Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

ΛεΣβία Φίλη-Κυρία

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 3 Σεπτεμβρίου 2025.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    «Δεν ενδιαφέρομαι για άνδρες το ξέρεις»
    Την κοίταξα στα μάτια σχεδόν την εκλιπαρούσα. Την Σοφία την ξέρω από το λύκειο και τώρα είμαστε τριανταπέντε ετών και οι δύο. Είχαμε χαθεί για λίγα χρόνια. Αμερική εκείνη, Βρετανία εγώ. Αλλά οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν πάλι στην Ελλάδα. Σε μια συνάντηση παλιών συμμαθητών. Τότε στο σχολείο νόμιζαν όλοι πως ήμαστε ζευγάρι. Δεν θα μπορούσαμε. Εκείνης της άρεσαν τα κορίτσια. Μου το είχε εκμυστηρευθεί κι εμένα μου άρεσαν τα κορίτσια επίσης, αλλά τα πιο εξουσιαστικά σαδιστικά κορίτσια. Τι να της έλεγα; Δεν της είχα πει τίποτα.

    Μιλήσαμε στη συνάντηση. Ξεκινήσαμε τη παρέα πάλι. Μου είπε για το πόσο ωραία πέρασε στην Αμερική. Τα κορίτσια εκεί περισσότερο ανοιχτά. Έζησε τον έρωτα, πληγώθηκε, το περιέγραφε σαν αγάπη. Αλλά χωρίς πόνο, το λησμονούσε. Χαίροντας πως το έζησε. Με ρώτησε κι εμένα. Της είπα, χωρίς λεπτομέρειες. Για το Πεντέσταλ ούτε λόγος, τι να της έλεγα;

    Η Σοφία είναι περίπου εκατόν εξήντα εκατοστά, αδύνατη, υπερβολικά γυμνασμένη. Τετραγωνάκια στη κοιλιά της. Παίζε τέννις, έχει το τέλειο στήθος για τα δικά μου γούστα. Αυτό που χωρά στη χούφτα μου και η παλάμη μου είναι μικρή σχετικά. Αυτό το υποθέτω, όπως το βλέπω, δεν το ξέρω.

    Το θέμα μου είναι ότι η Σοφία εκφράζει με έναν μοναδικό τρόπο αυτά που για εμένα είναι η Γυναικεία Ανωτερότητα. Ξέρω δεν είναι πολιτικά σωστό να το ονομάζω έτσι. Αλλά είναι αυτό που αισθάνομαι.

    Είναι δυναμική. Πάντα προσέχει τον εαυτό της. Ευγενική. Σπούδασε αυτό που ήθελε. Είναι δίκαιη. Εργάζεται επιτυχημένα στον τομέα της. Ζει την ζωή της όπως εκείνη θέλει, χωρίς να επιτρέπει το περιβάλλον να της επιβάλλει τα όρια του. Όλα αυτά με κάνουν να την θαυμάζω από τα δώδεκα μου και να την επιθυμώ με τρόπο που δεν επιτρέπεται.

    «Το ξέρω. Προσπαθώ να σου πω τα πάντα για εμένα»
    Με κοίταζε με ένα τόσο αυστηρό ύφος που μου έκοβε την ανάσα.

    «Σε παρακαλώ ρε Νίκο, μη μου πεις πόσο πολύ ερωτευμένος είσαι μαζί μου»
    Την κοίταξα, έκανα μια παύση, κοίταξα μέσα μου.
    «Δεν είμαι ερωτευμένος μαζί σου» της απάντησα και πραγματικά δεν ήμουν.
    «Ναι αλλά πήγες να με φιλήσεις πριν»
    «Ναι και ζήτησα εκατό φορές συγγνώμη και ότι θέλω να σου μιλήσω»
    «Ουφ» ξεφύσηξε.
    «Εντάξει μίλησε μου κι ελπίζω να μπορούμε να είμαστε φίλοι μετά από ότι πεις»

    Ήταν η δική μου σειρά να πάρω βαθειά ανάσα.
    «Ναι, αν δεχθείς ότι σου πω» είδα τα μάτια της να γουρλώνουν. Ήπιε μια γουλιά από το τσάι της και μηχανικά άπλωσα τα χέρια μου να πάρω το ποτήρι της γιατί το τραπεζάκι δεν ήταν κοντά.

