Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Κακό Χιόνι

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος DocHeart, στις 10 Μαρτίου 2008.

  1. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
    ==========

    Το Πρόσωπο ήρθε ξανά χθες το βράδι.

    Ξαπλώνω στο κρεβάτι μου, πιωμένος, έτοιμος να κλείσω τα μάτια μου και να αφήσω τις σκέψεις μου να στριφογυρίσουν ανεξέλεγκτα μέχρι να χάσω τις αισθήσεις μου.

    Μετά έρχεται το Πρόσωπο.

    Είναι απλώς ένα ανθρώπινο πρόσωπο στο σκοτάδι. Τίποτα δε μπορεί να είναι πιο τρομακτικό.

    «Εξηγήστε μου, αγαπητέ μου,» με ρωτάει, «ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στο θάνατο και το παγωτό φράουλα;»

    Απλά το κοιτάζω. Είναι ένα συνηθισμένο ανδρικό πρόσωπο, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ήρεμο, γενικά ανέκφραστο. Αποκρουστικό μέσα στις ασυναρτησίες που βγαίνουν από το στόμα του.

    «Ίσως να μου πείτε,» συνεχίζει, «οτι το παγωτό φράουλα, όπως όλα τα πράγματα, είναι μέρος του θανάτου. Αλλά δεν σας ρωτώ αυτό. Διότι ακόμα και αν δεχθώ πως το συγκεκριμένο γλύκισμα αποτελεί μέρος του πεπρωμένου όλων μας, είναι παρ’όλα αυτά ένα διαφορετικό πράγμα. Καταλαβαίνετε, νομίζω, τί εννοώ. Ένα γρανάζι είναι μέρος μιας μηχανής, αλλά το γρανάζι δεν είναι μηχανή, ούτε η μηχανή είναι γρανάζι. Είναι διαφορετικά πράγματα. Σας ερωτώ, λοιπόν: ποιά η διαφορά ανάμεσα στο θάνατο και το παγωτό φράουλα;»

    ***

    Η Λουίζα μπαίνει στο γραφείο μου ακριβώς στις έντεκα, όπως κάθε πρωί. Κάθε πρωί στις έντεκα παρά είκοσι δευτερόλεπτα ακούω τα βήματά της στο διάδρομο. Στις έντεκα ακριβώς χτυπάει δύο φορές, ανοίγει την πόρτα, και εγώ καταλαβαίνω τις ξανθές μπούκλες της ακόμα και όταν έχω γυρισμένη την καρέκλα μου προς το παράθυρο και χαζεύω τον ουρανό. Ακουμπάει ένα δίσκο με μια μεγάλη κούπα καφέ και δύο κρουασάν βουτύρου στο τραπέζι πίσω απ’την πόρτα.

    Λειτουργεί σαν γραμματέας μου, αλλά δεν είναι. Δουλεύει στο γραφείο συνοικεσίων που εδρεύει στον όγδοο όροφο. Το αφεντικό της μου χρωστάει πράγματα που δε θα μου ξεπληρώσει ποτέ. Και η Λουίζα με συμπαθεί. Ίσως, σε ένα άλλο σενάριο ζωής, να μ’αγαπούσε.

    «Καλημέρα,» τραγουδάει.

    «Καλημέρα, Λουίζα.» Απαντάω χαμογελαστά, χωρίς να το θέλω. «Στις ομορφιές σου, όπως πάντα.»

    Η φωνή της θυληκό σαξόφωνο. «Ούτε καν γυρίσατε να με δείτε. Μπορεί να είμαι αχτένιστη και άυπνη και να φοράω στολή κηπουρικής. Ο καφές σας. Αν χρειαστείτε κάτι άλλο ξέρετε πού να με βρείτε.»

    «Αυτό είναι το πρόβλημά μου, Λουίζα. Δεν ξέρω που να σε βρω. Αν ήξερα πού μπορώ να βρω γυναίκες σαν εσένα, δε θα κοιμόμουν μόνος μου τα βράδια. Μια και ανοίξαμε αυτό το θέμα, τί σχέδια έχεις για το σαββατοκύριακο; Ξέρω ένα μικρό ξενοδοχείο στην εξοχή.»

    Είναι μια συνηθισμένη συνομιλία με τη Λουίζα. Παίζω το γόη, παίζει την απρόσιτη. Οι ρόλοι μας λίγο κακοπαιγμένοι, αλλά διασκεδαστικοί.

    «Θα ρωτήσω το σύζυγό μου αν είμαστε ελεύθεροι.»

    Θα ήθελα πολύ να δίναμε στις ζωές μας μια ευκαιρία να περάσουν μαζί.

    «Δεν είσαι παντρεμένη.»

    «Πού το ξέρετε;»

    «Μου το είπες την περασμένη εβδομάδα.»

    «Παντρεύτηκα την Κυριακή. Κεραυνοβόλος έρωτας.»

    «Συγχαρητήρια. Ποιός είναι ο τυχερός;»

    «Ένας ψηλός, γκριζομάλης, μυστηριώδης κύριος με πολλά λεφτά. Ο άντρας που πάντα ονειρευόμουν.»

    Γυρίζω την καρέκλα μου και την κοιτάζω. Το σακάκι της ξεκούμπωτο, το άσπρο πουκάμισό με τα δύο πάνω κουμπιά ανοιχτά, αφήνει τα οστά του στέρνου να διαγράφονται απαλά κάτω απ’το δέρμα της. Χαμηλά παπούτσια, μαύρο καλσόν, συντηρητική μαύρη φούστα.

    Η δική μου Λόις Λέην. Ή, θα γινόταν, αν έμπαινα μέσα σ’ένα τηλεφωνικό θάλαμο και αμέσως μεταμορφωνόμουν σε Σούπερμαν.

    «Πρέπει να τον ερωτεύτηκες με πολύ πάθος, Λουίζα, αφού δέχθηκες να τον παντρευτείς χωρίς να σου αγοράσει καν βέρα.»

    Χαμογελάει. «Ελπίζω να φάτε τα κρουασάν σας σήμερα. Το πρωινό είναι το πιο σημαντικό γεύμα της ημέρας. Καλημέρα σας.»

    Η πόρτα κλείνει πίσω της, και τα βήματά της απομακρύνονται στο διάδρομο. Fade out.

    Προσπαθώ να μυρίσω τα δάχτυλά της πάνω στην κούπα, αλλά ο καφές είναι ζεστός, αρωματικός, με πολλή ζάχαρη και με μια γερή δόση κρέμας γάλακτος.

    ***

    Δεν είμαι σίγουρος πόση ώρα έχει περάσει ακριβώς απο τότε που ήπια την τελευταία γουλιά, μπορεί μισή, μία, ή δύο ώρες. Πήρα ένα τηλέφωνο τον Μ.Α. ο οποίος με ευχαρίστησε για την αίσια εξέλιξη της υπόθεσης του διαζυγίου του. Διάβασα την εφημερίδα. Ο γενικός διευθυντής της Brick by Brick αγνοείται για τέταρτη συνεχόμενη μέρα. Την κύκλωσα. Αυτή είναι όλη κι όλη η δουλειά που έχω κάνει, και δεδομένων των περιστάσεων, φτάνει.

    Το κουδούνισμα του τηλεφώνου ραγίζει τον ουρανό στα δύο. Γκρίζα σύννεφα παραμερίζουν με τον δυνατό αέρα, για να αποκαλύψουν περισσότερα γκρίζα σύννεφα πίσω τους.

    «Εμπρός.»

    Σιωπή.

    «Εμπρός.»

    Ακούω το κλικ του παρ΄ολίγο συνομιλητή μου καθώς κατεβάζει το ακουστικό.

    Τεχνολογία. Ποιός μπορεί να την εμπιστευθεί.

    Σκέφτομαι τη Λουίζα, ανάσκελα, να της έχω σηκώσει τη φούστα και να πιάνω την κυλόττα της μέσα στη γροθιά μου, τραβάω δυνατά, το βαμβακερό ύφασμα σκορπίζει, η υγρασία ανάμεσα στα πόδια της στάζει στο κρεβάτι μου.

    Το στόμα μου, μισάνοιχτο, τολμά να νιώσει απο κοντά το κάψιμο ανάμεσα στα πόδια της.

    Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά.

    «Εμπρός.»

    Σιωπή. Και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, μια ανάσα, σαν κάποιος να ετοιμάζεται να πει κάτι.

    «Λάθος έχεις κάνει, κολλητέ. Το ξέρω οτι ο αριθμός μου μοιάζει, αλλά για το τηλεφωνικό σεξ πρέπει να βάλεις μπροστά το μηδέν-ενενήντα και να αντικαταστήσεις τα δύο τελευταία ψηφία με το εξηνταεννιά.»

    Η φωνή ενός ανθρώπου που έχει καταπιεί βίδες: «Ότι και να σου πει...»

    «Τι;»

    «Ότι και να σου πει... μην την πιστέψεις.»

    Μετά μόνο ανάσες.

    «Φίλε μου, έχεις κάνει λάθος. Αντίο.»

    «Το νου σου. Έρχεται σε σένα.»

    «Ποιός;»

    «Αυτή. Μην την πιστέψεις.»

    «Άκου, φίλε, δεν ξέρω ποιός είσαι, αλλά πιστεύω έτσι κι αλλιώς πολύ λίγες γυναίκες. Γάμησέ τα, την τελευταία φορά που πίστεψα την ίδια τη μάνα μου έχασα πεντακόσια σ’ένα δίδυμο. Ευχαριστώ για τη συμβουλή, αλλά αν δεν έχεις κάνει λάθος νούμερο, έχεις πέσει σίγουρα σε λάθος άνθρωπο. Αντίο.»

    Ακούω το κλικ του κλεισίματος πριν τελειώσω την εξυπνάδα μου.

    Εδώ και καιρό έχω καταλάβει καλά πόσοι παλαβοί μπορούν να χωρέσουν σε μια μεγάλη πόλη.

    Διαβάζω την υπόλοιπη εφημερίδα καπνίζοντας. Η μέρα αρχίζει να κουράζεται, και τελικά τα σύννεφα αρχίζουν να κρύβονται στο σούρουπο, το οποίο μέρα με τη μέρα γίνεται όλο και πιο πρώιμο.

    ***

    Ξυπνάω καθισμένος σε μια αναπηρική πολυθρόνα. Όλο το δωμάτιο αναβοσβήνει με κάποιο ρυθμό αλλόκοτο, σα να πέφτουν απανωτές αστραπές. Όλα είναι σιωπηλά. Κοιτάζω τα χέρια μου. Είναι ρυτιδιασμένα, τρέμουν ανεξέλεγκτα. Φοράω ένα μπλε μπουρνούζι. Πάω να σηκωθώ αλλά είμαι δεμένος στην πολυθρόνα με δερμάτινες λωρίδες. Στα τρία μέτρα απέναντί μου βρίσκομαι εγώ, όρθιος, ντυμένος στα μαύρα, με σημαδεύω με ένα περίστροφο στο πρόσωπο. Κρατάω στο άλλο μου χέρι ένα σκούρο κουστούμι και ένα πουκάμισο σε μια κρεμάστρα, τα έχω μόλις παραλάβει απ’το καθαριστήριο.

    Ξυπνάω με την αίσθηση οτι κοιμήθηκα μόνο όσο χρειαζόταν για να δω μαλακισμένα όνειρα. Στάζει κάτι στο πρόσωπό μου. Στο ταβάνι γραμμένο με αίμα: ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΕ ΣΕΝΑ

    Ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα. Είναι αργά, περασμένες δέκα. Το κεφάλι μου πονάει. Κοιτάζω γύρω μου για να δω αν όντως έχω επιστρέψει στην πραγματικότητα ή αν κάποια άλλη φρίκη με περιμένει μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα. Κοιτάζω το ταβάνι. Κιτρινισμένο και ραγισμένο στις γωνίες.

