Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Τοκάτα και Φούγκα

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 8 Δεκεμβρίου 2023.

  1. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Μέρος 21ο - Με τα κέρατα μωρό μου, με τα κέρατα!

    Βγήκαμε από το μπάνιο λίγο πριν τις 13:00 και πήγαμε να ετοιμαστούμε στα γρήγορα καθότι από στιγμή σε στιγμή περιμέναμε το Στεργίου. Ευτυχώς στο σπίτι του Αρίστου δεν είχα πάει μόνο φόρμα και πιτζάμες, και μπορεί να μην ήμουν για δεξίωση, αλλά για ένα χαλαρό Κυριακάτικο μεσημέρι τα ρούχα που είχα αφήσει εδώ ήταν μια χαρά. Φόρεσα και τη ζακέτα που μου είχε φέρει από την Ιρλανδία και κατέβηκα να τον βοηθήσω. Ο Αρίστος πήγε να φέρει κλαδιά και ξύλα ενώ εγώ έπλυνα τη σχάρα. Είχε συννεφιά και φαινόταν ότι θα το πάει για βροχή αλλά αυτό δεν ήταν πρόβλημα, η ψησταριά είχε ρόδες, οπότε αν χρειαζόταν μπορούσαμε να τη μεταφέρουμε εύκολα κάτω από το υπόστεγο. Πάνω που τελειώσαμε τις προετοιμασίες χτύπησε το τηλέφωνο του Αρίστου, κατά τα φαινόμενα είχε έρθει ο γαμπρός.

    - «Καλημέρα, ήρθατε; Ναι, το ξέρω ότι έχει μαζευτεί λαός απ’ έξω. Έρχομαι στην πόρτα να σας ανοίξω, μη μου μπει κανένας μούργος μέσα και άντε μάζεψέ τον» είπε και έκλεισε το τηλέφωνο και γύρισε προς εμένα. «Ήρθε ο γαμπρός, πάω να τους ανοίξω και να κάνω τον τερματοφύλακα μη μπει κανένα κοπρόσκυλο μέσα». «Sadie, κάτσε κάτω» είπε στη Sadie που προσπάθησε να τον ακολουθήσει και η φουκαριάρα ξάπλωσε στο γκαζόν αναστενάζοντας.
    - «Καλημέρα» είπα σε Στεργίου και Αναστασία όταν βγήκαν από το αυτοκίνητο.
    - «Καλημέρα» μου είπε η Αναστασία ενώ ο Στεργίου άνοιξε την πίσω πόρτα και ο Ράντι πήδηξε έξω και πήγε με τη μία προς το Sadie η οποία είχε σηκωθεί και κουνούσε την ουρά της σαν τρελή.
    - «Ελεύθερη» της είπε ο Αρίστος ερχόμενος
    - «Σιγά βρε Ούννε, βγάλ’ το για ένα καφέ το κορίτσι πρώτα!» ψευτομάλλωσε ο Στεργίου τον Ράντι που πήγε κατευθείαν στη Sadie και της μύρισε τον κώλο. «Καλημέρα Μαριλίζα!»
    - «Καλημέρα, καλημέρα!» του απάντησα χαμογελαστή.
    - «Έχετε πιεί καφεδάκι;» τους ρώτησε ο Αρίστος
    - «Έχουμε πιεί αλλά ευχαρίστως θα έπινα ένα δεύτερο αν δεν σας είναι φασαρία» του είπε ντροπαλά η Αναστασία.
    - «Σιγά τη φασαρία!» της απάντησα. «Αρίστο, Αντώνη, θέλετε καφέ;» τους ρώτησα.
    - «Δεν θα έλεγα όχι» είπε και ο Στεργίου με τη σειρά του. «Α, μισό λεπτάκι να φέρω και τα παϊδάκια!» είπε και πήγε προς το αυτοκίνητο. «Μη τα βάλετε στο ψυγείο, πρέπει να είναι σε θερμοκρασία δωματίου.»
    - «Ωραία, πάμε μέσα να τ’ αφήσουμε και μόνα τους» είπα εγώ.
    - «Ναι, τα έφαγαν οι ντροπές τα καημένα!» είπε ο Αντώνης. «Σιγά βρε Ούννε!» μάλωσε και πάλι τον Ράντι που είχε πάρει στο κατόπι τη Sadie.
    - «Λοιπόν, κατεβαίνετε Κρήτη;» μας ρώτησε ο Αντώνης όταν κάτσαμε να πιούμε τα καφεδάκια μας.
    - «Ναι, παντρεύεται μια πρώτη μου ξαδέρφη το Σάββατο οπότε ευκαιρία ήταν, είχα να κατέβω από το καλοκαίρι.»
    - «Θα πάμε κι εμείς προς τα τέλη του μήνα, έχουμε να δώσουμε και στη Φοίβη τον κούταβο της. Δεν ξέρω αν στο είπαν, γέννησε η Τρίσια!»
    - «Ναι, μου το είπε ο Κώστας. Τα είδατε;»
    - «Μπορούσα να κάνω και αλλιώς;» είπε γελώντας ο Αντώνης. «Θα μ’ έγδερναν ζωντανό Αναστασία και Φοίβη!»
    - «Για την Αναστασία δεν ξέρω αλλά για τη Φοίβη σε πιστεύω» απάντησε γελώντας με τη σειρά του ο Αρίστος.
    - «Διαλέξατε κουτάβι;» ρώτησα εγώ.
    - «Διαλέξανε!» με διόρθωσε ο Αντώνης. «Τυχερός ο Σίμπα, μέχρι και κατσίκια θα έχει να κάνει το βοσκό!»
    - «Κατσίκια;» τον ρώτησα απορημένη. «Έχουν και κατσίκια;»
    - «Από το Πάσχα» είπε γελώντας ο Αντώνης. «Είχε πάρει δυο κατσικάκια ο κουμπάρος τους για το Πάσχα και η κουμπάρα με τους γιους της τα φυγάδευσαν στη Φοίβη. Καθίστε, έχω και βίντεο να σας δείξω!»
    - «Περίμενε να ανοίξω την τηλεόραση να το δούμε εκεί!» είπε ο Αρίστος. «Κάνε cast!»
    - «Αναστασία, για κάνε τα μαγικά σου» είπε ο Αντώνης δίνοντάς της το τηλέφωνο του.
    - «Το XR-77A95L είναι η τηλεόραση;» ρώτησε η Αναστασία και έλαβε καταφατική απάντηση από τον Αρίστο και σε λίγο το βίντεο άρχισε να παίζει στην τηλεόραση.

    Εντάξει, εγώ και ο Αρίστος που δεν το είχαμε ξαναδεί, σκάσαμε στα γέλια. Στο βίντεο δύο κατσίκια είχαν ανέβει πάνω στον ουρανό ενός αυτοκινήτου και κοιτούσαν απαθέστατα έναν άντρα, ο Ανδρέας θα πρέπει να ήταν, που τραβούσε τα μαλλιά του απειλώντας τα ότι αν δεν κατέβουν θα τα σουβλίσει επιτόπου. Ακουγόταν δυνατό γυναικείο γέλιο και η εικόνα χοροπηδούσε, καθώς η Φοίβη, που από το γέλιο εικάζω πως ήταν εκείνη που τραβούσε το βίντεο, δε μπορούσε να την κρατήσει σταθερή. Στο κάδρο, επίσης ξεκαρδισμένη, ήταν μια πολύ όμορφη νεαρή κοπέλα που υπέθεσα ότι ήταν η κόρη τους.

    - «Ρε το φουκαρά τον Ανδρέα» είπε ακόμα γελώντας ο Αρίστος. «Και οι άλλες οι γαϊδάρες, μάνα και κόρη, στην καραπουτσακλάρα τους!»
    - «Καλά μη νομίζεις, τραβάτε με κι ας κλαίω είναι και του λόγου του. Βάλε και το άλλο βίντεο» είπε στην Αναστασία και εδώ μας έπιασε η κοιλιά μας από τα γέλια.

    Στο βίντεο ο Ανδρέας είχε βγει στον κήπο με ένα πιάτο με καρπούζι στο χέρι και τα κατσίκια τον είχαν πάρει στο κατόπι και δεν τον άφηναν σε ησυχία. «Με τα κέρατα μωρό μου, με τα κέρατα!» ακούστηκε ξεκαρδισμένη η φωνή της Φοίβης. «Θα σου ‘λεγα τίποτα τώρα» είπε ο Ανδρέας προσπαθώντας να απομακρύνει τα κατσίκια που τον ακολουθούσαν σαν σκυλάκια. «Φύγετε ρε βάσανα!» τους φώναξε και τον γράψανε εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Παίρνοντας απόφαση ότι τα κατσίκια δε θα τον αφήσουν σε ησυχία, και απειλώντας τα ότι θα τα κάνει στο φούρνο, κάθισε σε μια καρέκλα και τους μοίρασε το καρπούζι. «Ίδια η μάνα σας είστε ρε κερατάδες!» τους είπε ενώ η εικόνα άρχισε να χοροπηδάει καθώς τα γέλια έπιασαν εκ νέου τη Φοίβη.

    - «Αχ Παναγία μου, θα αφήσω τα κόκαλά μου» είπε ο Αρίστος σκουπίζοντας τα δάκρυά του.
    - «Κάτσε να σας δείξω και το τρίτο» είπε η Αναστασία.

    Στο τρίτο βίντεο ο Ανδρέας καθόταν στον κήπο με τα δυο κατσίκια να τριγυρίζουν στα πόδια του, του είχαν αδυναμία φαίνεται, αλλά αποφάσισαν ότι ήθελαν παιχνίδι και άρχισαν να τον σπρώχνουν με τα κεφάλια τους. «Καθίστε ήσυχα ρε κέρατα! Πάτε στη μαμά σας» τα μάλωσε και εκείνα τον αγνόησαν επιδεικτικά. «Ρε θα μ’ αφήσετε να διαβάσω;». «Γιατί δε τους διαβάζεις κάτι εσύ μωρό μου;» τον ρώτησε η Φοίβη. «Να σας διαβάσω θέλετε πουλάκια μου; Ορίστε, σε ένα ταψί αλατίζουμε καλά το αρνί με αρκετό αλάτι, και περιχύνουμε την μαρινάδα, αλείφοντας με τα χέρια μας και προσέχοντας ώστε να πάει παντού» ξεκίνησε ο Ανδρέας και η εικόνα άρχισε και πάλι να χοροπηδάει καθώς τα κατσίκια σταμάτησαν να τον σπρώχνουν, κοιτάζοντάς τον με προσήλωση.

    - «Κοίτα να δεις προσήλωση» είπα μη μπορώντας να συγκρατήσω τα γέλια μου.
    - «Μωρέ τραβάτε με και ας κλαίω είναι, καλά το είπες» είπε στον Αντώνη ο Αρίστος όταν σταμάτησε να γελάει. «Τους ξέρω πάνω από 20 χρόνια, τα antics τους δεν έχουν αλλάξει στο παραμικρό!»
    - «Πώς γνωριστήκατε;» ρώτησε η Αναστασία.
    - «Λίγο καιρό μετά τη δημοσίευση του διδακτορικού μου, η Φοίβη που τότε έκανε μεταπτυχιακό, μου έστειλε ένα mail ζητώντας κάποιες διευκρινήσεις και αρχίσαμε να αλληλογραφούμε τακτικά. Το 2002 ή το 2003, δε θυμάμαι, τους γνώρισα και από κοντά. Δεν ξέρω αν την ξέρετε αλλά η κουμπάρα τους έκανε διδακτορικό στο ίδιο πανεπιστήμιο με μένα και παντρεύτηκε εκεί, οπότε με την ευκαιρία που ήρθαν να τη δουν, τους γνώρισα κι εγώ.»
    - «Κι εσύ στο Berkley ήσουν;» ρώτησε ο Αντώνης.
    - «Όχι, μετά το διδακτορικό μου έπιασα δουλειά αλλού» είπε ο Αρίστος χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
    - «Αν επιτρέπεται, γιατί έφυγες από την Αμερική;» τον ρώτησε ο Αντώνης.
    - «Γιατί τα πρώτα χρόνια ήταν αρκετά ζόρικα και μου είχε λείψει και η Κρήτη.»
    - «Ορίστε» είπε η Αναστασία. «Ο ένας έφυγε από την Αμερική ενώ ήταν εκεί, ο άλλος κάθε φορά που πάει ταξίδι εκεί βλαστημάει την ώρα και τη στιγμή, με τι κουράγιο θα πάω εκεί για μεταπτυχιακά;»
    - «Αλήθεια, τι σπουδάζεις;» ρώτησα εγώ.
    - «Οικονομικές επιστήμες.»
    - «Αν δε σ’ αρέσει η Αμερική και θέλεις top σχολή υπάρχει και το London School of Economics, και η αδερφή του Ανδρέα εκεί έκανε μεταπτυχιακά» της είπε ο Αρίστος.
    - «Κι εγώ εκεί έκανα το μεταπτυχιακό μου» είπε ο Αντώνης.
    - «Καλό είναι αλλά Wharton δεν είναι» απάντησε πεισμωμένη η Αναστασία.
    - «Φιλόδοξη!» είπε ο Αρίστος με θαυμασμό. «Well, στο εύχομαι από καρδιάς!»
    - «Ευχαριστώ!» του απάντησε χαμογελώντας ντροπαλά.
    - «Άσχετο τελείως με το θέμα, αλλά ρε συ Αρίστο ήθελα να σε ρωτήσω για το αυτοκίνητό σου και όλο ξεχνούσα, η πεντάρα είναι η μπέμπα σου;»
    - «Ναι, Μ5 του 1985, η τριαμισάρα.»
    - «Κούκλα είναι!»
    - «Με τα ίδια μου τα χέρια μου την αποκατέστησα» είπε ο Αρίστος. «Την είχε παρατημένη και σάπιζε ένας εδώ πιο πάνω, την έβλεπα και μ’ έπιανε η ψυχή μου. Όταν την αγόρασα δεν έπαιρνε καν μπρος!»
    - «Ω, ρε φίλε!»
    - «Ω, δε θα πει τίποτα. Μιλάμε για ένα από τα πιο εικονικά αυτοκίνητα της δεκαετίας του ’80. Ευτυχώς η μηχανή ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση και έχω και αστέρι μηχανικό και την αποκαταστήσαμε σε όλη της τη δόξα. Την πειράξαμε κιόλας, από τη μαμά της έβγαζε 286 άλογα, την πήγαμε στα 337. Καίει λίγο παραπάνω αλλά η αίσθηση να την οδηγάς δεν ανταλλάσσεται με τίποτα!»
    - «Μπορεί η αίσθηση να μην ανταλλάσσεται αλλά πάνα σε κάνει εύκολα να αλλάξεις» προσπάθησα να αστειευτώ.
    - «Γυναίκες…» είπε ο Αρίστος και τον κοιτάξαμε καλά-καλά κι εγώ και η Αναστασία.
    - “You’re alone on this” του είπε ο Αντώνης.
    - “Et tu, Brute?”
    - «Και Βρούτος και Popeye και Bugs Bunny, του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ!» είπε ο Αντώνης κάνοντάς μας να βάλουμε τα γέλια.
    - «Θα σε δείρω όταν φύγουν τα παιδιά, καθότι πολιτισμένη!» είπα στον Αρίστο.
    - «Μη μου μπρατάρεις εμένα, σουφραζέτα!» με ψευτο-απείλησε χρησιμοποιώντας χωρίς να σκεφτεί τον όρο «μπρατάρισμα.»
    - «Τεχνικά μιλώντας αυτό δεν είναι suffrage» είπε η Αναστασία προς υπεράσπισή μου. «Μπρατάρισμα πάντως είναι σίγουρα!» συνέχισε χαμογελώντας σκανταλιάρικα.
    - «Παλιά μου τέχνη κόσκινο» την πείραξε ο Αντώνης.

    Οκ, τι γίνεται εδώ; Με την απορία έμεινα γιατί ο Αρίστος βιάστηκε να αλλάξει κουβέντα.

    - «Λοιπόν, πάω έξω να ανάψω τη φωτιά για να ξεκινήσουμε να ψήνουμε, δεν ξέρω για εσάς αλλά μια πείνα την κάνει!»
    - «Θα έρθω κι εγώ να σου κάνω παρέα» είπε ο Αντώνης. «Σιτεμένα 9 μέρες και μαλακωμένα με κρεμμύδι. Μόνο αλατοπίπερο, ρίγανη και δυνατή φωτιά χρειάζονται.»
    - «Τι προτιμάτε, χωριάτικη ή ντάκο με ξύγαλο;» ρώτησα εγώ που από τότε που δοκίμασα ξύγαλο δεν το άλλαζα με τίποτα.
    - «Ξύγαλο; Τι είπες τώρα;» ρώτησε ο Αντώνης και κάπως έτσι πάρθηκε η απόφαση.
    - «Αναστασία, θα έρθεις να μου κάνεις παρέα ή θα πας με τ’ αγόρια;»
    - «Αγόρια…» κάγχασε αυτή τη φορά ο Αντώνης που τα μαλλιά του ήταν πιο άσπρα και από το κινέζου δάσκαλου της Uma Therman στο Kill Bill.
    - «Θα έρθω μαζί σου, μη με κολλήσουν και τίποτα χρόνια!» είπε η Αναστασία, κάνοντάς εμένα να γελάσω, και τον Αντώνη να κάνει παντομίμα ότι δέχτηκε πιστολιά κατάστηθα.

    Πήγαμε στην κουζίνα και η αλήθεια είναι ότι με έτρωγε ελαφρά να μάθω αν η Αναστασία ήξερε τον όρο μπρατάρισμα η απλά είχε κάνει τη σύνδεση με τη λέξη brat αλλά δεν ήξερα πως να τη ρωτήσω με τρόπο χωρίς να καρφωθώ. Την κοίταξα σα να την έβλεπα για πρώτη φορά. Καμιά δεκαριά πόντους πιο ψηλή από μένα, καστανομάτα, με μακρύ μαλλί ίδιου χρώματος, είναι πολύ όμορφη κοπέλα, με γλυκιά, κοριτσίστικη ομορφιά.

