Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ο πόλεμος της Τροίας

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Ηλίας, στις 19 Αυγούστου 2025.

  1. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    (Κάποιος, ίσως ο πιο ισχυρός που έχω συναντήσει μέχρι τώρα, καθώς τον κατουρούσα πάνω σε έναν ύφαλο μου είπε πως χειραγωγώ τους πάντες και τα πάντα ώστε να δημιουργώ συμβάντα, να εμπνέομαι από αυτά και μετά να γράφω.

    Του είπα πως βρίσκεται ανάσκελα, στη μέση του ωκεανού και εγώ όρθιος μπροστά του δέντρο να θυμίζω. Αν δε σπαταλούσε το χρόνο του ώστε να κοιτά εμένα, τότε δε θα έχανε το δάσος που από πίσω μου στεκόταν…

    Η συνέχεια μετά το τέλος..
    )


    Στην τάξη της Δευτέρας τον κόσμο κατακτάς με το σταυρό στο χέρι.

    The Replica’s war, threat η μέρα.

    Για κάθε άσημη Ελένη υπάρχει και μια ωραία Τροία.

    Στην ακρόπολη της Ιλίας, εκεί που για τα κοτσύφια πορτοκαλί τα φώτα που φορούν, η AwwA έστεκε με του χαμού το γέλιο στις επάλξεις του Μαύρου Πύργου. Τα διάφανα σχεδόν του αοράτου πέπλα, της αράχνης φαρμακωμένα υφαντά, τα μόνα που κρύβουν τη γύμνια στο κορμί της.

    Δίπλα της ο Κέρβερος, φύλακας, ευνούχος και πιστός.

    Max the doG is dead.

    Η AwwA σε αυτήν την έκδοση πιστή ποτέ. Ο άνδρας της ο πρώτος και τώρα…

    -Ρε κρατάς; Ο Ένα.

    Η Μία, η πρώτη πόλη που με τη δύναμη του νερού και του ανέμου ο Ένα γκρέμισε την AwwA για να πάρει. Η πόλη του πειρατή Λεμέναου, με τον οποίο κλέφτηκε η AwwA, για τη μεγάλη πΕνα.

    Φύσηξε αέρα και νερό και όταν μέσα μπήκε ο Ένα τον Λεμέναο, βρήκε μόνο του να κλαίει. Η AwwA τον είχε παρατήσει για τον ωριαίο και αμφιλεγόμενο Paris, που η ομορφιά του θα έριχνε και εμΕνα.

    Τη Δύο, του Paris τη λαξεμένη πολιτεία, ο Ένα με έγερση και δόλο γονάτισε και έσχισε, μα όταν το ρήγμα της διέσχισε το γερμένο Paris βρήκε μοναχό του. Βουτηγμένος στη θλίψη του…

    -Ρε κρατάς ή εγώ θα πέσω;

    …που τον παράτησε η AwwA για τον Αρχι τέκτονα τον Λεξ που η ευφυΐα του θα σαγήνευε κι εσΕνα.

    Να σου τώρα ο Ένα να πολιορκεί τη ξακουστή τη Τροία, την πόλη των θαμάτων για να πάρει πίσω την AwwA που παραδόξως ακόμα μέσα ήταν…

    Μέσα στην κάμαρη του Λεξ, το κρεβάτι του μεγάλο, με ουρανό και της Αριάς θεμέλια. Ο Λεξ τα μάτια του ανοίγει, αλλά που βρίσκεται δε ξέρει, το τελευταίο που θυμάται ο θάνατος του Boo και…

    -Τώρα;

    Μέσα στην καμάρα εισβάλλουν τεράστιες και με του ανθρώπου τη μορφή, του Άρχοντα οι μύγες.

    -Αφέ, αφέ, αφεντικό, ο Ένα ήρθε με πεσκέσι την Ιόλη. Την πύλη σφυροκοπά με τράγους και κριούς, πολιό και κριτικούς. Την AwwA πίσω θέλει και στη θέση της προσφέρει ως δούλα την Ιόλη.

    Ο Λεξ ξένος σε όλα αυτά, μέχρι που το όνομα της AwwA ακούει, τότε μέσα του σαν κάτι να ταιριάζει, κλειδί, γρανάζι ή μικρό τουβλάκι που τον πόθο του ξυπνά, μαζί με τον πόνο και την αφόρητη τη Ζήλια.

    Της ειρήνης τα φιλικά του συναισθήματα κυριεύει η μανία, ο φόβος και η οργή…

    -Δική μου είναι!!! Είναι; Μία η λαχτάρα, το κεφάλι του Ένα να δει παλουκωμένο. Μία η φωνούλα, μικρή και μακρινή, του φωνάζει μα τη λες αδύναμη.

    -Τι κάνεις; Εσύ ο Λεξ ο ειρηνοποιός και αυτά είναι παιχνίδια των Θεών. Το λάθος και κακό εσύ να διαπράξεις και στην αλόγιστη τη βία τον κόσμο να πλαντάξεις. Αλλά τι τιμή έχει μια φωνή…

    -Που είναι;

    -Ο Ένα; Στην πύλη…

    -Όχι! Η AwwA που είναι; Η μικρή και της ματωμένης της καρδιάς μου λατρεμένη.

    -Στις επάλξεις και με Χάρη του κουνιέται.

    Σώβρακο να φορέσει δεν προλαβαίνει ο Λεξ. Το μισό μέσα και…

    -…σε μισώ εσένα που μου έρχεσαι απ’ όξω! Στις επάλξεις του Μαύρου Πύργου με άλμα πρώτος φτάνει. Στο χρόνο πίσω, χρησιμοποιώντας το παράξενο σκοτάδι, πιο γρήγορα από το φως.

    Ακολουθεί η AwwA που δεν τον βλέπει και το κορμί της στη φλόγα της ανά και παραγωγής, απρόβλεπτα στη νύχτα το δωρίζει.

    Να σπάει στη σκιά και στο παρόν σα πόρνη να λυγιέται. Μαζί της του στρατού τα κύματα που κτυπούν το άμοιρο της πύλης ξύλο. Μαζί της και ο Ένα που ρυθμικά με το δόρυ παίζει και της φωνάζει να κατέβει…

    Poly όρκο das τη Τρ( )ία

    -Ένα ήρθε! Πριν το “η» τον κυματισμό του τεντώσει τον τόνο για να αγγίξει και με δύναμη το ακουστικό τύμπανο με βιας χτυπήσει, το κύκλο του γυρνά και την AwwA βλέπει.

    Ένα ταξίδι που με λύτρωση τελειώνει με αρχή…

    Μια παγωμένη του χρόνου στιγμή.

    Ζωή σα μήλο. Ο θάνατος της! Η της ψυχής της αντιγραφή με χρώματα στο φως του ήλιου. Η επικονίαση. Η άνθηση, η νέα AwwA, ανατροπή και τώρα πια ελεύθερη. Στο παρελθόν μια ξένη, στο παρόν μια διχασμένη φιγούρα και στο μέλλον…

    Η AwwA τους ήχους των κριών, που ψυχαναγκαστικά τα κεφάλια τους χτυπούν στα σκληρά της Τροίας Τύχη, ακολουθεί ως άσπρο μαύρο καθώς το κύμα της ζωής στα καπούλια αγγίζει.

    Από λιμάνια πέρασε πολλά. Γκρίζα, καφετιά, κόκκινα, γαλάζια, με έναν ή πολλούς και στο τέλος πάντα αυτή να φεύγει.

    Στο μέλλον άλλα τόσα θα περάσει, αλλά το Μηδέν του Ένα, αυτό που αγάπησε, της λείπει και δε θε ποτέ να χάσει.

    Με το βλέμμα της χτενίζει τα βρώμικα και σώματα υγρά των άγριων του Ένα plus πολεμιστών και τη βελόνα αναζητά του καθαρού του Ένα. Μαζί της οι μέλισσες κυρίες των τιμών, να βομβούν ολούθε της.

    -Να ‘τος αρχόντισσα μου! Ο Ανόθευτος, ο καθάριος, το πρωτότυπο. Μα πριν το Να στο ομφαλό της φτάσει, η εικόνα στα μάτια της ξαπλώνει.

    Αυτός κοιμάται και αυτή αναρωτιέται, πόσο ήρεμος και γαλήνιος δείχνει, που είναι το τέρας, που μπορεί να τη εντυπώ ξαφνιά τρομάζει τώρα;

    Την επόμενη στιγμή μαζί του μονού το πάτι να ακολουθεί στα χνάρια της Αλίκης. Κόσμος γύρω τους που τρέχει, μ’ αυτή δε βλέπει και τον αγκαλιάζει μέχρι οι σφυγμοί τους να συγχρονιστούν.

    Η καρδιά της σταματά. Τα φτερά των μελισσών brake κάνουν. Το τρένο επίσης πριν τη σύγκρουση, κάπου εκεί κοντά η ροή σε μια κλεψύδρα, ο χρόνος αποσυντίθεται και τα πάντα παγώνουν…

    …εκτός από τον Λεξ.

    Στα μάτια του πάνω η κόκκινη ντυμένη στα ροζ χορεύει. Πώς μπορεί η βία να είναι τόσο θηλυκή, όμορφη, διακριτή και εύθραυστη;

    Μια ανάμνηση δική του ή από αυτούς γραμμένη; Είναι δική σου ιστορία, αν άλλος είναι ο δημιουργός της;

    Ένα κοράκι στον αέρα παγωμένο ΑΛΛΑ Πόε να απαγγέλει, με το ένα του φτερό ασημί και το άλλο ροζ.

    Δολοφόνοι τραγωδοί και της αναστάσεως η θεία παρωδία, από σκιές του πριν θεοί. Κόλαση στη γη, αλλά αυτή παντός καιρού ατρόμητη.

    Τα ροζ πέταλα πετά, το στήθος της αποκαλύπτει, το κοράκι να αντισταθεί δεν δύναται και νυχιές πάνω στο αλαβάστρινο λευκό αφήνει.

    -Μου πάει; Στα λευκά της άνθη, από τα πληγωμένα της κεράσια άλικες του αίματος σταγόνες…

    -AwwA;

    -Ναι;

    -Εσύ;

    -Πάντα εγώ…στο πριν η προβολή, στο τώρα μια ψευδαίσθηση και στο μέλλον σιγουριά… Λέξεις που χάνουν τα χρώματα τους καθώς ξυπνάει από το λήθαργο.

    Η AwwA τον Ένα να κοιτά με πάθος και λατρεία.

    -Πώς μπορείς άλλον από ‘με να να αγά να πας; Η εικόνα σαν σφαίρα πέφτει στην καρδιά του και η απώλεια στραγγίζει την όποια του ελπίδα.

    Στις τελευταίες του σταγόνες αρπάζεται και οδηγίες δίνει στους εκτελεστικούς του ναυτικού.

    Δεκάδες τα πλοία της φωτιάς που τον στόλο του Ένα παγιδεύουν από πίσω και στα πλοία του μεταφέρουν τη πυρ και κάργια. Η στιγμή τε και λιώνει και ο χρόνος ξανά ρωτά;

    -Ρε κρατάς ή στο μέλλον ‘γω θα πέσω;

    Στις ακτές οι φλόγες, στο ενδιάμεσο τα ξύλινα πλοία και κυκλάκια του Ένα και κάτι. Στο τέλος η AwwA που τα πέπλα της απλώνει στον Ένα να ανέβει να γλυτώσει.

    Ο Ένα πίσω του κοιτά και τη φωτιά που τον πλησιάζει θωρεί και με άγρια χαρά γελά.

    -Ό,τι πρέπει. Τώρα ο στρατός του, μην έχοντας άλλη διέξοδο με απελπισία σφυροκοπά τη πέτρα και το ξύλο.

