Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Στέλλα - Remake

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος slave32, στις 24 Ιανουαρίου 2026.

  1. slave32

    slave32 Contributor

    Η Στέλλα άφησε το ποτήρι με το κρασί στο τραπέζι και σηκώθηκε αργά. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό, γεμάτο από μια ακόρεστη δίψα για εξουσία. Πλησίασε στο κέντρο του σαλονιού και ξάπλωσε αναπαυτικά στην πολυθρόνα, ανοίγοντας τα πόδια της με μια κίνηση που πρόδιδε την απόλυτη σιγουριά της.

    «Σταμάτα το καθάρισμα, σκλάβε. Έλα εδώ», διέταξε με φωνή χαμηλή και επιτακτική.

    Σύρθηκα στα γόνατα μέχρι τα πόδια της, νιώθοντας την καρδιά μου να χτυπά στον λαιμό.

    «Θέλω πέντε οργασμούς, σκλάβε μου. Και θέλω να χρησιμοποιήσεις μόνο τη γλώσσα σου μέχρι να με παρακαλάς να σταματήσεις από την κούραση. Αλλά δεν θα σταματήσεις...»

    Γύρισε το κεφάλι της προς την Πρόεδρο, που στεκόταν γυμνή και τρεμάμενη δίπλα στον πάγκο της κουζίνας.

    «Κι εσύ... πάρε το μαστίγιο. Κάθε φορά που θα νιώθεις ότι οι κινήσεις του επιβραδύνονται, κάθε φορά που θα νιώθεις ότι η γλώσσα του κουράζεται, θα τον χτυπάς στην πλάτη. Με όλη σου τη δύναμη. Αν δεν τον πονέσεις εσύ, θα φροντίσω να πονέσεις εσύ διπλά. Κατάλαβες;»

    «Ναι, Αφέντρα...» ψιθύρισε η Πρόεδρος με τρεμάμενη φωνή, πιάνοντας τη δερμάτινη λαβή.

    Ξεκίνησα. Η γλώσσα μου δούλευε ασταμάτητα, προσπαθώντας να ικανοποιήσω κάθε της επιθυμία, ενώ η γεύση της κυρίευε τις αισθήσεις μου. Η Στέλλα έγειρε το κεφάλι πίσω, βγάζοντας έναν βαθύ ήχο ικανοποίησης.

    Μόλις ένιωσα τους μυς του προσώπου μου να παραλύουν και την ταχύτητά μου να πέφτει, ένιωσα το πρώτο χτύπημα. Η Πρόεδρος, τρομοκρατημένη από την απειλή της Στέλλας, με χτύπησε με μια μανία που με έκανε να ουρλιάξω μέσα στο κορμί της Αφέντρας.

    «Πιο δυνατά, σκλάβα μου! Μην τον λυπάσαι!» ούρλιαζε η Στέλλα, καθώς πλησίαζε στον πρώτο της οργασμό. «Θέλω ο πόνος του να συνοδεύει την ηδονή μου!»

    Ήταν ένας εφιάλτης δίχως τέλος. Πέντε φορές η Στέλλα έφτασε στην κορύφωση, και πέντε φορές η πλάτη μου δέχτηκε τη μανία της Προέδρου, που πλέον μαστίγωνε με κλάματα στα μάτια, υποταγμένη και εκείνη στον απόλυτο τρόμο.

    Όταν η Στέλλα ολοκλήρωσε και τον πέμπτο οργασμό, κατέρρευσα στο πάτωμα, με το στόμα μου στεγνό και την πλάτη μου να καίει σαν να είχε βυθιστεί σε λάβα. Εκείνη με κοίταξε από ψηλά, με ένα χαμόγελο που έδειχνε ότι η μέρα της μόλις είχε ξεκινήσει.

    «Ήσουν καλός σήμερα, σκλάβε... και η "Πρόεδρός" σου ήταν εξαιρετική στην εκτέλεση των διαταγών μου. Τώρα, γλείψτε και οι δύο τα πατώματα εκεί που στάλαξαν τα δάκρυά σας. Θέλω το σπίτι μου να είναι καθαρό πριν κοιμηθώ».
     
  2. slave32

    slave32 Contributor

    Πέντε μήνες πέρασαν. Πέντε μήνες όπου ο χρόνος δεν μετριόταν πια με ώρες γραφείου ή προθεσμίες, αλλά με το κλείδωμα και το ξεκλείδωμα της μεταλλικής μου φυλακής, με την ένταση του μαστιγίου και την απόλυτη σιωπή της υπακοής.

    Η ιεραρχία είχε πλέον κρυσταλλωθεί. Σε μια ιδιωτική τελετή στο σαλόνι της, η Στέλλα είχε επισημοποιήσει τους ρόλους μας, χαράζοντας τους ανεξίτηλα στις ψυχές μας.

    «Είσαι ο Beta Slave μου», μου είχε πει, ενώ η Πρόεδρος στεκόταν δίπλα μου, φορώντας κι εκείνη το δικό της διακριτικό υποταγής. «Δεν είσαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος, αλλά είσαι εκείνος που θα στηρίζει κάθε μου επιθυμία, χωρίς ερωτήσεις, χωρίς δικαιώματα. Είσαι το θεμέλιο της δικής μου απόλαυσης».

    Πλέον, όλα κυλούσαν σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Στο γραφείο, η επαγγελματική μας εικόνα ήταν αψεγάδιαστη. Η Πρόεδρος διοικούσε την εταιρεία με σιδερένια πυγμή, εγώ κρατούσα τα βιβλία με απόλυτη ακρίβεια, και η Στέλλα παρέμενε η «απλή» λογίστρια που όλοι σέβονταν χωρίς να ξέρουν το γιατί.

    Όμως, κάτω από τα κοστούμια και τα μεταξωτά υφάσματα, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική.

    Κάθε πρωί, πριν τη δουλειά, η Πρόεδρος κι εγώ παρουσιαζόμασταν στο σπίτι της Στέλλας. Εκείνη έπινε τον καφέ της, ενώ εμείς, γυμνοί και γονατιστοί, δεχόμασταν τις οδηγίες της ημέρας. Είχα συνηθίσει το βάρος της ζώνης αγνότητας· είχε γίνει μέρος του σώματός μου, μια διαρκής υπενθύμιση ότι η ηδονή μου δεν μου ανήκε πια.

