Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Τα Παραμύθια της D

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος dora_salonica, στις 13 Μαρτίου 2008.

  1. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Η Κοκκινοσκουφίτσα και ο Κακός Λύκος

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία κοπελίτσα που είχε ένα κόκκινο παλτώ. Ήταν ένα βελούδινο παλτουδάκι που της έφτανε ως τα γόνατα και είχε και μια κουκούλα για να κρύβει τα ξανθά μαλλιά της να μην την δει ο Κακός ο Λύκος και την κλέψει.

    Μια μέρα αποφάσισε να πάει βόλτα στο δάσος να μαζέψει μανιτάρια. Της άρεσαν πολύ τα μανιτάρια αλά κρεμ, είχε γάλα, είχε βούτυρο, είχε και λίγο αλεύρι και της έλειπαν τα μανιτάρια. Και είχε μια πείνα….

    Δρόμο παίρνει δρόμο αφήνει, χώνεται στο σκοτεινό δάσος. Δεν φοβόταν πολύ γιατί φορούσε την κόκκινη κουκούλα και έκρυβε καλά τα ξανθά μαλλιά της. Ποιος θα την έβλεπε μέσα στα σκοτάδια; Δεν πολυπίστευε κιόλας στον Κακό τον Λύκο. Παραμύθια της Χαλιμάς, μουρμούριζε πάντα κάτω από το λαμπερό της χαμόγελο.

    Και γέμισε το καλαθάκι της με φρέσκα μανιτάρια και όλο χοροπήδαγε και όλο σιγοτραγουδούσε τραγουδάκια από το youtube και κούναγε το καλαθάκι πέρα δώθε και έκανε κάθε λογής χαζούλικες χαριτωμενιές.

    Και ο Λύκος την είδε. Την είδε εκεί που χοροπήδαγε αμέριμνη και είχε πέσει και η κουκούλα και έλαμπαν τα ξανθά της τα μαλλιά μέσα στα σκοτάδια. Και σκέφτηκε, μμμ… καλή περίπτωση. Και γρύλισε σιγανά.

    Η Κοκκινοσκουφίτσα τον είδε ξαφνικά μπροστά της και τρόμαξε. Ακουμπούσε την πλάτη του πάνω στον κορμό μιας βελανιδιάς και καθάριζε τα γαμψά του νύχια με έναν σουγιά. Ήταν μικρόσωμος αλλά φαινόταν ευκίνητος, και αρκετά τριχωτός, ένας νορμάλ λύκος, με πόδια δυνατά και δόντια μεγαλούτσικα, όχι πολύ, απλά ήταν κοφτερά και η γλώσσα του φαινόταν κόκκινη μέσα στο μισάνοιχτο στόμα του. Μία γραμμή από σάλια είχε στάξει ως το τριχωτό του πηγούνι. Είχε κι αυτός μια πείνα….

    Την περιεργάστηκε καλά καλά και κατόπιν της απηύθυνε ευγενικά το λόγο.

    «Για πού το βάλατε μικρή μου;»

    «Ω καλησπέρα Κύριε Λύκε,» είπε σαν αθώα περιστερά και πετάρισε τις βλεφαρίδες της. «Βγήκα να μαζέψω λίγα μανιτάρια. Τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς σε ένα δάσος;»

    «Μία όμορφη κοπελίτσα σαν εσένα μπορεί να κάνει πολύ περισσότερα πράγματα μέσα σε ένα τόσο σκοτεινό δάσος όπως το δικό μας. Έχεις ακούσει ποτέ για την Υπέρτατη Γκαύλα;» Της τόριξε στα ίσια, γιατί έτσι πιάνονται καλύτερα οι Κοκκινοσκουφίτσες με μίνιμουμ δαπάνη ενέργειας σε μίνιμουμ χρόνο για μάξιμουμ αποτελέσματα.

    «Κάτι πήρε το αυτί μου Κύριε Λύκε, εκεί στο μάθημα των Γαλλικών, σαν κάτι να μας είπαν που έμοιαζε με αυτό που λέτε, αλλά δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία γιατί ήμουν πολύ απασχολημένη, έπρεπε να χτενίσω τα μαλλιά μου και το …. Τέλος πάντων, ας το αφήσουμε τώρα, δεν θα ήθελα να σοκάρω έναν τόσο έξυπνο και καλοβαλμένο τζέντλεμαν όπως εσείς.»

