Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Μικρή αστυνομική ιστορία

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Afrodoxia, στις 9 Μαϊου 2026 at 14:04.

  1. Afrodoxia

    Afrodoxia Regular Member

    Πρωί πρωί κι ο παππούς είχε κέφια. Ξέρεις στη φυλή μου τι έκαναν τους κουνιστούς που δεν άκουγαν τους κουμπάρους, με ρώτησε. Τους μπήγαμε το καρφί στον κώλο!

    Ό γέρος έμενε στην παλιά μονοκατοικία με τον απίστευτο κήπο στο πίσω μέρος, πινελιά από εφηβαίο μέσα στην ζούγκλα των φωταγωγών της Αχαρνών. Τον ακολουθούσε μία άσχημη φήμη και οι μανάδες της γειτονιάς φοβέριζαν τα παιδιά τους ότι θα τα πάνε στον γύφτο.

    Περνούσα απέξω και με φώναξε μέσα από το παράθυρο. Κλαιγόταν ότι θα πεθάνει μόνος και τέτοια. Ξεκίνησα και πήγαινα και τον βοηθούσα, στην αρχή με τα ψώνια, μετά μ’ έβαλε να συμμαζέψω λίγο το σπίτι και πάνω απ’ όλα, κάτι που το ήθελα πολύ, ξεκίνησα να φροντίζω τον κήπο.

    Κάναμε καλή παρέα. Πίναμε μπύρες και τρώγαμε τα μεζεδάκια που έφτιαχνε. Εγώ δούλευα με τις ώρες να καθαρίσω τα παρτέρια και το απομεσήμερο είχα μία ψάθα να λουφάξω.

    Στο σούρουπο έβγαζε ούζο. Εκεί στο λιγοστό φως έβλεπα τη ψιλόλιγνη φιγούρα του να κινείται μέσα έξω σαν πνεύμα.

    Μοιάζουμε με τους Πρωτόπλαστους, είπα πάνω στο ούζο κι εκείνος για απάντηση μου αστράφτει το πρώτο μου χαστούκι!

    Έμεινα στήλη άλατος. Μου ήρθε το αίμα στο κεφάλι και ακούγοντας τα τρανταχτά του γέλια κατάλαβα τι μπορεί να σημαίνει φόνος εν βρασμώ ψυχής.

    Θέλεις – δεν θέλεις πουλάκι μου; Τι τα θέλεις, αν θέλεις παράδεισο έχεις και φίδι, είπε γελώντας και τα μουστάκια του.

    Δεν έχει άδικο, σκέφτηκα.

    Γιατί με χτύπησες, επέμεινα πάνω στο ορθολογιστικό εγώ μου.

    Αντί για απάντηση…

    Το δεύτερο χαστούκι έπεσε πιο φυσιολογικά – πώς να το πω, έπεσε πιο αναμενόμενα. Αλλά δεν θύμωσα, ούτε έκανα κάποιο συνειρμό.

    Στο τρίτο, το πιο απροκάλυπτο κι αποδεκτό…. η σπιρτάδα που άφησε στο πρόσωπο μπήκε μέσα μου.

    Χωρίς αντίσταση, σκέφτηκα. Χωρίς αντίσταση, είπα χαμηλόφωνα.

    Καλά κάνεις, γιατί γύφτοι καρφώσανε τον Χριστό, είπε και ήπιαμε.

    Μετά τα πρώτα χαστούκια δεν μου πήρε πολύ καιρό να καταλάβω ότι απέναντί μου είχα τον τελευταίο συνεχιστή του παλιού κόσμου αφεντικών και δουλικών. Στην ουσία με μάθαινε να αντέχω στον πόνο, στα βάσανα της ζωής, όπως έλεγε.

    Η δουλειά στον κήπο δεν τελείωνε. Στο λυκαυγές βγαίναμε στην πρασινάδα γυμνοί για να χαθούμε στις αφύσικες σκιές. Κάτω από ένα γκρίζο σύμπαν πολυκατοικιών είχαμε ένα κομμάτι γης να λασπωθούμε.

    Λένε ότι η επαφή με τη φύση στρέφει τον άνθρωπο προς νέους ορίζοντες. Βέβαια, μόνιμη έγνοια είναι μην πεταχτείς από τον παράδεισο.

    Αν είχα μία αποστολή στον κόσμο ήταν να συντηρήσω την παράδοση του αρκουδιάρη. Οπότε, αν έπρεπε να μάθω κάτι – κι αυτό στην εντέλεια – ήταν να χορεύω κυριολεκτικά στα κάρβουνα. Δεν θα ήταν εύκολη χορογραφία.