    Έξω το χιόνι έχει πέσει με μανία όλη τη νύχτα. Έχει κίνηση, τα αυτοκίνητα τσουλάνε άτσαλα στον άσπρο δρόμο, οι πεζοί περπατούν στο πεζοδρόμιο προσεκτικά. Η πόλη σε αργή κίνηση. Στον υπόγειο όλοι κοιτούν στο πουθενά. Ένα αγόρι που δεν πάει ακόμα σχολείο κρατάει στο ένα χέρι του το παλτό της μητέρας του, με το άλλο κρατιέται από τη σιδερένια κολώνα στη μέση του βαγονιού. Μου φαίνεται οτι μάνα και γιος έχουν από τα πιο θλιμμένα πρόσωπα που έχω δει ποτέ.

    Ξεδιπλώνω την εφημερίδα.


    ΝΕΚΡΟΣ Ο ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΗΣ BRICK BY BRICK

    Επί του πιεστηρίου

    Η Αστυνομική Διεύθυνση επιβεβαίωσε αργά τη νύχτα την ταυτότητα του άνδρα που βρέθηκε νεκρός στη διασταύρωση των οδών Π. και Κ. Πρόκειται για τον πενηντατριάχρονο Ζακ Πέππα, διευθύνοντα σύμβουλο της κατασκευαστικής εταιρίας Brick by Brick. Η Αστυνομία επιβεβαιώνει οτι το θάνατο του Ζακ Πέππα προκάλεσε πτώση από την οροφή του κτιρίου που βρίσκεται στη βορειοδυτική γωνία της διασταύρωσης. Οι αρχές ερευνούν όλα τα ενδεχόμενα, παρά το γεγονός οτι οι πρώτες ενδείξεις ενισχύουν την εκδοχή της αυτοκτονίας. Όμως, και καθώς η Brick by Brick θεωρείται μια από τις πλέον εύρωστες επιχειρήσεις της χώρας (με επίσημα ανακοινωθέντα προ φόρων κέρδη τριμήνου που ξεπερνούν τα έξι δισεκατομμύρια), εικάζεται οτι οι λόγοι που οδήγησαν τον Πέππα στην αυτοκτονία θα πρέπει να αναζητηθούν στο προσωπικό του περιβάλλον.

    To τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της Brick by Brick αναμένεται να εκδώσει δελτίο τύπου σχετικά με το θάνατο του Ζακ Πέππα σήμερα το μεσημέρι. –


    Η φωτογραφία δίπλα στο άρθρο θολή, σε κόκκους, δείχνει δυο τραυματιοφορείς να βάζουν ένα φορείο τυλιγμένο με άσπρο ύφασμα μέσα στο ασθενοφόρο. Για φόντο ένα πεζοδρόμιο λεκιασμένο με δυο μεγάλες κηλίδες αίματος. Τί επικήδειο λόγο να εκφωνήσει κανείς για έναν άνθρωπο που τα είχε όλα; Τί σ’έκανε να το κάνεις, Ζακ; Ποιόν προστατεύεις εκτός απ’τον εαυτό σου παίρνοντας τη ζωή σου; Τί προστατεύεις;

    Η στάση μου. Καθώς κατεβαίνω, μου φαίνεται οτι αγόρι με το θλιμμένο πρόσωπο με κοιτάει φοβισμένο.

    Στο γραφείο, η Λουίζα εκτελεί με ακρίβεια την πρωινή της ιεροτελεστεία. Εις διπλούν.

    «Προς τι το δεύτερο φλυτζάνι; Επιτέλους! Θα πιούμε καφέ μαζί, αγαπητή μου;»

    «Δεν πίνω καφέ με μυστήριους ντετέκτιβ. Τουλάχιστον όχι εν ώρα υπηρεσίας. Εν παρόδω, ο ραντεβού σας των έντεκα και τριάντα περιμένει στον όγδοο όροφο. Όταν είστε έτοιμος καλέστε με για να της πω να έρθει.»

    «Εν παρόδω;»

    «Είναι η νέα αγαπημένη μου φράση. Σας αρέσει;»

    «Ποιό ραντεβού των έντεκα και τριάντα;»

    «Προσπαθήστε να τη δείτε πριν κρυώσει ο καφές,» προλαβαίνω να ακούσω πριν η πόρτα κλείσει πίσω της.

    Πίσω απ’το ημιδιάφανο τζάμι βλέπω τη σιλουέττα της πελάτισσας μου. Είναι μικρόσωμη. Χτυπάει, δεν ακούει την προτροπή μου να περάσει και ξαναχτυπάει. Σηκώνομαι και της ανοίγω.

    «Χαίρετε. Είστε ο ιδιωτικός ντετέκτιβ;»

    «Εκτός και αν κάποιος μου κάνει φάρσα και άλλαξε τη μπρούτζινη ταμπέλα στην είσοδο.»

    Δε χαμογελάει.

    «Λέγομαι Λορέτα Βενιέρη. Είδα την καταχώρησή σας στην εφημερίδα. Μίλησα με τη γραμματέα σας χθες το απόγευμα. Ευχαριστώ που με δεχθήκατε τόσο γρήγορα.» Η φωνή της βγαίνει απ’το στόμα της σα ντροπαλό βαμβάκι. Τυλιγμένη σε ένα κόκκινο παλτό, μαύρα μαλιά πιασμένα με χρωματιστά κοκκαλάκια. Μάτια πράσινα, μύτη βγαλμένη από το καρτούν της αθωότητας, φακίδες, δύο κατακόκκινα χείλη που δε χρειάζονται κραγιόν. Είναι σχεδόν παιδί. Tί να θέλει;

    «Το κλειδί στη δουλειά μου είναι η άμεση διαθεσιμότητα. Δε χρειάζεται να με ευχαριστείτε.»

    Είναι αμήχανη, νευρική. Βγάζει το παλτό της και το κρατάει στα χέρια της.

    «Μπορείτε να το κρεμάσετε στον καλόγερο, αν θέλετε.»

    Κοιτάζει προς τη γωνία του δωματίου που της έδειξα. Το δικό μου παλτό και το καπέλο μου κρέμονται ήδη εκεί. Την αποτρέπουν.

    «Δεν πειράζει.»

    «Όπως θέλετε. Παρακαλώ, καθήστε. Η Λουίζα ευγενικά μας ετοίμασε καφέ. Θα πιείτε, φαντάζομαι;»

    «Ευχαριστώ, όχι.»

    Μαύρο πουλόβερ με λαιμό, κόκκινη καρώ φούστα, μαύρο καλσόν και χαμηλά παπούτσια. Μαλλιά καστανά που κοκκινίζουν, ίσια, κομμένα γύρω απ’το λαιμό της. Δύο μικρά βουναλάκια σάρκας στο στέρνο της, στήθος εφηβικό. Σχεδόν παιδί. Σχεδόν γυναίκα. Όμορφη, σεμνή, φοβισμένη. Η κόρη που θέλουν να έχουν οι πατέρες. Τη φαντάζομαι με τήβενο, να παραλαμβάνει το πτυχίο της από τα χέρια του πρύτανη. Αισθάνομαι το καβλί μου να μεγαλώνει. Κάθομαι γρήγορα, μαλώνω τον εαυτό μου σιωπηλά, επανέρχομαι στην τάξη.

    «Τί χιόνι, ε; Τη νύχτα τού’δωσε να καταλάβει!»

    Με κοιτάζει αμίλητη με τα πράσινα μάτια της. Έχει προβάρει τα πράγματα που θέλει να μου πει και δε μπορεί να προσαρμοστεί σε διαφοροποιήσεις.

    Το τηλέφωνό μου χτυπάει. Αυτή ξαφνιάζεται, τινάζεται, ακουμπάει την παλάμη της στο στήθος της.

    «Εμπρός.»

    Σιωπή.

    «Εμπρός.»

    Κλικ.

    «Συγγνώμη γι’αυτό. Οι τηλεφωνικές γραμμές προφανώς επηρεάζονται απ’την κακοκαιρία.»

    «Μπορώ να καπνίσω;» Ψάχνει τις τσέπες του παλτού της και βγάζει ένα πακέτο τσιγάρα.

    Ίσως όχι η κόρη που θέλουν να έχουν όλοι οι πατέρες, τελικά.

    «Ελεύθερα. Αν και δεν ταιριάζει με το τρυφερό της ηλικίας σας.»

    Βάζει ένα τσιγάρο στο στόμα της. Το ανάβω με τον αναπτήρα μου. «Μικροδείχνω, το ξέρω. Είμαι είκοσι χρονών.»

    «Να μιλάμε στον ενικό, Λορέτα;»

    «Μιλήστε μου όπως προτιμάτε.»

    Χειρίζεται το τσιγάρο της με προσοχή και στοργή, λες και είναι το τελευταίο που θα καπνίσει ποτέ. Παίρνει μια αθόρυβη βαθειά αναπνοή και μετά βγάζει τον καπνό αργά. Ξαφνικά είναι λιγότερο αθώα, περισσότερο ενδιαφέρουσα.

    «Τί μπορώ να κάνω για σένα;»

    «Πρόκειται για το σύζυγό μου.»

    Η απάντησή της σκάει σαν πιστολιά. Καθώς φέρνει το τσιγάρο στα χείλη της παρατηρώ τη βέρα στο δάχτυλό της.

    «Μίλα μου.»

    Ακούω τον αέρα που πετάει το χιόνι στο παράθυρό μου. Ο ήχος είναι διαφορετικός από αυτόν της βροχής, απαλότερος, απειλητικότερος.

    «Φεύγει τα βράδια. Δε με πειράζει. Θέλω μόνο να είναι ευτυχισμένος. Τον αγαπώ πολύ.»

    Αισθάνομαι σα να τρώω γροθιά στο στομάχι.

    «Δεν τον ρωτάω που πηγαίνει, δε χρειάζεται να μου δίνει λογαριασμό. Θέλω μόνο να μ’αγαπάει όταν είναι μαζί μου. Μία ώρα την ημέρα. Μισή. Πέντε λεπτά. Είμαι δική του για όποτε και όσο με θέλει. Είναι μεγαλύτερός μου, κατα πολύ. Τον λατρεύω. Με κάνει τόσο ευτυχισμένη να είμαι δική του.»

    Μερικοί άνθρωποι είναι πολύ τυχεροί.

    «Συγγνώμη, δεν πρέπει να σας τα λέω όλα αυτά... Μόνο που...»

    Χαμηλώνει τα μάτια της.

    «Δεν είναι καλά. Μιλάει στον ύπνο του. Έχει εφιάλτες. Πετάγεται απ’το κρεβάτι μας ουρλιάζοντας, ιδρωμένος. Επικοινωνεί στον ύπνο του με κάποιον και συζητούν πράγματα αλλόκοτα, τρομακτικά. Δεν ξέρω τί κάνει τα βράδια που λείπει. Ανησυχώ.»

    Τα φλογισμένα κόκκινα χείλη τρέμουν, πάνε να σχηματίσουν κάτι σαν χαμόγελο, μετά τα μάτια της βουρκώνουν. Βγάζω απ’το συρτάρι το κουτάκι με τα χαρτομάντηλα.

    «Λορέτα, δεν είμαι γιατρός. Και μου φαίνεται οτι ο σύζυγός σου χρειάζεται ιατρική φροντίδα. Μιλήστε σαν αντρόγυνο, βοήθησέ τον.»

    Κρύβει το βαμβακερό πρόσωπό της μέσα στο χαρτομάντηλο. «Ποτέ. Ποτέ δε θα μπορούσα εγώ να τον βοηθήσω. Τί είμαι εγώ μπροστά του; Τίποτα. Αυτός ξέρει. Μόνο αυτός.»

    Κλαίει για λίγο. Το μικρό στήθος της ανεβοκατεβαίνει με κάθε λυγμό. Σβήνει το τσιγάρο της με χέρι που τρέμει. Θέλω να την αγκαλιάσω. Ταυτόχρονα, θέλω να φύγει. Ετούτη εδώ είναι μια υπόθεση χωρίς αρχή και τέλος. Είναι μικρή. Είναι ερωτευμένη. Όχι μαζί μου. Εγώ τι φταίω;

    «Λορέτα...»