    - «Με χαρά διαπιστώνω ότι δεν είμαι η μόνη που μπρατάρω» την πείραξα και καλά για την ατάκα που είπε πριν.
    - «Χαχαχα, του αρέσει να τον τσιγκλάω, τον κάνω να γελάει και… και του είχε λείψει το γέλιο.»
    - «Τον αγαπάς πολύ, ε;» τη ρώτησα αλλά κόμπιασε. «Αναστασία μου, με τον Αρίστο έχουμε 25 χρόνια διαφορά, δεν πρόκειται να σας κατακρίνω.»
    - «Εμείς έχουμε 27 χρόνια και τρεις μέρες» είπε και γέλασε στη σκέψη. «Δεν… δεν είναι εύκολο και μερικές φορές τον τρώει, το ξέρω ότι τον τρώει. Δεν είναι μόνο η διαφορά ηλικίας.»
    - «Αλλά;»
    - «Με ξέρει από τότε που ήμουν δεκατριών χρονών, ερχόντουσαν στην Κέρκυρα με τη συγχωρεμένη τη γυναίκα του και νοικιάζανε το ακριβώς διπλανό σπίτι από αυτό που μένουν οι παππούδες μου. Η… η Αγγελική με έβλεπε σαν την κόρη που δε μπορούσε να έχει. Κι εγώ την αγαπούσα, την αγαπούσα πολύ, παρόλο που ήμουν τσιμπημένη με τον Αντώνη από την πρώτη στιγμή που τον αντίκρισα. Ο ίδιος ήταν πιο απόμακρος, αλλά ποτέ δε με αντιμετώπισε σαν κάποιο ενοχλητικό νιάνιαρο που του φορτωνόταν, απλά είχε καταλάβει ότι είχα κρασάρει μαζί του και κρατούσε αποστάσεις. Με την Αγγελική ακούγαμε μουσική, ζωγραφίζαμε, παίζαμε… με τον Αντώνη απλά μιλούσαμε, μου άρεσε να τον ακούω και ποτέ δε με αντιμετώπισε στις συζητήσεις σαν παιδί, συζητούσε μαζί μου σα να μιλούσε σε ενήλικη. Ήρθε τον Αύγουστο στην Κέρκυρα. Είχα να τον δω δύο χρόνια, τρόμαξα να τον γνωρίσω στην αρχή, είχε μείνει ο μισός και είχε ασπρίσει σα γέρος. Ό,τι… ό,τι έγινε μεταξύ μας εγώ το ξεκίνησα, όταν ήταν να φύγει μάζεψα όλο το θάρρος μου και τον αγκάλιασα και τον φίλησα στο στόμα. Με έκανε μαλακά πέρα και το έβαλα στα πόδια. Συγνώμη που σε ζαλίζω…»
    - «Δε με ζαλίζεις Αναστασία μου, τι είναι αυτά που λες;»
    - «Δεν ξέρω βρε Μαριλίζα, ώρες-ώρες νιώθω ότι τον τρώνε οι τύψεις, τύψεις για την Αγγελική, τύψεις για μένα επειδή με ξέρει από κοριτσάκι αλλά και τύψεις για τους γονείς μου, που φυσικά δεν έχουν ιδέα. Μου δίνει ώρες-ώρες την εντύπωση ότι από τη μία θέλει να με σφίξει πάνω του και από την άλλη θέλει να με σπρώξει μακριά του. Δεν… δεν είναι ότι έχω παράπονο μαζί του αλλά είναι… είναι ελάχιστοι αυτοί στους οποίους μπορούμε να ανοιχτούμε.»
    - «Ναι, το καταλαβαίνω αυτό. Δεν ξέρω αν στο είπε αλλά εργαζόμαστε στην ίδια εταιρία.»
    - «Ναι, μου είπε τι έγινε και εκτίμησε πολύ που του το είπες. Πάντως… αλήθεια, εσύ τη Φοίβη και τον Ανδρέα τους έχεις γνωρίσει;»
    - «Από Skype μόνο αλλά φαντάζομαι ότι θα τους δούμε τώρα που θα κατέβουμε Κρήτη.»
    - «Ήθελα να πω πως άρχισε να αισθάνεται πιο άνετα από τη μέρα που τους γνώρισε. Μου ομολόγησε ότι και η Φοίβη και ο Ανδρέας, που έχουν κόρη λίγο μεγαλύτερη από εμένα, τον διαβεβαίωσαν ότι οι ίδιοι θα προτιμούσαν η Χριστιάνα, η κόρη τους, να γνωρίσει τον έρωτα με κάποιον σαν τον Αντώνη, παρά με συνομήλικό της, και δεν το λένε έτσι, η Χριστιάνα είναι 22 χρονών και ο φίλος της είναι 35.»
    - «Μακάρι να ήταν και οι δικοί μου οι γονείς έτσι…» είπα με μια δόση πίκρας.
    - «Δεν τους το έχεις πει; Ρε συ Μαριλίζα, δώσε μου τις πατάτες, θα τις κόψω εγώ!»
    - «Δε θα πάει καλά αυτό, εννοώ με τους γονείς μου, όχι με τις πατάτες» της είπα και χαμογέλασε. «Ο πρώην μου, ο Κώστας, ήταν 30 όταν τα φτιάξαμε και εγώ λίγο πριν κλείσω τα 21 και τους είχε έρθει ντουβρουτζάς. Δε μπορώ να φανταστώ πως θα αντιδράσουν αν τους πω ότι ο Αρίστος είναι πενηντάρης.»
    - «Ξέρεις κάτι; Θα χρησιμοποιήσω τα λόγια του Ανδρέα προς τον Αρίστο όταν του είπε ότι ο φίλος της Χριστιάνας είναι 35 χρονών. Τους δώσανε την αγάπη τους, την καθοδήγησή τους και τη στήριξή τους και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα παιδιά τους να είναι ευτυχισμένα ακολουθώντας το μονοπάτι που επέλεξαν τα ίδια.»
    - «Μωρέ μια χαρά τα λέει και έτσι θα έπρεπε να είναι, αλλά δεν είναι όλοι οι γονείς ανοιχτόμυαλοι σαν τον Ανδρέα και τη Φοίβη.»
    - «Ναι, δε διαφωνώ, δε θέλω καν να διανοηθώ τι έχει να γίνει έτσι και μάθουν οι δικοί μου ότι τα έχω με τον Αντώνη. Τέλος πάντων…»
    - «Ξέρεις κάτι; Αν δεν ήξερα ότι είσαι 18,5 χρονών θα σε έκανα τουλάχιστον συνομήλική μου, και δεν εννοώ εμφανισιακά.»
    - «Be that as it may, appearances *do* matter, ειδικά για ανθρώπους με τη θέση του Αντώνη. Δε μου λες, καλές είναι σε αυτό το πάχος;»
    - «Ναι, μια χαρά είναι, ορίστε πάρε και την τελευταία» της είπα και της έδωσα την πατάτα, και πήγα να ετοιμάσω το ντάκο.
    - «Εσύ έχεις σπουδάσει κοινωνιολογία, έτσι;»
    - «Ναι, με κατεύθυνση την εγκληματολογία… αλλά η αλήθεια είναι ότι με κούρασε. Τελείωσα τη σχολή γιατί δε μου αρέσει να αφήνω πράγματα στη μέση αλλά από τη στιγμή που πήρα το πτυχίο δεν ασχολήθηκα ξανά μαζί της.»
    - «Έχεις σκεφτεί να κάνεις κανένα MBA?»
    - «Το έχω σκεφτεί, αλλά μέχρι πρότινος δε μου έβγαιναν τα κουκιά και δεν ήθελα να φορτωθώ στους γονείς μου εικοσιπέντε χρονών γαϊδάρα.»
    - «Εγώ πάντως σου λέω αν μπορείς να το κάνεις και θα σου πρότεινα να επιλέξεις αυτό του Οικονομικού Πανεπιστημίου. Τι βαθμό πτυχίου έχεις;»
    - «Λίγο πάνω από 8, αν θυμάμαι καλά 8,07. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το οικονομικό, έχω να πιάσω βιβλίο και δύο χρόνια και δουλεύω και full time και σε βάρδιες, δε θα είναι εύκολο.»
    - «Μη είναι βασιλικήν ατραπόν επί Γεωμετρίαν που έλεγε και ο μπάρμπα-Ευκλείδης.»
    - «Μη μου κάνεις εμένα το wikiquote» την πείραξα αστειευόμενη.
    - «Τι να πω, μ’ αρέσει το διάβασμα!» είπε ανασηκώνοντας τους ώμους της.
    - «Κι εμένα! Η μαμά μου με έμαθε να διαβάζω πριν καν πάω σχολείο, και από τότε δεν έχει υπάρξει περίοδος που δεν διάβαζα κάποιο βιβλίο, αν και τον τελευταίο καιρό το έχω ρίξει λίγο στην παλαβή!»
    - «Σε πιστεύω, κι εγώ με τον Αντώνη τον πρώτο καιρό έτσι ήμουν, πού μυαλό για διάβασμα;»
    - «Εχμ, εσύ έχεις και τη σχολή νεαρή» την ψευτομάλωσα.
    - «Α όχι, εννοούσα το διάβασμα για ψυχαγωγία, όχι για τη σχολή. Απλά όταν τελείωνα τη μελέτη, δεν είχα μυαλά ούτε για διάβασμα, ούτε για ζωγραφική, ούτε για μουσική.»
    - «Ε, μουσική φαντάζομαι ότι μπορείς να ακούς και όταν διαβάζεις!»
    - «Να παίξω εννοώ. Παίζω keyboards. Ξεκίνησα με πιάνο, βασικά, αλλά με κέρδισαν τα keyboards… αλλά όπως σου είπα πού μυαλά…»
    - «Αυτό που έχει σημασία είναι να περνάς καλά.»
    - «Από αυτό δόξα τω Θεώ.»
    - «Λοιπόν, έτοιμος και ο ντάκος» της είπα. «Πάμε στους μπαρμπάδες μας;»
    - «Χαχαχα, ναι, πάμε!» μου είπε γελώντας.

    Πήγαμε έξω, Αρίστος και Αντώνης έπιναν μπύρα όρθιοι περιμένοντας τη φωτιά να πέσει για να βάλουν τα παϊδάκια. Sadie και Ράντι -πολύ μου αρέσει που κάνουν ομοιοκαταληξία- είχαν ξαπλώσει στα πόδια τους και κάναν τα χαλιά.

    - «Άμα το ρίξεις έτσι το κομενάκι να μου τρυπήσεις τη μύτη» είπα στο Ράντι.
    - «Χαχαχα, τώρα είναι και οι δύο στη φάση του τσιγάρο μετά!» είπε ο Αρίστος. «Μωρή δεν ντράπηκες να βγάλεις τα μάτια σου μπροστά στα μάτια του μπαμπά;» μάλωσε τρυφερά τη Sadie που κούνησε την ουρά της κάνοντας ένα «ΑΟΥΥΥΥΥΓΚΜΜΜ.»

    Πήγα να πω «Κάνε κόρη να δεις καλό» αλλά θυμήθηκα αυτά που μου είπε προηγουμένως η Αναστασία και το βούλωσα, καθώς κατά τα φαινόμενα το θέμα ήταν «τζιζ βαβά» για τον Στεργίου και δεν ήθελα άθελά μου να γίνω η αφορμή να του χαλάσει η διάθεση. «Γαμώτο, Αντώνη εδώ, όχι Στεργίου!» μάλωσα τον εαυτό μου.

    - «Έχουμε κόψει το ντάκο και οι πατάτες είναι έτοιμες για τηγάνισμα» είπα αλλάζοντας κουβέντα.
    - «Ωραία» είπε ο Αρίστος. «Νομίζω σε δυο-τρία λεπτά θα μπορέσουμε να βάλουμε και τα παϊδάκια.»
    - «Πόσο θέλουν;» ρώτησα εγώ για να υπολογίζω πότε θα έβαζα να τηγανίσω τις πατάτες.
    - «Αρχικά δύο λεπτά ανά πλευρά» είπε ο Αντώνης. «Μετά τα γυρίζουμε πάλι και αυτή τη φορά τα αφήνουμε για 6-8 λεπτά ανά πλευρά».
    - «Ωραία, όταν τα γυρίσετε για δεύτερη φορά, θα πάω να βάλω και τις πατάτες να τηγανίζονται, θέλει 15 λεπτά στο air frier. Μήπως θέλετε να τις κάνουμε σε λάδι;» ρώτησα αλλά κανείς δεν ήθελε και κρίμα, γιατί μια παρασπονδία την ήθελα σήμερα.

    Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο της Αναστασίας που κατάλαβε από τον ήχο ποιος την καλεί γιατί είπε, μάλλον προς τον Αντώνη, «ο Στέφανος είναι» ο οποίος της έγνεψε καταφατικά, και αφού μας ζήτησε συγνώμη, πήγε λίγο πιο μακριά για να μιλήσει. Του ζήτησε άδεια με τα μάτια ή ήταν ιδέα μου; Κοίταξα τον Αρίστο που με κοίταξε κι εκείνος, και σα να συνεννοηθήκαμε με τις ματιές μας, δεν ήταν ιδέα μου. Προηγουμένως είχα προσπαθήσει να καταλάβω από που γνωρίζει η Αναστασία τον όρο μπρατάρισμα αλλά η κουβέντα πήγε αλλού. Δεν ήταν από νοσηρή περιέργεια, ούτε από αδιακρισία, ήθελα να μπορούν να είναι άνετα μαζί μας, όποια και αν ήταν η σχέση τους. Εκεί είχα μια ιδέα και την κράτησα για αργότερα και στο μεταξύ γύρισε και η Αναστασία.

    - «Άσχετο» είπε ο Αντώνης, «Αρίστο, έχεις να μας προτείνεις κάποιο καλό ξενοδοχείο στο Ηράκλειο, κατά προτίμηση κέντρο;»
    - «Έχω Airbnb στη μικρή Έβανς, ακριβώς στο κέντρο, αν ενδιαφέρεστε, άλλωστε εκεί θα μείνουμε κι εγώ με τη Μαριλίζα. Αν κατεβείτε με αυτοκίνητο ή νοικιάσετε εκεί, έχει και parking πολύ κοντά, ούτε εκατό μέτρα.»
    - «Χμμμ… δεν είναι άσχημη ιδέα» είπε ο Αντώνης.
    - «Πότε σκοπεύετε να πάτε; Ρωτάω για να ξέρω ώστε να μην το δώσω, όχι να το παινευτώ αλλά έχει πολύ μεγάλη ζήτηση.»
    - «Στα τέλη Φλεβάρη για μια εβδομάδα, βασικά περιμένουμε να απογαλακτιστεί ο Σίμπα, ώστε να τον πάρουμε και να τον πάμε και στη Φοίβη και τον Ανδρέα.»
    - «Ωραία, έκλεισε τότε. Δε θα απογοητευτείτε, να φανταστείτε ότι αυτό που θα σας δώσω το είχα φτιάξει πρωτίστως για μένα, όπως σας είπα εκεί μένω όταν κατεβαίνω Ηράκλειο.»
    - «Ωραία, στείλε μου το IBAN σου να το κλείσουμε από τώρα!»
    - «Σιγά μην πάρω χρήματα από το συμπέθερο!»
    - «Βρε Αρίστο…» έκανε να πει ο Στεργίου αλλά τον έκοψε.
    - «Δεν ακούω κουβέντα, έλα ρε Αντώνη τώρα!»
    - «Ευχαριστώ, ευχαριστώ πολύ» είπε χαμογελαστός ο Στεργίου.
    - «Επίσης όταν θα πάτε, ρωτήστε τη Φοίβη να σας πει εστιατόρια για να πάτε να φάτε. Εγώ θα σας προτείνω τον Έργανο και το «Ό,τι θες». Α! Και αν αποφασίσετε να φάτε πιτόγυρα -ή γυρόπιτες όπως τις λένε στο Ηράκλειο- προσέξτε να πάρετε *ΜΙΑ* για τον καθένα, αλλιώς θα σας μείνουν, στο Ηράκλειο δεν αστειεύονται με τις μερίδες!»
    - «Χαχαχα εντάξει, καλά που μας το είπες, γιατί -μεταξύ μας- μια φορά την εβδομάδα δυο σουβλάκια ο καθένας μας τα τσακίζουμε!» είπε η Αναστασία.
    - «Α, και προσοχή με τη στάκα!» τους είπα εγώ. «Αν ξεκινήσεις δεν σταματάς και, όχι τίποτε άλλο, μετά χρειάζεσαι τουμποφλό για τις αρτηρίες. Όπως λέει και ο Αρίστος, δέκα γραμμάρια τρως, ένα κιλό γράφει η ζυγαριά!»
    - «Λοιπόν, νομίζω ότι η φωτιά είναι καλή. Αντώνη, τα βάζουμε για ψήσιμο;»
    - «Ναι, πάμε!»
    - «Πάω κι εγώ να τηγανίσω τις πατάτες» τους είπα.
    - «Έρχομαι να σου κάνω παρέα» είπε η Αναστασία και με ακολούθησε μέσα. «Μαριλίζα, θα ήθελες να πάμε μια μέρα για καφέ οι δυο μας;» με ρώτησε όταν μείναμε μόνες, και η αλήθεια είναι ότι αιφνιδιάστηκα λιγάκι, όχι δυσάρεστα πάντως.
    - «Πολύ ευχαρίστως, αν και όχι αυτή την εβδομάδα, μέχρι Τετάρτη έχω την απογευματινή βάρδια και την Πέμπτη, όπως σας είπε και ο Αρίστος, θα πάμε Ηράκλειο» της είπα και έβαλα τις πατάτες να τηγανίζονται.
    - «Ναι, κανένα πρόβλημα. Εχμ, να θέλεις κι εσύ, έτσι; Δε θέλω να γίνομαι φορτική…» ξεκίνησε να λέει αλλά την έκοψα.
    - «Δεν γίνεσαι βρε, μη φοβάσαι. Κι εγώ πέρα από τον Αρίστο και τον Μιχάλη δεν έχω άλλους φίλους, είμαι κλειστός άνθρωπος, καλό θα μου κάνει να κοινωνικοποιηθώ και λίγο!»
    - «Εσύ;» με ρώτησε με γνήσια απορία κάνοντάς με να χαμογελάσω.
    - «Κι όμως… παρά την φαινόμενη εξωστρέφειά μου, στην πραγματικότητα, είμαι πολύ κλειστός άνθρωπος.»
    - «Εγώ είμαι το αντίθετο» μου είπε αναστενάζοντας. «Είμαι μαζεμένη όταν είμαι με ανθρώπους που δε γνωρίζω αλλά όταν νιώθω άνετα γίνομαι αρκετά εξωστρεφής. Κι εγώ πέρα από τον Αντώνη και το φίλο μου το Στέφανο, αυτόν που με πήρε τηλέφωνο, δεν έχω άλλους φίλους. Παρέες ναι, φίλους όχι. Δεν τα πάω καλά με τους συνομήλικούς μου, ποτέ δεν τα πήγαινα…»
    - “I can relate to that” της είπα αναστενάζοντας με τη σειρά μου.
    - «Από το Σεπτέμβρη που κατέβηκα Αθήνα έχασα και την Τίνα, που ήταν η κολλητή μου σε όλο το λύκειο. Δε λέω, μιλάμε στο Skype, αλλά δεν είναι το ίδιο. Και εδώ που τα λέμε, δεν ξέρει και για τον Αντώνη, και πέρα από το Στέφανο δεν έχω να μιλήσω και με κανέναν για τα προσωπικά μου και …δεν είναι ακριβώς και το πιο εύκολο, ε, και υπάρχουν και μερικά πράγματα που δεν μπορώ να τα μοιραστώ με άνδρα… καταλαβαίνεις…»
    - «I can relate to that, also. Κι εγώ έχασα την κολλητή μου, όταν τέλειωσε τη σχολή επέστρεψε Θεσσαλονίκη, από εκεί είναι. Πέρσι όταν… όταν ο πρώην μου ζήτησε να χωρίσουμε, έμεινα τελείως μόνη, οι παρέες που είχα ήταν οι δικές του. Μέχρι… μέχρι που γνώρισα τον Μιχάλη -και με εξαίρεση δουλειά και γυμναστήριο- είχα κλειστεί μέσα σε τέσσερις τοίχους, not exactly the healthiest thing to do…»
    - «Αν επιτρέπεται πόσο καιρό μαζί ήσουν με τον πρώην;»
    - «Τρία χρόνια και κάτι.»
    - «Ναι, δεν έχω τέτοιες παραστάσεις, πότε να προλάβω άλλωστε, 18,5 είμαι. Μέχρι τον Αντώνη είχα κάνει δύο σχέσεις όλες κι όλες, με συνομήλικους ή περίπου συνομήλικους.»
    - «Ο Αντώνης ήταν ο πρώτος σου;»
    - «Αν εννοείς ο πρώτος με τον οποίο έκανα σεξ, όχι, αυτό έγινε όταν πήγαινα πρώτη λυκείου. Η αλήθεια είναι πάντως πως ούτε με τον Χάρη, τον πρώτο, ούτε με το Νίκο υπήρξα ποτέ ερωτευμένη, πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ήταν ο Αντώνης και ας ήξερα ότι δεν είχα καμιά ελπίδα μαζί του. Δεν ξέρω ρε Μαριλίζα, όσο ευτυχισμένη και αν είμαι τώρα, μακάρι να ζούσε η Αγγελική και ας έμενα αιώνια με την καψούρα… εννοώ δε μπορεί, κάποια στιγμή θα τον ξεπερνούσα.»
    - «Δυστυχώς ή ευτυχώς το Σύμπαν δεν δίνει δεκάρα τι θέλουμε και τι δε θέλουμε. Ο Αντώνης δεν είναι ο μόνος που νιώθει τύψεις, ε;»
    - «Όχι, δεν είναι.»
    - «Survivor’s guilt λέγεται αυτό που νιώθετε.»
    - «Ναι, το ξέρω, αλλά με το να ονομάζεις κάτι δεν το εξαφανίζεις.»
    - «Όχι, δεν το εξαφανίζεις, το διαχειρίζεσαι, έχοντας την γνώση πως ούτε ο ένας ούτε ο άλλος ευθύνεστε για το χαμό της Αγγελικής.»