    Ένα βράδυ, μετά από μια ιδιαίτερα κουραστική μέρα στο γραφείο, η Στέλλα μας κάλεσε και τους δύο στο κέντρο του σαλονιού. Το σπίτι έλαμπε — το είχαμε καθαρίσει με θρησκευτική ευλάβεια.

    «Πέρασαν πέντε μήνες», είπε η Στέλλα, παίζοντας με το μικρό κλειδί στα δάχτυλά της. «Έχετε μάθει να λειτουργείτε ως ομάδα υπό τις διαταγές μου. Ο Beta Slave μου έδειξε αντοχή, και η Πρόεδρος έμαθε ότι η αληθινή εξουσία δεν βρίσκεται στις μετοχές, αλλά στην υποταγή».

    Μας κοίταξε και τους δύο με μια παράξενη στοργή, τη στοργή ενός ιδιοκτήτη για τα πολύτιμα αντικείμενά του.

    «Απόψε, θα σας επιτρέψω μια στιγμή ξεκούρασης. Θα κοιμηθείτε και οι δύο στα πόδια του κρεβατιού μου. Αλλά αύριο... αύριο ξεκινάμε μια νέα δοκιμασία. Η Δήμητρα θα έρθει μαζί με τις άλλες. Και αυτή τη φορά, θα δούμε αν ο Beta Slave μου μπορεί να αντέξει την απόλυτη έκθεση».

    Έσκυψα το κεφάλι, νιώθοντας μια παράξενη ανακούφιση. Η ελευθερία δεν μου έλειπε πια. Η τάξη που είχε επιβάλει η Στέλλα στη ζωή μου, ο πόνος που είχε γίνει συνήθεια και η ταπείνωση που είχε γίνει λατρεία, ήταν τα μόνα πράγματα που με έκαναν να νιώθω ζωντανός.

    «Ναι, Αφέντρα», ψιθυρίσαμε ταυτόχρονα, δύο σώματα, μία θέληση: η δική της.
     
  3. vanessapret

    vanessapret Regular Member

    Πολύ ωραία ιστορία μυθομυθοπλασίας
     
  4. slave32

    slave32 Contributor

    Δες σε ποιο κομματι του φορουμ ανεβηκε
     
  5. vanessapret

    vanessapret Regular Member

    Οκ
     
  6. antreas Armatas

    antreas Armatas Regular Member

    Πολυ ωραια ιστορία .
    Όμως με κάποια ενδιάμεσα κενά
    Και νομίζω οτι μπορεις να την γράψεις έως το τέλος της.
     
  7. antreas Armatas

    antreas Armatas Regular Member

    Οποτε αναμένω τα κενά κομμάτια του παζλ και το τέλος της ιστορίας.
     
  8. slave32

    slave32 Contributor

    Το ξημέρωμα μας βρήκε κουλουριασμένους στο χαλί, στα πόδια του κρεβατιού της, σαν πιστά σκυλιά που περιμένουν το πρώτο νεύμα της κυράς τους. Η Στέλλα ξύπνησε όχι σαν γυναίκα, αλλά σαν μια αρχαία θεότητα που απαιτεί θυσίες με το πρώτο φως.

    — «Σήκω, κτήνος», η φωνή της έσπασε τη σιωπή, κρύα σαν ατσάλι. «Και οι δύο. Ετοιμάστε το σαλόνι. Σήμερα δεν είστε άνθρωποι. Είστε τα εκθέματά μου».

    Η προετοιμασία έγινε με θρησκευτική σιωπή. Φορέσαμε μόνο τα δερμάτινα περιλαίμιά μας. Η ζώνη αγνότητας βάραινε ανάμεσα στα σκέλια μου, μια μόνιμη υπενθύμιση ότι ο ανδρισμός μου ήταν πλέον ένα κλειδωμένο παιχνίδι στα χέρια της.
    Η Στέλλα κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα της, σταυρώνοντας τα πόδια της με έναν ήχο που έκανε το δέρμα του φορέματός της να τρίζει σαν προειδοποίηση. Το βλέμμα της, ψυχρό και απόλυτο, καρφώθηκε πάνω μου καθώς μπουσουλούσα στο χαλί, κουβαλώντας τον δίσκο με τα κρυστάλλινα ποτήρια.

    "Σταμάτα εκεί, κτήνος," διέταξε. "Μην τολμήσεις να σηκωθείς. Θέλω να σερβίρεις τις Κυρίες σου από το ύψος που σου αρμόζει: από το χώμα."

    Η Δήμητρα πλησίασε, το τακούνι της γόβας της βυθίστηκε ελαφρά στο χαλί δίπλα στο χέρι μου. "Κοιτάξτε πώς τρέμει," είπε με μια φωνή γεμάτη απόλαυση. "Η Στέλλα σε έχει εκπαιδεύσει καλά, Beta. Αλλά αναρωτιέμαι, η υπακοή σου είναι από φόβο ή από μια διαστρεβλωμένη λατρεία για τον πόνο που σου προσφέρει;"

    "Είναι η φύση του, Δήμητρα," αποκρίθηκε η Στέλλα, πίνοντας μια γουλιά από το κρασί της. "Είναι ένας πηλός που διψά για το μαστίγιο. Σκλάβε, πες στις Κυρίες τι νιώθεις όταν το δέρμα σου ανοίγει κάτω από τις διαταγές μου."

    "Νιώθω... νιώθω ότι υπάρχω μόνο για να σας υπηρετώ, Αφέντρα," ψέλλισα, με το κεφάλι σκυμμένο.

    "Δεν σε ακούσαμε καθαρά," είπε η τρίτη γυναίκα, πλησιάζοντας με το αναμμένο κερί. "Ίσως μια σταγόνα καυτού κεριού στη γλώσσα σου να σε βοηθήσει να βρεις τη φωνή σου."

    "Όχι ακόμα," την σταμάτησε η Στέλλα. "Πρώτα θα γλείψει τις μπότες της Δήμητρας. Θέλω να νιώσει τη σκόνη του δρόμου, τη σκόνη της εξουσίας που τον πατάει καθημερινά."

    "Γονάτισε πιο χαμηλά," διέταξε η Δήμητρα. "Πιο χαμηλά. Θέλω να νιώσω την ανάσα σου πάνω στο δέρμα της μπότας μου. Και αν νιώσω την παραμικρή απροθυμία, η Πρόεδρος θα φροντίσει η πλάτη σου να γίνει κατακόκκινη πριν προλάβεις να πεις τη λέξη έλεος."