    «Ξέρω θα γελάσεις, αλλά είμαι υποτακτικός» της είπα. Την κοίταξα για λίγο στα μάτια. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

    Γέλασε.

    «Αυτό είναι μόνο;» μου είπε.

    «Μόνο;»

    «Ότι είσαι χαμηλών τόνων, βοηθητικός και ας το πούμε υποτακτικός είναι μέρος του χαρακτήρα σου από τότε που σε ξέρω»
    Την κοίταζα αποσβολωμένος.

    «Οι σχέσεις μου στη Βρετανία ήταν όλες έτσι γύρω από κάτι που λέγεται Fem..»
    «Femdom» συμπλήρωσε χαμογελώντας.
    «Τι νόμιζες βρε Νίκο μου δεν ξέρω τι είναι; Χαλάρωσε. Επίσης χαίρομαι πολύ που μου το λες επιτέλους»
    Σηκώθηκε με έκανε μια σφικτή αγκαλιά. Έβαλα τα κλάματα. Κάθισε πάλι πίσω. Μου έδειξε το τσάι. Της το έδωσα.

    «Νιώθω λίγες ενοχές γιατί μερικές φορές το εκμεταλλεύομαι»
    «Μα με αφήνεις να είμαι ο εαυτός μου Σοφία»
    Γέλασε.
    «Σεξ έκανες με αυτές τις κοπέλες;»
    «Ναι μερικές φορές διαφορετικό» Χαμογέλασε πονηρά.
    «Pegging, ε;» κοκκίνησαν τα μάγουλά μου. Γελώντας είπα ναι.
    «Το λατρεύω κι εγώ, αλλά να το κάνω»
    «Στο είπα ταιριάζουμε» της απάντησα γελώντας. Το πρόσωπό της έγινε το ίδιο αυστηρό με πριν.
    «Είσαι με κάποια τώρα;» με ρώτησε λες και με μάλωνε.
    «Όχι«
    «Κρίμα»
    «Γιατί;»
    «Γιατί αν ήσουν θα της ζήταγα να σε δείρει» έμεινα πάλι με το στόμα ανοιχτό.
    «Σε έχουν μαστιγώσει έτσι δεν είναι;»
    «Ναι πολλές φορές και διάφορα άλλα»
    «Εντάξει, όταν θέλω να μάθω κάτι θα σε ρωτάω»
    Ένευσα καταφατικά.

    «Γιατί πήγες να με φιλήσεις πριν;» Πάντα ρωτά ευθέως.
    «Να γονατίσω ήθελα για αυτό είχα σκύψει, όχι να σας φιλήσω» και να μου βγήκε ο πρώτος πληθυντικός. Τόσο απλά και όμορφα, κάτι που στα αγγλικά δεν μπορούσα να το εκφράσω.
    Χαμογέλασε.

    «Πώς αισθάνεσαι δηλαδή απέναντι μου;»

    «Είναι δύσκολο να σας το εξηγήσω»
    »Προσπάθησε. Δες κι εγώ προσπαθώ δεν έφερα αντίρρηση για τον πληθυντικό. Σε εμπιστεύομαι Νίκο. Μίλα»
    «Από όλα τα χρόνια είστε μοναδική, δυναμική, σταθερή, δίκαιη. Δεν σας κρύβω ότι το μυαλό μου πολλές φορές σας εξιδανικεύει. Αλλά δεν μπορώ να ελέγξω την υποταγή που αισθάνομαι πλάι σας. Ακόμα και όταν είχαμε χρόνια να μιλήσουμε, σας έβλεπα στα σόσιαλ και φαινόσαστε καλά. Μου είπατε για ότι ζήσατε και η χαρά σας γίνονταν και δική μου. Ξέρω ότι δεν σας αρέσουν οι άνδρες, αλλά ακόμα και να σας άρεσαν δεν θα τολμούσα ποτέ να σας ζητήσω να είμαστε μαζί»

    «Θα είχες ελπίδες, όπως και ότι σε ήθελαν όλα τα κορίτσια στο σχολείο τότε. Νόμιζαν ότι ήμαστε μαζί και μου άρεσε αυτό τότε. Δεν σε επιθυμούσα ερωτικά, ούτε τώρα, αλλά ήσουν δικός μου με κάποιον τρόπο»