    Με την πάρλα πέρασε η ώρα και οι πατάτες έγιναν. Η Αναστασία με βοήθησε να στρώσουμε την τραπεζαρία και αφού τελειώσαμε, πήρα ένα μεγάλο οβάλ δίσκο και βγήκαμε έξω για να βάλουμε τα κρέατα, που και εκείνα μόλις είχαν ψηθεί, και η τσίκνα έκανε τα σάλια μας να τρέχουν. Μιας και ο Αρίστος με τον Αντώνη έπιναν ήδη μπύρα, αποφασίσαμε να συνεχίσουμε όλοι με μπύρα.

    - «Καλώς ήρθατε και άντε με το καλό να γίνουμε και παππούδες!» είπε ο Αρίστος.
    - «Κάποιοι από εμάς έχουν ξεκινήσει νωρίτερα… λέω εγώ τώρα!» τους πείραξα εγώ και βάλανε όλοι τα γέλια.
    - «Καλώς σας βρήκαμε!» απάντησε με τη σειρά του ο Αντώνης.
    - «Λοιπόν, όπως λέει και ο πατέρας μου, όποιος ντρέπεται μένει νηστικός!»
    - «Σοφός ο πατέρας σου!» απάντησε ο Αντώνης.
    - «Στην υγειά μας!» είπε ο Αρίστος και αφού τσουγκρίσαμε, πέσαμε στο φαγητό σα να μην υπήρχε αύριο και μπορεί τα αγόρια μας να ήταν κομμάτι …παραγινωμένα αλλά ξέρουν να ψήνουν, δεν λέω τίποτε άλλο!
    - «Αλήθεια» είπε κάποια στιγμή η Αναστασία εκεί που τρώγαμε, «πώς γνωριστήκατε;»
    - «Σε ένα δικτυακό forum» απάντησε ο Αρίστος χωρίς να διστάσει.
    - «Ναι; Σε ποιο;» ξαναρώτησε η Αναστασία.
    - «Ειδικής θεματολογίας, μπορεί να μην το γνωρίζετε, το greekbdsmcommunity» απάντησε πάλι χωρίς κανένα δισταγμό ο Αρίστος και η Αναστασία με τον Αντώνη κοιταχτήκανε, κάνοντάς μας προφανές ότι το γνωρίζουν και οι ίδιοι.
    - «Το γνωρίζουμε» είπε τελικά ο Αντώνης και μετά χαμογέλασε. «Είστε του χώρου;»
    - «Εγώ ναι, εδώ και πολλά χρόνια. Η νεαρή δεσποινίς που έχει γίνει κόκκινη», είπε δείχνοντας εμένα, «είναι καινούργια, φέτος γράφτηκε.»
    - «Η νεαρή δεσποινίς παρακολουθεί το φόρουμ εδώ και κάμποσα χρόνια απλά φέτος αποφάσισε να γίνει μέλος.»
    - «Εγώ δεν ήμουν μέλος, η συγχωρεμένη η Αγγελική ήταν, από εκείνη έμαθα για το χώρο» είπε ο Αντώνης. «Μεταξύ μας, μέχρι που τη γνώρισα δεν ήξερα καν τι είναι το BDSM.»
    - «Συμμετέχετε στο φόρουμ;» ρώτησε ο Αρίστος.
    - «Όχι, πού και πού μπαίνουμε για να διαβάσουμε καμιά ιστορία από το Art & Literature ή τις εμπειρίες. Εσείς;»
    - «Παλιότερα συμμετείχα πιο τακτικά αλλά πλέον δεν υπάρχουν θέματα που να με ενδιαφέρουν και να μην έχουν συζητηθεί ad nauseum, οπότε περισσότερο για το χαβαλέ μπαίνω, μια στη χάση και στη φέξη.»
    - «Εγώ γράφτηκα για να μπορώ να παρακολουθήσω θέματα που με ενδιαφέρουν, κυρίως ιστορίες από το literature, ούτε κι εγώ συμμετέχω» τους είπα.
    - «Αν επιτρέπεται» είπε η Αναστασία «εσείς είστε ζευγάρι Dom/sub;»
    - «Όχι» της απάντησε ο Αρίστος χαμογελαστός. «Δεν είναι του γούστου μας τέτοιου είδους συσχετισμοί, αν πρέπει ντε και σώνει να το περιγράψουμε με BDSM-ικούς όρους εγώ είναι Top και η Μαριλίζα bottom.»
    - «Έχετε πάει σε κανένα event;» ρώτησε ξανά η Αναστασία.
    - «Αν εννοείς μαζώξεις, είχα πάει σε κάποιες όταν επέστρεψα Ελλάδα, αλλά από τότε που έπαψα να είμαι ιδιαίτερα ενεργός, σταμάτησα και να πηγαίνω» της απάντησε ο Αρίστος.

    Ο Στεργίου φαινόταν να μην αισθάνεται ιδιαίτερα άνετα, οπότε ούτε εγώ ούτε ο Αρίστος τους ρωτήσαμε κάτι σχετικό. Η Αναστασία από την άλλη φαινόταν να έχει περιέργεια να μάθει και άλλα, οπότε ήταν εκείνη που συνέχισε τις ερωτήσεις.

    - «Αν επιτρέπεται, τι είδους Top/bottom είστε;»
    - «Αναστασία!» πήγε να τη συμμαζέψει ο Αντώνης.
    - «Δεν πειράζει» τον καθησύχασε ο Αρίστος, «αν και δεν είμαι σίγουρος ότι κατάλαβα τι ρωτάς…»
    - «Σαδιστής/Μαζοχίστρια;»
    - «Με την φιλοσοφική έννοια του Σαδιστής/Μαζοχίστρια όχι. Εγώ είμαι ενεργητικός αλγολάγνος και η Μαριλίζα παθητική.»
    - «Τι διαφορά έχει το ένα από το άλλο;» ρώτησε η Αναστασία.
    - «Η αλγολαγνεία έχει να κάνει καθαρά με τη σεξουαλική ικανοποίηση ενώ ο σαδισμός και ο μαζοχισμός πάνε πιο βαθιά.»
    - «Χμμμ…» μουρμούρισε.
    - «Κι εγώ τις ίδιες απορίες είχα, μη νομίζεις» της είπα με τη σειρά μου. «Χρειάστηκε να διαβάσω αρκετά νήματα για να αρχίσω κι εγώ να καταλαβαίνω τη διαφορά μεταξύ αυτών των όρων.»
    - «Η σχέση σας είναι μονογαμική;» ρώτησε και πάλι, και αυτή τη φορά τον είδα τον Αντώνη να δαγκώνεται.
    - «Όχι» της απάντησε ο Αρίστος ενώ εγώ κοκκίνησα άθελά μου και η μικρή το πρόσεξε.
    - «Αν επιτρέπεται» επέμεινε η Αναστασία, «πώς το ισορροπείτε;»
    - «Θα στο πω, όπως το είχα πει και στην Μαριλίζα που στις αρχές είχε τις ίδιες ακριβώς απορίες. Για να συσχετιστείς ερωτικά με κάποιον, και δεν εννοώ για κάποιο one night stand, είναι για σένα απαραίτητο εκτός από εραστής να είναι και φίλος σου;»
    - «Ναι, φυσικά!» απάντησε η Αναστασία.
    - «Θαυμάσια. Το γεγονός λοιπόν ότι αυτός ο άνθρωπος, εκτός από εραστής, είναι και φίλος σου, σε εμποδίζει από το να έχεις άλλους φίλους;»
    - «Όχι, γιατί να μ’ εμποδίσει;»
    - «Ακριβώς, και αυτή είναι και απάντησή στην αρχική σου ερώτηση. Αφού λοιπόν μπορείς να έχεις περισσότερους από έναν φίλους, που βγαίνεις μαζί τους, που μιλάς, που τους λες τα μυστικά σου και σου λένε τα δικά τους, γιατί να μη μπορείς να έχεις και περισσότερους από ένα εραστές;»
    - «Χμμμ» είπε η Αναστασία σκεπτική προσπαθώντας να το επεξεργαστεί.
    - «Ας το δούμε και διαφορετικά, από διαφορετικούς σου φίλους παίρνεις διαφορετικά πράγματα, για παράδειγμα κάποιος μπορεί να σου αρέσει γιατί είναι χαβαλετζής, με κάποιον άλλον να σ’ αρέσει να βγαίνεις να διασκεδάσεις, με κάποιον άλλο να προτιμάς να πηγαίνετε για ένα χαλαρό καφεδάκι κλπ. Το ίδιο ακριβώς μπορεί να συμβεί και με τους διαφορετικούς εραστές, ο καθένας να σε ικανοποιεί με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα μπορεί να σου αρέσει η αιδοιολειχία αλλά με αυτόν που είσαι μαζί να μην του αρέσει, ωστόσο να σου κάνει άλλα που σ’ αρέσουν. Ομοίως και εκείνος μπορεί να θέλει κάποια πράγματα που εσύ δε θέλεις να τα κάνεις. Γιατί να τα στερηθείτε ή να πιέσετε τους εαυτούς σας να τα κάνουν με το ζόρι, όταν κάλλιστα μπορείτε να τα βρείτε αυτά αλλού, με τρόπο που κανείς δε θα στερείται, αλλά ούτε και θα καταπιέζεται;»
    - «Και αν σε κάποιον άλλον εραστή βρουν κάτι καλύτερο;»
    - «Γιατί, αυτό δεν μπορεί να συμβεί και σε μονογαμική σχέση; Δεν μπορεί ο άλλος να σε βαρεθεί; Κοίτα Αναστασία μου, όπως λένε και οι Αμερικάνοι, τα μόνα σίγουρα πράγματα στη ζωή είναι ο θάνατος και οι φόροι. Όσο ρομαντικό και αν ακούγεται αυτό το “till death do us part” ο μόνος με τον οποίο είναι κατηγορηματικά βέβαιο ότι αυτό θα συμβεί, είναι ο εαυτός μας. Οι άνθρωποι δεν ανήκουμε ο ένας στον άλλον, μοιραζόμαστε το χρόνο μας, με αυτούς που επιλέγουμε, στο βαθμό που επιλέγουμε και για το χρονικό διάστημα που επιλέγουμε. Μπορείς να διεκδικήσεις τον χρόνο κάποιου άλλου ανθρώπου, αλλά δεν μπορείς να τον απαιτήσεις, δεν σου ανήκει.»
    - «Μια κουβέντα είναι αυτό…» μονολόγησε. «Όχι πως είναι παράλογα αυτά που λες, ίσα-ίσα…»
    - «Δεν είναι εύκολο να αλλάξεις ιδεοληψίες μιας ζωής» είπε ο Αντώνης «αλλά δεν είναι και αδύνατο, και το λέω μετά λόγου γνώσης.»
    - «Το ξέρω μωρό μου» του είπε η Αναστασία.
    - «Ναι, δεν είναι εύκολο» συμφώνησε ο Αρίστος. «Όπως είχα πει και στη Μαριλίζα, δεν γεννήθηκα με φυσική ανοσία στη ζήλεια, εμβολίασα ωστόσο τον εαυτό μου και δεν την αφήνω να με ορίσει. Η ζήλεια μπορεί να γίνει αλατοπίπερο αλλά μπορεί να γίνει και δηλητήριο, από εμάς εξαρτάται το να μην την αφήσουμε να μας δηλητηριάσει.»
    - «Συγνώμη αν έγινα αδιάκριτη» είπε η Αναστασία.
    - «Δεν έγινες» την καθησύχασα. «Μη νομίζεις, κι εγώ τα ίδια σκεφτόμουν στην αρχή, και είναι ειρωνικό, γιατί στη σχέση μου με τον Αρίστο, μόνο εγώ έχω υπάρξει μέχρι στιγμής πολυγαμική.»
    - «Μεσσαλίνα!» με πείραξε ο Αρίστος.
    - «Είμαι μακαρονού, τι να κάνω;» τον πείραξα με τη σειρά μου.
    - «Να μη μου γκρινιάζεις αν φάω κι εγώ μακαρονάδα!»
    - “Cross my heart and hope to die!”
    - «Ναι, θα το προτιμούσα με λιγότερο δράμα.»
    - «Καλά, cross my heart and hope to string you!» του είπα βγάζοντας τη γλώσσα μου και κάνοντας Αντώνη και Αναστασία να βάλουν τα γέλια.
    - «Ρωξάνη, μην μπρατάρεις Ρωξάνη!»
    - «Μάλιστα πολυχρονεμένε μου Αφέντη!» του είπα και ακολούθησε νέος γύρος γέλιου.
    - «Όπως καταλαβαίνετε δεν βρίσκουμε και συχνά ευκαιρίες να συζητήσουμε τέτοια πράγματα με άλλους» μας είπε ο Αντώνης.
    - «Ναι, το καταλαβαίνω, μη νομίζεις, και με εμάς το ίδιο ισχύει» τον διαβεβαίωσε ο Αρίστος. «Μαζί μας πάντως μπορείτε να είστε όσο άνετοι θέλετε. Καλά το λένε, αν δεν ταιριάζαμε δε θα συμπεθεριάζαμε!»
    - «Αυτό ξαναπές το» είπε ο Αντώνης και σήκωσε το ποτήρι με τη μπύρα. «Άντε στην υγειά μας, να καούν τα βίντεο των οχθρών μας!»
    - “Hear hear!” είπε ο Αρίστος και τσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας.

    Τα παιδιά κάθισαν μέχρι αργά το απόγευμα, και ένα δράμα το είχαμε όταν έφυγαν χωρίς το Ράντι, ο οποίος γκρίνιαξε για λίγο, μέχρι δηλαδή που του κούνησε το κωλαράκι της η Sadie, κάνοντάς τον να τα ξεχάσει όλα! Τελικά όλα τα αγοράκια, κάθε είδους, τα ίδια είναι, με το που τους κουνηθεί το κομενάκι παύει να λειτουργεί το πάνω κεφάλι. Το βράδυ γύρισα κι εγώ στο Χαλάνδρι γιατί, όσο και αν ήθελα να περάσω το βράδυ με τον Αρίστο, είχα και πρωινό ξύπνημα, δυστυχώς είχα ξεχάσει ότι λόγω του γάμου θα είχα δεύτερη σερί εβδομάδα πρωινή βάρδια. Γύρω στις δέκα, ξάπλωσα στο κρεββάτι αλλά αντί για τηλεόραση προτίμησα να συνεχίσω το Shogun από εκεί που το είχα αφήσει. Δηλαδή αυτό είχα σκοπό να κάνω αλλά με πήρε τηλέφωνο ο Μιχάλης που είχε διάθεση για πάρλα.