    "Χτύπα τον τώρα," διέταξε ξαφνικά η Στέλλα, χωρίς κανέναν προφανή λόγο, μόνο και μόνο για να σπάσει τη σιωπή. "Χτύπα τον για να θυμηθεί ότι η ησυχία μου είναι πιο επικίνδυνη από τις φωνές μου."

    Το μαστίγιο της Προέδρου έπεσε με μανία, σκίζοντας τον αέρα και μετά τη σάρκα μου. Ούρλιαξα, και ο ήχος μου φάνηκε να ερεθίζει τις γυναίκες γύρω μου.

    "Πιο δυνατά!" ούρλιαξε η Στέλλα. "Θέλω να ουρλιάζει το όνομά μου σε κάθε χτύπημα. Θέλω να καταλάβει ότι το σώμα του είναι το δικό μου όργανο πόνου."

    "Στέλλα! Αφέντρα Στέλλα!" φώναζα ανάμεσα στους λυγμούς, ενώ η Δήμητρα πίεζε το τακούνι της πάνω στο γυμνό μου χέρι.

    "Κοιτάξτε τον," είπε η Δήμητρα, "είναι πλέον ένα τίποτα. Ένα αντικείμενο που αναπνέει μόνο με την άδεια της Στέλλας. Πες μου, σκλάβε, θα ήθελες να σε πουλήσει σε μένα; Θα ήθελες να νιώσεις το δικό μου σκοτάδι;"

    "Ό,τι διατάξει η Αφέντρα μου," απάντησα, νιώθοντας την απόλυτη παραίτηση να με κυριεύει.

    "Δεν θα σε πουλούσα ποτέ, κτήνος," ψιθύρισε η Στέλλα, πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό μου. "Είσαι η δική μου δημιουργία. Το δικό μου αριστούργημα ταπείνωσης. Τώρα, καθάρισε τις μπότες της Δήμητρας με τη γλώσσα σου και μετά θα πας στη γωνία σου. Θα μείνεις εκεί όλο το βράδυ, κλειδωμένος, παρακολουθώντας μας να διασκεδάζουμε με την Πρόεδρο. Και αν κλείσεις τα μάτια σου έστω και για μια στιγμή, η αυριανή τιμωρία θα κάνει τη σημερινή να μοιάζει με χάδι."
     
  9. slave32

    slave32 Contributor

    Η νύχτα είχε αφήσει τα σημάδια της πάνω μας. Οι "άλλες" γυναίκες είχαν αποχωρήσει, αφήνοντας πίσω τους μια βαριά οσμή από κερί, ιδρώτα και εξευτελισμό. Η Στέλλα στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, παρακολουθώντας το πρώτο φως της αυγής να βάφει το δωμάτιο στο χρώμα του αίματος.

    Η Δήμητρα, η Πρόεδρός μας, παρέμενε γονατισμένη, με το κορμί της να τρέμει από την εξάντληση. Η αντίθεση ήταν σοκαριστική: η γυναίκα που με μια υπογραφή της έκρινε τις τύχες της εταιρείας, τώρα έγλειφε το δάπεδο για να εξαφανίσει τα ίχνη της παρουσίας των καλεσμένων.
    Η Στέλλα γύρισε αργά. Στο χέρι της κρατούσε μια λεπτή, δερμάτινη θήκη. Την άνοιξε με μια ιεροτελεστία που έκανε την καρδιά μου να παγώσει. Μέσα υπήρχαν δύο ασημένια δαχτυλίδια, συνδεδεμένα με μια λεπτή, ατσάλινη αλυσίδα.

    "Δήμητρα, έλα εδώ. Τώρα," διέταξε η Στέλλα.

    Η Πρόεδρος σύρθηκε προς το μέρος της. "Ναι, Αφέντρα μου. Σε ευχαριστώ που μου επιτρέπεις να σε υπηρετώ," ψιθύρισε, με το βλέμμα της κολλημένο στις γυαλιστερές μπότες της Στέλλας.

    "Σήμερα, Δήμητρα, θα δείξεις στον Beta τι σημαίνει πραγματική υποταγή. Θα γίνεις ο δάσκαλός του στον πόνο," είπε η Στέλλα και, με μια απότομη κίνηση, πέρασε τα δαχτυλίδια στις θηλές της Προέδρου. Ένα πνιχτό ουρλιαχτό βγήκε από το στόμα της Δήμητρας.

    "Μη σταματάς! Πες το!" ούρλιαξε η Στέλλα, τραβώντας την αλυσίδα.

    "Σε ευχαριστώ για τον πόνο, Αφέντρα! Σε ευχαριστώ που με σημαδεύεις!" φώναξε η Δήμητρα, με τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα από την ένταση.
    Η Στέλλα στράφηκε προς εμένα. Το βλέμμα της ήταν σκοτεινό, μια άβυσσος που με καλούσε να χαθώ.

    "Κοίτα την, κτήνος. Αυτή είναι η Πρόεδρός σου. Στο γραφείο θα της υποκλίνεσαι, αλλά εδώ, θα βλέπεις το δέρμα της να σκίζεται γιατί έτσι το θέλω εγώ. Δήμητρα, πάρε το νέο μαστίγιο. Αυτό με τις μεταλλικές απολήξεις."

    Η Δήμητρα, παρά τον πόνο από τα δαχτυλίδια στο στήθος της, υπάκουσε αμέσως. Έπιασε το όργανο της τιμωρίας με μια ευλάβεια που με τρόμαζε.

    "Τιμώρησέ τον, Δήμητρα. Τιμώρησέ τον γιατί τόλμησε να ονειρευτεί ότι η Στέλλα θα ήταν ποτέ δική του. Θέλω να ακούω το μέταλλο να βρίσκει το κόκκαλο. Αν δεν τον κάνεις να αιμορραγήσει, θα σφίξω την αλυσίδα σου μέχρι να λιποθυμήσεις," διέταξε η Στέλλα.

    "Συγγνώμη, Beta... αλλά η θέληση της Αφέντρας είναι ο νόμος μου," ψιθύρισε η Δήμητρα και το μαστίγιο σφύριξε στον αέρα.