    «Αυτό ακριβώς»
    «Δηλαδή τι;»
    «Να είμαι δικός σας, να σας υπηρετώ, να σας ευχαριστώ, να κάνω την ζωή σας ευκολότερη. Αυτό θα ήθελα»
    «Και το σεξ;»
    «Δεν σας κρύβω ότι είστε ελκυστική, ότι με ερεθίζετε, αλλά μπορώ χωρίς αυτό. Υπάρχουν τρόποι»
    Γέλασε

    «Εννοείς τα κλουβάκια πέους» ήξερε πολλά, περισσότερα από όσο ήλπιζα.
    «Ναι»
    «Κι εγώ;»

    «Εσείς Κυρία είστε η Κυρίαρχος, εσείς κάνετε ότι θέλετε. Δεν έχετε δέσμευση απέναντι μου.»

    Γέλασε ξανά.

    «Μου αρέσει πολύ αυτό το Κυρία, θα το σκεφτώ...»
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Δυο μέρες είχαν περάσει από την τελευταία φορά που είδα τη Σοφία. Οι υποχρεώσεις μας κράτησαν σε απόσταση, όμως σήμερα δεν υπήρχε καμία δικαιολογία∙ ήταν τα γενέθλια της Μάρθας. Η Σοφία με κάλεσε με εκείνο το ύφος που δεν άφηνε περιθώρια για άρνηση, κι εγώ δέχτηκα αμέσως. Άλλωστε, ποιος λόγος υπήρχε να λείψω;

    Το απόγευμα βρέθηκα στο ζαχαροπλαστείο να παραλαμβάνω την τούρτα. Ετοίμαζα το πορτοφόλι μου, όταν η υπάλληλος με πληροφόρησε πως όλα είχαν ήδη τακτοποιηθεί. Ένα μικρό χαμόγελο μού ξέφυγε∙ ήταν προφανές ποια το είχε φροντίσει. Παρέδωσα την τούρτα στο μπαρ και ύστερα κατευθύνθηκα προς το σπίτι της Σοφίας, για να πάρω τα στολίδια που θα χρησιμοποιούσαμε.

    Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα. Η πόρτα άνοιξε κι εκείνη στεκόταν μπροστά μου με μπουρνούζι και πετσέτα τυλιγμένη στα μαλλιά. Η εικόνα με ξάφνιασε, με έκανε να κοκκινίσω σαν παιδί. Χαμογέλασε παιχνιδιάρικα, δείχνοντάς μου τα κουτιά με τα στολίδια. Τα πήρα και έφυγα σχεδόν αμήχανα, μα στο μυαλό μου είχε ήδη χαραχτεί η εικόνα της.

    Στο μπαρ με περίμενε ο Γιάννης, πρόθυμος να με βοηθήσει στο στήσιμο. Καθώς τοποθετούσαμε τα πράγματα, μου εκμυστηρεύτηκε πως τα είχε φτιάξει με τη Μάρθα. Ήταν μια μικρή έκπληξη, αλλά χαμογέλασα ειλικρινά. Δεν ένιωθα καμία ζήλια∙ η καρδιά μου ήταν στραμμένη αλλού. Εκείνος το κατάλαβε, μα δεν χρειάστηκε να το παραδεχτώ.

    Όταν γύρισα ξανά στη Σοφία, η βραδιά πήρε μια απρόσμενη τροπή. Είχε ήδη τα ρούχα μου και με περίμενε. Μου άνοιξε φορώντας ένα λευκό φόρεμα, λεπτό και φωτεινό, που άφηνε να διαφανεί περισσότερο απ’ ό,τι περίμενα. Τα μάτια μου την πρόδωσαν. Χαμογέλασε με ικανοποίηση.

    Με οδήγησε μέσα με ήρεμη αποφασιστικότητα. Με έκανε να αφήσω τα ρούχα μου στην άκρη και να σταθώ μπροστά της, γυμνός, ευάλωτος αλλά και γεμάτος προσμονή. Δεν υπήρχε τίποτα απειλητικό στη στάση της∙ ήταν περισσότερο σαν να με αγκάλιαζε με το βλέμμα της, σαν να με καλούσε να εμπιστευτώ τη στιγμή.