    - «Μαγδάλω μου!» μου είπε πριν προλάβω καν να απαντήσω.
    - «Αρκούδε μου! Τι κάνεις, γυρίσατε από την εκδρομή;»
    - «Ναι, πριν λίγη ώρα μπήκα σπίτι, άφησα τη μικρή στην Πάτρα και ήρθα σπίτι να αναπληρώσω δυνάμεις!»
    - «Εσύ να τα βλέπεις που κυνηγάς πιτσιρίκες! Οι μικρούλες έχουν αντοχές καημένε, δεν είναι γεροντάκια σαν και σένα!»
    - «Σε τρώει ακόμα το κωλαράκι σου, μαγδάλω μου; Δεν στο έξυσα επαρκώς;»
    - «Όχι, από αυτό δεν έχω παράπονο, είσαι το φάρμακο κατά της δυσκοιλιότητας!»
    - «Έτσι, για να δεις τι έχανες τόσο καιρό!»
    - «Ρε ουστ! Εγώ παραείμαι μικρούλα για τέτοιες ταρζανιές!»
    - «Κοτάρα!»
    - «Που για λίγες μέρες μπορούσε να γεννήσει αυγό τυρανόσαυρου!»
    - «Μ’ αρέσεις! Από εδώ και πέρα θα λέω ότι στον έκανα Jurassic Park!»
    - «Κεφάκια βλέπω!»
    - «Από αυτά άλλο τίποτα! Εσύ πως τα πέρασες το Σ/Κ;»
    - «Ωραία ήταν, το Σάββατο πήγαμε με τον Αρίστο στο γάμο μιας συναδέλφου και μετά στο τραπέζι. Σήμερα είχαν έρθει οι συμπέθεροι με το γαμπρουδάκι μας, και μάλλον έχει περισσότερες αντοχές από εσένα!»
    - «Ζευγάρωσαν με την πρώτη τα θηρία;»
    - «Με την πρώτη δε θα πει τίποτα, η Sadie αποδείχτηκε νυμφομανές γύναιο και τον έκανε τον Ράντι Μιχαλάκη, δε μπορούσε να πάρει τα πόδια του!»
    - «Υπερβολές, εγώ μια χαρά μπορώ να πάρω τα πόδια μου, ο Διαμαντής είναι που δεν είναι συνεργάσιμος, ο προδόταρος!»
    - «Άστον μωρέ και αυτόν τον φουκαρά να κάνει λίγη αγρανάπαυση!»
    - «Θα σας ειδοποιήσουμε!»
    - «Αυτή την εβδομάδα το μενού δεν έχει Μαγδάλω, αρκούδε μου, θα πάμε Κρήτη!»
    - «Δεν ήταν να πάτε Πόζαρ;»
    - «Ήταν αλλά θυμήθηκε ότι είναι καλεσμένος στο γάμο μιας ξαδέρφης του το επόμενο Σαββατοκύριακο, οπότε αλλάξανε οι προτεραιότητες. Θα φύγουμε νωρίς την Πέμπτη και θα επιστρέψουμε Τρίτη βράδυ!»
    - «Μωρή κοίτα να ντυθείς καλά, θα τον δαγκώσεις εκεί!»
    - «Ναι, μου το είπε και ο Αρίστος αυτό. Ου φροντίς, ξέρω τι θα φορέσω!»
    - «Οπότε θα κάνετε και τις χειμερινές σας διακοπούλες, μια χαρά!»
    - «Μόνο που αντί για σκι το πρόγραμμα έχει ξε-σκι.»
    - «Γιατί, χθες και σήμερα παίζατε τις κουμπάρες;»
    - «Ναι, αλλά μεταξύ μας, απ’ όσο κατάλαβα το πρόγραμμα θα έχει πάρτι!»
    - «Ωωωω! Να τα και τα πιπεράτα! Ποτς γένεν ατό;»
    - «Θυμάσαι που σου είχα πει για τη Φοίβη, τη συνάδελφο του Αρίστου; Ε, το κορίτσι και ο άνδρας της είναι περιπετειώδεις. Θα στο θέσω όπως μου το έθεσε ο Αρίστος: “Όταν εγώ ή ο φίλος σου ο Μιχάλης πηγαίναμε, η Φοίβη επέστρεφε για δέκατη φορά!”»
    - «Τσουτσούριασα!» μου είπε κοροϊδευτικά.
    - «Καλά, κορόιδευε εσύ, αλλά η Φοίβη με τον Ανδρέα το 1993 είχαν κανονική πολυγαμική σχέση με μια συμφοιτήτριά τους, η οποία αργότερα έγινε και κουμπάρα τους. Το 1993 Μιχαλάκη μου, που εσύ δεν είχες καν αρχίσει να παίζεις το πουλάκι σου!»
    - «Α, μιλφάρα είναι;»
    - «Αν και φαντάζομαι ότι η κόρη τους είναι πιο πολύ του γούστου σου, εικοσιδύο γαρ, σε διαβεβαιώ ότι η μαμά της, αν και πενηντάρα, δεν μοιάζει για πάνω από 35.»
    - “Too old for my taste. Στο έχω πει μωρή, στη ζωή μου όλη κι όλη μια φορά έχω πάθει ντιριντάχτα με κάποια που έχει περάσει τα τριάντα.»
    - «Συλλαμβάνεσαι επ’ αυτοφώρω να έχεις μπερδέψει τι έχεις πει και σε ποια!»
    - «Μαγδάλω μου δεν είναι αυτό που νομίζεις…»
    - «Όχι απλά είναι ακριβώς αυτό που νομίζω αλλά πιθανότατα είναι και άλλο τόσο που δεν είχα καν φανταστεί!»
    - «Γαμώτο, θα πρέπει να αρχίσω να κρατάω σημειώσεις!»
    - «Ου γαρ έρχεται μόνον, άσε τις πιτσιρίκες και πήγαινε στην κλάση σου!»
    - «Ρε ουστ!» μου είπε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.
    - «Για λέγε τώρα, πού, πώς με ποια και γιατί!»
    - «Χαχαχα, ήταν το 2007, και μόλις είχα επιστρέψει από Γερμανία…»
    - «Κάτσε, εσύ τότε δεν τον το ξεκίνησες το διδακτορικό σου; Πότε πρόλαβες να το τελειώσεις;»
    - «Το είχα ξεκινήσει πριν μερικούς μήνες αλλά είχα επιστρέψει εδώ και είχα κάτσει όλο το καλοκαίρι.»
    - «Και γιατί δεν είχες γυρίσει Κρήτη;»
    - «Για να έχω την ησυχία μου από την κυρά-Λένη»
    - «Σκληρή καργιόλα!»
    - «Εμένα μου λες; Το σπίτι το είχα αγοράσει το 2005, μην ξεχνάς ότι στο Πολυτεχνείο σπούδασα κι εγώ.»
    - «Ξέρεις, αν ήσουν μερικά χρόνια μικρότερος θα είχες προλάβει τον Αρίστο καθηγητή σου!»
    - «Ο Αρίστος είναι στους Ηλεκτρολόγους, καμάρι μου, εγώ έχω σπουδάσει Μηχανολόγος.»
    - «Ωχ, ναι!»
    - «Και μετά κατηγορεί εμένα ότι μπερδεύω τι λέω σε ποιαν, κατάλαβες η Μεσσαλίνα;»
    - «Τώρα μιλάμε για τις δικές σου πομπές!»
    - «Τέλος πάντων, λοιπόν ναι, είχα επιστρέψει, και το ακριβώς από κάτω μου το είχε νοικιάσει κάποιος που είχε επιστρέψει στην αρχή της χρονιάς από την Αμερική με την κόρη του. Αυτός ναι, θα μπορούσε να ήταν καθηγητής μου, μόλις εκείνο το εξάμηνο είχε αρχίσει να διδάσκει στη σχολή μου, στο ΕΜΠ. Άκου να δεις ιστορία, αυτός λοιπόν, πριν φύγει για Αμερική τα είχε με μια κοπέλα, ήταν μαζί από το σχολείο.»
    - «Κάτσε ρε μεγάλε, πού το ξέρεις;»
    - «Μου τα είπαν ένα βράδυ που με κάλεσαν κάτω για φαγητό»
    - «Στα είπαν ποιοι;»
    - «Κάτσε ντε, θα σου πω. Λοιπόν, αυτός είχε χωρίσει με την κοπέλα του στα τέλη του 1996, καθώς είχε κερδίσει υποτροφία στο MIT. Ε, τρακάρανε ο ένας πάνω στον άλλον τυχαία σε ένα σούπερ μάρκετ και επανασυνδέθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, όπως κατάλαβα δεν είχαν ξεπεράσει ο ένας τον άλλον ακόμα και μετά από έντεκα ολόκληρα χρόνια!»
    - «Θα έλεγα woah, αλλά η Φοίβη, που σου είπα, είναι με τον Ανδρέα από τα δεκαοκτώ της.»
    - «Ναι, αλλά αυτοί ήταν συνέχεια μαζί, δεν είχαν χωρίσει. Τέλος πάντων, την πρώτη φορά που την είχα δει, πραγματικά μου είχε πέσει το σαγόνι στο πάτωμα με την πάρτη της. Σκούρο ξανθό μαλλί κομμένο σε στυλ pixie, με πρόσωπο και σώμα που σκότωνε, η Μπίλι πρέπει να είναι από τις πιο όμορφες γυναίκες που έχω δει στη ζωή μου, δεν κάνω πλάκα, δεν μπορώ να φανταστώ πως θα ήταν στα είκοσι της.»
    - «Μπίλι;» τον ρώτησα παραξενεμένη.
    - «Ναι» είπε χαμογελώντας. «Μικρή ήταν αγοροκόριτσο, Βασιλική έχει βαφτιστεί αλλά όπως μου είπε οι φίλοι της την φωνάζαν Μπίλι από τότε που θυμάται τον εαυτό της!»
    - «Και τι απέγιναν;»
    - «Προς τα τέλη της χρονιάς αποφάσισαν να μείνουν μαζί και έφυγε από το νέο Ηράκλειο, γιατί είχε και η Μπίλι μια κόρη από τον πρώτο της γάμο, και το διαμέρισμα που νοίκιαζε ο Μάριος, έτσι τον έλεγαν, ήταν μικρό για τετραμελή οικογένεια.»
    - «Όμορφη ιστορία» του είπα συγκινημένη.
    - «Είναι, πράγματι, ακόμα και για ένα κυνικό σαν του λόγου μου. Δεν ξέρω μωρέ Μαγδάλω μου, αν υπάρχουν κάποια εξαιρετικά σπάνια ζευγάρια που λες και φτιάχτηκαν ο ένας για τον άλλον, ο Μάριος με τη Μπίλι είναι σίγουρα ένα από αυτά.»
    - «Το ίδιο και η Φοίβη με τον Ανδρέα, απ’ όσο έχω καταλάβει…»
    - «Για να επιστρέψουμε και στις δικές σου πομπές, μου είχες πει ότι η Φοίβη είναι παλιά καψούρα του Αρίστου, θα την παλέψεις;»
    - «Κοίτα, Μιχάλη, μου είχε θέσει ως απαράβατο όρο την αποδοχή της πολυγαμικότητάς του, και εδώ που τα λέμε, μέχρι τώρα, η μόνη που έχει υπάρξει πολυγαμική σε αυτή τη σχέση είμαι εγώ, και ο ίδιος το έχει αποδεχτεί, παρά το γεγονός ότι παραδέχτηκε κάπως διστακτικά πως μερικές φορές τον ζορίζει. Τέλος πάντων, όπως και να έχει, στην περίπτωση της Φοίβης, υπάρχει και ένα added bonus!»
    - «Το οποίο είναι;»
    - «Ο Ανδρέας. Μιχάλη μου, είναι ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΑ ωραίος άνδρας, πολύ έμπειρος, και όπως και του λόγου σας, έτσι και εκείνου, του αρέσουν οι μικρούλες!»
    - «Χαχαχα, κατάλαβα… μπούτι δε θα κλείσεις!»
    - “I most certainly hope so” του είπα και βάλαμε και οι δύο τα γέλια.

    --- ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ---
     
    Last edited: 17 Φεβρουαρίου 2024
  2. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Μέρος 22ο - Καλωσήρθατε στο δημοκρατικό Ηράκλειο

    Οι δυο-τρεις τελευταίες μέρες περάσαν με την ταχύτητα παραπληγικού σαλιγκαριού με κρίση ισχιαλγίας, ο χρόνος δεν περνούσε με τίποτα, αλλά επιτέλους ήρθε το ευλογημένο απόγευμα της Τετάρτης, όπου μάζεψα τα μπογαλάκια μου από το γραφείο και έφυγα σφαίρα για το σπίτι του Αρίστου, καθώς τα πράγματα που θα έπαιρνα στο ταξίδι τα είχα μαζέψει από χθες και τα είχα φορτώσει από το πρωί στο αυτοκίνητο. Μου είχε λείψει πολύ ο γλυκούλης μου, χθες και σήμερα είχαμε μιλήσει μόνο από το Skype, καθώς γύριζα πολύ κουρασμένη από το γραφείο και, ούσα πρωινή, δε με έπαιρνε να πάω στο σπίτι του αλλά ούτε κι εκείνος μπορούσε να φύγει, καθώς φιλοξενούσε το γαμπρό.

    Για να μην αργήσω -δεν έβλεπα την ώρα και τη στιγμή να βρεθώ ξανά μαζί του- αποφάσισα να πάω από την Αττική οδό, και καλά να πάθω. Δεν ξέρω τι τους είχε πιάσει σήμερα, αλλά πρέπει να έφαγα πάνω από είκοσι λεπτά για να βγω στην έξοδο της Εθνικής και άλλα είκοσι για να φτάσω στο ύψος της Κηφισιάς, και ως added bonus άλλα δέκα για να βγω την έξοδο του Αγίου Στεφάνου, για να μην πληρώνω ξανά διόδια. Καλά πήγε αυτό.

    Πήρα τηλέφωνο τον Αρίστο να μου ανοίξει την πόρτα και όταν πάρκαρα το αυτοκίνητο με υποδέχτηκαν με χαρές και πανηγύρια αμφότερα τα τριχωτά τέρατα, κάνοντάς με σύχρηστη ενώ η αφεντιά του είχε κάτσει στην πόρτα και γελούσε με το θέαμα, κατάλαβες ο σαδίσταρος;

    - «Διασκεδάζετε μεσιέ;» τον ρώτησα νιώθοντας σα γραμματόσημο.
    - «Πολύ!»
    - «Χρουμφ!»
    - «Έλα γκρινιάρα, προχώρα!» μου είχε χαμογελαστός και όταν τον πλησίασα με πήρε στην αγκαλιά του και με φίλησε τρυφερά. «Καλύτερα τώρα;»
    - «Τι, με ένα φιλάκι θα τη βγάλεις;» τον πείραξα.
    - «Με πολλά φιλάκια και σκιουφιχτά που σ’ αρέσουν!» μου είπε κάνοντάς με να λιώσω!
    - «Αχ, τέτοια μου κάνεις και με σκλαβώνεις!»
    - «Που δηλαδή να μη με γνώριζες σε BDSM forum!»
    - «ΜΜΜΜΜ» τον πείραξα βγάζοντάς του τη γλώσσα, κάνοντάς τον να χαμογελάσει.
    - «Προχώρα τσούπρα!» μου είπε και μου έριξε μια γερή στα κωλομέρια κάνοντάς με να χοροπηδήσω.
    - «ΙΙΙΙΚ, δεν έχεις τσίπα απάνω σου;»
    - «Μα καθόλου όμως!» μου είπε ρίχνοντάς μου άλλη μία. «Προχώρα, βάσανο!»
    - “Aye-aye Sir!” του έκανα χαιρετώντας τον στρατιωτικά και τρώγοντας ακόμα μία -καθόλου στρατιωτική, να τονιστεί αυτό παρακαλώ- σφαλιάρα στα κωλομέρια.

    Στο δρόμο προς τα ενδότερα ήρθαν και οι δύο γάτες, που συνήθως -και σε αντίθεση με την πρώτη φορά που με είδαν- με γράφουν στα παλαιότερα των υποδημάτων τους, για να μου τριφτούν. Και μιλάμε για διαμαρτυρία που τόλμησα να μην ασχοληθώ μαζί τους με τη μία, όχι αστεία!