    Σηκώνομαι και κοιτάζω την πόλη απ’το παράθυρο. Το χιόνι συνεχίζει να μπογιατίζει τις ζωές άσπρες και αργές.

    «Σας ζητώ συγγνώμη,» λέει καθώς σκουπίζει τα τελευταία δάκρυα απ’τα μάγουλά της.

    Το παιδί υποφέρει. Θυμάμαι αυτά που μας έλεγαν στη σχολή της Αστυνομίας. Είσαι κοινωνικός λειτουργός. Μπορεί να σώσεις μια ζωή, μια επιχείρηση, ή μια ανθρώπινη σχέση. Είσαι αστυνομικός για να βοηθάς τους ανθρώπους σε στιγμές που δεν έχουν κανέναν άλλο που να μπορεί να τους βοηθήσει.

    Εντάξει, λοιπόν. Μόνο που εγώ δεν είμαι πλέον αστυνομικός.

    «Λορέτα, μπορώ με σιγουριά να σου πω οτι είναι κάτι περαστικό. Τα όνειρά μας μπορεί να είναι άσχημα για χίλιους δυο λόγους. Κουράζεται στη δουλειά του. Έχει άγχος. Ξέρεις, όλοι περνάμε τέτοιες περιόδους. Δεν πρέπει να στεναχωριέσαι τόσο πολύ.»

    Με κοιτάζει βουρκωμένη. Νομίζει οτι είμαι ο σωτήρας της. Πόσο ευτυχισμένο θα με έκανε να με κοίταζε κάποτε με αυτό τον τρόπο η Λουίζα.

    «Θα σας πληρώσω. Σας παρακαλώ, ανακαλύψτε πού πηγαίνει... Θα σας πληρώσω! Θα σας πληρώσω για τη βοήθειά σας με... με το...» με χέρια που τρέμουν ψαχουλεύει πάλι τις τσέπες του παλτού της. Έχει τα πάντα σε αυτό το παλτό.

    «Με το παραπάνω!» Κρατάει στο χέρι της ένα μάτσο κατοστάρικα. Η βέρα της γυαλίζει πάνω απ΄τα χαρτονομίσματα.

    Δεν έχω δει τόσα κατοστάρικα απο τότε που πούλησα τη Σεβρολέτ μου.

    «Το όνομά του είναι Μάνος Βενιέρης. Ταξίαρχος Μάνος Βενιέρης. Είναι ο αρχηγός της Αστυνομίας.»
     
  2. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
    ===========

    «Λύστε μου μια απορία, αγαπητέ,» με ρωτάει το Πρόσωπο, «έχοντας κατακερματίσει τη ζωή σας σε τόσα μικρά κομμάτια, πώς ελπίζετε οτι κάποια μέρα θα μπορέσετε να τα ενώσετε ξανά; Ο καιρός είναι ένα πράγμα για σας. Τα παπούτσια σας ένα άλλο. Άλλο ένα είναι ο τζόγος. Άλλο ένα το ποτό. Άλλο ένα τα χρήματα. Η καθαρίστρια που φροντίζει το διαμέρισμά σας αποτελεί και αυτή ξεχωριστό κεφάλαιο. Οι γυναίκες ένα άλλο. Η δουλειά σας; Κι αυτή μάλλον στη δική της κατηγορία. Οι επιθυμίες σας (τόσο σκοτεινές!) ένα άλλο. Το σώμα σας ένα άλλο κομμάτι. Η ψυχή σας; Την σκέφτεστε ποτέ; Είμαι σίγουρος οτι και αυτή την έχετε κόψει σε φέτες, σας βολεύει έτσι καλύτερα. Πέστε μου, όμως, πιστεύετε οτι αν εξιχνιάσετε την υπόθεση της γλυκειάς Λορέτας θα σας βοηθήσει να βάλετε μια τάξη στο χάος αυτού του παζλ; Και η Λουίζα; Πάψατε να την αγαπάτε μόλις σήμερα, ή μήπως από δω και στο εξής θα την αγαπάτε ακόμα περισσότερο; Συγχίζομαι, αγαπητέ μου. Κι εσείς το ίδιο, το ξέρω. Θα ήθελα να σας είχα γνωρίσει στα μαθητικά σας χρόνια, για να γνωρίζω πόσο επιμελής είσθε. Δεν είμαι σίγουρος. Διαφωτίστε με: είναι αλήθεια πως η ταχύτητα ενός αντικειμένου που πέφτει είναι ανάλογη του βάρους του, ή όλοι ζούμε για ίδιο αριθμό δευτερολέπτων από τη στιγμή που θα βρεθούμε στο κενό; Γνωρίζω πως δεν έχει τελικά σημασία, τουλάχιστον ως προς το αποτέλεσμα, αλλά μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε σε αυτή την ακαδημαϊκή αναζήτηση; Μιλήστε μου για εσάς. Τί θέλετε; Να γευτείτε τί; Να επιδιώξετε τί; Ξέρετε, θα την δείτε εκεί, και θα έχετε την ευκαιρία να την κάνετε δική σας. Όμως, είστε σίγουρος οτι δεν έχετε μετατρέψει τη ζωή σας σε παρωδία film noir; Εσείς, βεβαίως, γνωρίζετε καλύτερα. Εγώ είμαι απλώς ένα πρόσωπο.»

    ***

    Ξυπνάω πάλι αργά. Τηλεφωνώ στη Λουίζα.

    «Έχω μια εξωτερική δουλειά να κάνω σήμερα. Δε θα έρθω στο γραφείο.»

    «Για την υπόθεση της μικρής; Αρχίζω να την ζηλεύω.»

    «Σε περίμενα τόσα χρόνια, Λουίζα, αλλά οι συνεχείς αποκρούσεις σου με έκαναν να στρέψω αλλού το ενδιαφέρον μου. Όπως και να’χει, είσαι παντρεμένη.»

    «Πού το ξέρετε;»

    «Μου το είπες προχθές.»

    «Χώρισα χθες. Ανακάλυψα οτι τελικά δεν ήταν τόσο πλούσιος. Μου ζήτησε ψιλά για να πληρώσει το ταξί.»

    «Αλήθεια; Λυπάμαι που το ακούω.»

    «Καλή τύχη με την εξωτερική δουλειά σας.»


    ***

    Μου νοικιάζουν ένα ασημί Ford Galaxie 500. Ποτέ δε μου άρεσαν τα αυτόματα αυτοκίνητα, και η άκαμπτη οροφή του μου προκαλεί κλειστοφοβία. Ακόμα κι έτσι είναι ωραία να οδηγώ ξανά. Παρκάρω στη λεωφόρο Β.Σ., εκατό μέτρα απο την είσοδο της Αστυνομικής Διεύθυνσης.

    Ο Ταξίαρχος Βενιέρης φτάνει στο γραφείο του στις εννέα και είκοσι το πρωί. Τον βλέπω με τα κυάλια μου και το σημειώνω. Αν γράφεις τα πάντα που συμβαίνουν γύρω σου το παρελθόν γίνεται παρόν.

    Περνούν ώρες με καφέ και τσιγάρο. Στο ραδιόφωνο ακούω την όσο το δυνατό πιο εφήμερη περιγραφή της μεγαλούπολης.

    Μυστήριο εξακολουθεί να καλύπτει την υπόθεση της αυτοκτονίας του διευθυντή της κατασκευαστικής εταιρίας Brick by Brick Ζακ Πέππα, ο οποίος βρέθηκε χθες τα ξημερώματα νεκρός στη διασταύρωση των οδών Π. και Κ. στο κέντρο της πόλης μετά από πτώση από οροφή παρακείμενου κτιρίου. Η Αστυνομική Διεύθυνση εξακολουθεί να ερευνά την υπόθεση και ο αρχηγός της Αστυνομίας Ταξίαρχος Μάνος Βενιέρης έχει προγραμματίσει σχετικά συνέντευξη τύπου για αύριο το απόγευμα. Στο μεταξύ, το τμήμα Δημοσίων Σχέσεων της Brick by Brick, σε χθεσινή του ανακοίνωση εκφράζει την οδύνη των στελεχών και των εργαζομένων της εταιρίας για το χαμό του Ζακ Πέππα και υπογραμμίζει την πρόθεση όλων να συνεργασθούν πλήρως με τις αρχές προκειμένου, όπως ανακοινώνει, να διαλευκανθούν οι λόγοι που οδήγησαν το υψηλόβαθμο στέλεχος σε αυτή την πράξη απελπισίας. Στο χρηματηστήριο, η τιμή της μετοχής της κατασκευαστικής σημειώνει σήμερα σημαντική πτώση της τάξεως του 6.4%, καθώς οι επενδυτές περιμένουν την ανακοίνωση του ονόματος του αντικαταστάτη του Ζακ Πέππα στην κεφαλή της Brick by Brick.

    Στο μπάσκετ, μετά από ένα συγκλονιστικό αγώνα που κράτησε καθηλωμένους τους είκοσι χιλιάδες και πλέον θεατές που τον παρακολούθησαν, ...

    Tον σκέφτομαι. Πώς ένιωθε τη στιγμή που χανόταν μέσα στο κρύο κενό της νύχτας, τα δευτερόλεπτα που περνάνε από την ώρα που το κορμί του χτυπάει το πεζοδρόμιο μέχρι την ώρα που ξεψυχάει; Για λίγα λεπτά προσπαθώ να σκεφτώ ποιός είναι ο πιο όμορφος τρόπος να πεθάνεις.

    Και τί στο διάολο έκανε στη διασταύρωση Π. και Κ.; Εκεί δεν υπάρχει τίποτα, παλιές πολυκατοικίες, διαμερίσματα, φαγάδικα. Κανένα νυχτερινό κέντρο, κανένα μπουρδέλο. Ο μόνη λογική εξήγηση για την επίσκεψη του Πέππα στην ανάξια λόγου γειτονιά είναι μια ερωμένη. Μα φυσικά. Μέσα σε κάποια κρυφή ερωτική φωλιά τον εκβίασαν. Τον απείλησαν οτι θα χάσει τη θέση του και την οικογένειά του. Κυρίως, του είπαν οτι οι πλέον προσωπικές του στιγμές θα δοθούν για τροφή στα πεινασμένα τρωκτικά του κίτρινου τύπου.

    Με την αυτοκτονία του αφόπλισε τους εκβιαστές του. Τους αιφνιδίασε. Τώρα δε μπορούν να κερδίσουν τίποτα απ’αυτόν.

    Εκτός και αν...

    Εκτός και αν οι λόγοι της αυτοκτονίας του είναι εντελώς άσχετοι με την τοποθεσία. Ίσως απλά να οδηγούσε για ώρες στην πόλη, το μυαλό του βαρύ από το άγχος και τη στεναχώρια, και να σταμάτησε σε μια γειτονιά που δεν θα τον ενοχλούσε κανείς. Ίσως ήθελε να πάρει τη ζωή του με την ησυχία του, μακριά από φρουρούς και παρκαδόρους στην είσοδο της Brick by Brick. Η διασταύρωση Π. και Κ. είναι το ιδανικό σημείο για μια μοναχική αυτοκτονία.

    Εκτός...

    Συνειδητοποιώ οτι απασχολώ το μυαλό μου με μια υπόθεση που δε μου έχει ανατεθεί. Ωστόσο, η υπόθεσή μου ακουμπάει στενά το θάνατο του Πέππα: ο Βενιέρης χωρίς αμφιβολία ρωτάει, ψάχνει, αναλύει, σπάει το κεφάλι του, για να απαντήσει το ίδιο ερώτημα: γιατί εκεί;

    Είναι ψηλός, γκρίζος, αδύνατος. Τα χρόνια περνάνε χωρίς να τον αλλάζουν. Περπάτημα ίσιο, καλοζυγισμένο. Ακριβό κουστούμι. Τον βλέπω να μπαίνει σε ένα υπηρεσιακό αυτοκίνητο με συμβατικές πινακίδες στις 2.10 μαζί με δύο άλλους. Όλοι φορούν πολιτικά ρούχα. Το σημειώνω και τους ακολουθώ. Όταν στρίβουν αριστερά στο φανάρι της Ε., δεν είναι δύσκολο να μαντέψω πού πηγαίνουν. Το λαμπερό εικοσαόροφο κτήριο της Brick by Brick είναι φυτεμένο ανάμεσα σε παλιές μονοκατοικίες κοντά σε μια παλιά μου γειτονιά. Είναι σαν ένας γίγαντας να ξεφύτρωσε ξαφνικά ανάμεσα στα μανιτάρια, και ρουφώντας όλα τα θρεπτικά συστατικά του εδάφους να ορθώθηκε εκεί και να αγναντεύει όλη την πόλη.