    Το χτύπημα ήταν τυφλωτικό. Δεν ήταν πια ο πόνος του κεριού· ήταν μια ηλεκτρική εκκένωση που μου έκοψε την ανάσα. Η Δήμητρα με χτυπούσε με μια μανία που πήγαζε από τον δικό της τρόμο, από τη δική της ανάγκη να ευχαριστήσει τη Στέλλα.

    "Πιο δυνατά! Θέλω να ουρλιάζετε και οι δύο!" φώναζε η Στέλλα, απολαμβάνοντας το θέαμα της διπλής υποταγής. "Δήμητρα, τράβα την αλυσίδα σου καθώς τον χτυπάς! Νιώσε τον δικό σου πόνο να γίνεται η δύναμή σου πάνω του!"

    Ήταν ένας εφιάλτης από δέρμα, μέταλλο και κραυγές. Η Πρόεδρος της εταιρείας και ο λογιστής της, δύο γυμνά σώματα στο πάτωμα ενός διαμερίσματος, ενωμένα μέσα από το μαστίγιο μιας γυναίκας που είχε καταφέρει να εκμηδενίσει κάθε ίχνος της κοινωνικής τους υπόστασης.

    "Φτάνει," είπε τελικά η Στέλλα, και η λέξη της έφερε μια ξαφνική, τρομακτική ησυχία.

    "Τώρα, σκύψτε και οι δύο. Θέλω να καθαρίσετε τις μπότες μου από τον ιδρώτα σας. Και μετά, θα ετοιμαστείτε για το γραφείο. Η Πρόεδρος έχει συμβούλιο και ο Beta πρέπει να ετοιμάσει τους ισολογισμούς. Αλλά μην ξεχνάτε... κάτω από τα ρούχα σας, το δέρμα σας μου ανήκει. Και το κλειδί της αγνότητάς σου, κτήνος, θα μείνει στην τσέπη μου όλη τη μέρα. Θα νιώθεις το μέταλλο να σε πιέζει σε κάθε σου βήμα, θυμίζοντάς σου ποια είναι η μόνη σου ανάσα."

    Η αίθουσα συνεδριάσεων της «Αλ Χρηματιστηριακής» ήταν πνιγμένη στην παγωμένη κομψότητα του γυαλιού και του ατσαλιού. Η Δήμητρα, η Πρόεδρος, καθόταν στην κεφαλή του μακρινού τραπεζιού, φορώντας ένα αυστηρό γκρίζο ταγιέρ που έκρυβε τις πληγές από το μαστίγιο της αυγής. Δίπλα της, η Στέλλα παρέμενε η «απλή» λογίστρια, αλλά η αύρα της κυριαρχούσε στον χώρο σαν ένας αόρατος θρόνος.

    Στο δωμάτιο βρίσκονταν πέντε στελέχη και ένας προσκεκλημένος, ο κύριος Βαρδής, ένας ισχυρός επενδυτής με βλέμμα που πρόδιδε την ίδια σκοτεινή δίψα για εξουσία.

    "Σταματήστε την παρουσίαση," διέταξε η Στέλλα, και η φωνή της έκοψε τη ροή των αριθμών σαν λεπίδα.

    Όλοι πάγωσαν. Η Δήμητρα χαμήλωσε το βλέμμα, τρέμοντας κάτω από το ύφασμα.

    "Σκλάβε, έλα στο κέντρο," συνέχισε η Στέλλα, κοιτάζοντάς με. "Η ώρα των ισολογισμών τελείωσε. Ήρθε η ώρα της αλήθειας."

    Πλησίασα τρέμοντας. Η ζώνη αγνότητας πίεζε τη σάρκα μου σε κάθε βήμα.

    "Γδύσου. Τώρα. Θέλω οι συνεργάτες μας να δουν το πραγματικό σου πρόσωπο," είπε η Στέλλα με μια παγωμένη γαλήνη.

    Άρχισα να βγάζω το κοστούμι μου, το πουκάμισο, το παντελόνι. Τα ρούχα έπεφταν στο ακριβό χαλί σαν κουρέλια μιας περασμένης ζωής. Έμεινα γυμνός, εκτεθειμένος κάτω από τα έκπληκτα και διεστραμμένα βλέμματα των παρευρισκόμενων. Το μεταλλικό κλουβί ανάμεσα στα σκέλια μου έλαμπε κάτω από τα φώτα φθορίου.

    "Κοιτάξτε τον," είπε η Στέλλα, απευθυνόμενη στον κύριο Βαρδή. "Αυτό είναι το πιο πιστό μου όργανο. Δεν έχει θέληση, δεν έχει δικαιώματα. Είναι απλώς σάρκα που υπακούει."

    Ο Βαρδής σηκώθηκε αργά, πλησιάζοντάς με. Τα μάτια του άστραψαν από μια κτηνώδη επιθυμία. Άνοιξε τη ζώνη του παντελονιού του με μια αργή, προκλητική κίνηση.

    "Αφού είναι τόσο υπάκουος, Στέλλα, ας δούμε αν μπορεί να ικανοποιήσει έναν πραγματικό άντρα," είπε ο Βαρδής, βγάζοντας το μόριό του έξω, ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό μου. "Θέλω στοματικό σεξ. Τώρα."

    Η Στέλλα ξέσπασε σε ένα δυνατό, κρυστάλλινο γέλιο. Ήταν ένας ήχος που γέμισε την αίθουσα με την απόλυτη αίσθηση του εξευτελισμού. Ήταν το γέλιο μιας Θεάς που απολαμβάνει την πτώση του δημιουργήματός της.

    "Άκουσες την εντολή, κτήνος;" ρώτησε η Στέλλα ανάμεσα στα γέλια της. "Ο κύριος Βαρδής έχει μια επιθυμία. Και εσύ είσαι εδώ μόνο για να εκτελείς."

    "Σε παρακαλώ, Αφέντρα..." ψιθύρισα, κοιτάζοντας την με απόγνωση.

    "Μην με παρακαλάς! Γονάτισε!" ούρλιαξε η Στέλλα, και το γέλιο της έγινε ξαφνικά μια διαταγή που δεν δεχόταν αντίρρηση. "Πάρε του πίπα! Θέλω να δω τη γλώσσα σου να δουλεύει πάνω του όπως δούλεψε πάνω μου χθες βράδυ. Θέλω να τον ικανοποιήσεις μέχρι να μην μπορεί να σταθεί στα πόδια του. Ξεκίνα, σκουλήκι!"