    Στις τρύπες των τειχών τα κόκκαλά τους μπήγουν και σκαλιά για άλλους γίνονται. Ήχοι από κόκκαλα που σπάζουν, φωνές ηρώων που δεν ακούγονται, η άμυνα της πόλης λυγίζει και…

    …η στιγμή ξανά παγώνει. Ο χρόνος σβήνει, γράφει και ξανά τη μελωδία δοκιμάζει.

    Των θεών τερτίπια, των θνητών πληρώματα…

    Σε μία του μαζό τη νέτα, στο επίπεδο των έξι, ο Νίκος και ο Silver τη γεωγραφία απολαμβάνουν σ’ ενός του χρόνου δέντρου.

    Ο χρόνος απροσδιόριστος στο νησί του Zero. Ίσως κάτι να κατέχει από το πριν, το τώρα και το μέλλοντα του Νίκου.

    -Ό,τι και αν διαλέξω;

    -Άλλη κατάληξη θα είχε το τέλος ενός θνητού από το θάνατο;

    Τα κλαδιά του δέντρου από τις ρίζες ξεκινούν και τελειώνουν κάπου στα άναστρα ουράνια.

    -Ποιο το καλύτερο κλαδί;

    -Για ποιον; Ποια; Και ως προς τι;

    -Στο σύνολο;

    -Αυτό που στο τέλος κρίνει; Αν η καλύτερη στιγμή ήταν στις αρχές και στοίχισε πολλά; Αν από την άλλη μικρές του απολύτου οι αποκλίσεις, μικρές και οι εμπειρίες; Τι κρίνεις ως καλύτερο;

    -Αυτό που αυτή στο τέλος της θα πει.

    -Γιατί το τέλος το δικαίωμα να έχει και όχι η αρχή; Λόγω του τρόπου που κοιτάς;

    Ο Νίκος ανήσυχος, αβέβαιος, τα αυγά πάνω στα οποία περ πατεί, δόντια βγάζουν. Αισθάνονται την αδή να μία του…

    -Όποιο και αν διαλέξεις σ’ αυτό θα πρέπει να σταθείς πιστός έως το τέλος του.

    -Γιατί;

    -Πώς το μέλλοντα θες εσύ να ξέρεις, αν συνεχώς τον κυνηγάς και τον αλλάζεις;

    Ο Νίκος έφηβος της ορμής, της τόλμης νέος, γέρος και γενναίος.

    -Θέλω να δω!

    -Ποιο;

    -Όσα περισσότερα μπορώ. Ο Silver πένθιμα και μελαγχολικά με το καλαμάρι του χορεύει.

    -Γίνεται αυτό! Στα κλαδιά και στα κανάλια σαν κολυμβητής να τα διασχίζεις και σαν πουλί από τον ένα δρόμο στον άλλον να πετάς, για όσο θέλεις.

    -Δίχως αλλά; Ο Silver πριν απαντήσει το τραγούδι του λιγώνει με κρασί βαρύ και μέλι.

    -Δεν είναι το αλλά αντίτιμο, αλλά της προστασίας ο μανδύας. Όταν θα διαλέξεις, τα άλλα θα αποχρωματιστούν και σαν όνειρα ή της φαντασίας πια τα έργα μέσα σου θα μένουν.

    -Το δέχομαι. Ο Silver το μάγουλο αγγίζει και ο Νίκος από το Α και το Ω, ‘ς σημείο κυκλικό, στο δέντρο κολυμπά.

    Χρόνια πολλά πετούν.

    953 δισεκατομμύρια απ’ αυτά μετά, ο Νίκος του μιλά.

    -Διάλεξα !.!

    Από ένα άλλο των βιβλίων σύμπαν…

    “Το Κάστρο”

    Από ένα άλλο του χρόνου το ακτίνιο..

    Μέρα 64η

    -Θα μου πεις τώρα ποια είναι η σωστή απάντηση, σε κάθε ερώτηση; Αυτή που με τη σοφία του απείρου, για πάντα την δική μου ψυχή θα πληρώσει.

    -Όλες. Κάθε απάντηση που μπορείς να δώσεις, σωστή είναι. Και ο Πόθος σηκώνεται, την πόρτα ανοίγει, το χώρισμα διαπερνά και την πύλη κλείνει.

    -Η Αθηνά τον κοιτάει, στην αρχή σα μικρό παιδί. Λίγες ώρες του μετά, ε και Φοίβη, αργότερα γυναίκα, στην τέλος του 24ώρου, ελλειπτική της γης τροχιά, το κεφάλι της γέρνει στο μαξιλάρι και…

    …λίγο πριν τον ύπνο τον εαυτό της συναντά και μαζί μιλούν…

    -Το κάθε σημαίνει παιδί και θρέμμα του απείρου και μέσα του θα βρω, άπειρους κόσμους σαν και το δικό μου;

    -Ναι.

    -Υπάρχεις και εσύ;

    -Κι εσύ.

    -Πώς μπορώ μαζί μου να μιλήσω;

    -Αν εσύ είσαι, τότε την ωριμότητα θα έχεις ώστε να μιλήσεις στον εαυτό σου. Οι λέξεις με το χρόνο ξεθωριάζουν και μετά η Αθηνά…

    …κοιμάται.

    Στον κόσμο του “Max”, ξυπνά ως Φοίβη. Από φωνές γυναίκειες, που στην αρχή μοιάζουν σαν κάποιον να σχίζουν ή και να ακρωτηριάζουν…

    Η ομορφιά της AwwA επική, ενώ ο ερωτισμός που εξέπεμπε ρωγμές δημιουργούσε σε κάθε αντίσταση, με ή δίχως φύλο. Ψηλή και αγέρωχη, το φως να σκαλώνει πάνω στις αψεγάδιαστες καμπύλες της.

    Στο πρόσωπο της, το χάρισμα της Μέδουσας. Όταν την κοιτούσες η πραγματικότητα σου βάρος ήταν, που σε παράσερνε στον άφωτο βυθό της κρυφής σου φαντασίας. Αν ήσουν ελαφρύς, ήσουν και καταδικασμένος.

    Ικανή ώστε να καρπίσει κάθε είδους βάλανο. Ο Δούρειος του Ίππος όπως από πόθο την φώναζε ο Ένα, την στιγμή που πάνω στην ορθωμένη του αιχμή κάλπαζε καθώς τον καβαλούσε.

    Έτσι φρενιασμένα κάλπαζε απάνω του και τώρα, μία μαινάδα και άγρια αμαζόνα.

    -Πιο δυνατά σου λέω πάρε με ! Το κεφάλι της ρίχνει απέναντι από το δικό του και από τα μαλλιά τον πιάνει. Πρόσωπο με πρόσωπο, τα μάτια να κοιτούν δίχως χρόνο μεταξύ τους. Με μανία τα τραβά, να τον πονέσει, να τον εξοργίσει και αυτός μετά να την πονέσει.

    -Σκίσε με !! Την πετάει προς στα πίσω. Δεν πέφτει όμως, κάθετα στέκει στο κορμί του πάλι καθώς τον σφίγγει με τους μηρούς της. Τις φλέβες της βλέπει ο Ένα να πνίγουν και να βαστούν τους μύες.

    Φλέβα, τένοντας ή φίδι είναι αυτό που στον λαιμό ουρλιάζει;

    Χαμογελά στον πόνο, ε αυτό κυριαρχεί, το χατίρι δεν της κάνει. Όταν η Φοίβη και αδερφή της σε απόσταση καλή βρίσκεται ώστε να μπορεί να ακούσει, η AwwA πάντα υπερβάλλει.

    Γιατί του υπέρ βολή όταν αληθινό μπορεί να γίνει;

    Το τσεκούρι του με την αιχμή του απαλά ακουμπά πάνω στο κορμό της.

    Αυτός φωτιά παίρνει και πάλλεται.

    -Πιο δξυν… Σάλια και υγρά, βροχή καυτή με πάθος τον χτυπούν, από πύλες διάφορες.

    Το τσεκούρι του σηκώνει και χτυπά τον κορμό με δύναμη. Μια σχισμή ανοίγει. Η AwwA ανάσα παίρνει, το στήθος της γεμίζει, αλλά την κρατά και δεν ουρλιάζει.

    Με τα νύχια στο στήθος του γραπώνεται. Το τσεκούρι πιο ορμητικά τώρα κατεβαίνει και χτυπά. Η σχισμή ανοίγει κι άλλο.

    Και χτυπά. Κι άλλο. Χτυπά. Κι άλλο. Χτυπά. Κι άλλο. Μέχρι που η AwwA δεν αντέχει άλλο και ουρλιάζει με όλη της τη δύναμη. Οι τένοντες φτάνουν στα όρια τους.

    Άραγε να μπορούν να σπάσουν;

    Τα πουλιά σε ακτίνα χιλιομέτρων σιωπούν. Τα αρπακτικά λουφάζουν.

    Έλεος κανένα δεν της δείχνει. Συνεχίζει να χτυπά, ξανά και ξανά, ακόμα και όταν αυτή πάνω του λιποθυμά και η μήτρα στα δυο ανοίγει…

    Τότε το ζώο μέσα της ξυπνά και αναλαμβάνει. Ορθώνεται, τα χέρια της μακριά από τα γκέμια και προς την κορφή ελεύθερη καλπάζει…

    Η Φοίβη άκουγε την AwwA. Την τρόμαζε η αδερφή της.

    Όχι με το ύψος.

    Όχι με την απαράμιλλη ομορφιά της, ούτε με την παράσταση που έδινε, αλλά γιατί μόνο αυτή είχε δει, σε κάποιες στιγμές μοναδικές, τον πραγματικό της εαυτό.

    Ήταν παιδιά μικρά και η AwwA με λεπίδια χάραζε με μανία πάνω στη σάρκα του παπύρου. Από τα μάτια της φως έρρεε, αίμα και σκοτάδι.

    -Γιατί; Την είχε ρωτήσει τρομαγμένη.

    -Δε ξέρεις ! Παράτα με !!

    -Τι; Η AwwA προς το μέρος της γυρνά με τα λεπίδια να την κοιτούν, η Φοίβη ένα βήμα κάνει πίσω.

    -Δεν μπορεί να διανοηθείς, τι σημαίνει από σώμα σε σώμα να ταξιδεύεις, αλλά η ύπαρξη σου πάντα φυλακισμένη να είναι στη φλέβα του λειψού.

    -AwwA;

    -Σκάσε !

    Το βράδυ όταν η AwwA ήρεμη κοιμόταν, η Φοίβη αθόρυβα δίπλα της γλίστρησε και από τα χέρια της το πάπυρο αφαίρεσε.

    Μέσα του χαρακιές που ξεκινούσαν παράλληλα και σαν καρκινικός κισσός έπλεκαν και έπνιγαν το καρβουνιασμένο υπόβαθρο. Σ’ ένα ξέφωτο, της μουτζούρας το λευκό ξεπρόβαλλε η AwwA με σώμα μελαμψό και ξένο και του αρπακτικού το βλέμμα…

    Το κεφάλι της η Φοίβη τινάζει, τις αναμνήσεις μακριά να διώξει. Η AwwA στον οργασμό της φτάνει με νότες σε χορδές του τσέλου σφιχτά δεμένες κι ανάσες ιδρωμένες.

    Η Φοίβη αναστατωμένη. Από τον κόρφο καραβάνι της ξηρασίας ξεκινά, το άνυδρο ρέμα διασχίζει και στο τρίγωνο του κόλπου βουτά και ξεδιψά.

    -Δεν είναι δυνατόν ! Σηκώνεται και αρπάζει, το αέρινο πανωφόρι φτιαγμένο από επεξεργασμένο δέρμα σκλάβου και τις καμπύλες στο κορμί της κρύβει και σκεπάζει. Βγαίνει έξω τρέχοντας.