    Λορέτα, θα μπορούσες να είχες βρει κάποιον να σου προσφέρει μια λιγότερο περίπλοκη ζωή.

    Ξέρω οτι η συνάντηση του Βενιέρη στην Brick by Brick θα διαρκέσει αρκετά. Βγαίνω απο το αυτοκίνητο και περπατάω στη λιακάδα, στους ακόμα χιονισμένους δρόμους. Κάθομαι για φαγητό στης Αλεξάνδρας, δίπλα στη τζαμαρία ώστε να μπορώ να παρακολουθώ και την είσοδο του κτιρίου της εταιρίας. Μεγάλα παραλληλόγραμμα τραπέζια, μαλακά μαξιλάρια στις καρέκλες, φυσικό φως. Παραγγέλνω κρεατόπιτα. Καπνίζω.

    Έξω οι διαβάτες περπατάνε προσεκτικά πάνω στο χιόνι που σιγά σιγά γίνεται νερό και βουτάει στις σχάρες των αποχετεύσεων.

    Στο τραπέζι στην απέναντι γωνία, μητέρα και γιος. Τους έχω ξαναδεί. Τα πρόσωπά τους σήμερα είναι πιο χαρούμενα. Η μητέρα πίνει καφέ. Το παιδί έχει φάει τις τηγανητές πατάτες και έχει αφήσει σχεδόν άθικτο το μπιφτέκι του. Πίνει λεμονάδα. Η σερβιτόρα στέκεται δίπλα τους.

    «Τί παγωτό θέλεις, αγόρι μου;» ρωτάει η μητέρα.

    «Φράουλα!» φωνάζει με όλη του τη δύναμη ο μικρός, «φράουλα, φράουλα, φράουλα, ΦΡΑΟΥΛΑ!»

    Με την άκρη του ματιού του με βλέπει που τον κοιτάζω. Δειλιάζει και μαζεύεται στην καρέκλα του. Καθώς η σερβιτόρα απομακρύνεται, το παιδί σηκώνεται και πάει και χώνεται στην αγκαλιά της μητέρας του.

    Με θόρυβο, ένα πιάτο κρεατόπιτα προσγειώνεται στο τραπέζι μου.

    ***

    Είναι περασμένες εννιά όταν ο Βενιέρης βγαίνει από την Brick by Brick. Επιστρέφουν στη Διεύθυνση, μπαίνουν στο κτήριο, μετά από είκοσι λεπτά βλέπω το ιδιωτικό αυτοκίνητο του να βγαίνει απ΄το πάρκινγκ.

    Πώς είναι δυνατόν να μη με έχουν πάρει χαμπάρι τόσες ώρες; Έχω πονοκέφαλο και η κρεατόπιτα μου έχει ανακατέψει το στομάχι. Πρέπει να παραμείνω προσεκτικός.

    Η νύχτα αρχίζει.

    Τον ακολουθώ στη χιονισμένη πόλη με τον ξάστερο ουρανό. Στο δρόμο μας παλάτια και καλύβες, λουσαρισμένα ζευγάρια και άστεγοι, πλούτος και φτώχεια καταλαμβάνουν το προσκήνιο εναλλάξ καθώς τα λεπτά περνάνε και οι ρόδες μας οδηγούν στο σπίτι του αξιωματικού.

    Τελείωσε τη δουλειά του και γύρισε στη Λορέτα. Κι εγώ αν ήμουν στη θέση του το ίδιο θα έκανα. Γλυκειά Λορέτα. Ακουμπάω το κεφάλι μου στο μαξιλάρι του καθίσματος και προσπαθώ να φανταστώ πως θα τον χαιρετήσει. Θα τρέξει στην αγκαλιά του και θα τον γεμίσει φιλιά, ενώ πίσω της θα είναι στρωμένο ένα τραπέζι με λουλούδια, κεριά, και ακριβό κρασί. Θα μείνει μαζί της για να φάνε, να μιλήσουν, και να πέσουν στο κρεβάτι νωρίς; Σκέφτομαι τα μεσήλικα χέρια του στο νεανικό στήθος της, τα δάχτυλά του να ψηλαφίζουν τα πλευρά της, τους μηρούς της, το λαιμό της, την πίσω τρύπα της.

    Πιθανώς αυτό να μην είναι ένα από τα βράδια που επιλέγει να αφήσει το βαμβακερό πρόσωπό της και να ξεπορτίσει για την ερωμένη του, ή το χαρτοπαίγνιο του, ή οτιδήποτε άλλο ανάβει το κερί του.

    Τί σε βασανίζει, Ταξίαρχε; Τί σου ταράζει τα όνειρα;

    Νυστάζω. Πρέπει να βρω λίγο καφέ.

    Η συνειδητοποίηση οτι έχω αποκοιμηθεί με θυμώνει. Δε γίνεται να με παίρνει ο ύπνος στη δουλειά. Δεν επιτρέπεται. Ανοίγω τα μάτια μου βρίζοντας τον εαυτό μου. Βλέπω τη Λουίζα ξαπλωμένη στο καπώ του αυτοκινήτου μου, οι ξανθές μπούκλες της σκορπισμένες πάνω στο μέταλλο. Είναι γυρισμένη πλάγια και με κοιτάζει μέσα απ’το παρμπρίζ.

    «Τί κάνεις εσύ εδώ;» Αισθάνομαι ευτυχισμένος που τη βλέπω.

    Γελάει. «Σε προσέχω καθώς κοιμάσαι. Όλοι χρειαζόμαστε έναν φύλακα άγγελο. Εγώ είμαι ο δικός σου. Δεν είσαι πολύ τυχερός;»

    «Θα ήθελα να είσαι ο φύλακας άγγελός μου. Αλλά είσαι μόνο προβολή του μυαλού μου. Σε λίγα δευτερόλεπτα που θα ξυπνήσω πραγματικά θα έχεις εξαφανιστεί.»

    Με ξυπνάει ήχος αυτοκινήτου που βάζει μπροστά.

    Ακολουθώ τον Βενιέρη μέσα στη νύχτα. Ξαναβγαίνουμε στο φανάρι της Ε. Πιάνω το σαρανταπεντάρι Γούεμπλεϊ στην εσωτερική τσέπη του σακακιού μου, πάνω απ’την καρδιά μου.

    Η νύχτα αρχίζει.

    ***

    Φτάνει στη γωνία Π. και Κ. Παρκάρει. Στη γωνία που άφησε το αίμα του ο Πέππας στέκεται ένας νεαρός αστυνόμος. Βλέπει το Βενιέρη και χαιρετάει στρατιωτικά. Παρακολουθώ. Δε βρίσκω χώρο να σταματήσω και αναγκάζομαι να προσπεράσω. Παρκάρω μερικά τετράγωνα πιο πάνω.

    Η παρουσία του Βενιέρη στη διασταύρωση Π. και Κ. κάνει το σφυγμό μου να τρέχει και το μέτωπό μου να καίει. Κάνει στον εαυτό του τις ίδιες ερωτήσεις που κάνω κι εγώ. Γιατί εδώ;

    Λορέτα, λυπάμαι, γλυκειά μου. Ο άντρας σου τα βράδια φεύγει για να σκαλίσει τα μυστήρια της πόλης, να φέρει στο φως την αλήθεια. Δουλεύει. Οι εφιάλτες του είναι ίδιοι με όλων αυτών που βλέπουν την άσχημη, τη φρικιαστική όψη των κατα τ’άλλα αναξίων λόγου διασταυρώσεων. Μακάρι η ζωή σου να ήταν απλούστερη.

    Ανάβω τσιγάρο και περιμένω να περάσουν λίγα λεπτά. Θα μου άρεσε να είχα μαζί μου λίγο ουίσκι.

    Τί σ’έκανε να το κάνεις, Ζακ; Ποιόν προστατεύεις εκτός απ’τον εαυτό σου παίρνοντας τη ζωή σου; Ποιός ακριβώς είναι ο λόγος που κρατάς το Βενιέρη μακριά από τη νεαρή και όμορφη σύζυγό του;

    Ανεβαίνω την Α.Α. με τα πόδια και στρίβω στη γωνία της Π. Πλησιάζω το νεαρό φρουρό με γρήγορο βήμα. Σχεδόν φωνάζω. «Αστυφύλακα! Πού είναι ο Ταξίαρχος;»

    Ο μικρός σαστίζει.

    Είναι μικρόσωμος και αδύνατος, η στολή του πέφτει μεγάλη. Δε θα καταλάβει τί ακριβώς σημαίνει να τη φοράς μέχρι μια σφαίρα να του τρυπήσει την κοιλιά. Να τον μεταφέρουν δυο ώρες αργότερα στο νοσοκομείο όπου για τρεις μήνες ακροβατεί ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Μετά να τον σέρνουν για δυο χρόνια στις ένορκες διοικητικές εξετάσεις και να παλεύει να τους πείσει οτι πυροβόλησε αφού είχε φάει τη σφαίρα στην κοιλιά, όχι πριν. Να τον πετάνε απ’το σώμα για να δώσουν στις εφημερίδες κάτι να γράψουν.

    Περασμένα, ξεχασμένα. Δεν έχω τίποτα να χωρίσω με τους μπάτσους. Απλά τους ζηλεύω λίγο. Πληρώνονται πιο τακτικά απ’ότι εγώ.

    «Σε ρώτησα κάτι, Αστυφύλακα!» Του φωνάζω ενώ πλησιάζω την πόρτα μέσα στην οποία εξαφανίστηκε ο Βενιέρης.

    «Ποιό κουδούνι χτύπησε; Σε ποιόν όροφο;»

    Ο νεαρός με κοιτάζει με ανοιχτό το στόμα. «Δε μπορώ... Ε... Εσείς ποιός είστε;»

    Βγάζω απ’την τσέπη μου τη θήκη με τη φωτοτυπία της παλιάς μου υπηρεσιακής ταυτότητας. Την έχω χρωματίσει μπλε μόνος μου με ένα μαρκαδόρο. Με τους νεαρούς αστυνομικούς, δεν έχει σημασία τι παρουσιάζεις, σημασία έχει πώς το παρουσιάζεις.

    «Εχ... τα σέβη μου.» Με χαιρετάει. Ανταποδίδω. «Δεν είμαι σίγουρος. Πήρε το ασανσέρ πάντως. Ξέρετε, ψάχνει, σχετικά με την... την... »

    «Σχετικά με την αυτοκτονία. Δεν ξέρεις πού πήγε ο αρχηγός σου; Και τι ρόλο βαράς εδώ; Αν χρειαστεί τη βοήθειά σου πού θα πας, Αστυφύλακα; Πρέπει να τον βρω, καταλαβαίνεις; Είναι επείγον. Μπορείς, αγόρι μου, να με βοηθήσεις να τον βρω, ναί ή όχι; Ποιό κουδούνι χτύπησε;»

    Με κοιτάζει ψαρωμένος, ανίδεος. Δεν έχει τίποτα να κάνει με όλα αυτά.

    «Κοιμάσαι όρθιος, παιδί μου.»

    «Όχι, ξέρετε, εγώ απλά έχω οδηγίες να...»

    Η εξώπορτα ανοίγει. Ένας άνδρας βγάζει βόλτα ένα μαύρο σπάνιελ.

    «Καλησπέρα σας,» μου λέει.

    Ανταποδίδω. Είναι ένα συνηθισμένο ανδρικό πρόσωπο, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ήρεμο, ανέκφραστο. Η σπονδυλική μου στήλη ανατριχιάζει.