    Άκουγα non stop το τουμπερλέκι του γύφτου, ο ίδιος έπεφτε σε trance κι εγώ όρθιος ώρες κι ώρες, μέχρι το ίδιο μου το κορμί δαρμένο από τον ρυθμό να υπακούσει ή να καταρρεύσει.

    Καρβουνάκια κλέβαμε από τον Άγιο Παντελεήμονα.

    Όταν έμαθα στοιχειωδώς να λικνίζομαι στο ρυθμό, τα καρβουνάκια – παραδόξως – έδωσαν περισσότερη χάρη.

    Πουλάκια σαν εσένα τα πιάναμε πριν ν’ ανοίξουν τα φτερά, είπε, αλείφοντας με βάλσαμο τις πατούσες μου. Όλη τη ζωή του γύριζε στην περιφέρεια. Μέρος της δουλειάς ήταν να πιάνει πιτσουνάκια για τους καλοζωισμένους.

    Τελικά έδειξε να είναι ικανοποιημένος με το χορευτικό μου. Τώρα είχα και τρεις μεγάλους χαλκάδες να κρέμονται από τους λοβούς των αυτιών μου και τη μουσούδα μου.

    Ήταν αργά το βράδυ όταν μπήκαμε στο κακοφωτισμένο καφενείο με τη λιγοστή αρσενική πελατεία. Γεια σου Γύφτο με το αρκούδι σου, ακούστηκε η φωνή του καφετζή κι ένα χάχανο.

    Γεια και χαρά παιδιά, απάντησε ο γύφτος καμαρωτός. Τα λιγοστά νυσταλέα βλέμματα γύρισαν και με κάρφωσαν.

    Τ’ αρκούδι μαθαίνει να χορεύει στα κάρβουνα, είπε φωναχτά, και με μία κίνηση βγάζει τη γόπα που θεατρικά κρεμόταν στο στόμα μου και μου την καρφώνει στ’ αλήθεια στο στέρνο.

    Λικνίστηκα κι έβγαλα μία αχνή ανάσα. Με έσπρωξε να καθίσουμε στο βάθος. Φορούσα τοπάκι και είχα άλουστα μαλλιά – ξυπόλητος.

    Σε λίγο ένας εξηντάρης βαρβάτος πλησίασε και ακούμπησε το κομπολόι του στο τραπέζι. Η κοιλιά του σκέπαζε τον ορίζοντα. Ανάπνεε βαριά και κάπνιζε. Κάθισε και με κοίταξε στα μάτια.

    Ωραίο πράμα, ρε Τάκη, σφιχτό μουνί, έλα πιάσε κρέας, παίνευσε το εμπόρευμα μου ο γύφτος. Ανέβασα απαλά το τοπάκι να απλώσει την παλάμη του.

    Τσίμπα, τι κοιτάς, του είπε ο γύφτος.

    Σε λίγο καθόμουν γυμνωμένος κι αναστενάρης. Ευτυχώς έκρυβα τις μελανιές πίσω από τον όγκο του Τάκη. Πρώτα εξέτασε τη στύση μου για να αισθανθεί σιγουριά και μετά στριφογύρισα και τούρλωσα τα οπίσθια. Ο Τάκης πρώτα καψάλιζε χαμηλά το μπούτι με τον άσσο του και μετά από δύο ρουφηξιές τον έσβησε πίσω μου. Ένα δύο θαμώνες είχαν σταθεί πίσω του και έκαναν χάζι.

    Στη συνέχεια έκανε τον δύσκολο πάνω στην τιμή.

    Ο γύφτος μου είπε να σύρω να πάω στην τουαλέτα. Εκείνοι έμειναν να κλείσουν τη συμφωνία.

    Ευτυχώς το μπάνιο ήταν δίπλα, δεν έκανα πασαρέλα. Μπαίνοντας στο μπάνιο με ακολούθησε ο καφετζής. Με έπιασε σφιχτά από κάτω και μου είπε ότι θέλει να δουλέψω για αυτόν. Όσο με κρατούσε περίμενε την σωστή απάντηση.

    Είμαι του γύφτου, ψέλλισα. Μην ορκίζεσαι, είπε.

    Άνοιξε η πόρτα να μπει ο Τάκης, συνωστισμός.

    Ο Τάκης βογκούσε και ίδρωνε, έπεσα στα γόνατα αλλά ένιωσα την κοιλιά του στον αυχένα μου και αμέσως μετά το τεράστιο βάρος της ύπαρξης του να πέφτει πάνω μου σαν χιονοστιβάδα.