    Ήχος κανένας δεν την προδίδει, από τους φύλακες της πύλης του Κάστρου ξεφεύγει και δε σταματά της βίας το ρυθμό στο περπάτημα της, μέχρι που το Κάστρο από μακριά πια τηρά.

    Όγκος δυσοίωνος με μάτια πύρινα.

    Γέρικος ο κορμός που στα πόδια της ξαπλώνει. Υγρή και τραχιά η θωπεία του, όταν πάνω του λαχανιασμένη θρονιάζεται.

    -Αϋπνίες; Το πνεύμα της τινάζεται, το σώμα όμως πειθαρχεί στη θέληση της. Προλαβαίνει να ακούσει, να ψάξει, να αναγνωρίσει, να προετοιμαστεί, το γλυκό της το χαμόγελο να φορέσει και να τον καλώς ορίσει.

    -Οδυσσέα;

    -Φοίβη. Τη θωριά του όμορφη δε θα την έλεγες. Αδιάφορη σίγουρα, να μην τον βλέπεις έως που τα μάτια του συναντούσες, της ψυχής τα φινιστρίνια και αν ήθελε σου επέτρεπε να δεις, το κτήνος που μέσα του κρυβόταν.

    Στα πηγάδια να βουτάς και εκεί να θες πέσεις με μάρτυρες τα αστέρια.

    Της άρεσε και ο Οδυσσέας το ήξερε, όπως επίσης πως και αυτό επίσης γνώριζε. Ελάχιστα από τις σκέψεις θα μπορούσαν από αυτόν να διαφύγουν.

    Παρόλα αυτά διακριτικά ελισσόταν καθώς προβάδισμα της έδινε, για χάρη του χορού.

    -Όχι αϋπνίες. Η AwwA… Ο Δυσσέας γέλιο βραχνό, ατόφιο καθαρό και μια παύση, αφήνει να κυλήσει. Τις άμυνες η Φοίβη να χαλαρώσει…

    -Μέχρι εδώ την άκουσα και εγώ και ο θλιμμένος Μπούφος. Το τραγούδι του σταμάτησε κι αυτός να την ακούσει.

    Η Φοίβη το τέχνασμα του αντιλαμβάνεται. Γιατί όχι; Τα παράθυρα της ανοίγει και αβίαστα γελά. Νερό χαρούμενο κυλά, δίχως κάστορες ή φράγματα.

    -Να την προσέχουν όλοι…

    -…και να την ακούνε επίσης. Ιδίωμα αυτών που κάτι έχουν στον κόσμο να αναγγείλουν.

    -Στον κόσμο; Η Φοίβη τον κοιτά ευθεία. Ο Δυσσεύς πλάγια και τις λέξεις του λειαίνει.

    -Πιστεύεις πως η AwwA, θα μπορούσε σ’ ένα Κάστρο, για πάντα να κοιμάται;

    Κανείς δεν απαντά. Μήτε η νύχτα που μαζεύει τη δροσιά της και αποσύρεται αργά από πάνω τους…

    -Σ’ αγαπάει ο Ένα, AwwA. Η Φοίβη με τις λέξεις μαζί τη χορδή τεντώνει.

    -Ναι, όπως ο πατέρας τους καρό του σκλάβους.

    -Πύργο! Τι λέω; Κάστρο μεγάλο έφτιαξε από τα κόκκαλα των σκλάβων για πάρτη σου. Σημαδεύει το μαύρο και το βέλος της αφήνει. Το σφύριγμα του το βέλος προσπερνά και στο κορμί βαθιά του σκλάβου, για της καρδιάς το θησαυρό καρφώνεται.

    -Όπως ακριβώς και ο μπαμπάς τους σκλάβους. Τους ταΐζει, τους ποτίζει, τους κοιμίζει σε αστακού κλουβί και όταν αυτοί πια του άχρηστου πια γίνουν, τους αμολάει για κυνήγι.

    Ο σκλάβος τσιμουδιά, δίχως ανάσα ή ελπίδα, δίχως νάρκη ή δράμα πέφτει χάμου. Η Φοίβη το άλογο γυρνά. Το ένα του κεφάλι της AwwA να κοιτά και το άλλο στο έδαφος να ψάχνει για πετρέλαιο.

    -Δε μπορείς να συγκρίνεις αυτούς με εμάς AwwA. Αυτοί είναι ζώα.

    Δεν κοιμήθηκε καλά την τελευταία της νυχτιά η Φοίβη. Αγωνία, εφιάλτης ή προμήνυμα Μορφέα;

    Την AwwA στου Γου το λόφο ψηλά την είχανε σταυρώσει.

    Ξύλα τριανταφυλλιάς από κάτω. Σαν μάγισσα την καίγανε.

    -Σταματήστε ! Η Φοίβη σε βοήθεια να καλεί και να φωνάζει, μα ο Ένα στα πόδια του λόφου να βρισκόταν και να πάλευε να ανέβει. Με το ζόρι τα κατάφερνε και ας γλιστρούσε, μα πριν τη κορυφή τους πρόποδες και πάλι.

    Τα πάντα στη δύσης το κόκκινο το χρω να βάφονται και η Φοίβη στον ωκεανό του αορίστου να μη τολμά.

    Μια φωνή ἐν τῇ ἐρήμῳ…

    Να αποδεχθείς αυτό που το χάος σου προσφέρει.

    -Όχι! Ποια είσαι; Το μη της τάξης εγώ δεν το μπορώ. Να ξέρω τι, ποιος, ποια και από που κρατά η σκούφια του. Το δρόμο το δικό μου άνεμος δεν τον χαράζει. Μόνο εγώ με αγάπη τον καθορίζω.

    -Η Αθηνά κι εσύ.

    -Ψέματα μου λες. Τ’ όνομα μου Φοίβη.

    -Η αλήθεια εξαρτημένη από το χώρο.

    -Ποιος είναι ο μαστροπός και χώρος;

    -Το σύνολο που εσύ ή το έκαστο υπό του κείμενου υπάρχει για να ζει, συν ένα σκοινί ακόμα που μετρά το χρόνο.

    Η Φοίβη τα μάτια τα δικά της βλέπει. Τα θυμάται γαλανά και άπλετα και αυτά είναι κόκκινα μικρά και βρώμικα.

    Η φωνή ρέει δίχως διακοπή και ας είναι η δική της. Μήπως είμαι μια παράφρον;

    -Ως του από το τέλεσμα, ο χώρος που κινούμαστε ψευδής και του παραμυθιού να μοιάζει, ως προς αυτό που εμείς νομίζουμε ή του ορθού τη πράσινη τη βούλα καθορίζουμε.

    Τώρα τον νιώθει. Τον Ξένο τον αέρα που ψυχρός από τα δικά της τα πνευμόνια ξεκινά, από της λύρας τις φωνητικές χορδές περνά και με το δικό της στόμα συνεχίζει.

    -Πληγές δημιουργούνται λόγω της εγωιστικής αλγοριθμικής μας ρύθμισης, στο να έχουμε πάντα δίκιο. Αίμα που κυλά από τις πύλες, εκεί που ο δράκος του παραμυθιού συγκρούεται με την αλήθεια του κόσμου που βρισκόμαστε.

    Τραύματα, αισθήματα, συναισθήματα, όλη η παλέτα με της ψυχής τα χρώματα, τον τυφλό τον ποιητή από το χέρι πιάνει και τον καθοδηγεί σε δρόμο ωφέλιμο, μέσα από το χάος.

    -Είσαι δαίμονας ή του ονείρου τα κίβδηλα τα κόλπα;

    -Η Αθηνά είμαι.

    -Η Φοίβη.

    -Μέσα στο κέλυφος χίλια τα φαντάσματα που κατοικούν και ελλοχεύουν. Ένα από αυτά και το δικό μου.

    Η Φ την αλήθεια νιώθει σ’ ένα τμήμα του εγώ της.

    Η κατανόηση φτάνει πιο γρήγορα από το ξύπνημα και ίσα που προλαβαίνει τις τελευταίες λέξεις.

    -Τι να αποδεχθώ;

    -Αυτός θα ξέρει !

    Η λήθη φεύγει σέρνοντας μαζί της…

    …του υπό το συν ει δη τό.

    Έχει απομακρυνθεί από την AwwA και μαζί με τον Οδυσσέα για ψυχαγωγία κυνηγούν, μια οικογένεια από σκλάβους. Την γριά με τσεκούρι την τελειώνουν.

    Ο Δυσσέας από μπρος κι αυτή από πίσω, τον πατέρα παγιδεύουν.

    Τομές άψογες και καθαρές, ενώ τα παιδιά του στο χώμα τρομαγμένα να εκλιπαρούν, να κλαίνε.

    -Εύκολο. Ούτε μια σταγόνα δεν κηλίδωσε το ωραίο μου φουστάνι.

    Χαμόγελο σα φάρος στον Οδυσσεύς σαλπάρει, μα πριν αυτό από το λιμάνι φύγει, ξύλο φτηνό μα αιχμηρό από το στήθος της προβάλλει.

    Η δούλα και μάνα των παιδιών.

    Πέλεκυς από τα δικά του χέρια εκ Σφεν δονίζεται, για το άγνωστο πετά, μια τούφα από τα μαλλιά της κλέβει και το της σκλάβας το καρπούζι, στα δυο χωρίζει.

    Πέφτει στα τέσσερα με διχοτομημένο κεφάλι και πάνω της θρονιάζεται η πληγωμένη Φοίβη.

    Ο Δυσσέας κοντά της τρέχει, γονατίζει και τα χέρια στα δικά του τρυφερά προστατεύει.

    -Πες μου άνδρα πολυμήχανε, ελπίδα έχω καμιά να μην πεθάνω;

    Μαύρο το χρώμα που απλώνεται σε ύφασμα Λευκό. Στα μάτια την κοιτά, ψώμα θα της πει;

    -Η αβεβαιότητα που πηγάζει από την άγνοια του μέλλοντος, μητέρα της ελευθερίας. Τα χέρια της στα πολύχρωμα δικά του αργά να σβήνουν και να χάνονται.

    Τα μάτια του χρώμα ‘λλάζουν. Δεν είναι ο Δυσσέας αυτός και δεν είναι μόνο του ενός το σύμπαν που μέσα του γεννήθηκε.

    -Τι μπορείς να μου προσφέρεις;

    -Το σίγουρο ! Να γνωρίζεις πότε θα πεθάνεις. Στα δικά του τα δικά της χέρια αφήνονται.

    -Καν το! Σύρε με ως δούλα από το πέραμα και από εκεί λεύτερη εγώ θα χαθώ στο άγνωστο.

    Τα χέρια της αφήνει. Στα δικά του ένα παλιό αφρικάνικο και βρώμικο μαχαίρι.

    Στο καρδιά της το βυθίζει και στο άλλο κόσμο την περνά μακάρι α με ρκετό καμάρι.

    Λέξη καμιά από το στόμα της. Τα μπλε του μάτια και μετά το μαύρο…

    (...και μετά τον έχεσα.

    Ο πόλεμος της Τροίας. Για όσους δεν γνωρίζουν ιστορία, ήρθε η ώρα να την μάθουν με τον τρόπο…

    …τ( ) ορθό. )

     
  2. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Max the Dog is dead

    Η δεύτερη η τάξη βρίσκεται πιο πάνω από τη πρώτη και πιο κοντά στον ήλιο. Η πρώτη πιο κάτω από τη δεύτερη και μια ανάσα απ’ το χώμα…

    The Replica’s war Τ ête art η μέρα

    Stη κηδεία της Φοίβη δώδεκα θεοί και δεκατρείς οι σκύλοι.

    Max the Dog is dead

    Οι πρώτοι από μακριά κοιτούν και ζάρια παίζουν και δεύτεροι να ξύνονται και να τους ενοχλούν οι ψύλλοι.