    «Μικρή μου,» είπε ο Λύκος και η σταγόνα σιέλου έφτασε ως το χώμα, «έλα μαζί μου κι εγώ θα σε πάω να δεις και μόνη σου ότι η Υπέρτατη Γκαύλα υπάρχει, δεν είναι μυθεύματα ούτε παραμύθια της Χαλιμάς. Οι Λύκοι ξέρουν. Να τους εμπιστεύεσαι.»

    «Α καλά τότε Κύριε Λύκε,» είπε η επιπόλαιη μικρή, τον έπιασε αγκαζέ και ήταν καυτό το χεράκι της επάνω στο μπράτσο του, και τον χάιδεψε λίγο απαλά γιατί ήταν ευχάριστα και αντρικά μαλλιαρός και της άρεσαν πολύ τα τριχωτά πράγματα και προσπάθησε να μην χοροπηδάει πολύ καθώς βάδιζε δίπλα του, γιατί ο Λύκος περπατούσε αλλιώτικα από αυτήν, σαν να κούτσαινε λίγο, και τον ρώτησε η μικρά, «γιατί κουτσαίνετε Κακέ μου Λύκε, μήπως θα θέλατε να ακουμπήσετε εσείς επάνω μου για λίγο, σαν δεκανίκι ένα πράγμα ας πούμε» κι αυτός ξεφύσηξε έναν αναστεναγμό πολύ βαθύ και αρνήθηκε γιατί αντιπαθούσε τα δεκανίκια, προτιμούσε να πηγαίνει μόνος του στα δυο του πίσω πόδια κι ας κούτσαινε λίγο, ο ψυχίατρός του του είχε εξηγήσει ότι επρόκειτο απλά για άγχος θανάτου, κι αυτός είπε μα δεν έχω άγχος θανάτου κι ο ψυχίατρος είπε δεν γίνεται όλοι έχουν γιατί απλά δεν ξέρουν τι έχει μετά το μενού, αν ήξεραν δεν θα τους ένοιαζε.

    Έφτασαν σε ένα σπιτάκι στη μέση του δάσους και ο Λύκος άνοιξε την πόρτα, «Περάστε μικρά» της είπε και η μικρή χώθηκε στο πι και φι μέσα κι έκατσε στην καλή την πολυθρόνα μπροστά στο τζάκι, χοβολιάστηκε για τα καλά εκεί και άπλωνε τα ποδαράκια της να τα θαυμάσει πόσο μικρά ήταν. Και ο Λύκος έδωσε μέγα πήδο και τα άρπαξε τα ποδαράκια της και τα έκανε μια χαψιά, μαζί με τα σοσονάκια και τα παπουτσάκια.

    «Ου…ου…πόνεσε αυτό,» έσκουξε η μικρή και πήγε να σηκωθεί να την κοπανήσει αλλά δεν είχε πόδια πια, δεν μπορούσε να πάει πουθενά και ο Λύκος παραμέρισε μια ξανθιά τούφα που είχε πέσει πάνω στα δακρυσμένα της μάτια και την κοίταξε βαθιά βαθιά μέσα να δει τι έχει, δεν είχε τίποτα, όπως όλοι μας, μόνο πόνο είχε, και ο Λύκος πεινούσε ακόμα και της έφαγε και τα χεράκια.

    Και της χάιδευε συνέχεια τα μαλλιά και της έλεγε γλυκόλογα και την κοίταζε μέσα στα μάτια που δεν είχαν τίποτα μέσα, δεν είχαν ούτε πόνο πια, γιατί ήταν τόσο μεγάλος που έσβησε μέσα στην φωτιά του, και την έφαγε κομμάτι κομμάτι, την κατασπάραξε ζωντανή την Κοκκινοσκουφίτσα κι αυτή χάθηκε εντός του κι αυτός πάλι δεν καταλάγιασε την πείνα του γιατί αυτή είναι η βασική έννοια του Κακού του Λύκου. Είναι αχόρταγος.