    Γονάτισα στο πάτωμα της αίθουσας συνεδριάσεων, μπροστά στα μάτια της Προέδρου που παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα, και άνοιξα το στόμα μου για να δεχτώ τον ξένο άντρα. Η Στέλλα συνέχιζε να γελάει, πίνοντας μια γουλιά νερό, σαν να παρακολουθούσε την πιο διασκεδαστική παράσταση της ζωής της.

    "Δείτε τον!" φώναζε η Στέλλα στους υπόλοιπους διευθυντές. "Δείτε τον λογιστή σας να εκπληρώνει το πεπρωμένο του! Αυτή είναι η αληθινή ιεραρχία της εταιρείας μας!"
     
  10. slave32

    slave32 Contributor

    Ήμουν γονατισμένος, με το στόμα μου απασχολημένο από την κτηνώδη απαίτηση του Βαρδή, όταν ένιωσα το χέρι της Δήμητρας να καρφώνεται στα μαλλιά μου, τραβώντας με πίσω με μια βιαιότητα που παραλίγο να μου εξαρθρώσει τη γνάθο.

    "Τι ακούσαμε;" ούρλιαξε η Δήμητρα, και το πρόσωπό της, η μάσκα της Προέδρου, είχε αλλοιωθεί από μια Σαντική μανία. "Τόλμησες να απευθυνθείς στην Αφέντρα σου στον ενικό; Τόλμησες να μολύνεις τον αέρα με μια οικειότητα που δεν σου ανήκει, σκουλήκι;"

    Με πέταξε ξανά μπροστά στα σκέλια του Βαρδή.

    "Από εδώ και στο εξής, θα απευθύνεσαι στις Κυρίες σου μόνο στον πληθυντικό της απόλυτης απόστασης. Θα χρησιμοποιείς τον πληθυντικό για να θυμάσαι πως είμαστε Θεές και εσύ το τίποτα. Θα μιλάς σαν να απευθύνεσαι σε ένα ολόκληρο σύμπαν που σε συνθλίβει," διέταξε η Δήμητρα, και με μια κίνηση που έκοψε την ανάσα των παρευρισκόμενων, έβγαλε από τη θήκη της το μακρύ, δερμάτινο μαστίγιο.
    "Συνέχισε τη δουλειά σου, Beta. Και πρόσεχε... αν σταματήσεις επειδή πονάς, θα σε γδάρω ζωντανό," ψιθύρισε η Στέλλα, η οποία καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, απολαμβάνοντας το θέαμα με ένα κρυστάλλινο γέλιο που αντηχούσε σαν προσευχή στον θάνατο.

    Ξεκίνησα ξανά. Η γλώσσα μου δούλευε απεγνωσμένα πάνω στον Βαρδή, ενώ το πρώτο χτύπημα της Δήμητρας με βρήκε στην πλάτη.
    "Σας ικετεύω, Αφέντρες μου! Σας ευχαριστώ για την τιμωρία σας!" ούρλιαξα μέσα από το στόμα του Βαρδή, τηρώντας πλέον με τρόμο τον πληθυντικό που μου επιβλήθηκε.

    Η Δήμητρα με "ξεσκίζε". Κάθε φορά που το μαστίγιο έπεφτε, ένιωθα τη σάρκα μου να ανοίγει, αλλά δεν επιτρεπόταν να σταματήσω. Ήταν μια ιεροτελεστία διπλής ηδονής για εκείνες: ο εξευτελισμός μου μπροστά στον ξένο και ο φυσικός πόνος που μου επέβαλαν. Ο Βαρδής, διεγερμένος από τη θέα του αίματος που άρχισε να κυλάει στη γυμνή μου πλάτη, με άρπαξε από τον αυχένα.

    "Είναι υπέροχο, Στέλλα," βρυχήθηκε ο Βαρδής. "Η υπακοή του μέσα στον πόνο είναι η καλύτερη αφροδισιακή ουσία."

    Με μια τελευταία, βίαιη ώθηση, ο Βαρδής τελείωσε στο στόμα μου. Κατέρρευσα προς τα εμπρός, αλλά το μαστίγιο της Δήμητρας με επανέφερε στην τάξη.
    Ο Βαρδής, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του, γύρισε προς τη Στέλλα. "Θέλω να τον πάρω, Στέλλα. Θέλω να τον κρατήσω για μια εβδομάδα στο σπίτι μου στο βουνό. Θέλω να δω αν αυτός ο πληθυντικός θα μείνει στα χείλη του όταν θα τον κρεμάσω από τα δοκάρια της στέγης μου."

    Η Στέλλα με κοίταξε με μια παράξενη στοργή, τη στοργή που δείχνει κανείς σε ένα αντικείμενο που πρόκειται να σπάσει για να δει τι έχει μέσα.

    "Μια εβδομάδα, Βαρδή. Είναι δικός σας," είπε η Στέλλα. "Αλλά προσέξτε... θέλω να μου τον επιστρέψετε έτσι ώστε να μην μπορεί να αρθρώσει ούτε λέξη, παρά μόνο τον πληθυντικό της λατρείας προς το πρόσωπό μου. Δήμητρα, δώσε στον κύριο Βαρδή το λουρί του. Η συνεδρίαση έληξε."
     
  11. slave32

    slave32 Contributor

    Η απομόνωση στο βουνό δεν ήταν καταφύγιο, αλλά ένα υγρό δεσμωτήριο από πέτρα και παγωμένο αέρα. Ο Βαρδής με έσυρε στο εσωτερικό του σπιτιού σαν να μετέφερε ένα άψυχο φορτίο, έναν όγκο σάρκας που του παραχωρήθηκε για να εκτονώσει τα πιο κτηνώδη ένστικτά του.
    Το σκοτάδι της κάμαρας φωτιζόταν μόνο από τις φλόγες του τζακιού, που έριχναν μακριές, απειλητικές σκιές στους τοίχους. Ο Βαρδής δεν έχασε χρόνο με προλεγόμενα. Με πέταξε πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, δένοντας τους καρπούς μου στις άκρες του, αφήνοντας το σώμα μου τεντωμένο και απόλυτα εκτεθειμένο.