    - «Σιγά βρε γκρίνιες!» τους είπα και κάθισα στον καναπέ και ανέβηκαν πάνω μου αμφότερες, κάνοντας τα τρακτέρ.
    - «Σάλιο και υπομονή, κοριτσάρα μου!» με πείραξε ο Αρίστος.
    - «Εντωμεταξύ τι μύγα τα τσίμπησε σήμερα, συνήθως με γράφουν εκεί που δεν πιάνει μελάνι. Εντάξει, ο κόσμος μου έχει καταρρεύσει τις τρεις τελευταίες μέρες, από τη μία ο Μιχάλης μου είπε ότι κάποτε είχε κρασάρει με μια πάνω από τριάντα και σήμερα οι γάτες σου μόνο χαλί δε μου στρώσανε!»
    - «Χαχαχα, σοβαρά; Τον βρήκε τέτοιο κακό;»
    - «Και να ήταν μόνο αυτό; Όταν του είπα ότι θα συναντήσουμε τη Φοίβη και ενδέχεται να …χμμμ… αμαρτάνουμε, τόλμησε να μου πει “σου έχω πει μωρή ότι εγώ μια φορά όλη και όλη στη ζωή μου έχω πάθει ταράκουλο με κάποια μεγαλύτερη από τριάντα”, κατάλαβες ο κύριος;»
    - «Η αλήθεια είναι ότι δεν κατάλαβα!» μου είπε ο Αρίστος.
    - «ΔΕΝ ΤΟ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΣΕ ΜΕΝΑ!» είπα τονίζοντάς κάθε λέξη, κάνοντάς τον να βάλει ξανά τα γέλια.
    - «Αμάν, δεν τον ξεπλένουν ούτε ο Νείλος, με τον Αμαζόνιο, το Μισισιπή, το Δούναβη και το Βόλγα μαζί. Επίσης, δεν ενδέχεται, ΘΑ αμαρτάνουμε»
    - «Μπα λύσσα κακιά! Τα παιδιά μωρέ τα ρώτησες;»
    - «Μα τα “παιδιά” είναι που έχουν λυσσάξει, δεν σε βρίσκει μόνο η Φοίβη του γούστου της!» μου είπε κάνοντάς με να κοκκινήσω ελαφρά.
    - «Ενώ εσύ ας πούμε, σε έχει φάει η δυστυχία!»
    - «Μα δε με βλέπεις πως υποφέρω;»
    - «Σε βλέπω και ματώνει η καρδούλα μου»
    - «Δε μου λες, ο Μιχάλης ζει ή τον φύτεψες σε κανένα παρτέρι;»
    - «Ζει ο αχαΐρευτος! Βέβαια, μεταξύ μας, του είπα, όταν μου διηγούνταν την ιστορία με την τριαντάρα, ότι αν ήταν λίγο μεγαλύτερος θα σε είχε προλάβει ως καθηγητή.»
    - «Κάτσε, μηχανολόγος δεν είναι του λόγου του;»
    - «Εχμ ναι, και γι’ αυτό ζει ακόμα!»
    - «Χαχαχα, έχεις πλάκα!»
    - «Τέλος πάντων, για να μη στα πολυλογώ μου είπε ότι όταν είχε επιστρέψει το 2007 στην Αθήνα για διακοπές -είχε ξεκινήσει τότε το διδακτορικό του στο Άαχεν-…»
    - «Στην Αθήνα βρήκε να κάνει διακοπές κι’ αυτός ο χριστιανός;» με ρώτησε ο Αρίστος, διακόπτοντάς με.
    - «Για να μη φάει ξύλο από τη μάνα του που τριγύριζε με τη μία και με την άλλη, δεν αστειεύεται η κυρά-Λένη!»
    - «Χαχαχα, σκληρή καργιόλα!»
    - «Ναι! Αυτό του είπα κι εγώ! Τέλος πάντων, για να συνεχίσω, στον κάτω όροφο από αυτόν έμενε ένας που είχε έρθει από Αμερική στις αρχές της χρονιάς, και αυτός όντως θα μπορούσε να είναι καθηγητής του αν ο Μιχάλης ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος, καθότι ήταν καθηγητής στο Μηχανολόγων-Μηχανικών. Άκου ιστορία, αυτός, μου είπε, ότι το 1997 έφυγε από Ελλάδα γιατί είχε κερδίσει υποτροφία για διδακτορικό στο ΜΙΤ, και είχε χωρίσει με την κοπέλα του με την οποία τα είχαν από το σχολείο. Τρακάρανε τυχαία ο ένας πάνω στον άλλον σε ένα σούπερ μάρκετ μετά από έντεκα χρόνια και, καθότι χωρισμένοι πια και οι δύο, επανασυνδέθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες.»
    - «Κάτσε, γιατί θα έχουμε εγκεφαλικά τώρα» μου είπε διακόπτοντάς με.
    - «Γιατί;»
    - «Νέο Ηράκλειο δε μένει ο Μιχάλης;»
    - «Ναι» του απάντησα εξακολουθώντας να μην καταλαβαίνω.
    - «Να σου πω, μήπως την γυναίκα την έλεγαν Μπίλι και τον άνδρα Μάριο;» με ρώτησε αφήνοντάς με τελείως μαλάκα, αλλά μιλάμε για τελείως, όμως!
    - «Πού το ξέρεις;» τον ρώτησα με τέτοιο γούρλωμα στα μάτια που θα το ζήλευε και ο πιο φιλόδοξος βάτραχος.
    - «Χαχαχα, εντάξει, δεν υπάρχει αυτό! Ο Μάριος και η Μπίλι ήταν συμμαθητές του Ανδρέα και της Φοίβης, πήγαιναν στο ίδιο σχολείο!»
    - «Α, στο διάολο!»
    - «Μικρός που είναι ο κόσμος, ε;»
    - «Καλά, κι εσύ που το ξέρεις;»
    - «Μου το έχουν πει τα παιδιά, όπως μου είπαν και την ιστορία αυτών των δύο. Τους έχω γνωρίσει κιόλας, σε κοινή έξοδο με Ανδρέα και Φοίβη, είχαν έρθει Αθήνα για δυο μέρες και μας είχαν δει όλους μαζί.»
    - «Εντάξει, απίστευτο… Πραγματικά, μικρός που είναι ο κόσμος!»
    - «Δε λες τίποτα, κοριτσάρα μου!»
    - «Και δε μου λες, η Μπίλι είναι τόσο όμορφη όσο την περιέγραψε ο Μιχάλης;»
    - «Δε φαντάζεσαι…» μου είπε αναστενάζοντας, και η αλήθεια είναι ότι ένα τσίμπημα ζήλειας το ένιωσα, άκου να στενάξει κι από πάνω!
    - «Ουφ, θα ζηλέψω τώρα! Πες μου ότι βγάλατε και τα μάτια σας κιόλας!»
    - «Όχι, ούτε καν, Μάριος και Μπίλι είναι πολύ συμβατικό ζευγάρι. Και να μην ζηλεύεις, κι εσύ είσαι ένα κουκλί!»
    - «Είμαι;» τον ρώτησα παραπονιάρικα.
    - «Είσαι η καλυτεροτερότερη που υπάρχει, ειδικά όταν μου κάνεις γλυκουλινιάρικες ζήλιες!»
    - «Άντεεεε…» του ξαναέκανα παραπονιάρικα, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.
    - «Έλα εδώ βρε βάσανο!» μου είπε ανοίγοντας την αγκαλιά του. Στις γάτες δεν άρεσε καθόλου αυτό πάντως, μωρ’ τι μας λέτε; Χώθηκα στην αγκαλιά του Αρίστου που με φίλησε τρυφερά, σφίγγοντάς με πάνω του. «Λοιπόν, τσαπερδόνα, αντέχεις να περιμένουμε ή θες να φας τώρα;»
    - «Δεν έχεις φάει;» τον ρώτησα απορημένη.
    - «Όχι βέβαια, περίμενα την καλή μου!» μου είπε, κάνοντας την καρδιά μου να λιώσει.
    - «Μωρό μου εσύ!» φώναξα ενθουσιασμένη, σφίγγοντάς τον σα βόας και κατσιάζοντάς τον σε όλο το πρόσωπο.
    - «Να αναπνεύσω ή μπα;» μου είπε με κάποια δυσκολία.
    - «Θα σας ειδοποιήσουμε!» του είπα συνεχίζοντας το κάτσιασμα, αλλά χαλαρώνοντας λίγο το σφίξιμο. Μωρέ γελούσαν μέχρι και τα μούσια του όταν τον άφησα.
    - «Λοιπόν, θες να φάμε τώρα ή αντέχεις; Μου είπε ο Αντώνης πως όταν σχολάσει θα περάσει να πάρει το Ράντι και του πρότεινα να φάμε μαζί.»
    - «Μπορώ να περιμένω, μωρό μου!»
    - «Μωρό μου…» είπε σαρκαστικά.
    - «Είσαι και δε θέλω αντιρρήσεις γιατί αρκετές έχω μαζέψει, υπεργολάβος άνθρωπος!»
    - «Χαχαχα, είσαι όργιο!»
    - «Αμέ! Πώς ήταν η μέρα σου;»
    - «Τέλειωσα με το review της εργασίας της Φοίβης!»
    - «Χαχαχα, φοβόσουν να την αντικρύσεις διαφορετικά, ε; Παραδέξου το!»
    - «Ε, τώρα, δεν το λες και φόβο…» μου απάντησε σοβαρός, μάλλον το παράκανα με το πείραγμα και προσπάθησα να συμμαζευτώ. «Τρόμος και βάλε!» συμπλήρωσε κάνοντάς με να βάλω τα γέλια ανακουφισμένη.
    - «Θες να με πεθάνεις, κακούργε;» του είπα όταν ηρέμισα.
    - «Σου πήγε τρεις-μία, ε;» με ρώτησε με το αιώνιο smirk του.
    - «Κομμάτι!» παραδέχτηκα.
    - «Γιατί βρε χαζούλα; Αφού το ξέρεις ότι μ’ αρέσει να με πειράζεις!»
    - «Το ξέρω μωρέ Αρίστο μου αλλά φοβήθηκα μήπως το παράκανα, ένεκα της καλής διάθεσης.»
    - «Είσαι μπούφος! Αυτό θα έλειπε, να χαλαστώ από το πείραγμα, ειδικά όταν έχεις τόσο όμορφη διάθεση που λάμπεις.»
    - «Είμαι!» του είπα χαρίζοντάς του το χαμόγελο της Colgate.
    - «Λάμπεις, Μπάμπη μου!» μου είπε και τον κοίταξα λίγο χαμένη. «Α, δεν το ξέρεις το ανέκδοτο; Άκου, είναι λοιπόν στο κέντρο που τραγουδάει ο Λιβιεράτος… τον ξέρεις τον Λιβιεράτο;»
    - «Ναι, τον ξέρω»
    - «Ωραία, είναι λοιπόν πρώτο τραπέζι ένας τύπος που πάνω στο τσακίρ κέφι, αρχίζει και φωνάζει "Μπράβο ρε Μπάμπη, είσαι φοβερός ρε Μπάμπη". Δυο-τρεις φορές, πάει ο Λιβιεράτος και το λέει "Λάμπης, κύριε…" και του απαντάει και ο άλλος "Κι εσύ λάμπεις… κι εσύ λάμπεις, Μπάμπη μου!".»
    - «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» έκανα σκάζοντας στα γέλια. «Να σου πω ένα καμένο που άκουσα σήμερα στη δουλειά;»
    - «Αμέ!»
    - «Μια λεπτή γραμμή χωρίζει τον αριθμητή από τον παρανομαστή και μόνο ένα κλάσμα των ανθρώπων θα το βρει αστείο.»
    - «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» έκανε ο Αρίστος βάζοντας τα γέλια. «Όχι και καμένο, αυτό είναι έπος! Σαν το άλλο, υπάρχουν 10 είδη ανθρώπων, αυτοί που καταλαβαίνουν το δυαδικό σύστημα και αυτοί που δεν το καταλαβαίνουν!»
    - «Εχμ… εγώ είμαι στο δεύτερο, δεν κατάλαβα τι είπες!»
    - «Ο αριθμός δύο, στο δυαδικό σύστημα γράφεται ως 10»
    - «Τι διαφορά έχει ο Μπαμπαστρούμφ από τον Σόιμπλε;» τον ρωτάω.
    - «Να το πάρει το ποτάμι»
    - «Ο Σόιμπλε δεν έχει Μπαμπαστρούμφ αλλά ο Μπαμαστρούμφ έχει σόι μπλε!» του είπα και του πήρε λίγο μέχρι να το καταλάβει.
    - «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ ΕΠΟΣ!!!
    - «Ταξί-Ταξί; Ελεύθερος; Ναι! Χορεύουμε;»
    - «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»
    - «Δε μου λες ρε φίλε, θα αγοράσεις κανένα ψάρι ή θα μου σπάσεις τ’ αρχίδια; Κατ’ αρχήν δεν μ’ αρέσει ο τόνος σου!»
    - «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ, θα με πνίξεις κακούργα»
    - «Στο μανάβη: Γεια σας, έχετε ώριμες ντομάτες; Μπα, όλο μαλακίες κάνουν!»
    - «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» έσκασε και πάλι στα γέλια και αυτή τη φορά τον άφησα να ηρεμίσει. «Ξέρεις και άλλα τέτοια;»
    - «Ουυυυ, στη δουλειά έχουμε ένα ολόκληρο κανάλι στο Teams αφιερωμένο σε καμένα ανέκδοτα, δεν το ήξερα ότι σ’ αρέσουν!»
    - «Τα λατρεύω!» μου είπε.
    - «Κι εγώ!» του απάντησα ενθουσιασμένη. «Και ένα σκακιστικό: Παίζουν δυο αναρχικοί σκάκι. Ματ λέει ο ένας. Ματ; Ντουυυυυυυυυ!»
    - «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ»
    - «Αλήθεια, τι ώρα θα έρθει ο Αντώνης να πάρει το Ράντι;»
    - «Μου είπε όταν σχολάσει, τι να σου πω; Συνάδελφός σου είναι, πάρε και ρώτα τον»
    - «Και ένας στρατηγός με ένα λοχία συνάδελφοι είναι αν το καλοσκεφτείς!» του απάντησα σαρκαστικά.
    - «Ε, όχι και λοχίας ο Αντώνης!» μου είπε πειρακτικά, είχε και ο γλυκούλης μου κέφια σήμερα! «Λοιπόν, σουσουράδα, πήγαινε να κάνεις ένα ντουζάκι, να μην είσαι μέσα στη μπίχλα…»
    - «ΙΙΙΙΙΙΚ, εγώ μπίχλα;» τον ρώτησα και καλά προσβεβλημένη. «Πώς το έλεγε η Φοίβη; Έκλεισες τάφο ρε;»
    - «ΧΑΧΑΧΑ, θα με δείρει κιόλας!»
    - «Viva la révolution! Εμπρός της γης οι κολασμένοι!»
    - «Άντε, σουφραζέτα, πήγαινε να φρεσκαριστείς!»
    - «Θα είσαι φρόνιμος;»
    - «Με προσβάλεις τώρα! Φυσικά και δε θα είμαι!»
    - «Ε, πες το τόση ώρα!» του είπα με το χαμόγελο της Colgate και σηκώθηκα από τον καναπέ, και εκεί μου έχωσε και άλλη μία στα κωλομέρια για να έχω να πορεύομαι.

    Χαχανίζοντας και οι δύο ανεβήκαμε στο πάνω μπάνιο και πετάξαμε τα ρούχα μας με συνοπτικές διαδικασίες και αφού το νερό πήρε τη θερμοκρασία που θέλαμε, ο Αρίστος γύρισε το διακόπτη στην επιλογή του καταρράκτη και …ααααχ, ήταν βάλσαμο. Καθίσαμε για πάνω από 4-5 λεπτά αφήνοντας το νερό να πέφτει με δύναμη πάνω μας. Έκλεισε το νερό και έβαλε τα χέρια του στους ώμους μου, και νομίζοντας ότι ήθελε να του πάρω πίπα, πήγα να γονατίσω αλλά με σταμάτησε.

    - «Σήκω πάνω μωρή λυσσάρα, να σου κάνω μασάζ ήθελα!»
    - «Πρώτα σου βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι!»

    Εντάξει, έλιωσα στα χέρια του, άλογο με έκανε ο γλυκούλης μου. Μετά με γύρισε και αρχίσαμε να φιλιόμαστε για κάμποση ώρα και όταν σταματήσαμε, με γύρισε να του έχω πλάτη και άρχισε να με φιλάει στο σβέρκο και στο λαιμό ενώ τα χέρια του μάλαζαν απαλά και τα δυο μου στήθη, κάνοντάς με τούρμπο. Με έβαλε να σκύψω και αφού έβαλε προφυλακτικό, άνοιξε και πάλι τον καταρράκτη. Αργά, ηδονικά αργά, μπήκε σιγά-σιγά μέσα μου, από μπροστά, κάνοντας να μου ξεφύγει ένας στεναγμός ηδονής.

    Ήθελα απελπισμένα να αρχίσει να με κοπανάει σα χταπόδι αλλά ο σαδίσταρος συνέχισε με αυτό τον αργό, υπνωτικό ρυθμό για αρκετή ώρα, αλλά όταν αποφάσισε να επιταχύνει, αδερφάκι μου, μου έδωσε και κατάλαβα, και όπως μου είχε βάλει και λαδάκι για το μασάζ, μόνο η ρίγανη έλειπε για να κάνω το μεζέ. Όχι ότι παραπονιέμαι δηλαδή, είχε και πάλι ένα καφάσι κεράσια, κοίτα να δεις που ο οργασμός μου με διείσδυση είχε αρχίσει να γίνεται συχνότερος, κάτι έκανα λάθος παλιότερα. «Αμ δεν έκανες εσύ το λάθος, οι πρώην σου το έκαναν» σκέφτηκα μέσα μου και χαμογέλασα.

    - “I take you liked it” μου είπε ο Αρίστος με ύφος χορτασμένου γάτου.
    - «Μπα, απαίσιο ήταν, δεν με άκουσες πως ούρλιαζα από αγανάκτηση;»
    - «Τι τραβάς κι εσύ φουκαριάρα μου!» είπε συνεχίζοντας το πείραγμα.

    Βγάλσιμο ματιών, done, αν και τυπικά δεν είχαμε έρθει εδώ γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, αλλά αυτά είναι ασήμαντες λεπτομέρειες. Κάναμε το υπόλοιπο ντουζάκι μας πιο φρόνιμοι και μετά γονάτισα και τον πήρα στο στόμα μου, προσπαθώντας να τον παρασύρω ξανά στο βόρβορο, αλλά λίγο μετά με σταμάτησε.

    - «Μα γιατί;;;;» τον ρώτησα με παραπονεμένη φωνή.
    - «Για να έχω δυνάμεις για αργότερα!» μου είπε κλείνοντάς μου το μάτι. «Είμαι και μιας άλφα ηλικίας!»
    - «Εγκρίνονται οι υπερωρίες σου!» του είπα και έβαλε τα γέλια.
    - «Κάπως ήμουν σίγουρος!»

    Βγήκαμε έξω από το μπάνιο και αλλάξαμε και κατεβήκαμε στο σαλόνι χαζεύοντας τηλεόραση μέχρι να έρθει ο Στεργίου… ο Αντώνης, να πάρει το γαμπρουδάκι μας. Η αλήθεια είναι ότι μας είχε κόψει και η πείνα αλλά ευτυχώς δεν άργησε πολύ, κανένα μισάωρο αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο του Αρίστου, και βγήκαμε έξω και οι δύο για να τον υποδεχτούμε. Μαζί του είχε έρθει και η Αναστασία. Ο Ράντι, που είχε να τους δει τρεις μέρες, έκανε σαν παλαβός από τη χαρά του, έκλαιγε και χοροπηδούσε σαν κατσίκι. Δηλαδή τι κατσίκι, μέγεθος θρεμμένου γαϊδάρου είχε, αλλά τέλος πάντων. Καλά, όχι ότι Αντώνης και Αναστασία έκαναν λιγότερες χαρές, να τα λέμε αυτά!

    - «Καλώς τους!» τους είπε ο Αρίστος χαμογελώντας, όταν ο Ράντι αποφάσισε ότι αρκετά, έχουμε και γυναίκα να μας περιμένει!
    - «Γεια σας!» είπε ο Αντώνης χαμογελώντας ενώ η Αναστασία δε μας χαιρέτησε απλά, ήρθε και με πήρε αγκαλιά και με φίλησε!

    Αφήσαμε τα σκυλιά έξω και μπήκαμε στο σπίτι, και εκεί είχε και νέα επίθεση αγάπης από τις γάτες, που για κάποιο λόγο σήμερα τους είχε πιάσει το δημοσιοσχεσίτικό τους, ο ένας ανέβηκε στον Αντώνη και η άλλη στην Αναστασία και άρχισαν να γουργουρίζουν σα χαλασμένα τρακτέρ.

    Τα παιδιά κάθισαν μέχρι περίπου τις 22:00, και μετά πήραν τον εντόνως διαμαρτυρόμενο Ράντι από την εξίσου διαμαρτυρόμενη Sadie και γύρισαν σπίτι τους, ενώ εμείς ανεβήκαμε πάνω για ξάπλα καθώς θα είχε πρωινό ξύπνημα. Ή τουλάχιστον αυτόν ήταν ο αρχικός σκοπός, μέχρι που θυμηθήκαμε τις προεγκεκριμένες υπερωρίες του Αρίστου και, Εργάνη είναι αυτή, τις δούλεψε και μπράβο του. Στο τέλος της βραδιάς χώθηκα στην αγκαλιά του και έπεσε ο γενικός.

    Δεδομένου ότι η πτήση ήταν στις 08:00, έπρεπε να είμαστε στο αεροδρόμιο στις 07:00 οπότε βάλαμε ξυπνητήρι στις 05:30 και τι καλά που πήγε όσο με αφορά, ο Αρίστος μου ορκίζεται ότι τον έφερα στο τσακ από το να αδειάσει πάνω μου κανάτα με παγωμένο νερό! Τα πράγματά μας ήταν ήδη μαζεμένα από χθες και ο γλυκούλης μου είχε φτιάξει και καφέ. Γύρω στις 06:15 φορτώσαμε το Citroen και πήραμε το δρόμο για το αεροδρόμιο, παρκάραμε στο μακράς διάρκειας και στις 07:00 ήμασταν στις αναχωρήσεις. Δεδομένου ότι αμφότεροι είχαμε κάνει check-in ηλεκτρονικά, και έχοντας ο καθένας μας μόνο μια φορητή χειραποσκευή και μια τσάντα/σακίδιο πλάτης, πήγαμε και ήπιαμε ένα δεύτερο καφεδάκι, γιατί μια νύστα την έκανε, και δύο μην πω.

    - «Πώς αισθάνεσαι, τσαπερδόνα;»
    - «Ανυπομονώ!» του απάντησα χαμογελαστή. «Μόλις πριν μια εβδομάδα πριν, πίστευα ότι η λέξη αεροδρόμιο θα μου προκαλεί PTSD, και τώρα όχι απλά δε δίνω δεκάρα, δεν βλέπω την ώρα και τη στιγμή που θα πετάξουμε στα πατρώα εδάφη σου!»
    - «Θα σ’ αρέσει πολύ η Λεβεντογέννα, σε τρεις-τέσσερις μέρες δε θα προλάβουμε να δούμε και πολλά πράγματα, αλλά ένα σου λέω: Καλά να είμαστε και το καλοκαίρι θα πρέπει να πάρεις άδεια τρεις εβδομάδες!»
    - «Ναιιιιιι!!!» απάντησα ενθουσιασμένη.
    - «Εχμ… δεν το είχα σκεφτεί αλλά λόγω του γάμου θα πρέπει να σε γνωρίσω στις αδερφές μου και τη θεια-Μαριγώ, δεν πιστεύω να έχεις πρόβλημα, έτσι;»
    - «Όχι Αρίστο μου, γιατί να έχω πρόβλημα; Εσύ… εσύ μην έχεις!»
    - «Εγώ θα έχω μαζί μου ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, τι πρόβλημα να έχω;»
    - «Επειδή… είμαι μικρή… εννοώ…»
    - «Η Χριστίνα ήταν 19 χρονών όταν τους τη γνώρισα, μην ανησυχείς, δεν έχουν πρόβλημα με τη διαφορά ηλικίας.»
    - «Εντάξει τότε!»
    - «Δε μου λες κοριτσάρα μου, θέλεις παράθυρο ή διάδρομο;»
    - «Παράθυρο, αν γίνεται!»
    - «Φυσικά και γίνεται!»
    - «Ουφ, αργεί να περάσει η ώρα! Κάνε κάτι!»
    - «Αν κάνω αυτό που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή θα γίνουμε θέαμα και αντί για Κρήτη θα βρεθούμε αυτόφωρο!»
    - «Χιχιχι»
    - «Να βουτήξω το αεροπλάνο εννοούσα, έκφυλη! Πού πήγε το μυαλό σου;»
    - «ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡ» του έκανα και έβαλε τα γέλια.

    Παρά τη δήθεν γκρίνια μου η ώρα πέρασε γρήγορα, και ακόμα πιο γρήγορα η πτήση προς το Ηράκλειο, στο οποίο προσγειωθήκαμε στις 09:00 ακριβώς. Μην περιμένοντας πράγματα, πήγαμε κατευθείαν στην Hertz, όπου ο Αρίστος έκανε μια πρόσθετη ασφάλεια, και μετά περάσαμε απέναντι για να πάρουμε το αυτοκίνητο.