    Κι έτσι η Κοκκινοσκουφίτσα γνώρισε την Υπέρτατη Γκαύλα. Αλλά ο Λύκος συνέχισε να κουτσαίνει στον αιώνα τον άπαντα.
     
  2. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Η Πριγκίπισσα και το μπιζέλι

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία Πριγκίπισσα που πήγε για πικνικ στο δάσος με τους αυλικούς της. Όμως κάποια στιγμή ξεμάκρυνε από αυτούς γιατί έπαιζε με κάτι πουλάκια και τα κυνήγησε αλλά αυτά πέταξαν μακριά κι όπως δεν γίνεται να πιάνεις πουλιά στον αέρα δεν έπιασε ούτε ένα, άσε και τι να τα κάνει, αν ήταν ορτύκια κάτι γινόταν, θα τα έδινε στον μάγειρα του παλατιού για το δείπνο, αλλά αυτά ήταν κάτι βρωμοπερίστερα της συμφοράς. Κι έτσι χάθηκε μέσα στο δάσος η πριγκιποπούλα μας.

    Τριγυρνούσε όλη τη μέρα και δεν ήξερε που βρίσκεται και πού πατεί. Τα παπούτσια της την χτύπησαν και τα άφησε στην όχθη του ποταμού και τα πόδια της είχαν πληγιάσει από τα αγκάθια και τις πέτρες. Τα ρούχα της κουρελιάστηκαν, ξεμαλλιάστηκε από το άγχος, γιατί κατάλαβε ότι έχει χαθεί μόνη μέσα στο δάσος, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από την μοναξιά, και άρχισε να κλαίει και να τρίβει τα μάτια της και έχασε και τους μωβ φακούς της και δεν έβλεπε τίποτε πια. Είχε μεγάλη μυωπία, γιατί διάβαζε συνέχεια στο παλάτι, αλλά μόνο ποίηση διάβαζε, όλα τα άλλα της φαίνονταν βαρετά γιατί τα ήξερε κι από μόνη της.

    Ξαφνικά, βγήκε σε ένα ξέφωτο με ένα μικρό παλατάκι. Ήταν μικρούτσικο αλλά πολύ καλοβαλμένο, με πολεμίστρες, πυργάκια, μια μικρή σημαιούλα που κυμάτιζε σε ένα μπαλκονάκι, ήταν ένα παλάτι με όλα τα σέα του και τα μέα του και της πριγκίπισσας της άρεσε πολύ.

    Χτύπησε την πόρτα εξουθενωμένη κι αμέσως οι υπηρέτες της άνοιξαν την πόρτα και την καλωσόρισαν.

    «Είμαι πριγκίπισσα,» τους πληροφόρησε αμέσως αμέσως, για να μην της πάρουν τον αέρα, ούτε καλημέρες ούτε καλησπέρες ούτε τίποτε, στο ψητό κατευθείαν. «Και απαιτώ να με πάτε στον βασιλιά σας» είπε και τους κοίταξε αφ υψηλού.

    Ψάρωσαν οι υπηρέτες και την οδήγησαν πάραυτα στην αίθουσα του θρόνου. Εκεί καθόταν ο βασιλιάς, ένας κουρασμένος και βαριεστημένος σαραντάρης, που ήταν πολύ απασχολημένος να τρώει τα αγαπημένα του μακαρόνια με σάλτσα blue cheese και κρέμα γάλακτος.

    «Μία αληθινή πριγκίπισσα,» ανακοίνωσε ο Αρχιθαλαμηπόλος στον βασιλιά, αλλά αυτός την κοίταξε και δεν του γέμισε το μάτι έτσι όπως ήταν με τα κουρέλια και τα ματωμένα πόδια.

    «Αν ετούτη εδώ η κουρελιάρα που είναι για τα μπάζα είναι πριγκίπισσα τότε εγώ είμαι ο Σαρκοζί,» ψιθύρισε ο βασιλιάς. Έψαχνε για μια βεριτάμπλ πριγκίπισσα γιατί είχε φτάσει πλέον σε ηλικία γάμου. Δεν ήθελε όμως όποια κι όποια, έπρεπε να έχει ανατροφή και στυλ και αν είχε και βυζάκια τροφαντά ακόμα καλύτερα, αν και δεν αποτελούσαν προϋπόθεση.

