Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ιστορίες με τη D.

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος dora_salonica, στις 5 Σεπτεμβρίου 2008.

  1. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Η D του κοιμόταν στον καναπέ. Την είχε πάρει ο ύπνος καθώς έβλεπαν ένα έργο στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ. Χθες την είχε κουράσει πολύ με τις συνεχείς απαιτήσεις του. Βάλε ποτό, φέρε πάγο, πήγαινε ν’ αγοράσεις τσιγάρα, πάρτον στο στόμα, πλύνε μου τα πόδια, στήσου στα τέσσερα, αυνανίσου, έτσι σκύλα, κάντο ξανά. Μετά του μαγείρεψε, του έτριψε τους κροτάφους για πολλή ώρα γιατί είχε πάλι πονοκέφαλο και τέλος είχε κουλουριαστεί στα πόδια του κι εκεί αποκοιμήθηκε, χωρίς να προλάβει καν να φάει η ίδια. Την είχε σηκώσει και την είχε βάλει μόνος του στον καναπέ. Είχε μουρμουρίσει κάτι μέσα στον ύπνο της, κάτι σαν «δεν μπορώ», αλλά ήταν όνειρο.

    Τώρα κοιμόταν γυμνή, στο πλάι, με το ένα χέρι κάτω από το μάγουλό της. Μία λεπτή γραμμή από σάλιο είχε κυλήσει από το στόμα της. Πάντα σαλιάρικο, σκέφτηκε και χαμογέλασε.

    Έβαλε μία μάσκα, όπως αυτές που φορούν οι ληστές ή οι τρομοκράτες. Ήταν σαν μάλλινο σκουφί, μόνο που κατέβαινε χαμηλά στο πρόσωπο, αφήνοντας δύο τρύπες για τα μάτια και μία για τα ρουθούνια και το στόμα, τα σαρκώδη χείλη του ξεπρόβαλλαν από τη μάσκα. Φορούσε ένα μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι, τζην παντελόνι και άσπρα αθλητικά.

    Την άρπαξε ξαφνικά από τα μαλλιά κι αυτή τσίριξε πριν προλάβει καν να ξυπνήσει. Την πέταξε κάτω στο πάτωμα και την κλώτσησε, το παπούτσι του την βρήκε στον αριστερό μηρό. Η D του ξύπνησε για τα καλά και άρχισε να φωνάζει. Σταμάτα, μη, σε παρακαλώ, όχι. Προσπάθησε να αγκαλιάσει τα γόνατά του αλλά αυτός την κλώτσησε ξανά. Κουλουριάστηκε για να προστατευθεί κι έτσι όπως ήταν κουλουριασμένη, την έσυρε σαν σκυλί προς το μπάνιο.

    Είχε αδυνατίσει πολύ τους τελευταίους μήνες και του ήταν εύκολο να την σέρνει από τα μαλλιά και τους ώμους. Φώναζε αλλά δεν χτυπιόταν πολύ, δεν μπορούσε να αντιδράσει, αν και ο φόβος της ήταν έκδηλος στο πρόσωπό της. Ήξερε ότι ήταν αυτός κι ας μην είχε ξαναδεί ποτέ αυτή τη μάσκα.

    Είχε ήδη γεμίσει την μπανιέρα με νερό. Την έβαλε γονατιστή μπροστά στη μπανιέρα και της βούτηξε το κεφάλι μέσα στο νερό. Οι κραυγές της σταμάτησαν απότομα. Την κράτησε λίγη ώρα στην αρχή καθώς αυτή πάλευε να τον γρατζουνίσει. Τα νύχια της βρήκαν στο παντελόνι. Αυτός γέλασε και την πίεσε πιο έντονα. Μετά της έβγαλε το κεφάλι και άκουσε την ανάσα της να μπαίνει σφυριχτή στο στόμα της. Την άφησε να βήξει και να βγάλει το νερό που είχε πιει. Μετά της έβαλε το κεφάλι πάλι μέσα. Αυτή τη φορά τον γρατζούνισε στο μπράτσο και μάτωσε. Δεν θύμωσε. Του άρεσε όταν του αντιστεκόταν. Ξανά η ίδια διαδικασία. Ανάσα, βήξιμο, μετά κλάμα και παρακάλια, δεν καταλάβαινε τι έλεγε, κάτι ασυνάρτητα πράγματα. Πάλι το ίδιο. Μέσα, έξω.

    Σταμάτησε όταν κατάλαβε ότι δεν αντιστεκόταν πια. Την άφησε εκεί στο πάτωμα του μπάνιου και πήγε στην κουζίνα. Έβγαλε τη μάσκα και έφτιαξε τσάι.