    - «Κανονικά θα πηγαίναμε από Εθνική και Κνωσσού αλλά σήμερα λέω να πάμε από Λιμάνι, να δεις και λίγο Ηράκλειο» μου είπε ξεκινώντας το αυτοκίνητο.
    - «Αμέ!» του είχα ενθουσιασμένη. Λόγω της ώρας είχε αρκετή κίνηση στο δρόμο αλλά δε με ενδιέφερε καθόλου, κοιτούσα έξω από το παράθυρο ρουφώντας τις εικόνες.
    - «Εδώ είναι το λιμάνι, το καλοκαίρι που θα έρθουμε με το αυτοκίνητο, εδώ θα βγούμε. Παλιά υπήρχε και ταμπέλα που έλεγε “Καλωσήρθατε στο δημοκρατικό Ηράκλειο” αλλά πάνε χρόνια που έχω να τη δω!»
    - «Μόνο το Ηράκλειο ήταν δημοκρατικό, στο Ρέθυμνο να πούμε είχαν χούντα;»
    - «Τι να πεις, καθένας με την τρέλα του». Συνεχίσαμε το δρόμο και μου έδειξε το παλιό ενετικό λιμάνι. «Μια από αυτές τις μέρες να έρθουμε βολτίτσα εδώ, είναι πολύ όμορφα και μπορείς να περπατήσεις μέχρι την άκρη του λιμενοβραχίονα. Από εδώ» έκανε και μου έδειξε «είναι η 25ης Αυγούστου, που ανεβαίνει στα Λιοντάρια, παλιά από εδώ ανέβαινα για το σπίτι, αλλά έχει γίνει πεζόδρομος οπότε αναγκαστικά θα κάνουμε τον κύκλο.»
    - «Αλήθεια, το σπίτι σου είναι κέντρο;»
    - «Τελείως!»
    - «Και που θα παρκάρουμε;»
    - «Εκεί που είχα πει και στον Αντώνη, έχω κάνει ήδη κράτηση. Είναι πολύ κοντά, για την ακρίβεια η μικρή Έβανς είναι το μεθεπόμενο στενό από την είσοδο του γκαράζ»
    - «Υπάρχει και μεγάλη Έβανς;»
    - «Τυπικά όλος ο δρόμος από τη Δικαιοσύνης μέχρι και την Καινούργια πόρτα λέγεται Έβανς, απλά η “μικρή” εδώ και μερικά χρόνια είναι πεζόδρομος, όπως άλλωστε και η Δικαιοσύνης. Στην αρχή είχα γκρινιάξει αλλά η αλήθεια είναι ότι το κέντρο, όπως έχει πεζοδρομηθεί, έχει γίνει πολύ όμορφο. Να καταλάβεις, το αυτοκίνητο θα το χρησιμοποιήσουμε μόνο για να πάμε καμιά βόλτα προς τα έξω. Στον τάφο του Καζαντζάκη και στο «Ό,τι θες» θα πάμε με τα πόδια και ας είναι λίγο περπάτημα παραπάνω.»
    - «Κανένα απολύτως πρόβλημα, έχω φέρει και τα αθλητικά μου παπούτσια γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο!»
    - «Α, να! Εδώ είναι η πλατεία Κορνάρου» μου είπε και μου έδειξε δεξιά. «Μέσα εκεί είναι το πατρικό μου, εμείς όπως θα πάμε αριστερά για να παρκάρουμε!»

    Πράγματι πήγαμε και αφήσαμε το αυτοκίνητο στο parking και μετά το πήραμε ποδαράτο μέχρι το σπίτι που θα μέναμε, ήταν όπως το είχε πει, ούτε εκατό μέτρα, πέντε λεπτά αργότερα ήμασταν εκεί.

    - «Δεν έχει ασανσέρ και είναι στον τέταρτο, θα έχει λίγο σκάλα!»
    - «Εγώ είμαι οργισμένο νιάτο» του είπα πειρακτικά.
    - «Άμα σου κάνω τον κώλο κόκκινο θα οργιστείς με περισσότερη όρεξη!»
    - «Αχνε!» του είπα συνεχίζοντας το πείραγμα!
    - «Προχώρα βάσανο!» μου είπε ανοίγοντας την πόρτα.

    Η αλήθεια είναι ότι μέχρι να φτάσουμε πάνω μου βγήκε λίγο η γλώσσα αλλά το έραψα γιατί αλλιώς θα πήγαινε το δούλεμα σύννεφο. Το διαμέρισμα ήταν Α-Π-Ι-Θ-Α-Ν-Ο, σαλόνι με κουζίνα με πτυσσόμενο διαχωριστικό από το δωμάτιο, στο οποίο δέσποζε ένα τεράστιο υπέρδιπλο κρεββάτι. Στη μεριά του δωματίου, στα παράθυρα υπήρχε ένα τεράστιο περβάζι, που αν ήθελες μπορούσες να στρώσεις slipping bag και να κοιμηθείς, ενώ από το σαλόνι μπορούσες να βγεις και σε ένα μικρό μπαλκόνι. Το μπάνιο είχε ντουζιέρα αλλά ο χώρος ήταν μεγάλος, μέσα χωρούσαν και τέσσερα άτομα!

    - «Λοιπόν, πώς σου φαίνεται;»
    - «Αχ είναι πολύ όμορφο!!!!»
    - «Και περιζήτητο, μόλις χθες έφυγαν οι προηγούμενοι και με το που θα φύγουμε θα έρθουν οι επόμενοι!»
    - «Αλήθεια, η Φοίβη με τον Ανδρέα που μένουν;»
    - «Ψηλά, πάνω από το παλιό πανεπιστήμιο, Κνωσσό σχεδόν! Και καλά που μου το θύμησες, να την πάρω και ένα τηλέφωνο, αφού πάρω τις αδερφές μου και τη θεια»
    - «Πάω να κάνω ένα ντουζάκι να φρεσκαριστώ. Έχει ηλιακό ή να βάλω θερμοσίφωνα;»
    - «Έχει δικό του ηλιακό. Ωραία, πήγαινε να κάνεις το ντουζάκι σου μέχρι να πάρω τηλέφωνο τις αδερφές μου και αν προλάβω θα έρθω να σε βρω μέσα.»
    - «Ε, τότε να το κάνω με την ησυχία μου!»
    - «Μ’ αρέσεις όταν μου μιλάς πρόστυχα!»

    Πριν μπω για το ντουζάκι, άδειασα τις βαλίτσες μας και τις τακτοποίησα στη ντουλάπα που είχε στο υπνοδωμάτιο. Μετά έβγαλα δυο ειδικές πλαστικές σακουλίτσες που θα τις χρησιμοποιούσαμε για να βάζουμε τα άπλυτά μας, και έβαλα στη δική μου τα εσώρουχα, αφήνοντας πάνω στο κρεββάτι αυτά που θα φορούσα μετά το ντουζ.

    Άφησα το νερό να τρέχει και όταν πήρε τη θερμοκρασία που ήθελα, χώθηκα από κάτω και το άφησα να τρέχει πάνω μου. Ο Αρίστος μπήκε μέσα και με βρήκε μόλις είχα τελειώσει το λούσιμο. Μου έδωσε ένα φιλάκι στη μύτη και έκανε να πάει να ξεκινήσει κι εκείνος αλλά τον σταμάτησα.

    - «Εγώ θα σε λούσω, εγώ θα σε τρίψω! Εσύ σούζα!»
    - «Σούζα είμαι!» μου είπε γελώντας πονηρά.
    - «Βρε ερωτύλε!» τον ψευτομάλωσα!
    - “Guilty as charged”
    - «Τώρα θα δεις τι θα πάθεις!»

    Τι να πεις, υπέφερε πολύ ο καημενούλης μου, το τι δυστυχία ένιωσε όταν γονάτισα και τον πήρα στο στόμα μου, δεν περιγράφεται. Χθες στο μπάνιο, δε με είχε αφήσει να ολοκληρώσω το θεάρεστο έργο μου αλλά σήμερα δεν είχε καμιά τέτοια πρόθεση, και όχι τίποτε άλλο αλλά είχε και αντοχές, πρέπει να τον ρούφαγα πάνω από εικοσάλεπτο μέχρι που ένιωσα τα γνώριμα τινάγματα πριν πλημμυρίσει το στόμα μου. Κατάπια σαν καλό και υπάκουο κοριτσάκι που είμαι, λαμπίκο του τον έκανα! Με βοήθησε να σηκωθώ και αφού με κόλλησε πάνω του μου έκανε λαρυγγοσκόπηση, ή για να είμαι ακριβής, δεύτερη συνεχόμενη λαρυγγοσκόπηση, αυτή τη φορά με τη γλώσσα του.

    - «Εξαιρετική και μπράβο σου, δέκα για την τεχνική σου και δέκα για τον ενθουσιασμό!» μου είπε πειρακτικά.
    - «Όχι, παίζουμε!»

    Πώς είχα αλλάξει έτσι μέσα σε ένα μήνα; Όχι απλά κατάπινα και στον Αρίστο και στο Μιχάλη, αλλά είχα αρχίσει να λατρεύω και την ίδια την πίπα, και μιλάμε για την ίδια την πράξη, και όχι απλά για το πόσο άρεσε και στους δύο το αποτέλεσμά της. Η αλήθεια είναι ότι αν και η γεύση του όταν τελείωνε left things to be desired, προτιμούσα να κάνω στοματικό στον Αρίστο, καθώς ο Μιχάλης λόγω μεγέθους δε με βόλευε, but still. Όχι ότι δεν έκανα στοματικό και πριν, απλά το έκανα μόνο και μόνο γιατί άρεσε στον παρτενέρ μου, και ακόμα και με τον Κώστα εξαιρετικά σπάνια κατάπινα. Well, τι θέλω και τον μελετάω το μαλάκα; Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.

    - «Λοιπόν, στέγνωσε τα μαλλάκια σου και ντύσου, να κατεβούμε μια βόλτα στο κέντρο.»
    - «Τις αδερφές σου τις πήρες;»
    - «Εννοείται, το βραδάκι θα φάμε όλοι στην Κατερίνα, και θα είναι και η Βασιλική με το Μανώλη και τα παιδιά τους, και φυσικά θα είναι και η θεια-Μαριγώ, η οποία να ξέρεις ότι έχει φτιάξει νέα παρτίδα στάκας, ειδικά για την περίσταση!»
    - «Ωχ κατάλαβα, διπλοί θα γυρίσουμε!»
    - «Διπλοί μόνο με εντατική γυμναστική, αλλιώς τριπλοί και βάλε!»
    - «Τη Φοίβη την πήρες;»
    - «Αμάν! Καλά που μου το θύμησες! Κάτσε, θα την πάρω από το tablet στο Skype» μου είπε και πήγαμε και καθίσαμε στο σαλονάκι.
    - «Καλώς τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα!» μας είπε η Φοίβη όταν εμφανίστηκε στην οθόνη.
    - «Hello, baby!» της έκανε ο Αρίστος.
    - «Ο κήπος είναι ανθηρός!» απάντησε η Φοίβη και βάλαμε τα γέλια και οι τρεις. «Ήρθατε πουλάκια μου;»
    - «Άρτι αφιχθείς και φρεσκοπλυμένοι!» της απάντησε πειρακτικά ο Αρίστος.
    - «Χωρίστρα να κάνεις! Πώς ήταν το ταξίδι σας;»
    - «Μια χαρά ήταν, ήσυχο. Ο Ανδρέας που είναι;»
    - «Σήμερα έχει πάει στο γραφείο και εδώ που τα λέμε θα πάω κι εγώ σε λίγο. Πότε θα έρθετε από το σπίτι να μας δείτε, να φας και λίγο ξύλο από τη Χριστιάνα που έχει καιρό να σε δείρει σκακιστικώς και μου παραπονιέται;»
    - «Χαχαχα, όποτε θέλετε. Τι κάνει η μικρή; Τι κάνει ο γιόκας σας;»
    - «Μια χαρά είναι και τα δυο τα καμάρια μας. Δε μου λέτε, για αύριο το μεσημέρι έχετε κανονίσει τίποτα;»
    - «Όχι, προς το παρόν κανονισμένο είναι μόνο σήμερα το βράδυ που θα φάμε στην Κατερίνα, και φυσικά ο γάμος στα Ανώγια το Σάββατο!»
    - «Ωραία, αύριο πάρτε day off, το μεσημέρι για φαγητό σπίτι και το βραδάκι για κανένα ποτάκι!»
    - «Έκλεισε! Λοιπόν, κοριτσάρα μου σε αφήνουμε τώρα να κατέβουμε και λίγο στο κέντρο να χαζολογήσουμε, το κορίτσι δεν έχει έρθει ποτέ Ηράκλειο. Δε μου λες, γουστάρετε αύριο το βράδυ πριν τα ποτά, να πάμε για μεξικάνικο στο Azteca’s?»
    - «Χμμμ… δυστυχώς σου έχω δυσάρεστα νέα, έκλεισε στις αρχές του φθινοπώρου.»
    - «Τι; Γιατί;»
    - «Δεν έχω ιδέα μωρέ Αρίστο, άστα να πάνε. Από το 1993 ρε φίλε, για τριάντα ολόκληρα χρόνια, μια φορά στις δύο εβδομάδες τρώγαμε εκεί, ντουβρουτζάς μας ήρθε!»
    - «Μα αυτό ήταν πάντα γεμάτο, σχεδόν ποτέ δεν έβρισκες να κάτσεις, γιατί έκλεισε;»
    - «Δεν ξέρω βρε Αρίστο, τι να σου πω…»
    - «Πες μου τουλάχιστον ότι η Ουτοπία είναι στη θέση της!»
    - «Ναι, η Ουτοπία είναι όπως την άφησες!»
    - «Ουφ, πάλι καλά!»
    - «Αρίστο, καλή η παρέα σου αλλά πολύ μιλάς και έχουμε και δουλειές!»
    - «Χαχαχα, εντάξει. Τι ώρα να έρθουμε αύριο;»
    - «Κατά τις 14:30 και κοίτα να έχεις κάνει χωρίστρα!»
    - «Σκοπεύεις να τρυγήσεις το παραγινωμένο μου κορμί;»
    - «Όχι, σκοπεύει να σε ανασκολοπίσει σκακιστικώς η Χριστιάνα, αρκετό ξύλο τρώω εγώ και ο θείος Vasily, σειρά σου τώρα!»
    - «Μωρή τρελή αν σας κάνει άλογα εσένα και το Vasily, τι ελπίδα έχω εγώ;»
    - «Καμία, θα φας το ξύλο σου σαν άντρας και θα γλιτώσουμε το ξύλο εμείς.»
    - «Χαχαχα, εντάξει! Να μου τους φιλήσεις όλους!»
    - «Μπορείς να το κάνεις κι εσύ αύριο δια ζώσης! Byeeeeeeeeeeee» μας είπε σαν τον Καλλιβωκά στο μια τρελή-τρελή οικογένεια και μας το έκλεισε στη μούρη, είναι απίθανη π’ ανάθεμά τη.

    Με το που κλείσαμε και έχοντας ντυθεί και οι δύο, κατεβήκαμε για βολτίτσα, κατηφορίζοντας προς το κέντρο.

    - «Αυτή είναι η Δικαιοσύνης» μου είπε ο Αρίστος όταν φτάσαμε στο τέλος της Έβανς. «Πάμε δεξιά μέχρι την πλατεία Ελευθερίας και μετά θα κατέβουμε στα Λιοντάρια από τη Δαιδάλου ή την Κοραή.»

    Περπατήσαμε μέχρι που φτάσαμε σε μια μεγάλη πλατεία, η οποία υπέθεσα ότι ήταν η πλατεία Ελευθερίας που μου είχε αναφέρει πριν. Πήγαμε στην πλατεία και στρίψαμε αριστερά, μπαίνοντας στη Δαιδάλου, την οποία κατεβήκαμε μέχρι τέρμα.

    - «Εδώ είναι η κρήνη Μοροζίνι, και η πλατεία για προφανείς λόγους είναι γνωστή ως Λιοντάρια». Σταθήκαμε μπροστά από την κρήνη και ο Αρίστος μας τράβηξε μια selfie.
    - «Πολύ όμορφα είναι!» είπα ενθουσιασμένη.

    Προχωρήσαμε προς την Ενετική Λότζια και μετά πήγαμε στον Άγιο Τίτο, όπου τραβήξαμε κι άλλες selfies.

    - «Δε μου λες, θέλεις να πιούμε σοκολάτα;»
    - «Αμέ!» του είπα κάνοντας χάζι τον ενθουσιασμό του. «Πού θα πάμε;»
    - «Στην Ουτοπία, στη Χάνδακος.»

    Ουτοπία; Το είχε αναφέρει και πιο πριν το όνομα και κάτι μου θύμιζε, αλλά με το που ανέφερε τη σοκολάτα μου έκανε αμέσως κλικ, ήταν εκεί που είχε πάει ο Σήφης το ερωτοχτυπημένο κοπέλι του. Ανεβήκαμε την 25ης Αυγούστου και όταν φτάσαμε στα Λιοντάρια, αυτή τη φορά στρίψαμε δεξιά και λίγη ώρα αργότερα φτάσαμε μπροστά από το κλειστό πλέον Azteca’s και το πρόσωπο του Αρίστου σκοτείνιασε. Όπως κρατιόμασταν χέρι-χέρι τον χάιδεψα τρυφερά, και γύρισε και μου χαμογέλασε.

    - “Sic transit gloria mundi…» είπε στενάζοντας και προχωρήσαμε λίγο παρακάτω. Καθίσαμε στην Ουτοπία και όταν το γκαρσόν μας έφερε τον κατάλογο, χάζεψα με το πλήθος των ροφημάτων, ούτε καν είχα φανταστεί ότι μπορεί να υπάρχουν τόσα πολλά ήδη σοκολάτας.
    - «Αφού σ’ αρέσει η πραλίνα, δοκίμασε αυτή!» μου είπε και μου έδειξε. «Κι εγώ αυτή θα πάρω. Πίστεψέ με, δεν έχεις πιει τέτοια σοκολάτα στη ζωή σου» με διαβεβαίωσε.

    Ναι, that was an understatement, η αλήθεια είναι ότι παρά τον ενθουσιασμό του δεν είχα ιδιαίτερες προσδοκίες, οπότε όταν τράβηξα την πρώτη ρουφηξιά τα μάτια μου γούρλωσαν, καλέ τι ήταν τούτο; Δεν είχα πιει πιο νόστιμη σοκολάτα στη ζωή μου, πραγματικά όμως! Παρά το γεγονός ότι ήταν καυτή, δε μπορούσα να συγκρατηθώ, άδειασα την κούπα -διόρθωση: την τεράστια κούπα- μέσα σε μερικά λεπτά.