    "Η Στέλλα μου είπε ότι είσαι ανθεκτικός, κτήνος," βρυχήθηκε, και η ανάσα του μύριζε καπνό και αλκοόλ. "Θα δούμε αν η αντοχή σου φτάνει μέχρι το πρωί."
    Χωρίς ίχνος οικειότητας ή προετοιμασίας, ο Βαρδής εισέβαλε στο κορμί μου. Η πρωκτική διείσδυση ήταν μια βίαιη ρήξη, ένας πόνος που ένιωσα να σχίζει την ίδια μου την ύπαρξη στα δύο. Κάθε του κίνηση ήταν μια υπενθύμιση της ανδρικής του ισχύος και της δικής μου ολοκληρωτικής αδυναμίας.

    "Σας... Σας παρακαλώ... Κύριε Βαρδή..." ψέλλισα, με τα δάκρυα να κυλούν στο ξύλο του τραπεζιού, τηρώντας τον πληθυντικό που η Δήμητρα είχε χαράξει στη μνήμη μου με το μαστίγιο.

    "Σκάσε!" ούρλιαξε εκείνος, και το πρώτο χτύπημα από το βαρύ, δερμάτινο λουρί του έπεσε στους γλουτούς μου.

    Ο ρυθμός της εισβολής του συνοδευόταν από τον ρυθμό του ξύλου. Με έδερνε με μια μανία που δεν είχε τέλος, μετατρέποντας την πλάτη και τα οπίσθιά μου σε έναν ενιαίο χάρτη πόνου και αίματος. Ήταν η Σαντική απόλαυση της καταστροφής ενός σώματος· δεν ήμουν άνθρωπος, ήμουν το δοχείο της οργής του.

    Μέσα στο παραλήρημα του πόνου, ο Βαρδής πάτησε το "play" σε ένα μαγνητόφωνο που βρισκόταν δίπλα μου. Η φωνή της Στέλλας γέμισε το δωμάτιο, κρύα, αριστοκρατική και απόλυτα κυρίαρχη.

    "Σκλάβε, άκουσε καλά. Κάθε φορά που ο Βαρδής σε πονάει, κάθε φορά που το κορμί σου παραδίδεται στη βία του, να θυμάσαι πως εγώ το επέτρεψα. Είσαι δικός μου ακόμα και όταν σε κατέχει ένας άλλος. Μην τολμήσεις να κλείσεις τα μάτια σου. Θέλω να νιώθεις κάθε χτύπημα ως ένα φιλί από τη δική μου εξουσία. Υποτάξου στον Βαρδή όπως θα υποτασσόσουν στον θάνατο. Σας ανήκει ολοκληρωτικά, Κύριε Βαρδή. Σπάστε τον."

    Ακούγοντας τα λόγια της, η υποταγή μου έγινε θρησκευτική. Ο Βαρδής συνέχιζε να με παίρνει με μια άγρια, ασταμάτητη ορμή, ενώ το λουρί του "ξεσκίζε" το δέρμα μου.

    "Σας ευχαριστώ... Σας ευχαριστώ που με χρησιμοποιείτε..." φώναζα ανάμεσα στους λυγμούς μου, ενώ η φωνή της Στέλλας επαναλάμβανε την εντολή της στο κενό.

    Η νύχτα ήταν ένας ατελείωτος κύκλος διείσδυσης και αίματος. Ο Βαρδής δεν με άφησε ούτε για μια στιγμή να ανασάνω. Κάθε φορά που ένιωθα ότι θα λιποθυμήσω από τον πόνο, ένα νέο, πιο δυνατό χτύπημα με επανέφερε στην εφιαλτική πραγματικότητα. Ήμουν το αντικείμενο μιας εβδομάδας, και αυτή ήταν μόνο η αρχή της καταστροφής μου.

    Η αυγή στο βουνό δεν έφερε τη λύτρωση, αλλά μια νέα, παγωμένη κόλαση. Το σώμα μου, ένα ερείπιο από την ολονύκτια εισβολή του Βαρδή και τα ανελέητα χτυπήματα του λουριού, έτρεμε πάνω στο πέτρινο δάπεδο. Οι πληγές στην πλάτη μου είχαν κολλήσει στο κρύο μάρμαρο, και κάθε μου κίνηση συνοδευόταν από τον ήχο της σάρκας που σχίζεται ξανά.

    "Σήκω, σκουλήκι. Η μέρα σου ξεκινά τώρα," διέταξε ο Βαρδής, φορώντας μια βαριά γούνα που τον έκανε να μοιάζει με αρχέγονο θηρίο.

    Με έσυρε από το λουρί του λαιμού έξω στη βεράντα. Το χιόνι άγγιξε τα γυμνά μου πέλματα και η αίσθηση ήταν σαν να πατούσα πάνω σε χιλιάδες μικροσκοπικά μαχαίρια. Το κρύο εισχώρησε στις ανοιχτές πληγές της πλάτης μου, παγώνοντας το αίμα και τον ιδρώτα σε μια κρούστα πόνου.

    "Γονάτισε στο χιόνι. Θα σερβίρετε το πρωινό μου εκεί, χωρίς να τρέμετε. Αν δω έστω και μια σύσπαση από το κρύο, θα νιώσετε το μαστίγιο μου να σας ζεσταίνει με τον πιο βίαιο τρόπο," είπε ο Βαρδής, καθώς κάθισε στο σκαλιστό τραπέζι της βεράντας.

    Κράτησα τον δίσκο με τα χέρια μου να γαλάζιάζουν από την παγωνιά. Η ηχογράφηση της Στέλλας ξεκίνησε ξανά, η φωνή της αντηχούσε πάνω από τις χιονισμένες κορυφές, κρυστάλλινη και ανελέητη.

    "Ακούστε τη φωνή μου, σκλάβε. Το κρύο που σας τρυπάει το δέρμα δεν είναι παρά το δικό μου χάδι. Κάθε νιφάδα χιονιού που λιώνει πάνω σας είναι μια δική μου εντολή υπακοής. Σας απαγορεύω να νιώθετε τη θερμοκρασία. Θα νιώθετε μόνο την επιθυμία μου να είστε το τέλειο, παγωμένο άγαλμα της ταπείνωσης."

    "Σας... Σας ευχαριστώ, Αφέντρα Στέλλα... Σας ευχαριστώ, Κύριε Βαρδή, που μου επιτρέπετε να παγώνω για την ηδονή σας," ψιθύρισα, με τα δόντια μου να χτυπούν παρά τη διαταγή.

    "Είπατε κάτι, κτήνος;" ρώτησε ο Βαρδής και, με μια απότομη κίνηση, άδειασε το καυτό τσάι του πάνω στους παγωμένους μου ώμους.