    Με έστειλε στο μπάνιο. Το νερό έπεφτε καυτό πάνω μου, καθαρίζοντας όχι μόνο το σώμα μου αλλά και τη σκέψη μου. Βγήκα γρήγορα, σκουπίστηκα και στάθηκα ξανά απέναντί της. Τότε μου έδωσε ένα ρούχο απροσδόκητο, διαφορετικό. Το φόρεσα, διστακτικά στην αρχή, όμως εκείνη με κοίταξε με θαυμασμό, σαν να έβλεπε μια εκδοχή μου που ούτε εγώ γνώριζα.

    Συνέχισε να με ντύνει προσεκτικά. Ένα στενό τζιν, μια λευκή μπλούζα με έντονα γράμματα. Όλα έμοιαζαν να έχουν επιλεγεί για να με φέρουν πιο κοντά στον ρόλο που εκείνη είχε σκεφτεί για μένα. Δεν διαμαρτυρήθηκα, δεν υπήρχε λόγος. Στην πραγματικότητα, απολάμβανα το ότι εκείνη αποφάσιζε.


    Μου ζήτησε να γονατίσω μέχρι να ετοιμαστεί. Κοίταζα το ρολόι και ένιωθα την ώρα να κυλά αργά, σχεδόν βασανιστικά. Όταν τελικά βγήκε μπροστά μου, φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα που τόνιζε κάθε της κίνηση. Ήταν εκθαμβωτική. Σηκώθηκα, όμως δεν μου έδωσε χρόνο να μιλήσω. Με έστειλε να τακτοποιήσω το δωμάτιο και το μπάνιο της. Υπάκουσα σχεδόν μηχανικά, μα με μια περίεργη γαλήνη μέσα μου.

    Όταν ολοκλήρωσα, ήρθε κοντά μου, έλεγξε το αποτέλεσμα και χαμογέλασε ικανοποιημένη. Ένιωσα πως κάθε μικρή της δοκιμασία ήταν κι ένα βήμα για να μου δείξει κάτι βαθύτερο: πως η δύναμη που ασκούσε δεν ήταν βάρος, αλλά δεσμός. Μου χάιδεψε το πρόσωπο, μ’ έφερε κοντά της. Εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε τίποτα άλλο γύρω μας.

    Το πάρτι κύλησε όμορφα. Όλοι γελούσαν, χόρευαν, έπιναν∙ κι εγώ βρισκόμουν εκεί, αλλά τα μάτια μου επέστρεφαν συνεχώς σε εκείνη. Δεν άγγιξα ούτε μια γουλιά αλκοόλ, όπως μου είχε ζητήσει. Δεν το ένιωθα ως περιορισμό∙ περισσότερο σαν μια υπόσχεση που ήθελα να κρατήσω.

    Όταν έφτασε η ώρα να φύγουμε, την συνόδευσα μέχρι την πόρτα του σπιτιού της. Η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική από πριν∙ πιο βαριά, γεμάτη ένταση και προσμονή. Εκείνη με κοίταξε στα μάτια, με εκείνο το βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση.

    Δεν χρειάστηκαν πολλά λόγια. Η υπόσχεση για το τι θα ακολουθούσε αιωρούνταν ήδη στον αέρα. Κι εγώ, χωρίς να το καταλάβω, είχα ήδη πάρει την απόφαση: ό,τι κι αν μου ζητούσε, ήμουν έτοιμος να το δεχτώ.

    Η πόρτα έκλεισε πίσω μας. Στο σπίτι απλώθηκε μια σιωπή που είχε άλλο βάρος από εκείνη του πάρτι. Η Σοφία ακούμπησε την τσάντα της στο τραπέζι και με κοίταξε στα μάτια. Δεν χρειαζόταν να μιλήσει∙ η παρουσία της αρκούσε για να με κάνει να χαμηλώσω το βλέμμα.

    «Γονάτισε» είπε απλά. Η φωνή της δεν είχε ένταση∙ κι όμως, κάθε της λέξη με χτύπησε σαν διαταγή που δεν μπορούσα να αγνοήσω.