    Η AwwA τις τρίχες της τραβά, ουρλιάζει και οδύρεται ενώ ο Ρούμπενς, της λάμψης και τ’ ουρανού, μαργαριταρένιος ποιητής, τον χρόνο να ανακατεύει, να μεθάει με τον πόνο και τα δικά του όνειρα να βλέπει.

    Η AwwA τον Ένα σημαδεύει με machete.

    -Κάθαρμα κοπρίτη, για τα δικά σου τα κυνήγια την αδερφή μου έχασα!

    Η machete, της οργής τη χάρη έχει, τη κατέ και βάζει το αριστερό του σκλάβου χέρι από το σώμα να χωρίσει.

    Με πνοή από κάρβουνο φτιαγμένη, των ραγιάδων το ιερό και με δύναμη αυτός φωνάζει. Χορδές δεν έχει, μα μήτε γλώσσα, οπότε κανείς δεν τον ακούει.

    Πενήντα δυο οι σκλάβοι, που γύρω από τη Φοίβη δεμένοι και ζωντανοί στέκονται. Προτροπή του Οδυσσέα και των υπόλοιπων της AwwA, ηρώων, Ελλήνων και παλιών μνηστήρων προς τον Ένα, μήπως και η οργή της στο Κατάλ αγιάσει.

    Η Φοίβη μυρωμένη και γυμνή, στην πληγή της μαργαρίτα να ανθίζει. Ο Ένα το στόμα του τολμά να ανοίξ..

    -Σκάσε!! Τον πυρσό από τα χέρια του αρπάζει και φωτιά στη Φοίβη βάζει.

    -Αδερφούλα μου μικρή ταξίδι καλό να έχεις και βουβά ξεσπά.

    Οι φλόγες δυναμώνουν και η AwwA τους σκλάβους σα χασάπης κομματιάζει. Αίμα εδώ, συκωταριά εκεί, σκατά ολούθε. Τα κόκκαλα στοιχιμένα και στον πάτο λάσπη.

    -Αμολήστε τα σκυλιά !!!

    Με ταχύτητα λιμού αυτά ορμούν στις σάρκες και τις απομακρύνουν από τους σκλάβους. Κάποιοι ακόμα ζωντανοί παλεύουν να τις κρατήσουν πάνω τους…

    Δύο μέρες του μετά..

    -Είναι κόκκαλο μεγάλο, το σώμα σου ποτάμι ! Σάρκα ζουμερή ραμμένη στα κατάλληλα παρτέρια, πρώτα να ρουφάς και μετά να ‘νά πνέεις.

    Μαυροντυμένος πειρατής, τη νύχτα σκιάζει, σκιές να μη γνωρίζει μήτε το φεγγάρι.

    -Σιρόπι απ’ το φτηνό οι στίχοι σου βρωμούν και πίσσα έχουν. Ελπίζω όχι και του υπό οι σχέσεις σου.

    Η AwwA δίχως έκφραση του ψύχους θήρα.

    -Τίποτε ακριβό εμπρός σου μοιάζει, η ματιά σου κάνει τον αδάμαντα χαλάζι. Στο έδαφος η AwwA ροχάλα αφήνει.

    -Αργείς ή είσαι έτοιμος;

    Ο Λεμέναος και των εφτά θαλασσών κουρσάρος, δέος νιώθει στη θωριά της.

    -Είμαι. Το πλοίο μας περιμένει, ακολούθησε με.

    Λίγο πιο πέρα και στο καλά κρυμμένοι, ο Δυσσεύς και ο Ένας.

    -Θα δουλέψει; Ο δεύτερος.

    -Ο χορός μακρύς, άστηνε να φύγει, ο θάνατος πολύς αλλά στο τέλος πόλη μεγάλη αφήνει.

    Η Μία ένα μικρό αρματωμένο των πειρατών νησί. Η θάλασσα το κρύβει, μετά βράχια με κάβουρες θεόρατους, θάλασσα ξανά μετά και στο κέντρο το νησί. Ακτή δεν έχει. Το νερό και συνέχεια τείχη από ακανόνιστα και αιχμηρά του υάλου τεράστια πετράδια.

    Να κόβεσαι και να γλιστράς, να θαμπώνεις, μαζί σου να θέλεις να τα πάρεις και στο τέλος με το χρώμα από το αίμα σου να βάφονται αυτά, σε κύματα. Από κάποιους κόκκινους, με άλλους το γαλάζιο και το πιο ακριβό και σπάνιο το πράσινο τουρκουάζ.

    Μέσα του να βασιλεύει ο τρομερός Λεμέναος.

    Γύρω από το νησί σε πλοία τουλάχιστον ογδόντα, ο στρατός του Ένα. Αδύνατοι ακόμα, δίχως λάφυρα ή πτώμα, να προσπαθούν, να πολεμούν, αλλά επιπτυχιά καμιά.

    Μπορεί να εγκατέλειπαν και η Τροία να την γλύτωνε, αλλά ο Δυσσεύς στο επιχειρώ ευλύγιστος, ιδέα είχε. Από τον Αίολο το γιο του Ποσειδώνα και ταμία των θεών, δάνειο ζήτησε τον Ασκό και την Τρίαινα του ναυτικού πατέρα.

    -Γιατί εγώ να ασχοληθώ με πολέμους των ανθρώπων; Ο Αίολος στα πόδια του να ταΐζει με νέκταρ και αλεύρι την γλυκιά του Αλικιόνη.

    -Είναι ενάρετο Αίολε να σου κλέβουν βιός, παιδί, γυναίκα; Το πρώτο μόνο άκουσε ο κουφός θεός, αλλά αυτό αρκούσε. Έσφιξε τη κόρη και αυτή μια εκκωφαντική τσιρίδα και έδωσε στο Οδυσσέα αυτό που του ασκούσε.

    Με τα μαγικά αυτά τα όπλα, κύματα τεράστια και ανέμους φοβερούς εξαπέλυσαν στην Μία.

    Άντεξε αυτή μέχρι που τα καβούρια την παράτησαν. Ξανά και πάλι με μεγαλύτερη τη βία.

    Ψάρια ξεβράστηκαν στα τείχη. Δράκοι, γοργόνες και τα κτηνώδη Κράκεν.

    Την επόμενη ράγισαν μέχρι και τα τομάρια, μούχλιασαν οι πύλες και Κόρακες έβαλαν γραβάτα. Τότε η πόρτα άνοιξε.

    Ο Λεμέναος… Το σούσουρο απλώθηκε σε όλους τους Αχαιούς.

    Μισός αυτός, της θλίψης σκελετός και μόνος, μόνος, μόνος.

    -Δεν είναι εδώ..

    -Που είναι τον ρώτησε ο Ένα και από το λαιμό σπουργίτι έπιασε.

    -Έφυγε η καρδιά μου με τον ωριαίο Paris.

    Ο Paris της ανεμελιάς το στέμμα. Διάφανος αγνός με δέρμα από ρουμπίνι. Στο χαμόγελο ο ήλιος να τελειώνει και για τους θεούς ο έντιμος.

    Όμως κύκλους έκανε η ζωή του κάθε ώρα. Από το 0 έως το δέκα και βάλε ακόμα πέντε, παιδί για να θαυμάζεις τους γονείς που είχε.

    Σ’ αυτό το τέταρτο των γνώρισε η AwwA. Από τον Πήγασο κατέβαινε όπιο να φέρει. Η πολιορκία στην αρχή, η πέτσα της ψυχής ψυχρή. Η AwwA με το που τον είδε λησμόνησε τα πάντα και το μοναδικό της μέλημα, στην αγκαλιά να τον ε πάρει να φύγουν μακριά.

    Νόθο των βοσκών παιδί με γαλάζια μάνα. Έμπορος και της Πειθούς καμάρι, μετάξι να πουλήσει και ας ήταν ε ταγάρι.

    -Που πάμε;

    -Μια στάση στα Στενά και επιστροφή στη Δύο.

    Στα Στενά του λαθραίου το εμπόριο που έκανε και η ψυχή του από δεκαέξι έως 30. Λαμπρός, ούριος να μοιάζει ενώ εσύ τον ακολουθείς, της χαράς θεός. Να τυφλώνεσαι και μαζί του να θέλεις να κορδώνεσαι.

    -Πόσα θες γι’ αυτό;

    -Πόσα η ψυχή μου αξίζεις;

    -Τα πάντα, για εσένα όλα ! Ο ήλιος χαμήλωσε και το χαμόγελο του της φωτιάς περικοκλάδα.

    -Τώρα;

    -Θα περάσουμε καλά. Η νύχτα όλη μεθυσμένη από το άρωμα του.

    Ναρκωτικό ή ποτό δεν υπήρχε πιο μ εθιστικό από το δικό του σάλιο. Να τον κυνηγά και τη γεύση του να βρίσκει, σε σοκάκια σκοτεινά, αρσενικά σώματα ή θηλυκά, στο δέντρο πάνω, σε τούτο το ποτήρι, σε αυτά τα πόδια, σε ΄κείνο το μαχαίρι. Όρθια τον έβρισκε, σε δέντρο πάνω, κορμί σπασμένο.

    Στις ώρες αυτές τον έρωτα του η AwwA γευόταν με κάθε τρόπο. Η γεύση του Μήλου του Χρυσού, ηδονή και π λήθη.

    Να θυμάται, να τον τρώει, να ξεχνάει.

    Να πονάει, να τον γδέρνει, να βογκάει. Το όπιο τη ματιά του να ζηλεύει, με το ασημάδευτο λευκό της.

    -Που βρίσκομαι; Τι, ποιος, από τι είσαι εσύ; Από εδώ πέρασε ο Paris.

    Να σέρνεται στη λάσπη, ούρα μύριζε, σπέρμα, στάχτη, νοτισμένη απ’ αυτόν και όλα καθάρια να μοιάζουν.

    -Εδώ τι είναι; Δρόμος, λιβάδι, δράκος ή περβάζι;

    Συνήλθε καθώς πετούσαν με τον Πήγασο. Τα χέρια της δακτύλιο να φτιάχνουν στον κορμό του, λίγο πριν στη Δυο προσγειωθούν.

    Πόλη αέρινη, στα και από σύννεφα φτιαγμένη. Υλικά από τον αέρα πιο ελαφριά, με πεδία του ήλεκτρου και ραδίου τα μαγνητικά να τα κάνουν από τον άνθρακα πιο ανθεκτικά και αδιαπέραστα.

    Εκεί που η βαρύτητα εμπόριο δεν έκανε, ούτε η ορθή εκκλησία ναό δικό της είχε.

    Δέντρα, δάση που στον πηχτό και υγρό άνεμο ευδοκιμούσαν. Πετούμενα κάθε λογής, μεγέθους και της ζωής επιλογές, στο δικό τους παράδεισο να βρίσκονται.

    Ένας κόσμος και του πλάτους απλωμένος, με το μέγεθος της νήσου του Πέλοπα, ανάμεσα στη γη και στο άδειο το κενό, την ακμή του να μπορεί να πλάθει. Θέση σταθερή ποτέ. Δύσκολο να μπορέσεις να τη βρεις, καθώς ακολουθούσε τα μαγνητικά ποτάμια.

    Νύχτα έφτασαν και τα φώτα του Φωσφόρου. Σε σπίτι λιτό κοιμήθηκε και τρυφερό σαν από βαμβάκι. Τόσο ανάλαφρη στη ψυχή της είχε χρόνια πολλά να νιώσει.

    -Ξύπνα μωρή τουΠάνα .!. Φωνή άγρια τα αυτιά της ασβεστώνει. Δεν γίνεται για αυτήν να είναι, ποτέ κανείς δεν της μίλησε με το τρόπο αυτό ποτέ.