    - «Κι άλλο! Κι άλλο!» είπα κάνοντας σαν παιδάκι, με τον Αρίστο να βάζει τα γέλια με την αντίδρασή μου. Μωρέ ήξερε τι έκανε ο Σήφης, αν είχα πιει τέτοια σοκολάτα όταν με χώρισε ο Κώστας, θα τον είχα ξεπεράσει μέσα στο επόμενο δεκάλεπτο!
    - «Θες να σου πω μια ιστορία;» είπα στον Αρίστο όταν μου έφεραν τη δεύτερη σοκολάτα. «Αφορά το Μιχάλη, δε σε πειράζει, έτσι;»
    - «Όχι, δε με πειράζει» μου είπε. «Πες την!»
    - «Λοιπόν, ο Μιχάλης, όσο απίστευτο και αν σου φαίνεται, μικρός ήταν πολύ ντροπαλός με τα κορίτσια. Ήταν 15-16 χρονών και είχε ερωτευτεί μια συμμαθήτριά του, Κατερίνα την έλεγαν, αλλά όταν με τα πολλά βρήκε το θάρρος να της το εξομολογηθεί, εκείνη γέλασε στα μούτρα του, κάνοντάς τον να θέλει να ανοίξει η γη να τον καταπιεί…»
    - «Ωχ…»
    - «Ο πατέρας του, ο μπάρμπα-Σήφης, πήρε χαμπάρι ότι κάτι έτρεχε, οπότε τον πίεσε μέχρι που τελικά έκανε το Μιχάλη να του πει τα καθέκαστα. Ο φουκαράς περίμενε πως ο Σήφης θα του κάνει κήρυγμα ότι οι άντρες δεν κλαίνε και τα ρέστα, αλλά εκείνος είπε “Σήκω Μιχαλιώ μου, πάμε να πιούμε”. Ο Μιχάλης νόμιζε ότι ο Σήφης θα τον πάει για ρακή ωστόσο ο Σήφης, που περπατούσε και έτριζαν τα τσιμέντα, πήρε το φαρμακωμένο του κοπέλι και το έφερε εδώ για σοκολάτα! Αφού ήπιαν τις σοκολάτες τους, ο Σήφης κάθισε και μίλησε στο Μιχάλη και τον έκανε να καταλάβει ότι αυτά έχουν οι έρωτες, και ότι αν κάποια δε σε θέλει, θα υπάρχουν άλλες δέκα που θα σε θέλουν, και πως είναι γραφτό μέσα στη ζωή, και να πληγώσει και να πληγωθεί, γιατί μερικές φορές έτσι είναι το παιχνίδι του έρωτα!»
    - «Σοφός ο μπάρμπα-Σήφης!» είπε ο Αρίστος εντυπωσιασμένος.
    - «Αν ήξερε τι τέρας θα δημιουργούσε, μπορεί τελικά να αποφάσιζε να τον πάει για ρακές!» του είπα και έβαλε τα γέλια.
    - «Κάτσε να σε τραβήξω μια φωτογραφία που πίνεις σοκολάτα να τον κάνεις να ζηλέψει!»
    - «Ε, βέβαια, εσύ θα φας το ξύλο;»
    - «Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν και επιδέξιους κώλους, μούτρο!»
    - «Όχι άλλη επιδεξιότητα εκεί!» φώναξα με απελπισία, κάνοντας τον να κατουρηθεί από τα γέλια.

    Με τράβηξε φωτογραφία και μου την έστειλε, και με τη σειρά μου την έστειλα στο Μιχάλη γράφοντάς του “ζήλεια-ψώρα  ” για να λάβω μετά από μερικά δευτερόλεπτα “  ” ως απάντηση

    - «Κοριτσάρα μου, πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα» μου είπε ο Αρίστος κοιτάζοντας το κινητό του.
    - «Συνέβη κάτι;» τον ρώτησα ανήσυχη.
    - «Όχι Μαριλίζα μου, μην ανησυχείς. Η γραμματεία της σχολής είναι, κάποιο μπλέξιμο έχει γίνει με τις βαθμολογήσεις που τους έστειλα»
    - «Εντάξει Αρίστο μου» του είπα και εκείνος σηκώθηκε και προχώρησε λίγο προς τα πάνω. Εγώ βρήκα ευκαιρία και πήρα το Μιχάλη τηλέφωνο.
    - «Μωρή Μαγδάλω, θα σε σουρομαδήσω όταν επιστρέψεις!» μου είπε στο τηλέφωνο αντί για καλημέρα.
    - «Κι εγώ σ’ αγαπάω!»
    - «Πώς φτάσατε; Πώς είναι ο καιρός στο δημοκρατικό Ηράκλειο;»
    - «Μια χαρά, έχει λιακάδα και ζέστη, υπέροχη μέρα. Το σπίτι του Αρίστου είναι πραγματικά στο κέντρο, κάναμε μια μικρή βόλτα μέχρι την πλατεία Ελευθερίας και μετά κατεβήκαμε στα Λιοντάρια και γενικά κάναμε μια μικρή γύρα της περιοχής! Αχ, είναι πολύ όμορφο το κέντρο όπως το έχουν πεζοδρομήσει!»
    - «Ναι, μας βγάλανε την ψυχή ανάποδα και είχε πέσει πολύ γκρίνια, αλλά τελικά άξιζε τον κόπο, έχει γίνει πολύ πιο ανθρώπινο. Για πείτε τι θα κάνετε σήμερα;»
    - «Το βράδυ θα πάμε να φάμε στην μεγάλη του αδερφή και θα γνωρίσω και τα σόγια!»
    - «Παραδέξου το μωρή, λέρωσες τα βρακιά σου, και δεν εννοώ από φόβο!»
    - «Το παραδέχομαι, τι να πω…»
    - «Εσύ να τα βλέπεις που είχες ανασφάλειες!»
    - «Μωρέ όποιος καεί με το χυλό φυσάει και το γιαούρτι. Άσχετο, Μιχάλη, κάθεσαι;»
    - «Ωχ!»
    - «Όχι ρε δεν είναι κάτι δυσάρεστο, αλλά θα σου φύγει η ούγια. Λοιπόν, ο πουροέρωτάς σου… η Μπίλι…»
    - «Ναι…;»
    - «Πήγαινε στο ίδιο σχολείο με τη Φοίβη και τον Ανδρέα, και όχι μόνο αυτό, αλλά από το 2008 και μετά έχουν τακτικές επαφές με τους πρώην γείτονές σου!»
    - «Α στο διάολο!»
    - «Ναι ρε φίλε, και το ακόμα καλύτερο είναι ότι και ο Αρίστος τους έχει γνωρίσει, και μεταξύ μας, μου ήρθε να του ανοίξω λίγο το κεφάλι, αλλά σε συμμερίζεται πλήρως. Να φανταστείς όταν τον ρώτησα αν αυτή η Μπίλι είναι τόσο ωραία όσο μου την περιέγραψες μου απάντησε “Δε φαντάζεσαι” και αναστέναξε.»
    - «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ θα ήθελα να είμαι μυγάκι στον τοίχο, μόνο και μόνο για να δω τη φάτσα σου εκείνη τη στιγμή!»
    - «Ρε άει στο διάολο!»
    - «ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ» συνέχισε να γελάει στο τηλέφωνο ο γάιδαρος. Κάνε φίλους σου λέει...
    - «Τέτοιος είσαι!»
    - «Και χειρότερος! Για πες τώρα, πότε θα οργιάσετε με τα πουρά;»
    - «Καταρχάς ποιον είπες πουρό ρε, ο Αρίστος είναι συνομήλικός τους, και έπειτα βρε αθεόφοβε, δέκα χρόνια μεγαλύτεροί σου είναι και οι δυο τους!»
    - «Έχουν περάσει τα 30!»
    - «Εσύ έχεις περάσει τα 40!»
    - «Ναι, αλλά εγώ δεν πάω με μένα!»
    - «Χαχαχα, είσαι όργιο. Καλά, κάτσε να σου στείλω δυο πρόσφατες φωτογραφίες του Ανδρέα και της Φοίβης και έλα να μου πεις» του είπα και του έστειλα τις δύο φωτογραφίες.

     

    - «Καλά κρατιούνται!»
    - «Έμπαινες;»
    - «Τα αγοράκια δεν είναι του γούστου μου αλλά οφείλω να παραδεχτώ πως πενηντάρα ξε-πενηντάρα, στη Φοίβη έμπαινα άνετα!» μου είπε κάνοντάς με να αρχίσω να του τραγουδάω κοροϊδευτικά.

    Αλλάξανε τα γούστα σου
    Και μπέρδεψες τα μπούτια σου
    Και σκέφτεσαι αλλόκοτα
    Και παρατάς τον Κόκοτα!


    - «Χαχαχα, είσαι όργιο μωρή!»
    - «Είμαι! Α, έρχεται ο Αρίστος, σε κλείνω στη μούρη!»
    - «Το σημειώνω εγώ αυτό! Φιλιά!
    - «Φιλάκια αρκούδε μου» του είπα και μετά γύρισα στον Αρίστο που μόλις έκατσε. «Εντάξει όλα;»
    - «Ναι κοριτσάρα μου, μια χαρά, για κάποιο λόγο το mail είχε κολλήσει στο outbox μου, το έστειλα και αυτή τη φορά έφυγε. Εσύ τι έκανες;»
    - «Μίλησα για λίγο με το Μιχάλη, βασικά πήρα να του πω ότι οι πρώην γείτονές του είναι γνωστοί με τη Φοίβη και τον Ανδρέα, και να του γκρινιάξω που αναστέναξες όταν σε ρώτησα αν αυτή η Μπίλι ήταν τόσο ωραία όσο μου την είχε περιγράψει.»
    - «Χαχαχα, ζηλιάρα!»
    - «Και του έστειλα και μια φωτογραφία του Ανδρέα και της Φοίβης για να ζηλέψει, χα!»

    Ήπιαμε τις σοκολάτες μας μιλώντας περί ανέμων και υδάτων μέχρι που πήγε 14:00 και μια πείνα με έκοψε.

    - «Αρίστο μου, έχει αρχίσει να κάνει πείνα!»
    - «Τώρα που το λες… Λοιπόν, πάμε Λιοντάρια να χτυπήσουμε καμιά γυρόπιτα να έρθουμε στα ίσια μας!»
    - «Θα μας κρατήσει μέχρι το βράδυ;» τον ρώτησα αβέβαιη.
    - «Μαριλίζα μου, αν καταφέρεις να φας όλη τη γυρόπιτα, θα σου κάτσω να με πάρεις με strap on!»
    - «Θα σε τσούξει Θανάση μου!»
    - «Ούτε καν!»
    - “Your ass is mine!”
    - “Famous last words.”

    Αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο, δεν κατάφερα να φάω ολόκληρο το πιτόγυρο που παράγγειλα, δηλαδή ποιο ολόκληρο, λίγο παραπάνω από το μισό χρειάστηκε για να βγω knock out. Δίκιο είχε, στο δημοκρατικό Ηράκλειο δεν αστειεύονται με τις μερίδες!

    --- ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ---
     
    Last edited: 25 Φεβρουαρίου 2024
  3. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Μέρος 23ο - Αργεντινόσαυρο μ' έκανε!

    Καθώς είχαμε φάει σα βόες, κάναμε ένα περίπατο για να χωνέψουμε, και με το περπάτημα γύρω στα είκοσι λεπτά αργότερα φτάσαμε μέχρι τον τάφο του Καζαντζάκη και μετά κάτσαμε στην άκρη των τειχών, όπου τράβηξα ακόμα περισσότερες φωτογραφίες. Είχε λιακάδα και ζέστη, αρκετή ζέστη, ήταν υπέροχα.

    - «Αυτό εδώ που βλέπεις» μου είπε δείχνοντάς μου «είναι ρομποτικό parking. Πας, αφήνεις το αυτοκίνητο στην ειδική ράμπα, και όταν γυρίσεις, πληρώνεις και στο φέρνει πίσω.»
    - “Woah!” είπα εντυπωσιασμένη. «Και πόσο χρεώνουν;»
    - «Αυτό είναι το αστείο, είναι πιο φτηνό από οποιοδήποτε parking στην Αθήνα, για δύο ώρες είναι 3 ευρώ! Και επειδή όπως είδες το κέντρο είναι πολύ κοντά, αν δεν έχεις να κουβαλήσεις πράγματα, βολεύει μια χαρά, και ούτε άγχος, ούτε τίποτα!»
    - «Μόνο 3 ευρώ;» ρώτησα δύσπιστη.
    - «Κι όμως!»
    - «Δε μπορούσαν να φτιάξουν κανένα τέτοιο στο Ψυχικό; Ξέρεις πόσα ζητάνε το μήνα;»
    - «Φαντάζομαι…»
    - «Ουφ… και όχι τίποτε άλλο αλλά τώρα που θα πάρω και καινούργιο αυτοκίνητο, ε δεν είναι όπως το παλιό που δε μ’ ένοιαζε ιδιαίτερα» του είπα σκεπτική.
    - «Τελικά, έχεις καταλήξει τι θα πάρεις;»
    - «Το πεντακοσαράκι εξακολουθεί να είναι ο έρωτάς μου αλλά ναι, αυτά είναι για όσους μπορούν να έχουν παραπάνω από ένα αυτοκίνητα. Βασικά είμαι μεταξύ του Yaris, αν και θα το προτιμούσα δίπορτο, του δικού σου και του I20, ενώ αν πάω σε ελαφρώς μικρότερο, μεταξύ Aygo και I10. Στην αρχή προτιμούσα το Yaris, είχα παίξει και με τον configurator και είχα καταλήξει σε ένα που μου άρεσε, αλλά μετά ξανακοίταξα το I20 και έχω αρχίσει να το σκέφτομαι πολύ σοβαρά, ακόμα και η premium έκδοσή του είναι μόλις ένα χιλιάρικο πάνω από την απλή του Yaris»
    - «Το I20 είναι εξαιρετική επιλογή, και στα δικά μου μάτια είναι πιο όμορφο από το Yaris, και έχει και μεγαλύτερους χώρους. Και μεταξύ μας, μπορεί τα Toyοta να είναι σκυλιά μαύρα, αλλά το ίδιο είναι και τα Hyundai.»
    - «Όταν ανέβουμε Αθήνα, πάμε παρέα να το δούμε από κοντά;»
    - «Εννοείται κοριτσάρα μου. Λοιπόν, τι θες να κάνουμε τώρα, θέλεις να συνεχίσουμε τη βόλτα ή να γυρίσουμε σπίτι;»
    - «Να γυρίσουμε σπίτι Αρίστο μου, ξυπνήσαμε και πρωινιάτικα και έναν ύπνο θα τον έριχνα.»
    - «Άντε, σήκω τότε και θα πάμε από άλλο δρόμο»

    Κατεβήκαμε και στρίψαμε δεξιά και μετά από λίγη ώρα φτάσαμε πίσω από μια μεγάλη καμάρα, που ο Αρίστος μου εξήγησε ότι είναι η Καινούργια Πόρτα.

    - «Ο δρόμος αυτός είναι η Evans, το πάνω μέρος της δηλαδή!» μου εξήγησε και κατεβήκαμε την Evans και λίγη ώρα αργότερα ήμασταν στο σπίτι.

    Δεν ήμουν απλά νυσταγμένη, με το που ξαπλώσαμε στο κρεββάτι και χώθηκα στην αγκαλιά του, κυριολεκτικά κατέβασα παροχή. Όταν άνοιξα τα μάτια μου κοίταξα το ρολόι μου, κόντευε να πάει 19:00, κοιμόμασταν πάνω από τρεις ώρες. Ο Αρίστος δεν είχε ξυπνήσει αν κρίνω από το σιγανό ροχαλητό του. Ήθελα απελπισμένα καφέ αλλά δεν ήξερα τις καφετέριες εδώ κοντά. Τελικά μου έκοψε και άνοιξα το e-food και παράγγειλα ένα καφέ για μένα και ένα για τον Αρίστο από το Coffee Island, που ήταν λίγο πριν την Καινούργια Πόρτα. Άφησα τον Αρίστο να κοιμάται, και πήγα και χαμήλωσα το κλιματιστικό, όταν γυρίσαμε, όντας και οι δύο τύφλα στη νύστα, θέλαμε ζέστη, αλλά μάλλον το παρακάναμε, κόντευα να σκάσω.

    Ήθελα να αφήσω τον Αρίστο να κοιμηθεί, οπότε έβαλα στα σχόλια της παραγγελίας να με πάρουν τηλέφωνο αντί να χτυπήσουν κουδούνι, κι έτσι κι έγινε. Ανεβοκατέβηκα αδιαμαρτύρητα τους τέσσερις ορόφους, καθώς είχα πιει τρεις σοκολάτες το πρωί και μετά είχα φάει λίγο παραπάνω από μισό πιτόγυρο, και ήταν πραγματικό τέρας, καμία σχέση με αυτά της Αθήνας. Όταν ανέβηκα πάνω τράβηξα τις κουρτίνες και, βάζοντας ένα μαξιλάρι πίσω, έκατσα καθιστή στο περβάζι και χαζολόγησα στο tablet. Γύρω στις 19:30 ξύπνησε και ο Αρίστος, που έχοντας πέσει σε καταληψία, του πήρε μερικές στιγμές να καταλάβει ποιος είναι, που είναι, και γιατί.

    - «Κοιμήθηκες καλά, μωρό μου;» τον ρώτησα τρυφερά.
    - «Δεν κοιμήθηκα απλά, έσβησα!» μου είπε και τεντώθηκε. «Τι ώρα είναι;»
    - «Έχει πάει 19:30»
    - «Ο Χριστός και η μάνα του, τέσσερις ώρες κοιμήθηκα;»
    - «Σχεδόν! Μη νομίζεις, κι εγώ πριν κανένα μισάωρο ξύπνησα. Α, σου έχω πάρει καφεδάκι, κάτσε να στο φέρω!» είπα και έκανα να σηκωθώ.
    - «Κάτσε εκεί που κάθεσαι βρε διαόλι, χεράκια ποδαράκια έχω!» με μάλωσε τρυφερά και πήγε και πήρε τον καφέ του. «Αμάν, θα σκάσω!» είπε και έφυγε τρέχοντας προς το μπάνιο. «Κατούρα-κατούρα-κατούρα» τον άκουσα να λέει από μέσα και έβαλα τα γέλια.
    - «Ήταν ένα σύννεφο, σύννεφο, σύννεφο» άρχισα να του τραγουδάω και, κρίνοντας από το γέλιο του, το άκουσε. Άκουσα το καζανάκι και μετά από λίγο τον ήχο του νερού στο νιπτήρα. «Ξαλάφρωσες μωρό μου;» τον ρώτησα πειρακτικά όταν βγήκε.
    - «Νιώθω άλλος άνθρωπος!» μου είπε με χαμόγελο που θα ζήλευε και η πιο φιλόδοξη διαφήμιση οδοντόκρεμας.
    - «Τι ώρα έχεις πει στις αδερφές σου;»
    - «Γύρω στις 20:30, οπότε να αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε σιγά-σιγά!»
    - «Αν θα είσαι φρόνιμος στο ντουζ, μπορεί και να τα καταφέρουμε!»
    - «Μωρέ τι μας λες, δε θα μας περιμένουν δα και στο δρόμο!» μου απάντησε χαμογελώντας μου πονηρά!
    - «Τι να πω, πέφτω από τα σύννεφα!»
    - «Αυτά που μου τραγουδούσες πριν;»
    - «Μπα, αυτά άδειασαν!» του είπα και του έστειλα ένα φιλάκι.
    - «Γεια έλα εδώ!» μου είπε ξαπλώνοντας καθιστός στο κρεββάτι, με την πλάτη του στον τοίχο. Πήγα και κάθισα ανάμεσα στα πόδια του και έγειρα με την πλάτη πάνω του και ο γέρο-σάτυρος δεν έχασε ευκαιρία, με τη μία μου χούφτωσε και τα δυο στήθη.
    - «Δεν οπλοφορείς, έτσι;» τον πείραξα νιώθοντας τον ερεθισμό του.
    - «Όχι, απλά χαίρομαι που σε βλέπω» είπε και μου τσίμπησε δυνατά και τις δύο ρώγες, κάνοντάς με να μου ξεφύγει ένα βογγητό. «Πονάν μωρέ τα παλικάρια;»
    - «Να σας υπενθυμίσω, μεσιέ, ότι δεν είμαι παλικάρι!»
    - «Χμμμ ιδέα!» μου είπε και σταμάτησε να με χουφτώνει. «Για σήκω νεαρή και βάλε πάνω σου μια ζακέτα!»