    Υπάκουσα χωρίς σκέψη. Από τη θέση μου στο πάτωμα, τα πόδια μου λύγισαν σαν να ήταν φυσικό να βρίσκομαι εκεί. Ήταν η στιγμή που κατάλαβα πως δεν με έσπρωχνε εκείνη, αλλά η ίδια μου η ανάγκη.

    Πλησίασε αργά. Τα βήματά της αντηχούσαν στον χώρο, σαν να μετρούσαν τον χρόνο μέχρι να βρεθεί μπροστά μου. Στάθηκε κοντά, τόσο που μπορούσα να μυρίσω το άρωμά της, να νιώσω τη θερμότητα του σώματός της. Δεν με άγγιξε∙ δεν χρειαζόταν.

    «Ξέρεις τι θέλεις;» με ρώτησε.

    Δεν μπόρεσα να απαντήσω αμέσως. Η φωνή μου κόλλησε στον λαιμό. Την ήξερα την απάντηση, αλλά ντρεπόμουν να την ξεστομίσω. Εκείνη περίμενε υπομονετικά, με ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο.

    «Θέλω…» ξεκίνησα, μα τα λόγια χάθηκαν.

    Η Σοφία γονάτισε κι εκείνη, φέρνοντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό μου. Το βλέμμα της με κάρφωσε. Ήταν σαν να μου έλεγε: μίλα, παραδέξου το.

    Τότε κατάλαβα πως δεν επρόκειτο για ντροπή, αλλά για δοκιμασία. Ήθελε να ακούσει από τα δικά μου χείλη αυτό που μέσα μου φώναζε ήδη.

    «Θέλω να μ’ ελέγχεις. Να μην έχω τίποτα δικό μου, ούτε την ίδια μου τη δύναμη» ψιθύρισα τελικά.

    Το χαμόγελό της βάθυνε. Άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε ελαφρά το πηγούνι μου, αναγκάζοντάς με να τη κοιτάξω ξανά στα μάτια.


    «Δηλαδή θέλεις να σε δέσω; Να σου πάρω κάθε έλεγχο;» ρώτησε αργά, σαν να ζύγιζε τη σημασία των λέξεων.

    Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Κούνησα το κεφάλι καταφατικά. Μα δεν ήταν αρκετό. Έπρεπε να το πω.

    «Σε παρακαλώ… κράτησέ με. Κλείδωσέ με εσύ. Μην μου αφήσεις τίποτα που να μπορώ να διεκδικήσω μόνος μου.»

    Η φωνή μου έτρεμε, μα ήταν ειλικρινής. Εκείνη σιώπησε για λίγες στιγμές, αφήνοντάς με να λουστώ μέσα στην αναμονή. Κάθε δευτερόλεπτο ήταν μια αιωνιότητα.

    Έπειτα σηκώθηκε αργά, με χάρη. Περπάτησε προς ένα συρτάρι και το άνοιξε. Δεν κοίταξα τι έβγαλε∙ δεν τόλμησα. Το μόνο που ήξερα ήταν πως η καρδιά μου χτυπούσε με έναν ρυθμό παράξενο, γεμάτο τρόμο και λαχτάρα μαζί.

    Όταν γύρισε, στάθηκε πάλι μπροστά μου. Δεν είπε τίποτα. Απλώς σήκωσε το χέρι της, κρατώντας το αντικείμενο σαν σύμβολο εξουσίας.

    Τα μάτια μου γέμισαν δέος. Έσκυψα πιο χαμηλά, σχεδόν ακουμπώντας το μέτωπό μου στο πάτωμα.

    «Σ’ ικετεύω» είπα. «Βάλ’ το εσύ. Θέλω να ανήκω μόνο σε σένα.»

    Η Σοφία δεν μίλησε αμέσως. Με άφησε να περιμένω, να λιώνω μέσα στην ανάγκη μου. Κι ύστερα, με μια φωνή ήρεμη, αλλά γεμάτη δύναμη, ψιθύρισε:

    «Αφού το ζητάς, θα το έχεις. Από δω και στο εξής, είσαι δικός μου. Όσο το φοράς, δεν θα ξεχάσεις ούτε στιγμή σε ποια ανήκεις.»