    Υπήρχε μόνο ένας τρόπος για να είναι σίγουρος ο βασιλιάς και τον είχε επινοήσει ο ίδιος γιατί κατέβαζε ιδέες η κούτρα του. Θα την περνούσε από την Δοκιμασία.

    «Καλώς ήλθατε στο παλάτι μου ευγενική μου δεσποινίς,» της είπε κρυφογελώντας. «Οι υπηρέτες θα σας οδηγήσουν στην καλύτερη σουίτα μας, όπου θα μπορέσετε να αναπαυθείτε από το ταξίδι σας και αύριο που θα βγει ο ήλιος συνεχίζετε τον δρόμο σας αν το θέλετε, ξεκούραστη και φρέσκια.»

    «Σας ευχαριστώ, αλλά πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι δεν κοιμάμαι άνετα παρά μόνο αν έχω δεκαπέντε στρώματα στο κρεβάτι. Θέλω να κοιμάμαι στα ψηλά. Και πουπουλένια σκεπάσματα παρακαλώ. Αδιάβροχο μαξιλάρι σε περίπτωση που ξυπνήσω στη μέση της νύχτας και με πιάσουν τίποτα κλάματα. Φταίνε οι ορμόνες μου ξέρετε. Και οπωσδήποτε ένα γεύμα με ορτύκια για το βραδινό μου. Με τυρί μοτσαρέλα και σαλάτα ρόκα με βαλσάμικο. Α ναι, και να μου ετοιμάσουν ένα καυτό τζακούζι. Επίσης θέλω έναν γάτο για συντροφιά. Μου αρέσει να τον ακούω να χουρχουρίζει μέσα στο αυτί μου, με κάνει να αισθάνομαι λιγότερο μόνη.»

    Τα είπε όλα μονορούφι και δεν έκατσε να ακούσει την απάντηση, ήταν βέβαιη ότι όλες οι απαιτήσεις της θα ικανοποιούνταν χωρίς πολλά μα και μου, γιατί έτσι την είχαν μεγαλώσει στο δικό της το παλάτι, κακομαθημένη ως εκεί που δεν παίρνει, ψηλομύτα και απαιτητική, καρδιά από μάλαμα βέβαια, αλλά οι υπηρέτες της είχαν τινάξει γιακά με τις γκρίνιες της, από μικρό παιδί τους είχε βγάλει την ψυχή.

    Αλλά ο βασιλιάς έδωσε διαταγές δεξιά κι αριστερά και επιθεώρησε ο ίδιος την σουίτα. Όλα έγιναν όπως τα ήθελε η Μαντάμ. Αλλά καθώς αυτή έπαιρνε το μπάνιο της και σαχλαμάριζε με τις σαπουνόφουσκες και απαιτούσε κι άλλα πράγματα, όπως κόκκινο Merlot αλλά μόνο σε κρυστάλλινο ποτήρι και μετά άλλαξε γνώμη και είπε, όχι, δεν θέλω να πιω κρασί, θέλω iced tea, και τσακίστηκαν όλοι να βρουν iced tea στο παλάτι και ήθελε δυόμισι παγάκια στο ποτήρι η αθεόφοβη αλλιώς να πάνε να…., βρήκε τότε την ευκαιρία ο παμπόνηρος ο βασιλιάς και έβαλε ένα μικρό μπιζέλι, ένα τόσο δα μπιζελάκι, κάτω από τα 15 στρώματα και είπε κάτω από τα μουστάκια του, τώρα θα δούμε αν είναι αληθινή πριγκίπισσα η γκρινιάρα. Η σκρόφα. Η καριόλα (έβρισε λίγο, γιατί ήταν κι αυτός γκρινιάρης, και στην ουσία μόνο μία γκρινιάρα του ταίριαζε αλλά δεν το ήξερε, γιατί ήταν πολύ υπερόπτης και ματαιόδοξος και δεν μπορούσε να καταλάβει ότι καμία άλλη δεν θα τον ανεχόταν ποτέ παρά μόνο μία στριμμένη σαν αυτή που στρίγκλιζε τώρα μέσα στο τζακούζι, φέρτε μου παντόφλες με πούπουλα έλεγε, οι άλλες είναι ντεγκαυλέ, κι ο καημένος ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι του και τίναξε κι αυτός τον γιακά του και σκέφτηκε ότι απλά ήθελε να είναι βεριτάμπλ η σκύλα, αυτό του έφτανε, δεν χρειαζόταν απολύτως καμία άλλη προϋπόθεση).