    Με χίλια ζόρια κατάφεραν να τον τράβηξαν από πάνω μου, τον πρόδωσε η μεγάλη του καρδιά…

    Στο αστυνομικό τμήμα προσπαθώ να τους εξηγήσω την ‘παράσταση’ μου. Τους δείχνω τα συμπράγκαλα πάνω μου, τα εγκαύματα. Κάποιος λέει πώς είμαι χαμένο κορμί.

    Τι ευτυχία θα ήταν κάτι τέτοιο, σκέφτομαι.

    Ποιος θα με μπατσίσει πρώτος, ρωτάω με χαρά.

    Έχουμε και καλύτερα πράγματα να κάνουμε, είπε ο αξιωματικός υπηρεσίας.

    Με άφησαν επτά το πρωί μετά από ολονύχτιο ταξίδι στη χώρα του καουτσούκ. Τα μεριά μου είχαν γίνει μία τεράστια φουσκωτή μελιτζάνα.

    Μπαίνοντας στο καφενείο ένιωσα κάτι από αεράκι όασης, κατάλαβα ότι φορούσα τοπάκι.

    Πλησίασα τον καφετζή πίσω από τον πάγκο ζητώντας έλεος κι έναν σκέτο.

    Για τις επόμενες ώρες η τουαλέτα θα ήταν εκτός λειτουργίας... Έβλεπαν τον κώλο παραμορφωμένο και ενθουσιάζονταν…

    Κάθισα το μεσημέρι να πάρω μία ανάσα. Παρακάλεσα για λίγο ούζο. Ο καφετζής ήθελε να κάνει τον σπουδαίο σε έναν κουστουμαρισμένο και εκεί μπροστά του μου σφίγγει τα μπαλάκια, λέγοντας ότι ένα σοκ χρειάζεται η χώρα για να σωθεί.

    Κατάλαβα ότι θα άφηνα κι εγώ την τελευταία ανάσα στην τουαλέτα. Ο κουστουμαρισμένος ήταν αστυνόμος. Με πήρε και βγήκαμε έξω. Μπήκαμε σε ένα ιδιωτικό όχημα με οδηγό και ξεκινήσαμε.

    Καθ’ οδόν μου είπε ότι σήμερα ο γύφτος το πρωί είχε βρεθεί δολοφονημένος στο σπίτι του. Με ρώτησε αν είχα ακούσει να έχει προβλήματα με κάποιον. Ένιωσα έναν σπασμό στο στομάχι και ένα παράπονο να γίνεται ποταμός από δάκρυα. Μετά ο σπασμός με κυρίευσε και διπλώθηκα πάνω στο κάθισμα, πέφτοντας πάνω στον αστυνόμο. Ήταν σαν βράχος το κορμί του.

    Παρκάραμε σε ένα υπόγειο πάρκινγκ στους δρόμους κάτω από την Ομόνοια και εκεί, στο σκοτάδι του δευτέρου υπογείου, ο οδηγός του αστυνόμου μου πέρασε χειροπέδες, με έριξε στο καπό και ξεκίνησε να με ξυλοφορτώνει, για ώρα και μεθοδικά. Το πιο δύσκολο ήταν να σηκωθώ με τα χέρια δεμένα. Αλλά περίμεναν, έκαναν τσιγάρο, τα έλεγαν και ξανά πάλι.

    Προφανώς δεν είχα τίποτα να πω για την υπόθεση.

    Στο τέλος πήρε μία πετσέτα από το μπροστινό κάθισμα και με καθάρισε. Μπήκαμε πάλι μέσα στο αμάξι και στο φως της ημέρας.

    Στην Κυψέλη κατέβηκε ο αστυνόμος κι εγώ, το αμάξι προχώρησε.

    Στο διαμέρισμα του αστυνόμου πλύθηκα και προσπάθησα να φάω κάτι καλαμάκια από το ψυγείο. Δεν πήγαινε κάτω τίποτα. Ικέτεψα για λίγο ούζο.

    Ο άνθρωπος ήταν μεσαίου αναστήματος και σωματώδης. Όσο έκανα μπάνιο είχε βγάλει το σακάκι και ήταν με το πουκάμισο. Εγώ φορούσα το άσπρο μπουρνούζι του.

    Δεν θυμάμαι το σώμα μου να καίει τόσο πολύ. Κάποιες πληγές συνέχιζαν να ματώνουν, σηκώθηκε και μου έδωσε βαμβάκι.

    Μάλλον πεθαίνω, του είπα.

    Μάλλον ναι, απάντησε και μου έδειξε το υπνοδωμάτιο. Πήγαινε να κοιμηθείς, είπε με στρατιωτική φωνή.