    Ξαναπήγε στο μπάνιο. Η D του έκλαιγε εκεί που την είχε αφήσει. Είχε γίνει ένα με το βρεγμένο χαλάκι.

    «Έλα», της είπε απαλά. Την βοήθησε να σηκωθεί. Την τύλιξε με μία μεγάλη, λευκή πετσέτα. Η D του απέφευγε να τον κοιτάξει στα μάτια. Κοιτούσε κάτω και το στήθος της ανεβοκατέβαινε από τους λυγμούς.

    Την έβαλε να καθίσει στον καναπέ, δίπλα του, όχι στο πάτωμα όπως συνήθως. Περίμενε να ηρεμήσει, της έδωσε λίγο τσάι, την έβαλε να το πιει σχεδόν με το ζόρι.

    «Γιατί;» του είπε στο τέλος. «Δεν έκανα τίποτα κακό».

    «Έτσι. Επειδή είσαι δικιά μου», είπε.

    «Είστε κακός μαζί μου Κύριε», τόλμησε να ψιθυρίσει.

    «Όχι ιδιαίτερα», της απάντησε αυτός και της χάιδεψε το μάγουλο.
     
  2. whipmarks

    whipmarks Regular Member

    βαλε και κατι αισθισιακο στις ιστοριες σου ντορα.αυτος ο τυπος που περιγραφεις ειναι για το ψυχιατριο με ζουρλομανδια,ανε και για πολλα χαπια...
     
  3. s/m

    s/m Regular Member

    συνεχισε ντορα ...
     
  4. an8h

    an8h Regular Member

    Απάντηση: Ιστορίες με τη D.


     

    υπάρχουν κι άλλες ιστορίες με την D. δηλαδή;
     
    Last edited: 5 Σεπτεμβρίου 2008
  5. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Re: Απάντηση: Ιστορίες με τη D.

    Ναι. 
     
  6. an8h

    an8h Regular Member

    Απάντηση: Ιστορίες με τη D.

    βρήκα το λογοτεχνικό μέρος του φόρουμ

    δεν το είχα ανακαλύψει ως τώρα!

    ωραία, έχει ζουμί εδώ  
     
  7. naida

    naida Regular Member

    Τέλεια ιστορία, D  
     
  8. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Μωρό μου γλυκό... 
     
  9. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    [Η ιστορία αυτή βασίζεται στα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα. Αυτή τη φορά δεν θα επιχειρήσω να τα ωραιοποιήσω καθόλου. Και δεν είμαι η πρωταγωνίστρια της ιστορίας.]

    Η D του κοιμόταν στον καναπέ. Την είχε πάρει ο ύπνος καθώς έβλεπαν ένα έργο στην τηλεόραση το προηγούμενο βράδυ.

    Τον είχε γνωρίσει μόλις είχε γυρίσει από εκεί, για καλή ή κακή της τύχη. H D του ήθελε να γνωρίσει την βιαιότητα. Της είχε διηγηθεί διάφορες ιστορίες από το παρελθόν του και της είχε εξάψει την περιέργεια. Ήταν ένα πολύ περίεργο κορίτσι. Δεν ήθελε να τις ακούει μόνο τις ιστορίες. Ήθελε να ξέρει πώς είναι. Ήθελε να τις ζήσει.

    Έβαλε την παραλλαγή νύχτας που είχε κρατήσει γυρνώντας από εκεί. Ήταν μία μαύρη στολή με κουκούλα που άφηνε μόνο τα μάτια του να φαίνονται. Τίποτε άλλο.

    Ήταν τρομακτικός.

    Η D του κοιμόταν ανασαίνοντας ελαφρά. Φορούσε μόνο τα εσώρουχά της, ξαπλωμένη στο πλάι, με το ένα χέρι κάτω από το μάγουλό της. Μία λεπτή γραμμή από σάλιο είχε κυλήσει από το στόμα της.

    Αυτή τη στιγμή δεν αισθανόταν καμία τρυφερότητα γι αυτήν. Τον είχε πραγματικά θυμώσει. Σκεφτόταν πόσο χαζή ήταν, πόσo λίγα ήξερε, πόσο εκνευριστική γινόταν συχνά με το πείσμα της και την ξεροκεφαλιά της. Σκεφτόταν, τώρα θα σου δείξω εγώ, τσουλάκι. Σκεφτόταν ότι είναι ένα πράγμα, όχι η D του. Θέλεις να δεις πώς είναι; Θα δεις πώς είναι βρωμίτσα.

