωμάτιο.

    Το κύμα σαρώνει και εξαφανίζει τα πάντα. Ο Νταβάς εξαερώνεται σε κλάσμα. Τα πάντα λειώνουν και οι κρυφοί του χάους δαίμονες αποκαλύπτονται.

    Σχεδόν όλοι. Έξι βιβλία. Το έβδομο κρυμμένο στις σκιές.

    Τα έξι σηκώνουν τα Doφέκια. Σημαδεύουν.

    Ο έβδομος το χέρι του σηκώνει. Οι σκανδάλες χαιρετούν με νάζι.

    Ο έβδομος το κατεβάζει. Ο πόλεμος των Φτηνών βιβλίων, ξεκινά…