    Κι έτσι την καληνύχτισε κι αυτή κόντεψε να του πετάξει το λαστιχένιο παπάκι στο κεφάλι αλλά συγκρατήθηκε και είπε «Καληνύχτα Κύριε» και ήταν σχεδόν μελιστάλαχτη η φωνούλα της και είδε ότι είχε ωραία καστανά ματάκια και ήταν καααλούτσικη και μετά πήγε κι αυτός στο δικό του δωμάτιο για ύπνο. Ο ίδιος κοιμόταν σε ένα ψάθινο στρώμα στο πάτωμα, προτιμούσε την ασκητική ζωή.

    Η πριγκίπισσα πήρε τον γάτο και σκαρφάλωσε με μία σκάλα πάνω στα 15 στρώματα και κουκουλώθηκε με τα πουπουλένια σκεπάσματα. Αλλά κάτι την ενοχλούσε στην πλάτη της. Δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Χάιδεψε τον γάτο, χουρχούρισε μαζί του, τρίφτηκε και λίγο με την ευκαιρία, γιατί να χάνουμε ευκαιρίες είπε, μια που είμαι ξύπνια, αλλά το μπιζέλι το ένιωθε σαν μαχαίρι στο κορμί κι εκεί κατά τις τέσσερις τα χαράματα κατάλαβε ότι δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί και άρχισε να κλαίει πάνω στο αδιάβροχο μαξιλάρι. Έκλαψε ως το πρωί. Και όταν κατέβηκε για να πάρει το πρωινό της, μαρμελάδα από βατόμουρα είχε απαιτήσει, τους είχε δώσει έναν μακρύ κατάλογο από βραδύς, και γάλα κατσίκας ήθελε (κατσίκα είσαι και φαίνεσαι είχε μουρμουρίσει ο βασιλιάς) και του είπε «Καλημέρα Κύριε», κι αυτός είδε τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια της και πρόσεξε την κούρασή της, χανόταν το βλέμμα της στο κενό, σαν να κοιμόταν και όμως δεν κοιμόταν, σαν να ήταν εκεί κι όμως δεν ήταν, απαντούσε ευγενικά nevertheless και όταν την ρώτησε «Δεν κοιμηθήκατε καλά μαντμουαζέλ;» γιατί ήδη το είχε ψυχανεμιστεί ότι είναι βεριτάμπλ αλλά ήθελε να το ακούει κι αυτή είπε «Έχει μελανιάσει όλο μου το κορμί, κάτι με ζόριζε όλη τη νύχτα, με ενοχλεί να με ζορίζουν τόσο πολύ, αλλά το υπέμεινα και τώρα είμαι ένα ψυχικό κουρέλι αλλά θα το αντέξω γιατί έτσι κάνουμε εμείς οι πριγκίπισσες».

    Και ο βασιλιάς ήταν βέβαιος πια και την παντρεύτηκε τη στρίγγλα. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα (έκαναν και στριγγλάκια).
     
  3. Guest05

    Guest05 Guest

    Στον ΑΝΤ1 δέκα επεισόδια μέσα στο νερό.
    Άνετα άνετα. Κι έτσι και το τραβήξεις λίγο άλλα πέντε γκαρνατί.
     
  4. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Η Χρυσομαλλούσα και οι 3 αρκούδες

    Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία κοπελίτσα (ψιλοσιτεμένη αλλά καααλούτσικη) με χρυσά μαλλιά. Μια ηλιόλουστη μέρα της βάρεσε στο ξανθό της το κεφάλι να πάει μια ρομαντική τσάρκα. Πήγε λοιπόν στο δάσος, πού αλλού θα πήγαινε, βόλτα στην Τσιμισκή; Τγε μπανάλ.