    Ούρλιαξα από το σοκ της ακραίας εναλλαγής θερμοκρασίας. Το δέρμα μου ένιωσε να τσιτσιρίζει.

    "Μην τολμήσετε να κουνηθείτε!" ούρλιαξε ο Βαρδής, βγάζοντας ένα μικρό, μεταλλικό μαστίγιο από τη γούνα του. "Σερβίρετε το υπόλοιπο πρωινό μου στον πληθυντικό, και δείξτε μου πόσο εκτιμάτε τη φωτιά που σας πρόσφερα πάνω στον πάγο."

    "Σας ικετεύω, Κύριε Βαρδή... Σας παρακαλώ, δοκιμάστε τους καρπούς που σας ετοίμασα... Η φωτιά σας με ανασταίνει," είπα, ενώ η πλάτη μου δεχόταν μια νέα σειρά από χτυπήματα που έκαναν το χιόνι γύρω μου να βάφεται πορφυρό.

    Η Στέλλα συνέχιζε να μιλά από το μαγνητόφωνο: "Είστε το τίποτα ανάμεσα στον πάγο και τη φωτιά. Είστε μια ανάσα που μου ανήκει. Βαρδή, μην τον λυπηθείτε. Θέλω να επιστρέψει σε μένα έχοντας ξεχάσει τι θα πει ζεστασιά, έχοντας ξεχάσει τι θα πει άνθρωπος."

    Ο Βαρδής με άρπαξε από τα μαλλιά, πιέζοντας το πρόσωπό μου μέσα στο παγωμένο χιόνι. "Θα μείνετε έτσι για μια ώρα. Θα είστε το υποπόδιο μου όσο απολαμβάνω το γεύμα μου. Και αν νιώσω ότι η ανάσα σας ζεσταίνει τις μπότες μου, θα σας ξεσκίσω μέχρι να φανεί το κόκκαλο."

    Η επιστροφή στο εσωτερικό του σπιτιού δεν ήταν λύτρωση, αλλά η μετάβαση από το ψύχος του θανάτου στη φωτιά της κολάσεως. Ο Βαρδής με έσυρε μπροστά στο τζάκι, εκεί όπου οι φλόγες χόρευαν με μια μανία που καθρέφτιζε το βλέμμα του. Το σώμα μου, που πριν λίγο πάγωνε στα χιόνια, άρχισε να τσιτσιρίζει από την απότομη ζέστη, ενώ οι πληγές στην πλάτη μου άνοιγαν ξανά, στάζοντας αίμα πάνω στο ακριβό χαλί.

    "Ζεσταθήκατε, κτήνος;" ρώτησε ο Βαρδής, η φωνή του μια βραχνή υπόκρουση στο τρίξιμο των ξύλων. "Ήρθε η ώρα να νιώσετε μια άλλη ζέστη, μια ζέστη που θα σας κάψει τα σωθικά."

    Με άρπαξε από τα μαλλιά, αναγκάζοντας το κεφάλι μου να γείρει προς τα πίσω, ενώ ο ίδιος ελευθέρωσε τον ανδρισμό του, που έσφυζε από μια σκοτεινή ανάγκη. Η ηχογράφηση της Στέλλας, σαν φάντασμα που πλανιόταν στον χώρο, άρχισε να παίζει ξανά.

    "Σκλάβε, η γλώσσα σας δεν είναι πλέον όργανο ομιλίας. Είναι το χαλί πάνω στο οποίο θα πατήσει η ηδονή του Κυρίου Βαρδή. Μην τολμήσετε να ανασάνετε χωρίς την άδειά του. Πνιγείτε μέσα στην εξουσία του. Είναι η μόνη σας σωτηρία."
    Ο Βαρδής εισέβαλε στο στόμα μου με μια βιαιότητα που δεν άφηνε περιθώριο για αντίσταση. Δεν ήταν μια πράξη ηδονής, αλλά μια πράξη κατάκτησης. Η διείσδυση έφτανε μέχρι το βάθος του λαιμού μου, προκαλώντας μου έναν ακατάσχετο σπασμό πνιγμού.

    "Δεχτείτε το, σκουλήκι! Καταπιέστε τον εαυτό σας!" ούρλιαζε ο Βαρδής, ενώ ο ρυθμός του γινόταν όλο και πιο καταιγιστικός.

    Το σώμα μου αντέδρασε. Η ναυτία με κυρίευσε και, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια του οργανισμού μου να επιβιώσει, ξέρασα πάνω στα χέρια του και στα δικά του σκέλια. Η μυρωδιά της χολής αναμίχθηκε με τη μυρωδιά του καμένου ξύλου.

    Αντί να σταματήσει αηδιασμένος, ο Βαρδής εξοργίστηκε και διεγέρθηκε ακόμα περισσότερο. Με άρπαξε με τα δύο του χέρια από τον σβέρκο, καθηλώνοντάς με.

    "Τολμήσατε να λερώσετε την ηδονή μου;" βρυχήθηκε, και η επόμενη κίνηση του ήταν ακόμα πιο βαθιά, ακόμα πιο άγρια. "Τώρα θα το φάτε όλο! Θα πνιγείτε μέσα στα ίδια σας τα υγρά!"

    Το throat fuck έγινε εφιαλτικό. Με κάθε του ώθηση, ένιωθα το στομάχι μου να αναστρέφεται, αλλά εκείνος δεν με άφηνε να πάρω ανάσα. Τα μάτια μου γύρισαν, το πρόσωπό μου έγινε κατακόκκινο από την έλλειψη οξυγόνου. Η Στέλλα, μέσα από το μαγνητόφωνο, γελούσε τώρα.

    "Ακούστε τον πνιγμό του, Βαρδή! Είναι η μουσική της απόλυτης παράδοσης! Σκλάβε, ξεράστε την ψυχή σας αν χρειαστεί, αλλά μην σταματήσετε να τον ικανοποιείτε! Σας διατάζω!"

    "Σας... Σας ικετεύω..." προσπάθησα να ψελλίσω ανάμεσα στους εμετούς και τους σπασμούς, αλλά ο Βαρδής με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο με την ανοιχτή του παλάμη, αναγκάζοντάς με να ξανανοίξω το στόμα μου.