    Έκλεισα τα μάτια. Δεν υπήρχε φόβος πια, μόνο ανακούφιση. Ήξερα πως δεν είχα επιστροφή. Και δεν τη χρειαζόμουν.
    Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Το χέρι της άγγιξε το πηγούνι μου και με ανάγκασε να την κοιτάξω.

    «Δηλαδή θες να σε δέσω; Να σου πάρω τον έλεγχο;»

    Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά, τόσο που φοβήθηκα πως θα το ακούσει. Κατάφερα μόνο να γνέψω. Δεν ήταν αρκετό. Εκείνη περίμενε.

    «Σε παρακαλώ…» είπα με σπασμένη φωνή. <Πάρε τα όλα. Μην αφήσεις τίποτα. Κλείδωσέ με εσύ, κάνε με δικό σου.»

    Τα λόγια βγήκαν σαν κραυγή που έκρυβα καιρό. Η αλήθεια που δεν τολμούσα να δω φανερώθηκε μέσα σε τρεις προτάσεις.

    Η Σοφία δεν έδειξε έκπληξη. Μονάχα σηκώθηκε αργά, με εκείνη τη χάρη που με έκανε να νιώθω πως βρισκόταν πάντα ένα βήμα πιο μπροστά. Περπάτησε προς ένα συρτάρι, το άνοιξε και έβγαλε κάτι μικρό, μεταλλικό. Δεν κοίταξα∙ δεν χρειαζόταν. Το μόνο που έβλεπα ήταν το χαμόγελό της όταν γύρισε.

    Στάθηκε ξανά μπροστά μου, κρατώντας το αντικείμενο σαν στέμμα, σαν σύμβολο. Το σήκωσε στο ύψος των ματιών μου. Δεν είπε τίποτα. Η σιωπή της ήταν πιο δυνατή από κάθε φωνή.

    Έσκυψα το κεφάλι, πιο χαμηλά απ’ όσο μπορούσα. Το μέτωπό μου ακούμπησε το πάτωμα. Τα χέρια μου τεντώθηκαν μπροστά, σε στάση ικεσίας.

    «Σ’ ικετεύω, είπα. Μην με αφήσεις ελεύθερο. Κλείδωσέ με εσύ. Θέλω να θυμάμαι κάθε στιγμή πως υπάρχω μόνο για σένα.»

    Για λίγο δεν υπήρξε καμία απάντηση. Ένα λεπτό, δυο, ίσως και παραπάνω. Ο χρόνος έχασε το νόημά του. Στην αναμονή αυτή έλιωνα, αλλά και λυτρωνόμουν ταυτόχρονα.

    Κι ύστερα, η φωνή της ήρθε σαν δροσερό νερό:

    <Αφού το ζητάς, θα το έχεις. Από εδώ και στο εξής δεν είσαι πια δικός σου. Είσαι δικός μου. Και κάθε φορά που θα νιώθεις το βάρος αυτού του συμβόλου, θα θυμάσαι ποια σε κρατά.»

    Τα μάτια μου γέμισαν με ανακούφιση. Δεν υπήρχε φόβος πια. Μόνο η βεβαιότητα πως είχα παραδοθεί ολοκληρωτικά.

    Δεν ήξερα αν ήταν αρχή ή τέλος. Ήξερα μόνο πως δεν υπήρχε επιστροφή. Και, το σημαντικότερο, δεν ήθελα να υπάρξει

    Η στιγμή της υποταγής είχε σφραγιστεί. Η Σοφία στάθηκε από πάνω μου, κρατώντας ακόμη εκείνο το μικρό μεταλλικό σύμβολο στο χέρι της. Το βλέμμα της έγινε πιο σκοτεινό, πιο βαρύ. Δεν υπήρχε πια χάδι στο χαμόγελο∙ υπήρχε μόνο αυστηρότητα.

    «Σήκω», μου είπε κοφτά.

    Υπάκουσα αμέσως, μα ένιωσα την καρδιά μου να χτυπά πιο γρήγορα. Ήξερα πως κάτι άλλαζε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε τρυφερότητα, ακόμη και μέσα στη δύναμή της. Τώρα, όμως, το βλέμμα της έσταζε απαίτηση.

    «Στάσου όρθιος, άνοιξε τα πόδια και κράτα τα χέρια πίσω από την πλάτη σου.»