    Εκεί που πήγαινε την βολτίτσα της με τα λαγουδάκια και τις πεταλούδες και τις μέλισσες, και θαύμαζε τις μπιγκόνιες και τις πορτοκαλιές, είδε και κάτι ταπεινά κρινάκια που τα έκοψε για να στολίσει το κορσάζ της, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα σπιτάκι. Κουκλίστικο ήταν, σαν ψεύτικο, σαν παραμύθι. Χτύπησε την πόρτα, δεν ακούστηκε τίποτε από μέσα (αν και από ένα μακρινό CD player ακουγόταν ένα τραγουδάκι που έλεγε Du hast mich, αλλά η Χρυσομαλλούσα δεν ομιλούσε την λίνγκο και δεν κατάλαβε τι έλεγε ο Γερμαναράς και νόμισε ότι έλεγε χάσου από μπροστά μου – που μπορεί και να τόλεγε). Δεν πτοήθηκε από τις ναζιστικές κοτσάνες, έδωσε μια κλωτσιά στην πόρτα και μπήκε.

    Και τι να δει. Τρεις αρκούδες την περίμεναν, κρατώντας ασημένια μαχαιροπήρουνα, με πετσέτες περασμένες στο λαιμό και είχαν στρωμένο το τραπέζι και άδεια πιάτα μπροστά τους. Είχαν και μια πιατέλα με τηγανητές πατάτες αλλά τους είχαν τελειώσει τα φιλέτα και περίμεναν πως και πως το καλό το πράμα. Που πάντα αργεί.

    «Εμένα περιμένατε καλές μου αρκουδίτσες;» είπε τρυφερά η Χρυσομαλλούσα ετοιμάζοντας ταυτόχρονα πυρετωδώς πίσω από την πλάτη της ένα μαχαίρι από χαρτί. Ο δάσκαλος στο σχολείο της είχε μάθει πώς να φτιάχνει χάρτινο μαχαίρι. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο μία φορά. Κι αυτή έπρεπε να τα βάλει με τρεις αρκούδες. Η μία θεόρατη, η άλλη παχουλή και η τρίτη της φαινόταν ταιριαστή μαζί της για να παίξουν κανένα παιχνιδάκι.

    Δεν φοβήθηκε παρά ελάχιστα, ίσα για ν’ ανεβάσει αδρεναλίνη. Πλησίασε την πρώτη αρκούδα και την έξυσε λίγο κάτω από το πηγούνι. Η αρκούδα την αγριοκοίταξε πίσω από τα γυαλιά της αλλά δέχτηκε το χάδι με φανερή ευχαρίστηση. Έπασχε από 7 χρόνια φαγούρα.

    «Εσύ πρέπει να είσαι ο Μπαμπάς Αρκούδος» είπε το κοριτσάκι.

    «Ναι. Καλώς την. Νόστιμη φαίνεσαι εσύ. Θα κάτσεις να σε φάω;»

    «Μμμμ….μπορώ να το σκεφτώ λίγο;» είπε η Χρυσομαλλούσα.

    «Μπορείς. Είναι δικιά σου η επιλογή ποιος από μας θα σε φάει. Προσωπικά, θέλω να συρθείς στο πάτωμα και να με παρακαλέσεις να σε φάω αλλιώς αρνούμαι. Είναι θέμα αρχών.»

    Άντε άντεεε, κούνησε το κεφάλι της η Χρυσομαλλούσα και σείστηκαν οι μπούκλες. Καλέ έπεσα σε θεόμουρλους, σκέφτηκε. Σιγά μη συρθώ εγώ, και σιγά μην μπω και μόνη μου στο πιάτο.

    Στάθηκε μπροστά στη δεύτερη αρκούδα. Αυτή είχε πολύ γυαλιστερή γούνα, ήταν καλοταϊσμένη και πολύ γουστόζικη. Μίλησε πρώτη στο κοριτσάκι.