    -Κάποια άχρηστη και σκλάβα θα ‘ναι, μουρμούρισαν τα χείλη της και ας μην άνοιξαν καθόλου.

    -Δωσ’ της κλότσο να γυρίσει και με τη βέργα να λυγίσει. Τα μάτια της ψιθύρισαν.

    Χέρι τραχύ την πιάνει από τα μαλλιά και στην κορφή σηκώνει.

    Ο Paris των τριάντα έως 45, άξεστος, ανασφαλής, ζηλιάρης και κακός πολύ…

     
    Last edited: 26 Αυγούστου 2025
  3. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Ο πόλεμος της Τροίας (Ραψωδία Γ)

    H aWWa αντιστάθηκε.

    -Ξέρεις ποια είμαι εγώ;

    Η AwwA του πλανήτη της, της επαναφοράς μετά το θάνατο της, του Ένα, των μυριάδων, της Σπartης. Τον εαυτό της στο νερό κοιτούσε και δεν τον αναγνώριζε.

    Η μύτη της σπασμένη.

    Γροθιά.

    Τρία δόντια να τις λείπουν.

    Χαστούκια. Με το αριστερό, με το δεξί και στο κέντρο με τα δυο.

    Τα χείλη της πληγωμένα και με πύον φωτισμένα. Διψούσε και την έβαζε από τ’ απόνερα να πιεί. Πεινούσε και της πετούσε κρέας σκλάβου χαλασμένου, ανάμεσα στους σκλάβους.

    Τους δούλους του ο Ένα ψηλά τους είχε.

    Όταν βλεπόταν ακόμη και σημάδια πολλά δεν είχε, ο Paris την έπλενε, την μύρωνε και σαν φθηνή τουΠάνα την χρησιμοποιούσε.

    Για τους πάντες. Για όποιον ερχόταν, όποιον από το δρόμο περνούσε, για τους κουρασμένους τους εργάτες, να παίξουν το ηθικό τους για να ανθίσει.

    Όταν δεν βλεπόταν έξω την έβγαζε να κοιμάται με τα σκυλιά. Γυμνή να την αποφεύγουν από τη μπόχα που στον άνεμο σκορπούσε, ακόμα και οι κύνοι.

    Ένα ψάρι δίχως χρώμα κάτω από την επιφάνεια περνά. Σταματά και την κοιτά. Τα μάτια του γουρλώνει, τρομάζει και με λέπια για φτερά, απ’ τα σύννεφα πετά.

    -Πρέπει να φύγω… Πώς όμως από τα νέφη να ξεφύγεις αν φτερά δεν έχεις;

    Με το ζόρι πόδια είχε. Το αριστερό της ο Paris της το έσπασε και τούτο κόλλησε στραβά.

    Ούτε δάχτυλα. Τους αντίχειρες ο Paris τους έσπασε με το χοντρό σφυρί, όταν τόλμησε και τον κοίταξε στα μάτια.

    Ένας μόνος δρόμος. Στην άκρη της Δύο να συρθεί και από εκεί ψηλά να πέσει…

    Από το απέναντι ημισφαίριο, ο στρατός των Αχαιών τους 811 μετρούσε. Ήρωες, στη θάλασσα παστοί και γεροί και όχι γέροι. Το δρόμο να ψάχνουν για τη Δύο με οδηγό τον Οδυσσέα.

    -Σίγουρα από εδώ; Κύκλους νιώθω κάνουμε. Ο Ένα θεριό ανήμερο, με τρίχες του λευκού στα κεφάλια και στο στήθος.

    -Ναι. Ίσως.. Μπορεί και όχι…

    Ο Δυσσέας το δάχτυλο τεντώνει. Κάποιον δείχνει ή τον άνεμο ρωτά;

    -Είναι αυτός ο απρόβλεπτος Μαΐστρος που τα νερά θολώνει. Μπορεί να είναι από εκεί. Στην ανατολή κοιτά.

    -Ίσως και από εδώ. Τώρα με σιγουριά τη δύση.

    Ο Ένα μια καχυποψία νιώθει, αλλά γνωρίζει πως ο Δυσσέας σαν παλιός μνηστήρας της AwwA και ας μη διάλεξε αυτόν, δε θα ήθελε ποτέ κακό να πάθει.

    Το αηδόνι μεσήμερο στο ξάφνου τραγουδά και η aWWa όρθια πετάγεται.

    -Άργησα! Θα με σκοτώσει!! Τα πόδια της στον ώμο, το φως το χώρο μαζί του παίρνει.

    -Εμπόδια, επεισόδιά, μύγες και φωτιές το χρώμα και τα σημάδια της ταράζουν.

    -Θα με χτυπήσει!!! Τα μάτια μου να κρύψω, να μπορώ τουλάχιστον να βλέπω.

    Στο σπίτι φτάνει την πόρτα διαπερνά δίχως να την αλλάξει και στον Paris εμπρός..

    -Συγνώμη Αφέντ…

    -Καλώς ήρθες αγάπη μου. Οι λέξεις της δεν προλαβαίνουν να φρενάρουν και σαν λεκέδες κάθονται τώρα στα εννιά του. Ο άνεμος ρυτίδες βγάζει σκεφτικός.

    -Εε;

    -Μου έλειψες ανατολή μου.

    -Ποιος ήρθε;

    Ο Paris την κοιτά. Διαφορετικός, γαλήνιος να μοιάζει, χαϊμαλιά και ακουστικά στα αυτιά.

    -Συγνώμη μη ζητάς. Τα ακουστικά του βγάζει, τρίχες λευκές στα ώ του τα του.

    -Εγώ ζητώ από σε συγχώρεση για όλα αυτά που σου…

    Των 45 έως εξήντα Paris εξ ανάγκης τρυφερός, του συγκαίομαι κρατούμενος. Το τέλος να φοβάται και τη μοναχική υπόθεση.

    Η AwwA για δες ψηλώνει, τη θέση της στου Berlin το τείχος βρίσκει, αλλά σε άλλη τώρα ρότα. Ένα περιστέρι αντί για ειρήνη κουτσουλιά της δίνει.

    Ευχαριστώ αυτή, στα χέρια τη παίρνει αυτός. Την πλένει, την φροντίζει, στα ματάκια τη φιλάει και για ώρες στην αγκαλιά του τη βαστά. Μέχρι που αυτή λιώνει και με δάκρυα νερό, πόνο για βροχή το κρεβάτι πλημυρίζει.

    Ήρεμα νερά και του Λευκού οι καρχαρίες, της καρύδας αμμουδιές με δράκους και θηρία. Ο Paris το πιο γλυκό σιροπιαστό της προσφέρει, γεμάτο με γυαλιά από του χοϊκού καθρέπτες.

    Κοιμάται με χαμόγελο ξυπνά με τρόμο. Κοιμάται με ένα χάδι και ξυπνά με φόβο και ξυπνά, ξυπνά, ξυπνά, ξυπνά και ακό μα να κοιμάται έως που κερασμένη από του Εφιάλτη τα φιλιά για δέκατη φορά, το ξημέρωμα ξυπνά.

    Μόνη… Απότομα πετάγεται και το σώμα σε μπάλα μικρή μαζεύει.

    -Όταν δε ξέρεις από που θα σου ‘ρθει, σφαίρα γίνε, με μικρή τριβή γλιστράς.

    -Μανούλα ξύπνησες ;!;

    Τα μάτια της σφαιρικά κρεμμύδια, ο Paris των μηδέν έως 15.

    -Όχι !¡! Τη σφαίρα σπάει σε ελλειψοειδές και πιο γρήγορα απ’ το χρόνο τρέχει. Του απείρου πλήθους τα σημεία που τη φέρουν. Να μη ξέρεις ποιο απ’ αυτά να πιάσεις.

    -Όχι. Όχι.. Όχι πια ξανά ¡!¡

    (-Κι έτσι η AwwA βρέθηκε στη Τροία. Deus ex machine

    -Όπα, ώπα, πώς, πότε και το κενό της ιστορίας ποιος θα το πληρώσει; Φυσική αναρχία.

    -Θες κουτσομπολιό; Dem

    -Με απωθεί η επιφάνεια. Fa

    -Τότε τα σημαντικά θα σου πω όπως τα προφέρει η Present and Fuzzy memory. Dem

    -Την αλήθεια θέλω και όχι του καπνού ασάφειες.

    -Μα από ποιον αιώνα έρχεσαι;

    Σύμφωνα με την pFm toy 2092 οι μνήμες της φυσικής νοημοσύνης προσαρμόζονται στο παρόν αλλοιώνοντας τα δεδομένα τους ώστε να βελτιώσουν τις πιθανότητες επιτυχίας τους.

    Το “Λ’ άθος» όπως είπε ο … είναι αυτό που φέρνει έναν θνητό πιο κοντά στο στόχο του από μια της τέχνης και του δρόμου νοημοσύνης. Όπως και να έχει σκύψε βλογημένη τη συνέχεια να σου πω..)

     
  4. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    Οι στρατιώτες στον πόλεμο της πρώτης με τη δεύτερη, ήταν υλικό παρμένο από την Τρίτη τάξη…

    The Replica’s war, fry day

    Ο σκύλος τις νάρκες αποφεύγει με τη βοήθεια των ψειρών. Η φαγούρα ακίνητο δεν τον κρατά, οπότε το βάρος στη γη δε πέφτει. Οι μικροσκοπικοί βρικόλακες δεν τον αφήνουν να ξαποστάσει, οπότε τη Διαδρομή Δίχως Διακοπή Διασχίζει ανάμεσα στους 陰陽.

    Max the Dog is dead

    Οι Γιν και Γιανκ πλάσματα της 4ης διάστασης που στους New και Tea της 3ης ως θεοί την παράσταση είχαν υπογράψει.

    Ο Yin το γράμμα παίρνει από το σκύλο. Μία μόνο φράση.

    -Το παιχνίδι ξεκινά στις 6. Yang

    Ο πόλεμος της Τροίας (Ραψωδία Δ)

    Ο Γιανγκ ψηλός με της φύσης την ενέργεια γεμάτος, τις εντολές του δίνει στη μηχανή κι αυτή το περίβλημα από το Κάστρο φτιάχνει. Στρώσεις λεπτές, φολίδες κολλημένες με χρόνο διαφορετικό στο ανάμεσα τους. Μυριάδες απ’ αυτές, σχεδόν ελάχιστα τα υλικά που θα μπορούσαν, αισθητά να το διαβρώσουν.

    Το κόστος που του έχει δώσει 5. Το περίβλημα τα δυο του τρώει και τρία τώρα μένουν για το της Τροίας κάστρο.

    Κάτι φτηνό, απλό, μα έξυπνο πολύ και αποτελεσματικό. Χρόνο χρειάζεται για να μπορέσει με το εγώ του να συσκεφθεί. Βρόγχο ανοίγει του χρόνου κυκλικό και για μήνες μέσα σ’ αυτόν, μοναχός του ιδέες κατεβάζει.

    Ιδέες του καφέ ή της νηστείας απ’ τα πάντα. Καλές αλλά κάτι περισσότερο ζητά από ύλη, κενό, ύλη και νο.

    Κοιμάται, στο υπό χέρι με χέρι με το υπέρ του ταξιδεύει, ξυπνά, ιδέες αποσπασματικές, στον τοίχο τις καρφώνει πριν αυτές σαν τη πάχνη εξατμιστούν.

    Καλές αλλά…

    Δεν κοιμάται, το σκοτάδι με τη μέρα στο χάραμα ποτέ τους δε χωρίζουν, ξύπνιος ή το όνειρο του ζει; Νυστάζει αλλά δεν κοιμάται, αρρωσταίνει και θυμάται.

    Καλό αλλά…

    Στο υπόβαθρο και των έξι εποχών βαδίζει, για έμπνευση ορισμένη από τη φύση.