    «Θα περάσετε;» Μου χαμογελάει. Το σκυλί κουνάει την ουρά του και σκαρφαλώνει στο γόνατό μου. Το αφεντικό του το μαλώνει. «Μοίρα! Μοίρα!» Το τραβάει. «Μην ενοχλείς τον κύριο.»

    Κρατάω την πόρτα ανοιχτή. Ο άνδρας και το σκυλί του παίρνουν την Κ. προς την Α.Α.

    Η πολυκατοικία είναι μερικών δεκαετιών, αλλά η είσοδος είναι φρεσκοβαμμένη και μυρίζει μπογιά. Αποφασίζω να ξεκινήσω απ’την κορυφή και παίρνω το ασανσέρ για τον τελευταίο όροφο. Είναι παλιό, σιδερένιο, με σχάρες στα τοιχώματα μέσα απ’τις οποίες φαίνονται οι όροφοι και τα σκαλιά που κουλουριάζονται γύρω τους σα μαρμάρινα φίδια. Διαμερίσματα σιωπηλά, απλοί άνθρωποι κοιμούνται και περιμένουν να ξημερώσει άλλη μια μέρα στη ζωή τους. Φτάνω στην πόρτα της ταράτσας. Κλειδωμένη. Έχει κλειδαριά ασφαλείας και μου παίρνει ένα ολόκληρο δεκάλεπτο να την ανοίξω. Βγαίνω στο νυχτερινό αέρα, βρίσκομαι σε μια γυμνή οροφή, πατάω σε αλουστράριστο τσιμέντο. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ, εκτός από τη θέα της χιονισμένης πόλης. Φτάνω μέχρι την άκρη. Κοιτάζω το σημείο του πεζοδρομίου στο οποίο ο Ζακ Πέππας ξεψύχησε.

    Ξεκινάω να κατεβαίνω τους ορόφους με τα πόδια. Φτάνω ξανά στο ισόγειο. Τίποτα. Το κτίριο είναι ήσυχο.

    Πού χώθηκε ο Βενιέρης;

    Είμαι κουρασμένος. Μπερδεύομαι. Κάτι δεν βλέπω.

    Ξαναπαίρνω το ασανσέρ για την κορυφή και κάπου ανάμεσα στον δέκατο και τον δωδέκατο βλέπω να κατεβαίνουν τα σκαλιά οι σήμα-κατατεθέν ξανθές μπούκλες της. Πώς γίνεται; Τί κάνει αυτή εδώ;

    «Λουίζα!»

    Στο άκουσμα του ονόματός της σταματάει. Είναι στ’αλήθεια αυτή. Το ασανσέρ ανεβαίνει, τη χάνω απ’τα μάτια μου.

    «Λουίζα!»

    Καθώς πλησιάζω τον τελευταίο όροφο, πατάω το κουμπί του ισογείου συνέχεια, δέκα φορές το δευτερόλεπτο. Κατεβαίνοντας κοιτάζω τους ορόφους μέσα απ’τις σχάρες. Δεν τη βλέπω πουθενά.

    Τριγυρνάω άσκοπα στο ισόγειο.

    Δεν έχει σχέση με πόνο αυτό που ξαφνικά αισθάνομαι, είναι μόνο μια διακοπή της σκέψης μου. Ένα γρήγορο χτύπημα στο σβέρκο μου (από γυναικείο χέρι, θα ορκιζόμουνα), και μετά σκοτάδι. Λουίζα, γιατί;

    Συνέρχομαι πανικόβλητος. Δεν ξέρω πόση ώρα ήμουν αναίσθητος. Ακουμπάω το πίσω μέρος του κεφαλιού μου με το χέρι μου, νιώθω υγρασία. Τα δάχτυλά μου γίνονται κόκκινα. Νιώθω το ζεστό αίμα να κυλάει αργά στην πλάτη μου, να μουσκεύει το πουκάμισό μου. Ζαλίζομαι.

    Αλλά θα μπορούσα ποτέ να αφήσω ετούτο το μυστήριο της πόλης να εξελιχθεί χωρίς εμένα;

    Ανεβαίνω από τις σκάλες αυτή τη φορά για να μπορώ να παρατηρώ καλύτερα τις πόρτες των διαμερισμάτων. Τέταρτος. Πέμπτος. Έκτος. Λαχανιάζω. Πρέπει να ελαττώσω το κάπνισμα. Στον δέκατο όροφο μια πόρτα είναι ανοιχτή. Μια ηλικιωμένη γυναίκα με αηδιαστικά αποκαλυπτικό ροζ νυχτικό με κοιτάζει καχύποπτα. Σταματώ απέναντί της. Βήχω.

    Έχει το πιο γερασμένο πρόσωπο που έχω δει ποτέ. Τα ζαρωμένα βυζιά της φτάνουν μέχρι τον αφαλό της, τα γόνατά της είναι άσπρα, τα πόδια της γεμάτα φλέβες που θέλουν να εκτιναχτούν έξω απ’το δέρμα της. Η σάρκα απ’τα χέρια της κρέμεται σαν κουρτίνα, τα χείλη της άσπρα, τα μάτια της κίτρινα. Ανασαίνει με θόρυβο.

    «Καλησπέρα σας,» λέω.

    Περιμένει να ακούσει κάτι άλλο.

    «Ψάχνω τον Ταξίαρχο Βενιέρη. Είμαι συνάδελφός του. Ορίστε και η ταυτότητά μου. Μήπως ξέρετε σε ποιό διαμέρισμα μπήκε;»

    Το ζαρωμένο πρόσωπό της ανοίγει για να αποκαλύψει ένα στόμα χωρίς δόντια, τρομακτικά κόκκινο. Για λίγα δευτερόλεπτα με κοιτάζει με το ανέκφραστο γέρικο πρόσωπό της, με την ανάσα της να βγαίνει ακόμα πιο ηχηρά. Στέκομαι τέσσερα μέτρα μακριά της, ακούω τα υγρά να κοχλάζουν μέσα στους πνεύμονές της.

    «Η ταυτότητά σου είναι πλαστή.» Η φωνή της είναι βραχνή και βαριά, η φωνή μιας γυναίκας που έχει δει τα πάντα. Και μετά:

    «Αν θέλεις να μπεις μέσα, πρέπει να μου πεις ποιός με αρραβωνιάστηκε.» Σηκώνει το κοκκαλιάρικο αριστερό της χέρι. Βλέπω μια μεγάλη χρυσή βέρα περασμένη στο στραβό δάχτυλό της.

    Δεν έχω ιδέα ποιό είναι το γαμημένο σύνθημα. «Κοιτάξτε, πρέπει οπωσδήποτε να μιλήσω στον Ταξίαρχο.»

    Χαμογελάει με το τρομακτικό στόμα της. «Μη σκέφτεσαι οτι θα μου ρίξεις μια μπουνιά και θα με βγάλεις απ’τη μέση. Σας ξέρω εσάς τους νέους. Θα σκοτώνατε μια γριά για ένα εικοσάρικο. Μην το δοκιμάσεις. Δε θα προλάβεις να καταλάβεις τι σε σκότωσε, γιε μου.»

    Και τότε μια γυναικεία φωνή:

    «Άφησέ τον να μπει!»

    Δε θα μπορούσα να κάνω ποτέ λάθος. Ξέρω σε ποιαν ανήκει.

    «Λουίζα!»

    Το κεφάλι μου γυρίζει. Ιδρώνω. Ίσως να βλέπω άλλον ένα εφιάλτη. Προσπαθώ να ξυπνήσω. Αποτυχία. Όλα είναι αληθινά.

    Μερικές φορές νομίζω οτι όλη μου η ζωή είναι μέσα στο μυαλό μου. Το διαμέρισμά μου, τα ρούχα μου, το γραφείο μου, οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού και του τηλεφώνου, οι κουλουράδες στις γωνίες, τα λεωφορεία, οι γυναίκες, οι υποθέσεις που έχω αναλάβει, ο πόλεμος, η φιλοσοφία, το σεξ, τα τριαντάφυλλα, τα τραγούδια που μου αρέσουν, ο καφές που μου φέρνει κάθε πρωί η Λουίζα, ο θάνατος, όλα είναι δημιουργήματα της φαντασίας μου.

    Η γριά μου γνέφει να κάνω ησυχία. «Έλα,» ψιθυρίζει. «Αυτή θα έρθει σε λίγο. Θα έρθει σε ‘σένα.»

    Το διαμέρισμα είναι μικρό, φτωχικό. Παλιοί καναπέδες, μια τηλεόραση που αποκλείεται να λειτουργεί. Ένα ρολόι τοίχου που μετράει τα δευτερόλεπτα με θόρυβο. Χαλιά ξεφτισμένα, φωτισμός απο γερασμένες λάμπες στις γωνίες. Με πηγαίνει στην κουζίνα. Είναι άθλια, βρωμερή, με πάτωμα γεμάτο λάδια, ένα σκουπιδοτενεκέ που έχει να αδειαστεί βδομάδες, στίβες άπλυτα πιάτα και ποτήρια, ένα αρχαίο ψυγείο που κάνει τρομερό θόρυβο, ράφια με μπαχαρικά και βότανα σκεπασμένα με σκόνη.

    Η γριά ανοίγει το λυγδιασμένο φούρνο της. Από μέσα ακούγεται μουσική. Το Compulsion του Miles Davis. «Έλα,» μου γνέφει. «Σκαρφάλωσε. Μπες μέσα. Αυτό δε θέλεις; Θα ανέβεις μια χαρά. Θα βρεις μέσα εδώ τον Ταξίαρχο Βενιέρη. Και τη Λουίζα, που τόσο αγαπάς. Και τη Λορέτα. Νεκρή. Θα περάσεις αξέχαστα. Μπες στο φούρνο. Aλλά πρέπει να κόψεις το κάπνισμα.»
     
    Last edited: 10 Μαρτίου 2008
  3. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    ΜΕΡΟΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ
    ============

    Οι αισθήσεις μου επιστρέφουν. Ανοίγω τα μάτια μου.

    Είμαι σωριασμένος στο πλατύσκαλο του δέκατου ορόφου. Από την πόρτα του γωνιακού διαμερίσματος ακούω μουσική και ομιλίες. Το σβέρκο μου καίει. Ποιός με χτύπησε; Ας είναι. Αυτή είναι η πόρτα που ψάχνω.

    Βγάζω το περίστροφο από την τσέπη μου. Χτυπάω με τη λαβή του την πόρτα, πολλές φορές.

    Η πόρτα ανοίγει. Δεν την ανοίγει κάποιος, απλά ανοίγει. Μέσα της, ένας χώρος γεμάτος από καπνό και ανθρώπους που μιλάνε, πίνουν, παίζουν χαρτιά. Φωτισμός χαμηλός, μπλε. Είναι μια ιδιωτική λέσχη. Και βέβαια υπάρχουν κορίτσια εδώ. Πολλά. Είναι ένα μπουρδέλο πολυτελείας. Όλα ντυμένα με όσο πιο λίγα ρούχα γίνεται, όλα συμβατικά όμορφα. Διάολε, αν εγώ είχα τη Λορέτα να με περιμένει στο σπίτι δε θα ερχόμουν εδώ, αλλά περί ορέξεως ουδείς λόγος. Ίσως αν ήμουν Ταξίαρχος της Αστυνομίας να το έβλεπα διαφορετικά. Ίσως αντί για το εφηβικό στήθος της Λορέτας να ήθελα κάποια βράδια να ξεσκάσω χαζεύοντας και χαϊδεύοντας τα μαστάρια κάποιας απ’αυτές τις πουτάνες. Ίσως αν ήμουν παντρεμένος να αναζητούσα τέτοια μέρη.

    Εκτός, βέβαια, αν ο Βενιέρης ήρθε εδώ για να σκάψει κι’άλλο την υπόθεση του Πέππα.

    Εκτός, βέβαια, αν ο Βενιέρης ήρθε εδώ επειδή ετούτες οι γυναίκες του δίνουν πράγματα που η Λορέτα δε μπορεί να του δώσει.