    «Εγώ θα σε φάω θες δε θες. Θα σε δέσω και θα σε δείρω και θα σε κόψω κομματάκια με μαχαίρι του τυριού που πονάει περισσότερο και θα σε γαμήσω κιόλας. Μετά θα σε φάω αλά κρεμ so to speak κι έτσι ταυτόχρονα θα φάω και τον εαυτό μου. Και θα ικανοποιηθώ επιτέλους.»

    «Ναι αλλά θα πρέπει πρώτα να με πιάσεις» είπε το κοριτσάκι. Και άρχισε ένα άγριο κυνηγητό μέσα στο σπιτάκι, έτρεχαν και πηδούσαν γύρω γύρω, λίμπα τα έκαναν όλα, βγήκαν και στην αυλή, πήγαν και για καφέ στο διάλειμμα, έγιναν φίλοι, γύρισαν πίσω και συνέχισαν να κυνηγιούνται, και στο ενδιάμεσο ξεκουράζονταν συζητώντας κοντά στο τζάκι για το BDSM και την συναίνεση και μετά η αρκούδα αποφάσισε ότι προτιμούσε να την έχει για φιλενάδα γιατί είχε και καβάτζες κονσέρβες σολωμού στο ντουλάπι ενώ φίλες δεν είχε και η Χρυσομαλλούσα δεν σκότωσε την αρκουδίτσα με το χάρτινο μαχαίρι της αλλά αποφάσισε να την καβατζώσει κι αυτή γι αργότερα σε περίπτωση που ήθελε να αυτοκτονήσει για κάποιο μυστηριώδη λόγο και δεν έβρισκε το θάρρος να το κάνει μόνη. Κι έτσι τα συμφωνήσανε και τέλειωσε το πατιρντί.

    Μετά η Χρυσομαλλούσα προχώρησε και στάθηκε μπροστά στο αρκουδάκι. Αυτό ήταν ιδιαίτερα τρυφερό και την κοιτούσε με διερευνητικά μπιρμπιλωτά ματάκια σαν ψεύτικες χαντρούλες.

    “Do you want to play a game?” της είπε γιατί σιχαινόταν τα greeklish αλλά όχι τις ξένες γλώσσες και δεν ήταν αληθινό αρκουδάκι αλλά φανταστικό, ήταν σα να λέμε simulation αρκουδάκι.

    «Τι παιχνίδι καλό μου;» είπε το κοριτσάκι στο simulacrum.

    «Να, εγώ θα κάνω ότι είμαι κακός – που δεν είμαι - κι εσύ θα κάνεις ότι είσαι πρόθυμη – που δεν είσαι – και θα έρθεις εδώ κοντά και θα βγάλεις όλα σου τα ρούχα και θα μπεις στο πιάτο μου. Θα σε αλείψω μουστάρδα και θα κάνω στα ψέματα ότι σε τρώω. Καταλαβαίνεις ότι όλα θα γίνουν σε ένα εναλλακτικό παράλληλο σύμπαν, γιατί είμαι ένα φανταστικό αρκουδάκι, πολύ πεινασμένο μεν, αλλά δεν θα σε φάω στ’ αλήθεια. Κι έτσι κι εγώ θα σε γευθώ κι εσύ θα γουστάρεις λίγη χαρά στα σκέλια σου, γιατί θα σου αρέσει, θα δεις.»

    Η Χρυσομαλλούσα μπερδεύτηκε. Δυσκολευόταν να σκεφτεί αναλυτικά κάτω από τα χρυσά της τα μαλλιά. Την μπουρουμπούριασε τόσο καλά το αρκουδάκι, την δελέασε τόσο με την ιστορία επιστημονικής φαντασίας που της τσαμπούνησε, ήταν και great fan του είδους η ξανθιά, κι έτσι δέχτηκε να κάνει την πρόθυμη – που δεν ήταν – και έβγαλε όλα της τα ρούχα, χώθηκε στο πιάτο και περίμενε ηδυπαθώς.