    Ναι μεν αλλά…

    Στο τέλος μερικές ιδέες βαστά και μια τελευταία βόλτα κάνει.

    Σε κόσμο βρίσκεται τριών, πόλη με πολύ βουή, γιορτή έχουν του πυρήνα και σα ζώα στην ύπαιθρο γαμιούνται.

    Δύο σφαίρες που με πάθος ερωτοτροπούν του τραβούν τη προσοχή, μα σχήματα άλλα της δυναμικής ρευστά την εικόνα με διακοπές του στέλνουν. Τότε η Μεγάλη ιδέα stole ίδια του κρεμά σα φύλλα τα πουλιά.

    -Μα ναι πώς και δεν το είχα αυτό σκεφτεί; Στο ίδιο το σημείο να χωρέσουν δύο διαφορετικά υποκείμενα; Κολλημένος μέσα στο κουτί και απ’ τα κάγκελα πιο πίσω.

    Ένας κύβος χίλια επί χίλια επί χίλια μας δίνει του ενός δισεκατομμυρίου κύβους τους μικρούς. Σε καθένα από αυτούς η αντήχηση των πάντων βρίσκεται άρα και του κύβου. Με διαφορετικές εντάσεις αλλά σίγουρα υπάρχει…

    Ένα Κάστρο που τον εαυτό του περιέχει και μπορεί και αναγεννά όχι μόνο μία αλλά της μιας χιλιάδας του μυρίου, τις φορές τον εαυτό του.

    Το βρόγχο διακόπτει και στο παιχνίδι επιστρέφει. Αξία Κάστρου 5, υπόλοιπο δεκάξι.

    Τοποθετεί το Κάστρο στη Τροία αλλά δε το ξεπαγώνει ακόμα.

    -Τον Λεξ. Η μηχανή την εντολή του ακούει και τη συνείδηση του Λεξ στο προσωρινό φορτώνει.

    Ο χρόνος γι’ αυτούς παγωμένος, για τον Γιν και Γιανγκ δεν είναι αυτός ο χρόνος.

    Αξία πιονιού 9. Νίκες μεγάλες μέχρι τώρα.

    -Στον Λέκτορα μεταφόρτωσε, στον αδερφό του Paris. Του πρίγκηπα της Τροίας, που Σκοτάδιο ήρθε ν’ αγοράσει από τη Δυο.

    Ο Λεξ σταδιακά θα τον απορροφήσει και τ’ όνομα του σύντομα θα είναι…

    …μια μικρή ρυτίδα από μελάνι. Μένουν ακόμα 7.

    -Έχουμε την τρελή, του Joker την απρόβλεπτη την AwwA. Δυνατή, θελκτική και από πολλές καταστροφές, επιβιώσαντα.

    Αξίας τρία.

    -Από τον Paris τρέχει να ξεφύγει και στου Λέκτορα το πλοίο πάνω πέφτει. Κρυφά στα αμπάρι μπαίνει και μαζί του φεύγει. Το επόμενο το πρωϊνό ο θάνατος τους πάντες μαζί του παίρνει, εκτός από αυτούς τους δύο.

    Ο πόθος του Λέκτορα γι’ αυτήν παπαρούνα που αργά και με ρίζες, βαθιά στη γλύκα της θάλασσας ποτίζει. Όταν ο Λεξ ενεργοποιηθεί το αποτύπωμα του πόθου αλυσίδα αδιάρρηκτη, μέχρι τη δική του σχάση φτάνει.

    Οι Αχαιοί τη Δύο βρίσκουν και μέσω αστραπών στο μέσο της σχίσμα κάνουν και μέσα της εισβάλλουν.

    Τον Paris βρίσκουν τον ωριαίο. Όμως τώρα το ρολόι δίχως βάρος, να γυρνάει με ταχύτητα μεγάλη.

    Ο Ένα μαθαίνει πως στην Τροία πήγε η AwwA με του Λέκτορα το πλοίο. Τον Paris μαζί τους παίρνουν σαν κρυφό κατάσκοπο.

    Μόνο που αυτός του διπλού κατάσκοπος και μπαλαντέρ, με αξία δύο.

    -Μένουν ακόμα δύο. Για πιόνια που θα σκεφθώ κατά τη διάρκεια και έχω και τα δώδεκα των δώδεκα του Ολύμπου των θεών…

    Инь и ян στον κόσμο της τέταρτης δημοκρατίας και διάστασης που ανήκουν, στο περιθώριο της κοινωνίας τοποθετημένοι είναι.

    Οι του πολέμου και της βίας δικές τους και αγαπημένες χρώσεις, τους προσδιορίζουν ως χρήσιμα και επικίνδυνα σκουπίδια. Μακριά από τη μάζα για να μην τη φαρμακώσουν, σε μια έκταση τεράστια ώστε να εκφρασθούν ανεμπόδιστα. Στο δικό τους το παιχνίδι να εξελιχθούν, ώστε αν ποτέ τους χρειαστεί η κοινωνία, έτοιμοι να είναι και στο μέγιστο επίπεδο.

    Έτσι παιχνίδια έπαιζαν πολέμου, με κόσμους ζωντανούς της 3ης . Ο ένας του άλλου ο εχθρός, μέχρι τελικής πτώσεως. Στο πέρας τα πλοκάμια έδιναν και πάλι φίλοι. Ψυχοσωματικά τους μέρη αντάλλασσαν, ως μέρος της διαδικ ασίας.

    Ώστε να μπορούν από κάθε πράξη και τις δύο οπτικές στην εμπειρία να κατέχουν.

    Στον πόλεμο της Τροίας ο Γιν τον πολιορκητή θα έπαιζε. Κοντός αλλά πλατύς, οπότε η οπτική του άπλετου του χώρου του ταίριαζε πολύ. Γύρω από της Τροίας το αστέρι, μιας χώρας η περιοχή που ο Γιν καταλαμβάνει.

    Μέχρι 33 κι αυτός τα πιόνια που θα μοιράσει και αν αφαιρέσει των 12 τα δώδεκα τότε του μένουν 21.

    Ο Ένα δικός του είναι και αξίζει 3. Λαξευμένος σε διάφορα χυτήρια και επίπεδα με χρόνο αρκετό για ωρίμανση ώστε αρμονικός να είναι.

    Ο Ένας του Εκεί, ο ν συν Ένα, αυτός που πρώτος την AwwA είδε, που στο είναι το δικό του το κώδικα της φιλοξένησε.

    Μέσα στο δικό του, δεν της τον αλλοίωσε και στα λιβάδια της δική του, τη ψυχή της επέτρεψε ξανά να ανθίσει, μέχρι αυτή να αυτονομηθεί, στο κατόπιν να την πάρει και να βρεθούν και οι δυο στη Σπάρτη.

    Αυτός ως βασιλιάς και αυτή η Μοίρα που τον επέλεξε.

    Ύστερα ο Οδυσσέας. Ο άνδρας ο παράξενος που στο ξάφνου σημαία απέκτησε. Κάτι σ’ αυτόν τον ξένιζε, ίσως επειδή ήταν ένας από τους Ίθακες.

    Αλήθεια ποιοι ήταν αυτοί οι Ίθακες;

    Αξία τέσσερα. Ευκαιρία…

    Στη συνέχεια το όπλο το μεγάλο απέναντι στη Τροία. Ο Αχ Ιλλέας, ο Αθάνατος. Ήρωας μεγάλος, αξία των εφτά. Το χρωμάτων του πεδίο, σε κάθε απειλή αδιαπέραστο. Τίποτε να μην μπορεί ποτέ να το ναι βλάψει εκτός από…

    Ούτε ο Yin, αλλά ούτε ο Yang δεν γνώριζαν αν υπήρχε και τι θα ήταν αυτό που θα μπορούσε ποτέ τον Άφθαρτο να βλάψει. Αυτός ήταν και ο λόγος αυτού του παιχνιδιού.

    Η διερεύνηση μίας τέτοιας δύναμης στον πόλεμο, η διαχείριση της και η άμυνα απέναντι σ’ αυτήν. Η δοκιμή του Αχ Ιλλέα.

    Είχε και τον Πάτροκλο. Του παιχνιδιού το άλογο, ο ελέφαντας, το αρπακτικό και του Αχιλλέα καταλύτης. Αξία δική του;

    Πέντε.

    Είχε τον Paris. Μάχη έδωσε μεγάλη με τον Γιανγκ ώστε στο μηδέν να συμφωνήσουν. Ως πράκτορα διπλό, δύο ήθελε να τον χρεώσει. Άδικο όμως πολύ και το παιχνίδι ασύμμετρο θα ήταν.

    Αυτό τον έπεισε και ο Γιανγκ συμφώνησε.

    Άρα του έμεναν ακόμα δύο, για τα πιόνια που θα προ έκυπταν κατά της μάχης τη διάρκεια.

    ( H AwwA στην κουπαστή να στέκεται του πλοίου…

    Αυτό τα σύννεφα να σκίζει και μαζί των αθώων τα φτερά..

    Το κενό κοιτά και μετά το μέσα. Το σκέφτεται να πέσει ή μήπως όχι;

    -Τι ικανό να με κρατήσει σε τούτη τη μεριά; Το κατάστρωμα του πλοίου ξύλο καμωμένο στη βροχή. Ελκυστικό δε μοιάζει, η απόφαση την γέρνει προς το κενό.

    -Η συνέχεια; Ο Λέκτορας μισός και ο Λεξ ακόμα κοιμισμένος. Το βλέμμα του στο μαύρο τα κομμάτια να δωρίζει, αλλά ένα μαύρο που τη γαλήνη φέρνει και την ειρήνη του μαζί.

    H AwwA διστάζει…

    -Και τι αυτή θα φέρει;

    -Στου ολέθρου τη πηγή την αβίαστη ελευθερία.

    Τα χέρια της ανοίγει και στην αγκαλιά του χάνεται…)


     
  5. Ηλίας

    Ηλίας Γυμνός και ζωντανός, εσείς; Contributor

    -Άρχοντα και άξιε εμπρός μας να πηγαίνεις, Ένα, όλη η πρώτη και η δεύτερη τάξη όλλΥ, πήραν την Ιόλη.

    -Εντάξει Νεοπόλεμε, δώστη να στην Τρίτη.

    -Μα ηγέτη μου, σκουριά θα πιάσει και βρώμικη θα είναι. Δε θα θυμώσει λες ο Λεξ;

    -Με ευαίσθητα λουλούδια ή με σκληρά σπαθιά θυμάσαι;

    -Έχεις δίκιο άρχοντα μου, αλλά η Ιόλη; Είναι καλό κορίτσι, γιατί να την χαλάσουμε;

    -Γυναίκα είναι Νεοπόλεμε, τιμή που της επιτράπηκε όταν γεννήθηκε να ζήσει.

    Ο πόλεμος της Τροίας (Ραψωδία Ε)

    Σε μια μέρα ηλιόλουστη, η των Αχαιών απόβαση. Ο Αγαμέμνων αρχηγός με τον Αχ ιλλεύς μπροστάρη.

    -Βιάστε τα σκυλιά, τις κόρες, τις γυναίκες και τους γιους τους. Αγ

    -Είμαστε Έλληνες και όχι βάρβαροι. Αχ

    -Εντάξει τότε. Σκοτώστε τα σκυλιά, τις κόρες, τις γυναίκες και τους γιους τους.

    Max the Dog is dead

    Ο πολεμιστής είναι φονιάς και αν πολλούς σκοτώσει τότε ήρωας.

    Ο φόνος εύκολος δεν είναι, ακόμα και αν ο αντίπαλος σκυμμένο σου έχει το κεφάλι…

    …εσύ διστάζεις.