    "Δεν θα σταματήσετε μέχρι να τελειώσω στα βάθη του λαιμού σας! Θα γίνετε η χωματερή των υγρών μου!" ούρλιαζε εκείνος, ενώ το λουρί του έπεφτε τώρα με μανία στα πλευρά μου, συγχρονισμένο με κάθε βίαιη διείσδυση στο στόμα μου.

    Ήταν ένας κύκλος πόνου, πνιγμού και απόλυτης αηδίας που μετατρεπόταν, μέσα από τη φωνή της Στέλλας, σε μια ιερή θυσία. Ο Βαρδής τελείωσε με έναν κτηνώδη βρυχηθμό, αδειάζοντας μέσα μου, ενώ εγώ σπαρταρούσα στο πάτωμα, πνιγμένος από τα ίδια μου τα υγρά και τη δική του ορμή.

    Η εβδομάδα του αίματος και του πάγου τελείωσε, αφήνοντας πίσω της ένα κέλυφος ανθρώπου. Ο Βαρδής με επέστρεψε στο σαλόνι της Στέλλας, δεμένο πισθάγκωνα, με το δέρμα μου να φέρει τα ανεξίτηλα σημάδια της δικής του κτηνωδίας και της δικής μου ολοκληρωτικής συντριβής. Δεν ήμουν πλέον ο λογιστής, ο εραστής ή ο Beta Slave. Ήμουν ένα αντικείμενο, ένα έπιπλο από σάρκα που ανέπνεε μόνο από κεκτημένη ταχύτητα.

    Η Στέλλα μας περίμενε όρθια, φορώντας ένα κατακόκκινο βελούδινο φόρεμα που έμοιαζε με πηχτό αίμα. Η Δήμητρα, η Πρόεδρος, ήταν γονατισμένη δίπλα στον θρόνο της, κρατώντας το κλειδί της ζώνης αγνότητας σαν ιερό κειμήλιο.
    Ο Βαρδής με πέταξε στα πόδια της Στέλλας. Το κεφάλι μου ακούμπησε το χαλί. Δεν προσπάθησα να σηκωθώ. Δεν υπήρχε πια θέληση μέσα μου, μόνο η αναμονή της επόμενης διαταγής.

    "Σας τον επιστρέφω, Στέλλα," είπε ο Βαρδής, σκουπίζοντας τα χέρια του με ένα μεταξωτό μαντίλι. "Είναι πλέον τέλειος. Η φωνή του έχει σβήσει. Μόνο ο πληθυντικός της λατρείας έχει απομείνει στις χορδές του."

    Η Στέλλα πλησίασε και πίεσε τη μύτη της γόβας της πάνω στην ανοιχτή πληγή στον ώμο μου. Δεν έβγαλα ήχο. Μόνο ένα δάκρυ κύλησε, το οποίο η Δήμητρα έσπευσε να σκουπίσει με τη γλώσσα της.

    "Είσαι υπέροχος, σκλάβε μου," ψιθύρισε η Στέλλα, και η φωνή της ήταν η απόλυτη ηδονή. "Δεν μιλάς, δεν αντιμιλάς. Είσαι επιτέλους το σιωπηλό αντικείμενο που πάντα ονειρευόμουν να κατέχω."

    Η Στέλλα γύρισε προς τον Βαρδή και του φίλησε το χέρι με μια ευλάβεια που με έκανε να ριγήσω.

    "Σκλάβε, ήρθε η ώρα να μάθεις την αλήθεια για την ιεραρχία που σε συνέτριψε," είπε η Στέλλα, αναγκάζοντάς με να κοιτάξω τον Βαρδή. "Ο Κύριος Βαρδής δεν είναι απλώς ένας επενδυτής. Είναι ο δημιουργός μου. Είναι ο πατέρας μου. Από εκείνον έμαθα πως η αληθινή αγάπη εκφράζεται μέσα από την απόλυτη επιβολή."

    Ο Βαρδής χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που ένωσε το παρελθόν του πόνου μου με το μέλλον της φυλακής μου. Η Δήμητρα, η Πρόεδρος, έσκυψε και φίλησε τα πόδια και των δύο.

    "Υπηρετήσατε καλά και τους δύο μας, κτήνος," συνέχισε η Στέλλα. "Δείξατε αντοχή στο μαστίγιο του πατέρα μου και υποταγή στο δικό μου πνίξιμο. Γι' αυτό, αποφάσισα να σας ανταμείψω."
    Η Στέλλα έβγαλε ένα έγγραφο και το ακούμπησε πάνω στην πλάτη μου, χρησιμοποιώντας με ως τραπέζι.

    "Θα σας παντρευτώ," δήλωσε ψυχρά. "Αλλά μην τρέφετε αυταπάτες. Αυτός ο γάμος δεν είναι ένωση ψυχών. Είναι ένας τίτλος ιδιοκτησίας. Θα είστε ο σύζυγός μου στα χαρτιά, ώστε να μου ανήκετε νομικά, σωματικά και πνευματικά μέχρι τον θάνατό σας. Θα είστε το αντικείμενο που θα στολίζει το σπίτι μου, ο σκλάβος που θα εξυπηρετεί τον πατέρα μου και η σάρκα που η Δήμητρα θα σημαδεύει κάθε φορά που θα νιώθω ανία."

    "Σας... Σας ευχαριστώ, Αφέντρα μου... Σας ευχαριστώ, Κύριε..." ψέλλισα, και ήταν η τελευταία φορά που η φωνή μου ακούστηκε ως κάτι παραπάνω από ένας ψίθυρος ανέμου.

    "Τώρα, σκάσε για πάντα," διέταξε η Στέλλα, κλειδώνοντας τη ζώνη αγνότητας και πετώντας το κλειδί στο τζάκι. "Δήμητρα, φέρε το λουρί του γάμου. Ο Κύριος Βαρδής θα μας οδηγήσει στην τελετή."

    Ο Βαρδής έπιασε την αλυσίδα και με έσυρε έξω, ενώ η Στέλλα περπατούσε δίπλα μου, με το χέρι της να χαϊδεύει το δέρμα μου που δεν θα ήταν ποτέ ξανά ελεύθερο. Ήμουν ένα αντικείμενο, μια ιδιοκτησία μιας οικογένειας που λάτρευε τον πόνο, και η ιστορία μου τελείωνε εκεί που άρχιζε η αιώνια σιωπή της υποταγής μου.

    υ.γ. η ιστορια ολοκληρωθηκε υπο την εντολή του Αφέντη @antreas Armatas