    Η φωνή της δεν ανέβηκε ούτε μια οκτάβα∙ κι όμως με έκανε να παγώσω. Εκτέλεσα τη στάση, νιώθοντας το σώμα μου σαν να εκτίθεται ακόμη περισσότερο. Το φόρεμα της έπεφτε με χάρη, τα μάτια της όμως δεν είχαν καμία τρυφερότητα.

    «Κοίταξέ με», διέταξε.

    Τα μάτια μου σήκωσαν δειλά το βλέμμα. Για λίγες στιγμές κράτησα την αναπνοή μου.

    «Δεν μ’ αρέσει η αδυναμία σου, είπε. Μιλάς για παράδοση, αλλά βλέπω ακόμα δισταγμό. Νομίζεις ότι η παράδοση είναι όμορφα λόγια;»

    Η φωνή της έγινε πιο κοφτερή. Ένιωσα το στομάχι μου να δένεται κόμπος.

    «Η παράδοση , είναι να αντέχεις τον πόνο, να σηκώνεις την ταπείνωση χωρίς να διαμαρτύρεσαι. Να γονατίζεις όχι επειδή στο ζητώ, αλλά επειδή το χρειάζεσαι. Εσύ το χρειάζεσαι, σωστά;

    Η φωνή μου βγήκε σιγανή, σχεδόν τρεμάμενη.

    «Ναι, το χρειάζομαι».

    Η Σοφία χαμογέλασε ειρωνικά.

    «Τότε θα το μάθεις.»

    Με τράβηξε απότομα από το μπράτσο και με έσπρωξε ξανά στο πάτωμα. Γονάτισα βαριά. Ένιωσα τον πόνο στα γόνατα, μα δεν τόλμησα να διαμαρτυρηθώ. Εκείνη στάθηκε από πάνω μου, επιβλητική, σαν σκιά που με κάλυπτε.

    «Θα σε ταπεινώσω όπως αρμόζει. Θα θυμάσαι απόψε για καιρό.

    Με διέταξε να σκύψω ακόμη πιο χαμηλά, μέχρι το μέτωπο να αγγίξει το πάτωμα. Τα χέρια μου τεντωμένα μπροστά, σαν δούλου που ζητά συγχώρεση. Έμεινα εκεί ακίνητος, όσο εκείνη περπατούσε γύρω μου. Άκουγα μόνο τον ήχο των βημάτων της και το χτύπο της καρδιάς μου.

    Ξαφνικά ένιωσα το παπούτσι της να ακουμπά την πλάτη μου, πιέζοντας με δύναμη. Δεν πόνεσα πολύ, αλλά η χειρονομία είχε άλλη σημασία: δεν ήμουν τίποτα περισσότερο από ένα χαλί στα πόδια της.

    «Εδώ είναι η θέση σου,» είπε ψυχρά. Κάτω από μένα. Και θα τη θυμάσαι.

    Δεν απάντησα. Δεν μπορούσα. Μόνο έμεινα ακίνητος, νιώθοντας το βάρος της πάνω μου.

    Μετά από ώρα, με άφησε. Σήκωσε το πόδι της και στάθηκε ξανά μπροστά μου.

    «Σήκω τώρα και κοίταξέ με.»

    Υπάκουσα. Ένιωθα ιδρωμένος, το σώμα μου βαρύ, αλλά τα μάτια μου καρφώθηκαν στα δικά της.

    « Δεν τελείωσε. Απόψε θα φύγεις μόνος σου. Θα γυρίσεις σπίτι σου και θα γράψεις ένα γράμμα.»

    Η φωνή της ήταν σταθερή, αποφασιστική.

    «Σ’ αυτό το γράμμα θα μου ζητάς συγχώρεση. Όχι απλώς μια συγγνώμη∙ θα περιγράψεις με κάθε λεπτομέρεια όλα σου τα λάθη, όλα όσα δείχνουν ότι δεν αξίζεις ακόμη τον τίτλο που διεκδικείς. Και πιο σημαντικό… θα μου εξηγήσεις με ποιον τρόπο θέλεις να σε τιμωρήσω.»

    Έμεινα να την κοιτάζω αποσβολωμένος. Η καρδιά μου σφιγγόταν, αλλά καιγόμουν να υπακούσω.