    Εκτός, βέβαια, αν ο Βενιέρης δεν ήρθε εδώ.

    «Καλησπέρα σας. Καλώς ήλθατε. Θα πιείτε κάτι;» Μια ξανθιά από τα εκατομμύρια που υπάρχουν, ντυμένη μόνο με μαύρα δερμάτινα εσώρουχα και μπότες.

    «Εν παρόδω, δεν το χρειάζεσθε αυτό. Παρακαλώ βάλτε το ξανά στην τσέπη σας.» Μου πιάνει το χέρι που κρατάει το περίστροφο και το επανατοποθετεί στην εσωτερική τσέπη του σακακιού μου.

    Εν παρόδω; Κάτι πάει στραβά με τον κόσμο όταν οι πουτάνες λένε «εν παρόδω».

    «Ουίσκι. Πάγο. Σε ψηλό.»

    «Αμέσως. Παρακαλώ, να αισθάνεσθε σαν στο σπίτι σας. Έχουμε δωμάτια σε αυτό τον όροφο, αλλά και στον ενδέκατο, δωδέκατο, και δέκατο τρίτο. Η εσωτερική σκάλα βρίσκεται στο μικρό σαλόνι. Καλά να περάσετε.»

    Σφίγει τα φρύδια της. Κοιτάζει το σβέρκο μου.

    «Έχετε χτυπήσει! Η πλάτη σας είναι γεμάτη αίματα. Ελάτε μαζί μου, παρακαλώ.»

    «Είμαι εντάξει. Φέρε το ουίσκι. Έχω δουλειά.» Της δείχνω την πλαστή ταυτότητά μου.

    Είναι γρήγορη. Βάζει το χέρι της στην τσέπη μου και βουτάει το Γουέμπλει. Δεν υπάρχει τίποτα που να μ’ενοχλεί περισσότερο από το να μου παίρνουν το περίστροφό μου απο την τσέπη μου. Λάθος: υπάρχει. Να παίρνουν το περίστροφό μου από την τσέπη μου και να το καρφώνουν στον κρόταφό μου.

    «Καλύτερα να έρθετε μαζί μου.»

    Ούτε τώρα δε θα πιω ουίσκι. Γάμησέ τα.

    Οι χαρτοπαίχτες δε δίνουν δεκάρα. Ούτε οι πότες. Είναι σα να μην βλέπουν οτι μια πουτάνα έχει ένα πιστόλι κολλημένο στο κεφάλι μου και με κάνει βόλτα ανάμεσά τους. Περπατάω, αιχμάλωτος πια. Το βλέμμα μου ανιχνεύει το χώρο σε αναζήτηση του Βενιέρη. Περνάμε στο μικρό σαλόνι, εκεί που οι καναπέδες φιλοξενούν πληρωμένα φιλιά. Το φως εδώ είναι ροζ, οι γυναίκες γυμνές. Μία έχει το στόμα της γεμάτο με τα καβλιά δίδυμων αδελφών. Κρατάει ένα στο κάθε χέρι της, ανοίγει το στόμα της διάπλατα και προσπαθεί να τα ρουφήξει και τα δύο. Οι δίδυμοι γλείφουν ο ένας το στόμα του άλλου. Υπάρχει μπαλκόνι. Βλέπω εκεί έναν πιτσιρικά γονατιστό, τα χέρια του δεμένα πίσω απ’την πλάτη του. Μια χοντρή μελαχροινή πατάει με τα τακούνια της τις γάμπες του και κατουράει στο πρόσωπό του. Αυτός έχει το στόμα του ανοιχτό και παλεύει να μην αφήσει σταγόνα να του ξεφύγει.

    Ο Ταξίαρχος δεν είναι πουθενά.

    «Μην αργείτε, παρακαλώ. Προχωρήστε» Η ξανθιά πιέζει την κάνη του όπλου μου στο κεφάλι μου. Ενοχλητικό.

    «Ξέρεις,» της λέω, «θα μπορούσα να βουτήξω το πιστόλι μου απ’το χέρι σου πιο γρήγορα απ’ότι ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου. Ίσως απλά να σε πυροβολήσω στην καρδιά. Ίσως στο μουνί. Τί θα προτιμούσες;»

    «Δοκιμάστε ότι νομίζετε οτι θα σας κάνει να περάσετε καλύτερα. Αυτό είναι το μόττο μας εδώ, ξέρετε. Αρκεί να είστε σίγουρος οτι δε θα πληγωθείτε. Προχωρήστε, παρακαλώ, ανεβείτε τα σκαλιά.»

    Ζαλίζομαι. Παραπατάω.

    «Προσπαθήστε να τα καταφέρετε. Λίγα σκαλιά ακόμα.»

    «Ότι πεις. Πες μου, εδώ σύχναζε ο Πέππας;»

    «Δε γνωρίζω ονόματα, κύριε. Αριστερά. Πλησιάζουμε. Προχωρήστε στον διάδρομο. Βλέπετε την πορτα με τον κόκκινο σταυρό; Εκεί πηγαίνουμε. Λίγα βήματα ακόμα.»

    Νιώθω τις δυνάμεις μου να μ’εγκαταλείπουν, τα γόνατά μου τρέμουν. Όλα γίνονται θολά. Περπατάμε στο διάδρομο, εγώ και η ημίγυμνη ξανθιά απαγωγέας μου. Από ένα δωμάτιο ακούγεται το γαύγισμα ενός σκυλιού, και μετά «Μοίρα! Ησυχία!»

    Η ξανθιά ανοίγει την πόρτα και με σπρώχνει μέσα. Σωριάζομαι στο πάτωμα. Η πόρτα κλείνει πίσω μου. Δυνατό λευκό φως. Γαλάζια πλακάκια. Μυρωδιά αντισηπτικού. Κρεβάτια με ρόδες.

    Γυναικείες φωνές, οικείες. Είμαι βέβαιος. Η Λορέτα και η Λουίζα.

    «Τί έχουμε εδώ;»

    «Αιμορραγεί.»

    «Κάποιος τον κοπάνησε στο σβέρκο.»

    «Λιπόθυμος είναι;»

    «Κύριε, με ακούτε;»

    «Έλα να τον σηκώσουμε.»

    «Θα μας φύγει η μέση. Φώναξε ένα νοσοκόμο.»

    «Εμπρός; Στείλτε κάποιον να μας βοηθήσει, πρέπει να σηκώσουμε έναν τύπο.»

    «Κύριε, ακούτε; Μπα. Στον κόσμο του.»

    «Αναπνέει;»

    «Ναι, μια χαρά.»

    «Για γύρνα τον να δούμε το τραύμα.»

    «Ου.»

    «Τί λες τώρα...»

    «Κάποιος τον κοπάνησε για τα καλά.»

    «Δες λίγο την πίεση.»

    «Κόψε του τα ρούχα.»

    «Είδες τί έγινε με τον Πέππα, ε;»

    «Καλά του κάνανε, του πούστη.»

    «Πού είναι το ψαλίδι ρε συ;»

    «Στο συρτάρι, αγάπη μου, εκεί που είναι πάντα. Συγκεντρώσου.»

    «Μη μου λες εμένα να συγκεντρωθώ, γιατί θα σου ξανακάνω κλύσμα.»

    «Μμμ, αλήθεια γιατρέ; Συγκεντρωθείτε, γιατρέ, συγκεντρωθείτε!»

    «Κόφτο, έχουμε περιστατικό.»

    «Σόρρυ.»

    «Κρίμα που του το χαλάω. Είναι καλό σακάκι.»

    «Ναι, αν μη τι άλλο ξέρει να ντύνεται. Αν και δε μου αρέσουν και τόσο τα μαύρα.»

    «Χαριτωμένος είναι.»

    «Για μένα λίγο μεγάλος.»

    «Δεν τον γουστάρεις, δηλαδή;»

    «Μια χαρά τον γουστάρω. Αλλά πιο καλά θα ταίριαζε μαζί σου. Είσαι πιο κοντά στην ηλικία του.»

    «Της μάνας σου ο κώλος, καργιόλα.»

    «Έλα, μη μου θυμώνεις, ξανθούλα μου. Αστειεύομαι. Σου είπα οτι σήμερα ξύρισα το μουνί μου; Μοσχοβολάει. Θέλεις να μου το γλείψεις μετά;»

    «Θα βάλω το καινούργιο μου strap-on και θα στο ξεσκίσω, πουτανίτσα μου.»

    «Δέκα με έξι. Έλα, μια χαρά είναι ο τύπος. Θα συνέλθει.»

    «Δέκα με έξι; Όντως είναι μια χαρά. Το μαλάκα. Και γιατί σωριάστηκε έτσι;»

    «Πιθανότατα δεν έχει φάει πρωινό.»

    «Το πιο σημαντικό γεύμα της ημέρας. Α, νοσοκόμε. Έλα να τον σηκώσουμε αυτόν εδώ. Σιγά σιγά. Θα του πιάσουμε εμείς τα πόδια. Ένα, δύο, τρία! Έτσι. Ευχαριστούμε πολύ και αντιο σας.»

    «Αιμορραγεί ακόμα; Να πιέσω; Ή έχει σταματήσει;»

    «Έχει σταματήσει. Αχ, βογγάει. Τί γλυκός που είναι.»

    «Κύριε, με ακούτε;»

    ***

    Ανοίγω τα μάτια μου. Είμαι δεμένος σε αναπηρική πολυθρόνα. Καφέ δερμάτινες λωρίδες στα χέρια μου, τα πόδια μου και τη μέση μου. Φοράω ένα μπλε μπουρνούζι. Κοιτάζω τα χέρια μου. Είναι γέρικα και ρυτιδιασμένα. Τρέμουν ανεξέλεγκτα. Είμαι σε ένα δωμάτιο με γαλάζια πλακάκια στο πάτωμα και τους τοίχους. Τρία νοσοκομειακά κρεβάτια. Στο ένα βρίσκεται ξαπλωμένος ένας άνθρωπος, σκεπασμένος με ένα σεντόνι.

    Ένα μικρόσωμο πτώμα.

    «Δεν έμαθες ποτέ να ελέγχεις τα παιχνίδια σου, Ζακ.»

    Ανοίγω τα μάτια μου. Στέκομαι απέναντί μου στα τρία μέτρα. Ντυμένος στα μαύρα, με σημαδεύω με ένα περίστροφο στο πρόσωπο. Κρατάω στο άλλο μου χέρι ένα σκούρο κουστούμι και ένα πουκάμισο σε μια κρεμάστρα. Τα έχω μόλις παραλάβει απ’το καθαριστήριο.

    «Δεν ξέρεις ποιά είναι εκεί, σκεπασμένη; Θα σου δείξω.»

    Ξεσκεπάζω το πτώμα.

    Ένα νεαρό κορίτσι. Λορέτα; Όχι. Σίγουρα όχι. Σχεδόν, όμως. Σχεδόν Λορέτα, αλλά όχι Λορέτα.

    Δε φοράει βέρα.

    Τα μάτια της ορθάνοιχτα, τρομοκρατημένα. Το σχεδόν παιδικό της στήθος στερημένο απ’την ανάσα, ακίνητο, άχρωμο.

    «Την σκότωσες. Έσφιξες τα δεσμά της τόσο πολύ που τη σκότωσες, αρχίδι. Ασφυξία. Αχρήστεψες την τραχεία της με το τελευταίο τράβηγμα της ζώνης. Πέθανε μέσα σ’ένα λεπτό. Δε θυμάσαι τίποτα; Δεν πειράζει, θυμάμαι εγώ. Σε είδα στη λέσχη σου, μαλάκα, σε είδα να το κάνεις. Αυτή ήταν στα τέσσερα, γυμνή, ροζ, παιδί. Την καθάρισες στο άψε σβήσε. Γαμημένε δολοφόνε.»

    Ανοίγω τα μάτια μου.

    Το μίσος με πνίγει, δε μπορώ να αναπνεύσω. Σημαδεύω τα μάτια του Πέππα με το Γουέμπλει. Με ικανοποιεί να τον βλέπω δεμένο στην αναπηρική πολυθρόνα. Το περίστροφό μου είναι ένα καλό περίστροφο. Το νιώθω όμορφα στο χέρι μου. Θέλω να πατήσω τη σκανδάλη.