    Το αρκουδάκι πήρε τα μαχαιροπήρουνα, την έκοψε κομματάκια και την έφαγε. Δυσκολεύτηκε λίγο όταν έφτασε στην καρδιά της γιατί ήταν τόσο τρυφερή που γλιστρούσε από το πιρούνι του. Τότε της την ξερίζωσε, την έβαλε στο μπλέντερ με χυμό από φράουλα, την έκανε νιανιά και την ήπιε.

    Μετά ρεύτηκε, σκουπίστηκε με την πετσετούλα του και είπε στους δύο συντρόφους του:

    «Δεν υπάρχει πραγματικό και φανταστικό. Οι δύο κόσμοι είναι ένα.»

    Μετά κάθισε δίπλα στο τζάκι και άρχισε να διαβάζει ένα βιβλίο για τον ρομαντισμό, πίνοντας ταυτόχρονα λίγη σόδα γιατί είχε βαρυστομαχιάσει ελαφρώς από την απροθυμία του φιλέτου.

    ΥΓ. Το χάρτινο μαχαίρι είναι η ιστορία.
     
  5. Syrah

    Syrah Contributor

    DRD, η συνέχεια στο τραγούδι που άκουγαν ήταν "(Du hast mich) gefragt, und ich hab nichts gesagt".

    ΥΓ1. Για να προλάβω όσους εξανίστανται περί άγνοιας της "ναζιστικής" κατά λέξη μετάφραση: "(Εσύ έχεις εμένα) ρωτήσει, και εγώ δεν έχω τίποτα απαντήσει."

    ΥΓ2. Μήπως ήταν του είδους Ailuropoda microta οι μεγάλες αρκούδες; Ξέρεις, αυτές είναι χορτοφάγες, μπορεί να σκοτώνουν κοριτσάκια, αλλά δεν τα τρώνε ποτέ τελικά, γιατί καταφέρνουν να χωνέψουν μόνο τα μπαμπού...
     
  6. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    Γοητευτική η κυριλέ-κουρελού πριγκήπισσα με την υπερευαίσθητη μεσούλα, ειδικά με μαύρους κύκλους στα μάτια.

    Εφιαλτική αλληγορία για λίγους η ιστορία με τον τριχωτό, γοητευτικό, καυλωτικό λύκο.

    Η Goldilox όμως "παίρνει το μπισκότο", έστω και μόνο για την τελευταία ατάκα του κωλομπετσωμένου χαριτωμένου αρκουδιού.

    Ευχαριστούμε, Ντόρα, και χρόνια πολλά.

    Χαιρετισμούς,
    DocHeart
     
  7. MasterPerris

    MasterPerris Contributor In Loving Memory

    Απάντηση: Τα Παραμύθια της D

    Και εζησαν αυτοι καλα και εμεις καλυτερα... 

    Καληνυχτα παω για υπνο... 

    Αυτο το φορουμ τελικα τα εχει ολα....σκλαβες/ους...., Κυριαρχους/ες....., ανωμαλιες ομαλοτητες...., παραμυθια αληθειες......, τζακωμους, ινκγριτες,ερωτες....., σχεσεις...., αλλα το πιο ομορφο ειναι οτι ειμαστε Ο/ολοι/ες μια υπεροχη παρεα, οι καλοι....,οι κακοι...., και οι ασχημοι.....που θα βρουμε χειροτερα....? 
     
  8. latexduck

    latexduck Contributor

    Απολαυστικό Ντόρα  
     
  9. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Δεν θα έχανα ποτέ τον πολύτιμο χρόνο μου με αρκουδάκια panda DRS. Το πολύ πολύ να έφτιαχνα μία ωραιότατη pandoκολοκυθοτυρόπιτα (ίσως και να την απολαμβάναμε μαζί). 

    ΥΓ. Μου αρέσει να απαντώ. Είναι κι αυτό μια πολυτέλεια που δεν την επιλέγουν όλοι. Ή απλά δεν τους επιτρέπεται.
     
  10. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Ήταν επόμενο να ταυτιστείς, κωλοπετσωμένε DocHeart. Και ευχαριστώ. 
     
  11. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Σ' ευχαριστώ για το πολύτιμο link, Seirios_79. Έχει πολύ ψωμί εδώ η υπόθεση. Εμπνέομαι...