    Τα σκεφτόταν όλα αυτά με μία απόλυτα ήρεμη αποφασιστικότητα, ο θυμός του ήταν υπό πλήρη έλεγχο. Το είχε ξανακάνει τόσες φορές στο παρελθόν, όταν είχε αναγκαστεί από τις περιστάσεις. Και κάποιες άλλες φορές, που απλά το θέλησε. Δεν ήταν βίαιος άνθρωπος συνήθως. Αλλά τον είχε εξοργίσει η επιμονή της, η αφέλειά της και η πρόσχαρη ανεμελιά της.

    Θα τις ζήσεις τις ιστορίες σου. Πουτανάκι.

    Ένιωσε πάλι την γνώριμη αίσθηση να του καίει τα σωθικά. Μία ήρεμη φωτιά, μία διέγερση χωρίς καμία εμφανή σωματική αντίδραση. Δεν ήταν κάτι σεξουαλικό, όχι. Ήταν σαν να μην είναι ο ίδιος, σαν να είναι κάποιος άλλος στη θέση του. Και όμως, ήταν ο ίδιος. Ίσως το πιο ατόφιο κομμάτι του.


    Την άρπαξε ξαφνικά από τα μαλλιά κι αυτή τσίριξε. Τον κοίταξε τρομαγμένη, προσπαθώντας να καταλάβει τι συμβαίνει. Δεν μπορούσε να ξέρει αν ήταν πράγματι αυτός. Αυτό ήταν σημαντικό κομμάτι. Έτσι ήθελε να της το κάνει. Για να είναι πιο αληθινό. Η D δεν ήθελε ψευτιές. Κι αυτός, έτσι το ήθελε.

    Την πέταξε κάτω στο πάτωμα και της φόρεσε έναν μαύρο σκούφο για να μη μπορεί να βλέπει. Της έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη με κλιπς. Της έσκισε τα εσώρουχα και της πέρασε μία ζώνη στο λαιμό. Έτσι την έσυρε στην τουαλέτα. Όλα αυτά σε λιγότερο από ένα λεπτό.

    Άνοιξε το νερό του μπάνιου και άρχισε να γεμίζει τη μπανιέρα. Η D φώναζε συνέχεια το όνομά του αλλά αυτός δεν απαντούσε. Άρχισε να της βουτάει το κεφάλι μέσα στο νερό και να της το βγάζει, υπολογίζοντας τις ανάσες της. Αν ήθελε πραγματικά να την βλάψει θα της είχε κάνει waterboarding. Ήξερε πώς. Αυτή φώναζε, έβγαζε άναρθρες κραυγές. Δεν σταμάτησε. Συνέχισε να της το κάνει μέχρι που αυτή κατουρήθηκε πάνω της.

    Τότε σταμάτησε. Της έβγαλε τον σκούφο και η D ξέσπασε σε κλάματα. Έβγαλε κι αυτός την δική του κουκούλα και την κοίταζε με απάθεια καθώς αυτή έκλαιγε.

    «Έτσι είναι», της είπε.
     
  10. cider

    cider Kitchen master

    Πάγωσα... Θα μπορούσα να είμαι αυτός.
     
  11. elfcat

    elfcat . Contributor

    Ποτέ μα ποτέ σε αγνώστους δεν εκμυστηρευόμαστε τέτοιου είδους περιέργειες που τυχόν έχουμε!


    Σε περίπτωση που είμαστε πια σέ τέτοια σχέση, εκείνη την ώρα πρέπει να λες μέσα σου ότι είναι ένα παιγνίδι... αλλιώς προκαλείται πανικός (αν μιλάμε με όρους του πραγματικού και όχι του φαντασιακού).
     
    Last edited: 7 Σεπτεμβρίου 2008
  12. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Δεν ήταν άγνωστος. Ήταν ο "δικός της". Του είχε εμπιστοσύνη. Της έδωσε αυτό που ήθελε, αυτό που ζήτησε. Το άντεξε. Κι αυτός πρόσεξε να μη την βλάψει.

    Ο πανικός είναι για τους πανικόβλητους. Η ζωή θέλει ψυχραιμία. Να κατουριέσαι πάνω σου από το φόβο σου και παρόλα αυτά να εκτιμάς αυτό που ζεις. Να το αναγνωρίζεις γι αυτό που είναι και να το δέχεσαι. Αλλιώς, καλά είναι και τα πανηγύρια, με τους γυρολόγους και τα ψεύτικα βραχιολάκια.