    Να χαλάσεις μια ζωή; Έχει χρέη, έχει παιδιά, έχει γονείς, σκυλιά, αγάπη, ψυχή ή ψυχές να θρέψει;

    Γι’ αυτό ο φονιάς, του πολέμου ο ληστής, θέλει αδιάκοπη εξάσκηση.

    Ο ηγέτης το «εν τούτο νίκα» γνωρίζει φυσικά, για αυτό πριν από τη μάχη και το πόλεμο, τους φονιάδες αμολάει για εξάσκηση πάνω σε αμάχους και σκυλιά.

    -Το ένστικτο τρόχισμα θέλει, όπως η αιχμή. Λόγια ειπωμένα από Μέγα.

    Οι Αχαιοί παστωμένοι για μήνες μέσα στα πλοία στο δρόμο για τη Τροία. Κάποιους σκλάβους, αιχμαλώτους και γυναίκες, είχαν μέσα στ’ αμπάρια για να τροχίσουν τις αιχμές τους, αλλά οι Αχαιοί πολλοί και τα λοιπά ήθελαν τροφή. Οπότε γρήγορα τελέψαν.

    Όταν έφτασαν στην Τροία, ο Ένα τον Αγαμέμνονα διάλεξε για στρατηγό καθώς τον Οδυσσέα δεν τον εμπιστευόταν καθόλου.

    Ο Αγάς δικός του ήταν από τους «Εκεί», φιλόδοξος πολύ και να κερδίζει μόνο ήθελε.

    -Τώρα που θα φτάσουμε, θα πάρω την Ιόλη και θα απομονωθώ, ώστε να προετοιμαστώ. Πάρε το τσούρμο και ξεμούδιασε τους.

    -Βασίσου πάνω μου Ένα. Λαδωμένους θα τους βρεις και σα ξυράφι αιχμηρούς.

    Την μέρα που ακολούθησε τα λευκά του φόρεσε ο Αγαμέμνων και την Κλύται μήστρα έσυρε δίπλα του. Η του Αγά πημένη, του Πρίμα Ντόνα, δούλα μα φύλου απροσδιορίστου.

    Ψηλή για γυναίκα, πολύ ψηλή για άνθρωπο, πιο ψηλά η κορυφή να στέκεται από κάθε Αχαιό πολεμιστή. Αξία έδινε στον Αγά καθώς υπάκουο σκυλί και κτήνος πιστά τον ακολουθούσε, αυτή που του έριχνε δύο κεφάλια.

    Τα πλοία ενώθηκαν, στη θάλασσα να μη μπορείς να πέσεις.

    -Γονάτισε, με του περί τη φρόνηση τη Μήστρα του διέταξε, γονάτισε κι αυτή.

    -Οι παλάμες σου στο έδαφος να πατούν, με χαμόγελο τη φτύνει καθώς τα μάτια του τα μάτια της κοιτούσαν στην ευθεία. Στα τέσσερα αυτή, εξέδρα από σάρκα. Πάνω της ανέβηκε, ξέρω, βήξε…

    -Άνδρες, Αχαιοί περήφανοι και των Ελλήνων του μέλλοντος μνημόνια. Σήμερα στο δώμα μου με επισκέφτηκαν οι Ολύμπιοι θεοί.

    Παύση κάνει, δύο του δευτέρου τα λεπτά που στρεβλώνουνε τη μνήμη και σούσουρο ξεκινά στον όχλο.

    -ΩωΩωΩ, τους δώδεκα εννοεί;

    -Μάλλον, οι υπόλοιποι δεν χωράνε ούτε στου πρώτου αρχηγού το δώμα.

    -Λες να ήρθε ο Δίας ο Μεγάλος;

    -Εγώ την όμορφη θα ήθελα να δω, τη θεά του Έρωτα.

    -Προτιμώ την Άρτεμη.

    -Την ωραία Ελένη λες;

    -Όχι, την άλλη, την Άρτεμις. Την αγνή, παρθένα, με κορμί από μάρμαρο φτιαγμένο, του κυνηγιού τη κορυφαία.

    Τέτοια κι άλλα τέτοια στους Αχαιούς ανάμεσα. Ο Αγάς χρόνο δίνει στα λόγια του, χώρα να αποκτήσουν. Ξέρω, βήχει και του τρομερού φωνή !

    -Μου ζήτησαν πριν την πολιορκία της Τροίας αρχίσουμε, αγώνες γι’ αυτούς να διοργανώσουμε και Ολυμπιακούς να τους βαφτίσουμε.

    The Replica’s war, slaughter day

    Άξεστη η φωνή που ακούγεται για τελευταία φορά στο πλήθος…

    -Τα βραβεία; Με ένα βόλο του παίρνουν τη ζωή.

    -Κότινος το τρίτο το βραβείο, μήλο της Έριδος το δεύτερο, αλλά το πιο σημαντικό και πρώτο…

    -Λες να μας δώσουν και χρυσό;

    -Μπα δε νομίζω. Στους ήρωες δεν τους πρέπουν τα λεφτά.

    -Η Εύνοια των ίδιων των θεών.

    -Εγώ της Αφροδίτης θέλω.

    -Εγώ της HPa.

    -Είσαι ανώμαλος ρε;

    -Εγώ του Άρη.

    -Εγώ τον Ερμή γουστάρω.

    -Είσαι ανώμαλος.

    -Οι αγώνες θα είναι τρεις.

    -Ο πρώτος…

    -Το Στάδιον !

    -Paris ξύπνα! Ήρθε η ώρα το ρόλο σου να παίξεις στου ιστού τη λεία. Ο Paris τα μάτια του ανοίγει στις 9.

    -Οδυσσέα;

    Στου Ιλιανού τον κόλπο πεντάκοσιοι και κάτι οι χιλιάδες των Αχαιών που περιμένουν τω Ρα για να ορμήσουν. Γεράκια με αρχηγό τον Ώρο.

    Η ακτή της قز η αφετηρία και οι πύλες της Τροίας ο τερματισμός. Νικητής αυτός που πρώτος με το κεφάλι από οχτρό στο fin θα έφτανε.

    Στο ενδιάμεσο λουλούδια με πόδια, παππούδες των ειδώλων, γυναίκες πανέμορφες, χαμογελαστά παιδιά, σκυλιά χαριτωμένα, άγριες γατούλες, ο Νταλί που είχε χάσει το δρόμο για τη μνήμη του και άφθονα κατσίκια.

    Πιόνια και αθώοι των Αχαιών, των Τρώων, των δώδεκα θεών, του Yin και Yang.

    O Πάτροκλος τη μουσούδα του στεγνώνει και το στο μάχη του ετοιμάζει τρώγοντας λινό και φτύνοντας μετάξι. Πεινάει…

    -Τρία !!! Μια λαχτάρα που στη ψυχή του μόνο αλυχτά. Το αίμα…

    -Δύο, πάνω του Καβάλα και επιβλητικός ο Αχ ιλλεύς.

    -Ένα, δίχως σπαθιά, φτερά, όπλα και ασπίδες, γυμνός όπως η μάνα του τον είχε πλάσει. Δίχως καν τη φτέρνα.

    -Πυρ! Ο Αχ τη χαίτη του τραβά και ο Πάτρο με άλμα στον αέρα, μετρά το είκοσι και ο πρώτος που στο έδαφος πατά.

    Ο Νταλί το πινέλο του τραβά. Κίτρινο παντού και στο κέντρο ο ελέφαντας που ισορροπεί πάνω στην κορφή μιας θαμμένης πυραμίδας. Η ζωή που περνά και χάνεται απ’ τη μύτη μιας κλεψύδρας.

    Ο Πάτρο με μία κίνηση του μόνο, εφτά κατσίκια με κέρατα μεγάλα, ένα φαφούτη του χρόνου κόλακα και ένα μικρό γιγάντιο κορίτσι μέτρα ύψος 20, σκοτώνει.

    -Να κρατήσω τα κεφάλια;

    -Όχι, μικρά αυτά προχώρα…

    Μια εικόνα σουρεαλιστική καθόλου. Άμορφη και ζουμιά γεμάτη όπως κάθε του πολέμου ζωγραφιά.

    Γαϊδουράκια του πολέμου που τρέχουν να ξεφύγουν, παιδιά που όταν μεγαλώσουν φονιάδες κι αυτά θα γίνουν, κουνελάκια στρατιώτες ζωσμένα μ’ εκρηκτικά για άνδρες, μια τυφλή ποιήτρια κρυμμένη στα μακριά της σκιάς μαλλιά, το πλήθος των αμάχων να ρωτάει τρομαγμένο με χαμόγελο, στα χίλια οι νεκροί…

    -Τι έγινε βρε παιδιά; Τι καλό σας κάναμε και δώρα φέρνετε;

    …λουλούδια του παρά οι πούνες τίγκα στα σπόρια του πυρήνα και άλλα καθόλου μα καθόλου αθώα και άμαχα της ζωής στολίδια.

    -Όλοι ένοχοι!!!

    -Κι ανάμεσα τους;

    -Χειλάδες αγριεμένοι Αχαιοί, που τους οχθρούς κυνηγούσαν το κεφάλι να τους πάρουν. Οι λέξεις της σε ένα λυγμό λυγίζουν. Η τυφλή, της ποίησης παιδί και όμηρος, μια γουλιά πίνει από φως, την επιθυμία να ποτίσει και συνεχίζει.

    Η απόσταση από την αφετηρία έως τις πύλες 815 στάδια. Στο ενδιάμεσο μια συστοιχία από πετρελαιόδεντρα, τρομαγμένα να τρέμουν σα το φύλλο, συσπειρωμένα μήπως τυχόν τους πάρουν, οι Αχαιοί χαμπάρι.

    Στις ρίζες που μισές μέσα στο χώμα και μισές έξω ξάπλωναν ο Paris και ο Δυσσέας. Ο δεύτερος ελιά να χαϊδεύει ώστε αυτή να ηρεμήσει.

    -Σε φουντώνουν οι Ελιές;

    -Όχι. Φουντώνω με τις πεταλούδες που χορεύουν γύρω από τη φωτιά, σε έκσταση ώσπου να μεθύσουν και στις φτερούγες της να πέσουν. Τις Ελιές τις αγαπώ καθώς μου ψιθυρίζουν όμορφες του ιστού τις ρίες.

    Ο Paris ξεφυσά, μια ανάσα παίρνει βιαστικά πριν ο ήλιος τη γυροβολιά του κάνει.

    -Τι σε ανησυχεί;

    -Δε μπορώ γω κεφάλι άμαχου να κόψω. Δεν είναι στο αίμα μου ο φόνος.

    -Και η AwwA; Το ξύλο με την αλυσίδα; Οι κλωτσιές με Μίσο; Οι σφαλιάρες της οργής;

    Ο Νταλί τους βλέπει και στο καμβά του τον Paris που λιώνει ζωγραφίζει.

    -Σοφα ρολογείς Οδυσσέα; Αυτή γυναίκα ήταν. Ίσα κι όμοια μ’ εμάς; Τη γυναίκα όπως και το χταπόδι όσο πιο πολύ τα δέρνεις τόσο αυτά του μαλακά το κώνουν.

    Σκύλος σα το χορτάρι πράσινος, με κινδύνου άγνοια γι’ αυτά που γύρω του συμβαίνουν, κοντά τους πάει, κουνώντας την ουρά του φιλικά.

    -Εεεεε φάτσα, έλα εδώ. Ο Σκύλος τα συρματοπλέγματα των δέντρων προς περνά και με λαμπερόγελο μεγάλο στον Οδυσσέα πάει.

    -Μου θυμίζεις τη δικιά μου. Την Αργώ. Χάδι τρυφερό το χιόνι και στη θέρμη της παλάμης στα σβέλτα λιώνει.