    «Θέλω ειλικρίνεια, Νίκο. Αν με απογοητεύσεις, θα το μετανιώσεις. Αν όμως είσαι αληθινός, ίσως σε ανταμείψω.»

    Έσκυψα ξανά το κεφάλι.

    «Θα το κάνω, είπα σιγανά. Στο υπόσχομαι.»

    Η Σοφία γύρισε την πλάτη της.

    «Φύγε τώρα. Δεν θέλω να σε ξαναδώ απόψε. Η αξία σου θα κριθεί στο χαρτί.»

    Έμεινα για λίγο ακίνητος, σαν να πάλευα να χωνέψω την εντολή. Ύστερα, πήρα τα πράγματά μου, με το βλέμμα χαμηλωμένο. Βγήκα από την πόρτα και ένιωσα το κρύο της νύχτας να με χτυπά.



    Το γράμμα του Νίκου
    «Κυρία μου,

    Γράφω με τρεμάμενο χέρι. Η καρδιά μου χτυπά σαν να πρόκειται να σπάσει. Απόψε με γονάτισες, με διέλυσες, και παρ’ όλα αυτά νιώθω πιο ζωντανός από ποτέ. Όσο περισσότερο με ταπείνωσες, τόσο περισσότερο κατάλαβα πόσο άδειος ήμουν πριν μπω στη σκιά Σου.

    Έβλεπα τον εαυτό μου δυνατό, ελεύθερο, μα ήταν ψέμα. Η ελευθερία μου ήταν βάρος. Μόνο κάτω από το βλέμμα Σου βρίσκω την αλήθεια. Κι αυτή η αλήθεια είναι ότι είμαι λίγος. Δεν αξίζω να Σου μιλάω ισότιμα. Είμαι φτιαγμένος για να υπακούω.

    Συγχώρεσέ με, Σε παρακαλώ, γιατί ακόμη και απόψε ένιωσα μέσα μου σκιές δισταγμού. Συγχώρεσέ με γιατί δεν έπεσα αρκετά χαμηλά, δεν υπέφερα όσο θα έπρεπε. Η αδυναμία μου είναι ντροπή για Σένα.

    Σε ικετεύω, πάρε με στα χέρια Σου όπως παίρνει κανείς ένα άμορφο υλικό και σμίλεψέ με. Μόνο μέσα από τον πόνο Σου θα γίνω αυτό που πρέπει. Μόνο μέσα από την ταπείνωση μπορώ να σβήσω τον εγωισμό που με λερώνει.

    Γι’ αυτό, Σου ζητώ την τιμωρία μου. Θέλω να με γονατίσεις σε μια γωνιά του σπιτιού Σου για ώρες, ακίνητο, με τα χέρια πίσω απ’ την πλάτη και το κεφάλι σκυφτό, μέχρι τα γόνατά μου να καίνε και η πλάτη μου να φλέγεται. Θέλω να με αναγκάσεις να κρατώ αυτή τη στάση μέχρι να καταρρεύσω από την κούραση, μέχρι να μην μπορώ να ανασάνω. Να με αφήσεις να λυγίσω, να τρέμω, και να με κοιτάς χωρίς οίκτο.

    Μόνο έτσι θα λυτρωθώ. Μόνο έτσι θα καταλάβω πως είμαι δικός Σου, ολοκληρωτικά.

    Κυρία μου, δεν έχω άλλη παράκληση. Μονάχα να Μη με αφήσεις χωρίς το βάρος Σου. Χωρίς την αυστηρότητά Σου δεν υπάρχω. Χωρίς τον πόνο που μου χαρίζεις, δεν έχω αξία.

    Σε ικετεύω… δέξου με, ταπείνωσέ με, διέλυσέ με, κι έτσι ίσως μια μέρα να σταθώ μπροστά Σου άξιος να λέγομαι σκλάβος Σου.

    Με αφοσίωση,
    ο Νίκος»
     
  3. bas

    bas Τέλος του παιχνιδιού - Πλήρης

    Εξαιρετικό, μπράβο, σε ευχαριστούμε!
     
  4. Ionic_Andy

    Ionic_Andy New Member

    Πάρα πολύ δυνατό κείμενο. Έντονος συναισθηματισμός και δέος.
     
  5. slave32

    slave32 Contributor

    ευχαριστώ πολύ