    «Ώρα να αυτοκτονήσεις, μαλάκα.» Ακουμπάω το κουστούμι πάνω στο πτώμα. Τον λύνω. «Ντύσου.»

    Με υπακούει απόλυτα. Τρέμει.

    «Θα σε πάω στην ταράτσα, τώρα, μαλάκα. Προχώρα.»

    «Ξέρεις,» μου λέει, «θα μπορούσα να βουτήξω το πιστόλι απ’το χέρι σου πιο γρήγορα απ’ότι ανοιγοκλείνεις τα μάτια σου. Ίσως απλά να σε πυροβολήσω στην καρδιά. Ίσως στο καβλί. Τί θα προτιμούσες;»

    Δεν απαντάω. Απλά θέλω να του τινάξω τα μυαλά στον αέρα. Αντιστέκομαι. Είναι τώρα μπροστά μου ντυμένος στην τρίχα, κουστουμαρισμένος. Φτιάχνει τα μαλλιά του με τα χέρια του. Κολλάω το περίστροφο στον κρόταφό του και τον βάζω να ανέβει τα σκαλιά. Δωδέκατος. Δέκατος τρίτος. Δέκατος τέταρτος. Οροφή.

    Φτάνουμε στην πόρτα της ταράτσας. Κλειδωμένη. Έχει κλειδαριά ασφαλείας και μου παίρνει ένα ολόκληρο δεκάλεπτο να την ανοίξω. Βγαίνουμε, εγώ και ο αιχμάλωτός μου, στο νυχτερινό αέρα, βρισκόμαστε σε μια γυμνή οροφή, πατάμε σε αλουστράριστο τσιμέντο. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ, εκτός από τη θέα της χιονισμένης πόλης. Φτάνουμε στην άκρη.

    «Τώρα να αυτοκτονήσεις.»

    «Έχω μια τελευταία επιθυμία.»

    «Στ’αρχίδια μου. Πήδα στο κενό.»

    «Θα ήθελα λίγο παγωγό φράουλα.»

    Τον σπρώχνω. Το σώμα του εξαφανίζεται. Είναι τα τελευταία δευτερόλεπτα της ζωής του, αλλά δε φωνάζει. Πέφτει ψύχραιμος. Ο γδούπος του κορμιού του στο χιόνι του πεζοδρομίου μετριάζεται, βγαίνει μουντός.

    Τον κοιτάζω που ξεψυχάει.

    ***

    Συνέρχομαι. Κάθομαι σε μια πολυθρόνα, δίπλα από ένα ζευγάρι. Ο άντρας τη γαμάει με μανία, παλεύει να χύσει, ιδρώνει, λαχανιάζει, δε μπορεί. Η ζαλάδα μου περνάει. Θέλω να καπνίσω. Καθώς η ξανθιά βάζει στο χέρι μου το ποτήρι με το ουίσκι, θυμάμαι.

    Η φωτογραφία στην εφημερίδα.

    Δυο τραυματιοφορείς βάζουν ένα φορείο τυλιγμένο με άσπρο ύφασμα μέσα στο ασθενοφόρο. Αίμα στο πεζοδρόμιο.

    Στο πεζοδρόμιο, δυο μεγάλες κηλίδες αίματος.

    Αλλά καθόλου χιόνι.

    Εξερευνώ τα δωμάτια της λέσχης.

    Μπαίνω στο μικρό σαλόνι, εκεί που οι καναπέδες φιλοξενούν πληρωμένα φιλιά. Το φως εδώ είναι ροζ, οι γυναίκες γυμνές. Μια ψηλή, αδύνατη κοκκινομάλα τραβάει τα γκέμια που έχει ενώσει στα χείλη ενός άνδρα με μεταλλικές δαγκάνες. Τ’αρχίδια του είναι δεμένα με λάστιχο, ο πούτσος του τεράστιος, έτοιμος να σκάσει. Βογγάει. Υπάρχει μπαλκόνι. Βλέπω εκεί μια χοντρή μεσήλικη γυναίκα γονατιστή, ολόγυμνη, τα χέρια της δεμένα πίσω απ’την πλάτη της. Ένας γυμνασμένος νεαρός της τραβάει τα μαλιά και της τσιμπάει τις ρόγες με δύναμη. Αυτή σπρώχνει το στήθος της προς τα έξω, τον παρακαλάει να την πονέσει κι’άλλο. Γελάει και ουρλιάζει από πόνο ταυτόχρονα.

    Ανεβαίνω την εσωτερική σκάλα. Διάδρομος. Πόρτες με μπρούτζινες επιγραφές. «Το μπουντρούμι», «Η φυλακή», «Το κλουβί με τα καναρίνια», «Η αγχόνη», «Ανθρώπινοι Καμπινέδες», «Ποδο-γλύκες», «Ακρωτηριασμός», «Ναζί Ανακριτές», «Νοσοκομείο».

    Ξέρω από την πρώτη στιγμή πού πρέπει να μπω. Αλλά ανοίγω τις πόρτες μία-μία. Θέλω να δω τα πάντα. Έτσι το ξημέρωμα, αν ζήσω μέχρι να συμβεί, θα με ευχαριστήσει περισσότερο.

    Πέτρινοι τοίχοι. Μια μεγαλόβυζη μελαχροινή με ψηλά πόδια κρέμεται από χειροπέδες που είναι βιδωμένες στο ταβάνι. Τα μάτια της είναι δεμένα με μια καρώ γραβάτα. Ένας με μάσκα χημικού πολέμου τη χτυπάει με ένα μαστίγιο καθώς μαλακίζει τον πούτσο του. «Μαλάκισέ με κι εμένα,» τον παρακαλάει αυτή. Αυτός την πλησιάζει από πίσω και της χαϊδεύει το στήθος, μετά βάζει δυο δάχτυλα στο μουνί της. «Με με κάνεις να χύσω ακόμα, χτύπα με κι’άλλο, σε ικετεύω,» κλαίει αυτή.

    Ένα δωμάτιο με πάτωμα πλημμυρισμένο με νερά και λάσπη είναι κομμένο στα δύο. Πίσω απ’τα κάγκελα βρίσκεται ένα λεπτό, ανοιχτόδερμο αγόρι, φιμωμένο. Μια κοντόχοντρη κοκκινομάλλα με δερμάτινα εσώρουχα του δίνει οδηγίες. «Σε στάση προσοχή σε θέλω τώρα. Πίεσε τα χέρια στους γοφούς. Οι αντίχειρες προς τα κάτω. Έτσι. Έχεις χρόνια να κάνεις έρωτα. Σε βλέπουν συνέχεια, δε σε αφήνουν να μαλακιστείς. Σκέψου τί ωραία θα ήταν να σε έπαιρνα στο στόμα μου. Φαντάσου τη ζέστη του στόματός μου γύρω απ’τον πούτσο σου.»

    Η μικρόσωμη ξανθιά με το ανύπαρκτο στήθος είναι μέσα σε ένα κλουβί, κρέμεται απ’το ταβάνι. Ένας ηλικιωμένος χοντρός, τουλάχιστον εβδομήντα χρονών, ζαρωμένος, με κωλομάγουλα και κοιλιές που κρέμονται πάνω απ’τα πόδια του, της λέει γλυκόλογα. «Τί κάνει το πουλάκι μου; Το γλυκό μου πουλάκι; Θα το βγάλω εγώ τώρα απ’το κλουβάκι του και θα το αφήσω να κάτσει στην παλάμη μου. Ναι;»

    Ένας άντρας πατάει σε ένα ξύλινο σκαμπώ. Μια γυναίκα με ξυρισμένο κεφάλι χειρίζεται μια τροχαλία, τον ανεβάζει και τον κατεβάζει καθώς αυτός μαλακίζεται. Τον ανεβάζει μερικά εκατοστά και αυτός βγάζει ήχους πνιγμού, σάλια βγαίνουν απ’το στόμα του και τρέχουν στο πηγούνι του. Αυτή αφήνει την τροχαλία να κατέβει μερικά εκατοστά. Αυτός αναπνέει. Αφήνει να του ξεφύγουν βογγητά ηδονής. Αυτή τον πλησιάζει και γλείφει τα σάλια απ’το πρόσωπό του. Παίρνει τον πούτσο του στο ένα της χέρι και με το άλλο σφίγγει το λαιμό του.

    «Προσπάθησε λίγο ακόμα,» λέει στην ψηλόλιγνη κοκκινομάλα ο πιτσιρικάς. Είναι ξαπλωμένος στο πάτωμα, αυτή γονατισμένη πάνω απ’το πρόσωπό του. Αυτή σφίγγεται. Ένα μικρό σκατό βγαίνει απ’την κωλότρυπά της. Αυτός ανοίγει το στόμα του διάπλατα.

    Δύο ξανθά αγόρια, δίδυμα, είναι ξαπλωμένα στο πάτωμα. Στο στόμα τους ο καθένας έχει από ένα πόδι μιας αφράτης ξανθιάς. Αυτή τρίβει το μουνί της με μανία, καθώς αυτοί γλείφουν και ρουφάνε τα δάχτυλά της, τις πατούσες της, τις φτέρνες της.

    Ένας νεαρός, χτισμένος σα τανκ, με μπράτσα και πλάτες, αλλά με πλαστικό αριστερό πόδι, παίρνει πισωκολλητό μια γριά. Αυτή φοράει ένα ροζ νυχτικό, σηκωμένο πάνω απ’τη μέση της για να δίνει πρόσβαση στον ρυτιδιασμένο κώλο της. Έχει το πιο γερασμένο πρόσωπο που έχω δει ποτέ. Τα ζαρωμένα βυζιά της χύνονται στο στρώμα, τα πόδια της γεμάτα φλέβες που θέλουν να εκτιναχτούν έξω απ’το δέρμα της. Η σάρκα απ’τα χέρια της κρέμεται σαν κουρτίνα, τα χείλη της άσπρα, τα μάτια της κίτρινα. Ανασαίνει με θόρυβο.

    Ένας μεγαλόσωμος άνδρας χωρίς ούτε μια τρίχα στο σώμα του, και φορώντας μόνο ένα καπέλο αξιωματικού των Ναζί, βασανίζει μια ζουμερή γκόμενα με ατελείωτα μαύρα μαλλιά. Την έχει δεμένη σ’ένα κρεβάτι. Καλώδια είναι συνδεδεμένα στις ρόγες της και το μουνί της. Το καβλί του είναι σηκωμένο, κατακόκκινο. «Πού ήσουν;» Αυτή δε μιλάει, μόνο ανασαίνει βαριά. Αυτός γυρίζει ένα διακόπτη σε μια μικρή κονσόλα. Η γυναίκα τινάζεται, σπαρταράει.

    Αισθάνομαι κουρασμένος.

    Η τελευταία πόρτα.

    «Ταξίαρχε;»

    «Καλώστον. Αναρωτιόμουν πόσο ακόμα θα αργούσες. Τί σε καθυστέρησε; Άστο, μην απαντάς. Δεν είναι γεμάτο πειρασμούς αυτό το μέρος; Πρόσεχε το μυαλό σου εδω μέσα.»

    Δυνατό λευκό φως. Γαλάζια πλακάκια. Μυρωδιά αντισηπτικού. Κρεβάτια με ρόδες.

    Δυο καρέκλες. Στη μία ο Ταξίαρχος, καθιστός αλλά όρθιος, συνεπαρμένος, τα μάτια του κόκκινα, άυπνα, λάμπουν. Είναι απ’αυτούς τους άντρες που ο χρόνος τους φέρεται πολύ ευγενικά. Έχει βγάλει το σακάκι του και μέσα απ’το λευκό πουκάμισό του φαίνεται το τεράστιο τατουάζ στην πλάτη του. Τον ζηλεύω. Και βέβαια τον ζηλεύω: στο κρεβάτι του τον περιμένει η Λορέτα.