    Δεν ξέρω πόσες ώρες κοιμήθηκα, αλλά ανοίγοντας τα μάτια είδα τον οδηγό σαν τον χάρο από πάνω μου.

    Λοιπόν, θυμήθηκες τίποτα. Τον κοιτούσα αποσβολωμένος. Για τον γύφτο, τον φόνο, μου είπε.

    Δεν τολμούσα να κουνηθώ, να πιάσω το κορμί μου.

    Έλα σήκω, μου είπε και με άρπαξε από τα μαλλιά. Με έσυρε μέχρι το σαλόνι και με πέταξε στο πάτωμα. Ήταν ένας μυώδης κοντός, με φουσκωμένα παντελόνια και σταθερά δυνατή χειρολαβή.

    Από την κουζίνα βγήκε ο αστυνόμος με δύο καφέδες, ντυμένος στα καλά του, όπως χθες. Και πάλι ξεκινήσαν να βλέπουν το ίδιο έργο, όπως χθες. Αυτή τη φορά ήταν απερίγραπτα πιο επώδυνο, με τις πληγές στο κορμί μου κρύες.

    Σαν σκουλήκι προσπάθησα να τον αγγίξω ερωτικά, μία ύστατη προσπάθεια να ζήσω. Το κατάλαβε και με άφησε. Ξεκίνησα να τον ξεκουμπώνω απέναντι ακριβώς από τον αστυνόμο.

    Όσο τον περιποιόμουνα έπιναν τον καφέ τους και τα έλεγαν σαν δύο καλοί φίλοι στον καναπέ. Μετά ο αστυνόμος έβαλε Αντένα, αλλά ο οδηγός δεν έλεγε να τελειώσει – όσο κι αν πάσχιζα.

    Μετά από μία ολόκληρη ώρα, σταμάτησα. Βαρέθηκα, του είπα.

    Σηκώθηκε, ανέβασε τα παντελόνια του κι έφυγε.

    Θεέ μου, δεν ήθελα να τον προσβάλω, είπα στον αστυνόμο, που είχε αφοσιωθεί στο μουνί κάποιας τηλεπερσόνας.

    Γύρισε ξαφνιασμένος και με κοίταξε. Σηκώθηκε και πήρε την χθεσινή πετσέτα, την έβρεξε και άρχισε να περιποιείται τις πληγές μου. Επιθεώρησε καλά καλά το κορμί μου για σπασίματα, ραγίσματα και μολύνσεις, άνοιξα τα σκέλια μου, με είδε από κάτω – όλα καλά. Δηλαδή, έχω διάφορα αλλά δεν θα πεθάνω.

    Πάρε κάτι να φας, σου αρέσει ο Λευτέρης, με ρώτησε.

    Ποιος;

    Το παιδί που μόλις έφυγε.

    Πώς, ξεφώνισα. Με έχει σκοτώσει στο ξύλο, διαμαρτυρήθηκα.

    Αφού δεν μιλάς, μου λέει.

    Τι να πω;

    Ότι ξέρεις ποιος σκότωσε τον γύφτο, είπε τώρα σοβαρά ο αστυνόμος.

    Κουλουριάστηκα στα πόδια του, ερεθισμένος.

    Εντάξει, αστυνόμε, με πήρες στο σπίτι σου, με έβαλες στα σεντόνια σου και μου σκουπίζεις τις πληγές. Δεν θα φανώ αχάριστος, ειδικά σε κάτι που ήδη ξέρετε. Ο καφετζής πήγε το πρωί ενώ κρατούσα απασχολημένο τον κόσμο. Αυτό ήταν το σχέδιο του για να με βάλει στη δούλεψή του. Δεν τον πίστεψα, όταν όμως μου είπε: μην ορκίζεσαι, ανατρίχιασα. Το ίδιο μου είχε πει την προηγούμενη νύχτα και μέσα σε λίγες ώρες είχα βρεθεί να δουλεύω για αυτόν. Τον ικέτεψα να μην κάνει καμία τρέλα, αλλά φώναξε έναν λιμοκοντόρο να κάνει κουμάντο όσο εκείνος θα πεταγόταν για μία δουλειά.

    Ο αστυνόμος πήρε ένα τηλέφωνο και άλλαξε κανάλι.

    Σε λίγο μπήκε ο Λευτέρης αεράτος. Με άρπαξε από τα μαλλιά και με πήγε μέσα.

    Καθώς με κάρφωνε δυνατά άκουσα τον αστυνόμο να του φωνάζει να τελειώνει γρήγορα.