    -Με περιμένει να γυρίσω στην Ιθάκη. Τα χάδια του βροχή Αυγούστου και ο Σκύλος στο ανάποδα γυρνά. Ένας δισταγμός, ένα αδέξιο σχίσιμο, στο χέρι του Δυσσέα τραύμα, μια σφιχτή ανάσα και με το μαχαίρι του…

    Στο ύστερα μετά ο Paris χαρούμενος να τρέχει μ’ ένα κεφάλι σκύλου στο αριστερό του χέρι. Πίσω στη συστοιχία ο Δυσσέας λάκκο φτιάχνει, μέσα σε μικρό صُنْدُوْق κάτι βάζει και προσεκτικά το θάβει. Ένα σημάδι βαθύ στα δέντρα αφήνει, που θυμίζει Χ, με το μαΧαιρί, άλλη μια κίνηση αδέξια, το τραύμα ανοίγει και μέσα στη πληγή, μικρό της βίας εισχωρεί.

    -Καλώς ήρθες Αληκτώ…

    O ΑΙαντας ο TellΑμώνιος, ένας άγγελος, αθώος, γίγαντας και συνάμα αφελής.

    Στην ηλικία των δύο, τον πατριό του τον Άμμωνα έφτανε στο ύψος. Σκιάχτηκε αυτός και από το παλάτι τον έδιωξε. Σε βοσκό, τον Ερμή τον έδωσε, ώστε αυτός να τον προσέχει.

    Ο ΑΙΑ μόνος του μεγάλωσε, παρέα με κατσίκια. Παιχνίδια του οι βράχοι, σαν βώλους στα τσακάλια τους πετούσε, τα δέντρα, ακόντια για τα γοργά ελάφια και το πιο αγαπημένο του, οι του κουτού οι Λιες. Κόντρα σε μια της ισχύς επίδειξη, κέρατα μήπως επιτέλους βγάλει.

    Ένα χρόνο περί, μα, που, εκεί έμεινε, μέχρι που κακό μεγάλο βρήκε.

    Μήνυμα ήρθε στο παλάτι, τρομακτικό και αλαφιασμένο, πως το παιδί το Χάσαν, μα το βρήκαν γυμνό και ματωμένο μέσα βαθιά στα μυτερά τα βάτα.

    Η μνήμη του χαμένη, το κεφάλι του πρησμένο και ο Παν, ο Μέγα τράγος της φυλής, να τον τηρά με χαμόγελο στα γένια.

    Αυτός όπως και ο βοσκός στην ίδια σούβλα μπήκαν, αλλά το πρωί της ανάστασης το μεγάλο θάμα.

    Ο Τράγος και ο Ερμής εξαφανισμένοι, όμως το παιδί στα εμπειρικά χαμένο. Σαν μόλις τότε να γεννήθηκε.

    Με αγάπη το μεγάλωσαν και αυτό άν δρεψε, θεριό σωστό. Στα δύο και μισό τα μέτρα η πόρτα, μα αυτός έσκυβε για να περάσει. Στην μάχη να τον νικά;

    -Κανένας, τ’ όνομα μου.

    Όταν ήρθε ο καιρός που η AwwA μνηστήρες έψαχνε, ο πατριός τον έσπρωξε κι αυτόν μπροστά.

    -Άιντε Άχρηστε μήπως και προσφέρεις κάτι στο παλάτι.

    Στο φως της ημέρας είδε την πανέμορφη και αγέρωχη την AwwA, η καρδιά του έλιωσε και το κορμί του στύλωσε.

    Η AwwA σα καθαρό νερό γέλασε και με μάτια του καλού διάφανα, κρατώντας μια ομπρέλα του μίλησε.

    -Τι είναι αυτό γλυκό μου Σκιάχτρο; Δόρυ ή σπαθί;

    Μα του ΑΙΑ το μυαλό, δώμα μικρό ένα κρεβάτι να χωρά, γέμισε με πόθο και απάντηση δεν μπόρεσε να βρει. Η AwwA τον πλησίασε, τον έβαλε να σκύψει.

    -Κι άλλο Χανκ, δε φτάνω…

    Φιλί γλυκόπικρο του έδωσε, εκεί που παλιά τον είχανε λαβώσει. Στα ύστερα τον Ένα διάλεξε για άνδρα, μα ο ΑΙΑ κακία καμία.

    -Ορκίζομαι πως θα σε προστατεύω για όσο ζω, αιώνια.

    Όταν έμαθε για την Αρπαγή της, έτσι του είπα ναι στα Ψ αίματα, οργίστηκε και τα θεμέλια του ναού του Ντάγκον γκρέμισε.

    Κι έτσι βρέθηκε στην Τροία.

    Ο ΑΙΑ με βήματα μεγάλα τον Πρωτεσίλαο περνά, που κουβαλά καπνιστό και του φαλακρού κεφάλι. Στο δρόμο συναντά ένα τεράστιο Χρυσό βουβάλι. Απ’ τα κέρατα το πιάνει και μια κίνηση απλή…

    Χλατς το κόβει και γοργά proτρέχει. Τον Ποδάρκη συναντά που στα χνάρια του πατά και στα χέρια του κρατά την κεφαλή του αδερφού του.

    -Όμορφο το βλέμμα του. Τ’ ουρανού το άδειο!

    -Τουρκουάζ από Φυλάκη. Το βήμα του ανοίγει, στα εκατό τα μέτρα η δρασκελιά. Το βουβάλι του πετά, άσχημο του μοιάζει.

    Στα ελαφρά αριστερά Τετρακτύς από δέκα νεαρές γυναίκες. Το μα χέρι του βγάζει που σε άλλους σπάθα μοιάζει. Τη πρώτη σημαδεύει…

    -Μη με χαλάσεις Αίαντα. Μπορεί τρεις φορές η διάμετρο στην περί μου να χωρά, αλλά ατελής δίχως τις αδερφές μου, 1 και 4 που ακολουθούν.

    Στο σκέφτεται ο ΑΙΑ την κοιτά, τα μαλλιά της ροζ, μα από πίσω άλλες δυο με μαύρα. Το 314 καλό του ακούγεται, σημαδεύει μα ξανά δεν προλαβαίνει.

    Δύο φωνές μαζί, δρόμο άλλο δείχνουν.

    -Μη μας περιορίζεις Αίαντα. Οι τρεις μαζί καλό, μα με τις τρείς αδερφές που ακολουθούν, 1,5 ,9 , έξι θα ‘χεις και πιο κυκλικό κεφάλι.

    Το λιανίζει ο Αίαντας, μια γάτα τον κοιτά, στη μύτη το σκουλήκι. Διψά αυτή και γλείφεται.

    -Αργείς; Από φασιστικός γίνεται ο ΑΙΑ και με μα χέρι κύκλο μεγάλο κάνει. Όμως οι Σειρήνες τον διακόπτουν.

    -Μη μας γκρεμίσεις Αίαντα, καλές κι εμείς, πρόσθεσε όμως και τις τέσσερις που ακολουθούν 265 και τρία…

    Ώρα του ενός λεπτού μετά, το γατί στο αίμα μπάνιο κάνει και ο Αίαντας να τρέχει σέρνοντας μαζί του δέκα κεφαλαία.

    Το βήμα του γοργό τους πάντες να περνά και στις πύλες φτάνει. Μα εκεί τον περιμένει ο Αχιλλεύς, στον Πάτροκλο καβάλα.

    Το χέρι του στις πύλες δεν ακουμπά, όπως στους κανόνες πρέπει, μα μήτε στα χέρια του κεφάλι να κρατά.

    Για το χαμό της νίκης ο Αίαντας Κουλού ριώτικο χορεύει και άλμα γιγάντιο διαπράττει.

    Στον αγέρα όμως τον άκαρδο, ο Paris τον χαιρετά λες κι αυτός ακίνητος πως είναι. Πρώτος στην πύλη φτάνει κρατώντας του Σκύλου το κεφάλι.

    Ο του πριν Δυσσέας στην συστοιχία των Ελιών τον Paris αφήνει και ανάποδα γυρίζει.

    -Που πας μπρε Δυσσέα, από κει η ανατολή και από κει η Δύση. Στον ήρωα ο Δυσσέας χαμογελά και την πυγμή του δίνει.

    -Αυτή η μάχη δική μου δεν είναι Διομήδη.

    Ο ωριαίος Paris στο πρώτο τέταρτο ατσούμπαλα και χαοτικά προς του πασά κατεύθυνση βαδίζει. Μα οι πολεμιστές που συναντά, ευγενικοί και δρόμο στο παιδί ανοίγουν.

    Στο δεύτερο του τέταρτο η ευλυγισία του εφήβου, ελίσσεται και δεκάδες οι δίχως αξίωμα ή όνομα η ρώες που προσπερνά.

    Στο τρίτο του τέταρτο η σχάση του πυρηνικού εγώ του.

    -Δική μου είναι !!!

    Η Βία και η Αρέθουσα παρέα με την Άρτεμις, μαζί του τώρα τρέχουν. Στο λαιμός της Άρτ εμείς, η τιμή της Ιφιγένειας και οι τέσσερις μαζί έγκλημα πολέμου διαπράττουν.

    Η Τισιφόνη τους παρακολουθεί. Όμως αν είσαι νικητής, το έγκλημα πολέμου καθήκον το φωνάζουν.

    Βίαιος ο Paris, σκληρός πολύ, στα κουφάρια των μπροστινών πατά και πρώτος με κεφάλι φτάνει.

    Ο Αχ και ο Πάτρο δίχως τρόπαιο στα χέρια και ο Αίαντας αργός να τους τηρά. Από την καμάρα των ποδιών του περνά και με του χάρου το στερνό γελώ κι αντίο, τα χέρια του απλώνει την πύλη για να αγγίξει.

    -Να είναι άραγε ανοιχτή; Από πίσω της η AwwA;

    Ο Πάτρο τον Αχ ρωτά...

    -…τώρα;

    Στο δρόμο που προηγήθηκε ο Πάρτοκλος κεφάλια πολλά αφαίρεσε αλλά ο Αχιλέει…

    -Άστο αυτό. Λειψό μικρό, μπροστά σ’ αυτό που στο τέλος περιμένει.

    -Ναι τώρα.

    Ο Πάτρο το Κ του απλώνει και με το Λ του κεφάλι του Paris πιάνει, πριν αυτό στο χώμα στάξει. Στο ψηλά πετά και ο Αχιλλέας σάλτο κάνει.

    Με το αριστερό του χέρι το ξύλο ακουμπά και με το δεξί το κεφάλι του Paris πιάνει.

    -Φτου ξ ελευτεριά!!!

    (Η Λάχεσις το Κότινο βαστά τον Αχ να στεφανώσει, μα ο Αγαμέμνων απρόθυμος τ ΟΚ να της δώσει. Νικητή να ανακηρύξει το ξιπασμένο;

    -Να συνεχίσω;

    -Όχι!!! Ο Αίαντας αφρούς να βγάζει και με αυτούς ο Αγ βούτυρο να φτιάχνει.

    -Είναι άδικο θεού. Ο Paris δικός μας είναι. Το βλέμμα του Αίαντα παιδιού τα κλάματα να βάλει.

    Ο Αγ μετέωρος, το ίδιο και η Λάχεσις που σπίθες βγάζει. Να φταίει άραγε του ανάλ το γκάζι;

    Μια φωνή, βαθιά και σίγουρη, σα να έχει δει τα πάντα, από το πέρας έρχεται και μέχρι την κορφή το στράτευμα σκεπάζει.

    -Ήτανε δικός μας, αλλά μας πρόδωσε. Το σαγόνι του Αίαντα κρεμά, πεταλούδα μέσα μπαίνει.

    -Αλήθεια;

    -Ναι και στα πόδια τους πετά το βρακί της AwwA.

    -Το βρήκα στο λουκάνικο του…)