    Στην άλλη καρέκλα μια γυναίκα ντυμένη νοσοκόμα. Γύρω στα τριάντα, ξανθιά, με μπούκλες, μου θυμίζει κάποια.

    Σε ένα απο τα κρεβάτια, ένα μικρόσωμο πτώμα, σκεπασμένο με ένα άσπρο σεντόνι.

    «Ντετέκτιβ, οφείλω να σου πω οτι μ’ενοχλεί το γεγονός οτι χώνεις τη μύτη σου σε δουλειές της Αστυνομίας. Αλλά δε μπορώ παρά να επιβραβεύσω την προσπάθειά σου. Έφτασες μέχρι εδώ. Κατάλαβες τί έγινε; Δεν είναι αυτοκτονία. Είναι διπλή δολοφονία. Ο Ζακ πάνω στις κάβλες του σπάει το λαιμό της μικρής που είναι εδώ δίπλα μου κουκουλωμένη. Δεν ήταν κακός. Απλά δεν έμαθε ποτέ να ελέγχει τα παιχνίδια του. Όμορφο κορίτσι. Σήκωσε το σεντόνι και δες την, αν η περιέργειά σου είναι τόσο έντονη. Εγώ την είδα. Μου θυμίζει κάποια που αγαπώ πολύ. Τέλος πάντων. Ντετέκτιβ, μήπως έχεις τσιγάρα;»

    Το άκουσμα της λέξης με κάνει να συνειδητοποιήσω πόσο πολύ χρειάζομαι λίγη νικοτίνη. Βγάζω το πακέτο απ’την τσέπη μου. Έχουν μείνει δύο. Βάζω ένα στο στόμα μου και προσφέρω το άλλο στο Βενιέρη.

    «Επιτρέψτε μου.» Η ξανθιά νοσοκόμα βγάζει απ’την τσέπη της έναν λεπτό ασημένιο αναπτήρα. «Του Πέππα ήταν,» λέει τραγουδιστά, ναζιάρικα. Ο Ταξίαρχος κι εγώ πλησιάζουμε τα πρόσωπά μας στο χέρι της. Καπνίζουμε.

    «Σ’ευχαριστούμε, γλυκειά μου. Σόρρυ για την τράκα, ντετέκτιβ. Να πάρει ο διάολος, μερικές στιγμές δε μπορώ να αντισταθώ... Ξέρεις πόσα χρόνια παλεύω να το κόψω; Τέλος πάντων. Λοιπόν, ο Πέππας δεν ελέγχει τη ζώνη του και στραγγαλίζει τη μικρή. Η κυρία απο ‘δώ το ανακαλύπτει. Ξέρεις τί έκανε; Δε μπορείς να φανταστείς.»

    Θέλω τόσο πολύ να πιω ουίσκι. Πού άφησα το ποτήρι μου; Ποιος ξέρει.

    «Ναι, ξέρω. Τον ανέβασε στην ταράτσα και τον ανάγκασε να πηδήξει.»

    Ο Βενιέρης απολαμβάνει το τσιγάρο του. «Να πάρει ο διάολος, καλό είναι. Πάντα μου άρεσαν τα Camel.»

    «Και τί θα κάνεις τώρα, Ταξίαρχε; Δε θα έπρεπε να συνοδεύεις αυτή εδώ την κυριούλα στην όμορφη διαδρομή προς τη φυλακή μέσα σε κάποιο περιπολικό;»

    Γελάνε και οι δύο. Ήξερα οτι θα βρουν αυτή την ιδέα αστεία. Απλά ήθελα να σιγουρευτώ.

    «Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι, ντετέκτιβ. Κάποια με περιμένει. Και αυτή εδώ η κυρία πρέπει να συνεχίσει τη δουλειά της. Έχει ένα πτώμα να ξεφορτωθεί, και πολλούς πελάτες που περιμένουν. Ντετέκτιβ, μερικά κομμάτια αυτής της πόλης είναι καλύτερα να μην τα πειράζεις. Είναι μια περίπλοκη πόλη. Είμαι σίγουρος οτι καταλαβαίνεις τί εννοώ. Α, και θυμήσου: η κάμερα ποτέ δε λέει ψέματα. Αν η φωτογραφία που βγήκε προχθές το βράδι έδειχνε το πεζοδρόμιο αχιόνιστο, τότε απλώς δεν είχε χιονίσει. Καταλαβαίνεις τί εννοώ.»

    «Καταλαβαίνω, Ταξίαρχε. Εν παρόδω, είσαι χάλια. Πρέπει να βρεις τρόπο να κοιμάσαι καλύτερα. Τρως; Αυτή η κάποια που σε περιμένει δεν έχει κάποιο τρόπο να σε κάνει να δείχνεις πιο ανθρώπινος;»

    Γελάει δυνατά. «Δες το έτσι, ντετέκτιβ: αν δεν ήταν αυτή, θα ήμουν ακόμα πιο χάλια.»

    «Να της το πεις.»

    Παίρνει μια μεγάλη ρουφηξιά απ’το τσιγάρο και με κοιτάει στα μάτια. Καταλαβαίνει τα πάντα.

    «Αναρωτιόμουνα, ξέρεις, για ποιό λόγο με παρακολουθούσες σήμερα, ντετέκτιβ.»

    Κοιταζόμαστε κατάματα.

    «Πες της οτι θα της το λέω πιο συχνά απο ‘δω και μπρος, ντετέκτιβ.»

    «Καληνύχτα, Ταξίαρχε. Να προσέχεις τον εαυτό σου.»

    Γελάει πάλι. «Εγώ προσέχω. Εσύ ξεχνάς το όπλο σου.» Βάζει το χέρι του στην τσέπη του παντελονιού του και μου δίνει το Γουέμπλεϊ.

    «Ντετέκτιβ, εσύ με κερνάς Camel, κι εγώ σου επιστρέφω το περίστροφό σου. Δίκαιη συμφωνία.»

    «Δίκαιη συμφωνία.»

    ***

    Το Πρόσωπο έρχεται πάλι.

    «Έτσι είναι αυτά τα πράγματα. Ζεις με ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι περίπλοκοι. Ζουν σε μια περίπλοκη πόλη, με περίπλοκες φοβίες και επιθυμίες. Τίποτα δεν είναι απλό, και πολλά πράγματα είναι καλύτερα να μην προσπαθούμε να τα εξηγήσουμε. Καλά τα κατάφερες. Αυτό δε σημαίνει οτι δε θα συνεχίσω να σε επισκέπτομαι. Συγγνώμη αν έχω γίνει λίγο ενοχλητικός. Είσαι κουρασμένος. Κοιμήσου, προσπάθησε να μην ονειρευτείς μαλακίες. Ονειρεύεσαι ήδη μαλακίες. Άντε, φύγε. Πήγαινε στο σκοτάδι. Εκεί δεν υπάρχουν ήχοι. Θυμήσου, όμως, πως όταν ξυπνήσεις ο ήλιος έξω θα λάμπει. Θέλεις να αλλάξεις κάτι; Καληνύχτα.»

    ***

    Ξυπνάω από τη μυρωδιά μου. Ζέχνω. Είναι πολύ αργά, περασμένες μία. Το πίσω μέρος του κεφαλιού μου πονάει. Κοιτάζω γύρω μου για να δω αν όντως έχω επιστρέψει στην πραγματικότητα ή αν κάποια φρίκη με περιμένει μέσα στα επόμενα δευτερόλεπτα. Κοιτάζω το ταβάνι. Κιτρινισμένο και ραγισμένο στις γωνίες. Κάνω ντουζ για μισή ώρα. Πλένω τα δόντια μου.

    Έξω το χιόνι έχει λιώσει. Μ’ευχαριστεί αυτό. Αυτό ήταν ένα κακό, περίπλοκο χιόνι. Η πόλη τρέχει στους συνηθισμένους ρυθμούς της. Δεν είναι πια ώρα αιχμής, και στον υπόγειο μπαίνω σε βαγόνι με πολύ λίγο κόσμο. Ένα αγόρι που δεν πάει ακόμα σχολείο κρατάει στο ένα χέρι του το παλτό της μητέρας του, με το άλλο κρατιέται από τη σιδερένια κολώνα στη μέση του βαγονιού. Μάνα και γιος φτιάχνουν μια εικόνα αγάπης, συντροφικότητας.

    Στο γραφείο, η Λουίζα εκτελεί με ακρίβεια την πρωινή της ιεροτελεστεία. Εις διπλούν.

    «Προς τι το δεύτερο φλυτζάνι; Επιτέλους! Θα πιούμε καφέ μαζί, αγαπητή μου;»

    «Δεν πίνω καφέ με μυστήριους ντετέκτιβ. Εκτός και αν μου το ζητήσουν. Πράγμα το οποίο ελπίζω, αλλιώς θα έφερνα μόνο μια κούπα. Καταλαβαίνετε τί εννοώ.»

    Η καρδιά μου τρέχει σαν αγρίμι που ταυτόχρονα κυνηγάει και κυνηγιέται.

    «Λουίζα, θα πιείς καφέ μαζί μου;»

    Μου γελάει. Τα μάτια της πιο λαμπερά από ποτέ.

    «Και βέβαια.»

    Ο ήλιος πλημμυρίζει το παράθυρό μου και ζεσταίνει την πλάτη μου. Αισθάνομαι καλά, δυνατός. Θα της ζητήσω να φάει μαζί μου απόψε. Θα ζήσουμε μέσα στην περίπλοκη πόλη μαζί, θα δούμε την καλή της πλευρά. Ποιος ξέρει, ίσως να δώσουμε μια ευκαιρία στις ζωές μας να περάσουν μαζί.

    Το τηλέφωνό μου χτυπάει. Αυτή ξαφνιάζεται, τινάζεται, ακουμπάει την παλάμη της στο στήθος της.
    Θέλω να είμαι εκεί γι’αυτή, και να την προστατέψω απ’όλα τα πράγματα που την τρομάζουν. Είμαι ευτυχισμένος, επιτέλους.

    «Εμπρός.»

    Βίδες. «Μην την πιστέψεις.»

    Κλικ.
     
    Last edited: 10 Μαρτίου 2008
  4. Maley

    Maley Contributor

    με παρεσυρες σε άλλες καταστασεις ακομα μια φορα, που θαθελα να ζω..
     
  5. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Αυτή η λέσχη βρε παιδί μου, κάπως έτσι είναι και το μυαλό μου. Καλά που επισκέφτηκε όλα τα δωμάτια ο ήρωάς σου, κι εγώ αυτό κάνω.

    Η διαφορά ανάμεσα στον θάνατο και στο παγωτό περιγράφεται με επιτυχία στο ποίημα του Wallace Stevens "The Emperor of Ice-Cream". Δυστυχώς τα fractals στα μαθηματικά δεν μας αφήνουν πολλά περιθώρια για να βαυκαλιζόμαστε ποιητικώς περί διαφοράς. Το αναφέρω "εν παρόδω".

    Πολύτιμες περιγραφικές στιγμές, τις οποίες προτιμώ από την ίδια την ιστορία. Πάλι έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε αντρικά αποδυτήρια. Είναι πολύ ευχάριστη η αίσθηση.

    Αγαπημένη μου στιγμή, το "Τσίου".
     
  6. female

    female Contributor





    Πάντα απίστευτα αληθινές οι μικρές ασήμαντες λεπτομέρειες που κάνουν, παράλογα, κινηματογραφικά και σουρρεαλιστικά, τη ζωή να παίρνει αξία. Πολύτιμες...



    Υπέροχος υπαρξιακός λαβύρινθος σε μορφή σπείρας που σε τυλίγει, σε μπερδεύει, σε καταπίνει, ενώ αναρρωτιέσαι και ψάχνεις το νόημα, ταλαντεύεσαι στη σχέση και την αντίφαση ανάμεσα στο άτομο και την πραγματικότητα, στο αληθινό και το ονειρικό, το σκληρό και το τρυφερό.


    Αφοπλιστικά αληθινή αφήγηση!


    Για μια ακόμα φορά, ευχαριστούμε!




     
  7. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

     
    Last edited by a moderator: 17 Απριλίου 2014