    Σηκώθηκα και έβαλα τη ζακέτα που μου είπε, ενώ εκείνος πήρε τους καφέδες μας και πήγε στο μπαλκόνι, αφού πέρασε από την τσάντα του και ψάρεψε το πακέτο με τον καπνό. «Έλα εδώ» μου είπε αλλά όταν έκανα να σηκωθώ συμπλήρωσε «στα τέσσερα!»

    Χμμμ.

    Υπακούγοντάς τον, έπεσα στα τέσσερα και πήγα μπουσουλώντας προς το μπαλκόνι. Ο Αρίστος είχε στρίψει ένα τσιγάρο και το πήρε και το άναψε. «Πάρε με στο στόμα σου» μου είπε, και η αλήθεια είναι ότι ένας μίνι κόλπος μου ήρθε. Το τοίχωμα του μπαλκονιού ήταν ψηλό και τα κτήρια αριστερά και δεξιά ήταν πιο χαμηλά, οπότε δε φαινόμουν, but still… Όπως και να έχει, του κατέβασα τη φόρμα και το μποξεράκι και τον πήρα στο στόμα μου, ενώ και η ίδια, το παραδέχομαι, είχα γίνει μούσκεμα. Το πουλάκι μου! Το είχε προσχεδιασμένο το έγκλημα, είπα κι εγώ, πόση ώρα τα έπλενε αυτά τα χέρια του;

    Ο Αρίστος με το ένα χέρι να κρατάει το τσιγάρο, καπνίζοντας αρειμανίως, με άρπαξε από τα μαλλιά με το άλλο, και άρχισε να μου δίνει ρυθμό. Με ζόρισε λίγο, να τα λέμε αυτά, καθώς πιέζοντάς με προς τα κάτω έκανε το όργανό του να μου φτάνει μέχρι το λαρύγγι, αλλά κρίνοντας από τα σιγανά βογγητά του το απολάμβανε πολύ, οπότε έδωσα τον καλύτερό μου εαυτό, όχι δηλαδή ότι δε θα το έκανα έτσι κι αλλιώς. Λάτρευα την αίσθηση του οργάνου του στο στόμα μου, και το όργανό του ήταν πραγματικό ποίημα, αν το σπέρμα του είχε καλύτερη γεύση θα στον είχα κάνει Μαμ-Ρα, πραγματικά λάτρευα να τον τσιμπουκώνω.

    Όπως κάθε φορά είχα κλείσει τα μάτια μου και είχα επικεντρωθεί στις υπόλοιπές μου αισθήσεις, γεύση, αφή και ακοή. Τραβήχτηκα για λίγο και άρχισα να τον γλείφω από την κορυφή μέχρι τη βάση του, τον ξετρέλαινε αυτό και με τη σειρά μου ξετρελαινόμουν από τις αντιδράσεις του, αυτά τα κοφτά του βογγητά, όπως και τα μικρά τινάγματα του οργάνου του όταν έφτανα στο κεφαλάκι. Το έκανα για λίγη ώρα και μετά τον ξαναπήρα στο στόμα μου όλο και εκεί με έπιασε και πάλι από το μαλλί και με έκανε να επιταχύνω τις κινήσεις μου και τελικά λίγη ώρα αργότερα ήρθε η κορύφωσή του με τη μορφή δυνατών σπασμών, καλέ πότε πρόλαβε πάλι και μαζεύτηκε αυτό το πράγμα; Μόλις το πρωί τον είχα ξεζουμίσει.

    Μωρέ καλά το λένε, η γριά κότα έχει το ζουμί, και από ζουμί ο γραίος κότος μου, άλλο τίποτα, να με πνίξει κόντεψε. Αυτή τη φορά ήταν γλυκούτσικο, δεν έχει σταθερή γεύση, but all-in-all, την απογευματινή σήμερα δεν την έλεγες και άσχημη. Όπως και το πρωί του τον έκανα λαμπίκο, και μόνο τότε με άφησε να σηκωθώ.

    - «Για το καλό σου το έκανα, όχι από συμφέρον, για να σε αφήσω να κάνεις ντουζάκι με την ησυχία σου!»
    - «Τι να πω μπροστά σε τέτοια αυταπάρνηση, είσαι μια σύγχρονη Ιφιγένεια!» του είπα και σηκώθηκα, και εκεί διαπίστωσα ότι στο απέναντι μπαλκόνι καθόταν ένας τυπάς που έπινε τον καφέ του. Μπορεί να μη με είδε να κάνω πίπα, αλλά σίγουρα με είδε να σηκώνομαι, κάνοντάς με να αλλάξω μερικά χρώματα, ειδικά όταν μου έκλεισε πονηρά το μάτι. «Ορίστε, ο απέναντι μας πήρε πρέφα!» του είπα και ο Αρίστος, αντί απάντησης σήκωσε τον καφέ του και έκανε πρόποση στον απέναντι, κάνοντάς τον να χαχανίσει. «Βρε σάτυρε!»
    - «Έλα μωρέ, σάμπως τον ξέρουμε και μας ξέρει;»
    - «Ουφ!» έκανα ξεφυσώντας.

    Ήπιαμε τα καφεδάκια μας και μετά πήγα να κάνω ένα ντουζάκι να φρεσκαριστώ και το γραίο μωρουλίνι μου τον κράτησε τον λόγο του, δεν ήρθε να με παρενοχλήσει, προς μεγάλη μου απογοήτευση θα ήθελα να δηλώσω. Έλουσα και το μαλλί, οπότε όταν βγήκα έξω για να το στεγνώσω, μπήκε ο Αρίστος να κάνει και αυτός ένα ντουζάκι με τη σειρά του. Επέλεξα να φορέσω ένα μαύρο midi πλεκτό φόρεμα, με ασορτί καλσόν και μποτάκια.

    - «Πώς σου φαίνομαι;» τον ρώτησα όταν βγήκε έξω.
    - «Φτου-φτου σου, κουκλί μου!» μου είπε κάνοντάς με να χαζογελάσω.

    Ο ίδιος επίλεξε να φορέσει το ένα από τα δύο κοστούμια που είχε φέρει μαζί του και σε λίγη ώρα ήταν και του λόγου του έτοιμος.

    Πήγαμε με τα πόδια στην Κατερίνα, ήταν πολύ κοντά. Το πατρικό του ήταν διώροφο, στο πρώτο, μου εξήγησε, έμενε η θεια-Μαριγώ και στο δεύτερο η Κατερίνα με τον σύζυγό της το Γιώργο και τα δυο τους παιδιά, τον Μαθιό και την Ελένη. Η μικρότερη, η Βασιλική, έμενε στον Εσταυρωμένο, κι αυτή με το σύζυγό της το Μανώλη και τα δυο τους παιδιά, τον Μηνά και τη Μαρία. Η θεια Μαριγώ, αδερφή του συγχωρεμένου του πατέρα του, δεν είχε κάνει παιδιά και ήταν χήρα πολλά χρόνια. Η αλήθεια είναι ότι μια νευρικότητα την είχα, σε βαθμό που ο Αρίστος το πρόσεξε, παρά το γεγονός ότι προσπαθούσα φιλότιμα να το κρύψω.

    - «Δε θα σε φάνε βρε, μη φοβάσαι!» μου είπε όταν φτάσαμε έξω από την είσοδο.
    - «Ουφ, μια κουβέντα είναι αυτή!»
    - «Έλα, χαζούλα, μη φοβάσαι!» μου είπε και χτύπησε το κουδούνι. Μιας και θα τρώγαμε στης Κατερίνας, ανεβήκαμε μέχρι το δεύτερο. Στην πόρτα μας περίμενε η ίδια.
    - «Αρίστο μου!!!!» του είπε και τον έσφιξε στην αγκαλιά της κατσιάζοντάς τον. Ήταν γύρω στα 45, καστανομάλλα, πολύ γλυκιά στο πρόσωπο, και ελαφρά γεματούλα.
    - «Κατερινιώ μου!» της είπε ο Αρίστος όταν την άφησε από την αγκαλιά του. «Από εδώ η Μαριλίζα, η κοπέλα μου!»
    - «Καλώς τη!» μου είπε η Κατερίνα με τόσο γνήσιο ενθουσιασμό που μ’ έκανε εμένα να λιώσω και την αμηχανία μου να εξαφανιστεί.
    - «Καλώς σε βρήκα» έκανα και πήγα να της δώσω το χέρι, αλλά η Κατερίνα με άρπαξε στην αγκαλιά της και μ’ έσφιξε πάνω της λες και με γνώριζε χρόνια.
    - «Περάστε, περάστε!» είπε και με το που περάσαμε, ήταν σειρά της Βασιλικής να πάρει τον Αρίστο στην αγκαλιά της και να τον σφίξει πάνω της κατσιάζοντάς τον στα φιλιά. Αν και ο Αρίστος μου είχε πει ότι ήταν 40 χρονών, δεν θα την έκανες πάνω από 35, ήταν και αυτή καστανή και δεν ήταν απλώς γλυκιά, ήταν όμορφη. Ο Αρίστος έκανε ξανά τις συστάσεις, και η Βασιλική με έσφιξε ακόμα πιο σφιχτά στην αγκαλιά της.
    - «Αγόρι μου!» ήρθε η θεια-Μαριγώ, που 70άρα ή όχι, μια χαρά κρατιόταν, ούτε 60 δεν την έκανες, και τον έσφιξε και αυτή στην αγκαλιά της. Μετά με κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια, και η αλήθεια είναι ότι τα χρειάστηκα λίγο, αλλά τελικά μου χάρισε ένα φωτεινό χαμόγελο. «Κι εσύ είσαι η Μαριλίζα, καλωσήρθες κόρη μου!» μου είπε και εκεί είχε και τρίτη αγκαλιά, ακόμα πιο σφιχτή. Κοίτα να δεις!

    Μετά ο Αρίστος με γνώρισε και στην υπόλοιπη οικογένεια και όταν τελείωσαν οι συστάσεις πήγαμε μέσα στην τραπεζαρία και ένα έχω να πω, πώς στο καλό θα τρώγαμε όλα αυτά τα πράγματα;

    Άδικα ανησυχούσα, οι κρητίκαροι ξέρουν να τρώνε, όχι ότι εγώ πήγα πίσω, κάποια στιγμή νόμιζα ότι θ’ αρχίσει να μου βγαίνει από τα αφτιά, και τι να πω για τη στάκα της θειας-Μαριγούς, αν από τα 46 δεν έφτανα τα 56 μέσα σε μια βραδιά, με τόσο που έφαγα, να μη με λένε Μαριλίζα, να με λένε, ξέρω ‘γω; Θρασύβουλα!

    Παρά τη φανερή διαφορά ηλικίας μεταξύ μας, κανείς δεν το έκαναν θέμα, και ο τρόπος που με αγκάλιασαν οικογενειακώς, πραγματικά έκανε την καρδιά μου να λιώσει. Και όχι μόνο αυτό, αλλά η Βασιλική είχε αγοράσει προβληματική συσκευή, από την εταιρία στην οποία εργάζομαι, και της υποσχέθηκα ότι αύριο το πρωί θα έπαιρνα τηλέφωνο στο γραφείο και θα το ταχτοποιούσα, και μα το Θεώ, αν δεν έβγαζα άκρη, θα έπαιρνα τηλέφωνο τον ίδιο τον Στεργίου, και όποιος τολμούσε ας του έκανε το βαρύ πεπόνι.

    Τελικά καθίσαμε μέχρι τις 02:00, και μιας και αύριο είχαμε κανονίσει και το Σάββατο είχε το γάμο, η Βασιλική με το Μανώλη, μας κάλεσαν την Κυριακή να πάμε να φάμε, πάλι όλοι μαζί, στο σπίτι τους. Όταν φύγαμε και παρά το προχωρημένο της ώρας, κάναμε μια μεγάλη βόλτα, μπας και καταφέρουμε να χωνέψουμε τίποτα, πραγματικά νιώθαμε και οι δύο σα βόες. Αν και μποτάκια δεν ήταν και ό,τι καλύτερο για περπάτημα, έκανα την ανάγκη φιλοτιμία και τελικά γυρίσαμε σπίτι λίγο μετά τις 03:00.

    - «Λοιπόν, πώς σου φάνηκε;» με ρώτησε όταν χώθηκα γυμνή στην αγκαλιά του, και ο ίδιος άλλωστε τα είχε πετάξει όλα.
    - «Ήταν πολύ όμορφα μωρό μου, με συγκίνησαν πολύ οι δικοί σου, δεν περίμενα να με αγκαλιάσουν τόσο ζεστά!»
    - «Στο έλεγα βρε χαζούλι!»
    - «Ναι μωρό μου, μου το έλεγες. Να σου εξομολογηθώ κάτι; Στην αρχή που η θεια-Μαριγώ με κοίταξε από την κορυφή μέχρι τα νύχια τα χρειάστηκα!»
    - «Χαχαχα, σε πήγε τρεις-μία, ε;»
    - «Τρεις-μία δε θα πει τίποτα! Και μετά στο τραπέζι που μου ξέφυγε και τη φώναξα “θεια-Μαριγώ” χωρίς καλά-καλά να το σκεφτώ, τα έκανα και πάλι πάνω μου!»
    - «Τα βρακιά της λέρωσε, δεν την είδες πώς έκανε;»
    - «Τότε γύρισε η καρδιά μου στη θέση της, προς στιγμή νόμιζα ότι θα πάθω αποπληξία!»
    - «Γιατί είσαι μια χαζούλα κοτάρα. Τέλος πάντων… Δε μου λες, τι θα έλεγες αύριο το πρωί, αφού πιούμε το καφεδάκι μας, να πάμε Cretaquarium?»
    - «Ναι!!!!!» απάντησα με ενθουσιασμό.
    - «Και τώρα νάνι!» μου είπε και με φίλησε τρυφερά.
    - «Καληνύχτα γραίε κότε μου!» του είπα, κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.
    - «Καληνύχτα μούτρο!» μου είπε και έτσι όπως ήμουν χωμένη στην ζεστή του αγκαλιά, έκλεισα τα μάτια μου και έπεσε ο γενικός.

    Το πρωί είναι αλήθεια ότι μας πλάκωσαν ελαφρά τα παπλώματα, αλλά διακοπές ήμασταν, σιγά μην καθόμασταν να σκάσουμε. Ο Αρίστος ξύπνησε πρώτος, σηκώθηκε αφήνοντάς με να κοιμηθώ παραπάνω, και όταν ξύπνησα κι εγώ, είχε βάλει το laptop στο περβάζι και διάβαζε κάτι στο internet, πίνοντας το καφεδάκι του.

    - «Καλημέρα!» του είπα με νυσταγμένη φωνή.
    - «Καλημερούδια του» μου είπε χαμογελώντας. «Πήγαινε να ρίξεις λίγο νεράκι να ξυπνήσεις, σου έχω πάρει και καφεδάκι!»
    - «Αχ, σ’ ευχαριστώ μωρό μου!» του είπα και πήγα στο μπάνιο. Την ώρα που έπλενα τα δόντια μου, κάτι μου είπε που δεν άκουσα, οπότε άνοιξα την πόρτα. «Τι είπες μωρό μου;»
    - «Δε μίλησα σε σένα κοριτσάρα μου, μονολογούσα με κάτι που διάβαζα στο internet»

    Αφού τελείωσα, και μιας και είχα ξαπλώσει τελείως τσίτσιδη, ντύθηκα φορώντας μια φόρμα. Δεν έφερα καρέκλα, είμαι και μινιόν και δεν πιάνω και πολύ χώρο, οπότε έβαλα πάλι ένα μαξιλάρι πάνω στο περβάζι και σκαρφάλωσα πάνω, ξαπλώνοντας με την πλάτη στο μαξιλάρι. Ο Αρίστος μου έδωσε τον καφέ μου και τράβηξα μια γερή γουλιά, αχ ήταν βάλσαμο!

    - «Πιες το καφεδάκι σου για να πηγαίνουμε σιγά-σιγά»
    - «Θα προλάβουμε; Έχει πάει 11:00»
    - «Ξέρεις τι; Δίκιο έχεις. Δε μου λες, θες να κάτσουμε το υπόλοιπο πρωινό εδώ και να πάμε αύριο με την ησυχία μας στο Cretaquarium? Για τ’ Ανώγια θα ξεκινήσουμε γύρω στις 19:00, οπότε ακόμα και αν πάμε στις 11:00 το πρωί, θα προλάβουμε να το ευχαριστηθείς!»
    - «Αμέ!» του απάντησα ενθουσιασμένη. «Τόσο αργά θα πάμε Ανώγια, δεν είναι μακριά;»
    - «Όχι, ούτε καν σαράντα χιλιόμετρα δεν είναι, καμιά ώρα δρόμος.»
    - «Μια ώρα για σαράντα χιλιόμετρα;» τον ρώτησα με απορία.
    - «Ναι, δεν είναι ακριβώς Εθνική Αθηνών-Λαμίας. Πήρες παλτό μαζί σου, έτσι; Τα Ανώγια είναι στο βουνό, δεν είναι Ηράκλειο, κάνει κρύο εκεί.»
    - «Μην ανησυχείς Αρίστο μου, έχω πάρει όλα τα απαραίτητα!»
    - «Δε μου λες, τι θες να κάνουμε; Θες να κάτσουμε εδώ ή να πάμε καμιά βολτίτσα στο κέντρο;»
    - «Ό,τι θες εσύ Αρίστο μου, αλλά πρώτα να πάρω ένα τηλέφωνο στη δουλειά να κανονίσω την παραγγελία της Βασιλικής»

    Τελικά δε χρειάστηκε να καταφύγω στα μεγάλα μέσα, η αντικατάσταση κανονίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες, την Τρίτη το πρωί θα ερχόντουσαν να πάρουν το χαλασμένο πλυντήριο πιάτων και θα έφερναν το καινούργιο.

    - «Αρίστο μου, ειδοποίησε σε παρακαλώ τη Βασιλική ότι θα περάσουν να πάρουν το παλιό και να της φέρουν το καινούργιο την Τρίτη το πρωί. Αν δεν το έχει αποσυνδέσει, δεν πειράζει, θα το αποσυνδέσει και θα το συνδέσει ξανά το πλήρωμα του φορτηγού»
    - «Μπράβο βρε Μαριλίζα μου, κάτσε θα την πάρω να της το πω!»
    - «Θέλω σοκολάτα!» του δήλωσα όταν τελείωσε με το τηλέφωνο.
    - «Ό,τι θέλει το κορίτσι!» μου είπε και αμ έπος, αμ έργο, κατηφορίσαμε στην Ουτοπία, και μέχρι τις δύο παρά που φύγαμε ήπια δύο σοκολάτες, εντάξει, θα πάθαινα χοντρό στερητικό όταν επιστρέφαμε Αθήνα.

    Σε αντίθεση με χθες το βράδυ που φόρεσα φόρεμα, για την επίσκεψη στη Φοίβη και τον Ανδρέα, επέλεξα πιο casual ντύσιμο, μπλουζίτσα με τζινάκι και τα snickers μου, και ανάλογα ντύθηκε και ο Αρίστος. Πήγαμε στο πάρκινγκ αφού πήραμε το αυτοκίνητο, κινήσαμε προς Κνωσσό, όπως μου είπε. Σταμάτησε σε μια κάβα πάνω στην Κνωσσού και πήραμε δύο μπουκάλια Αγιωργίτικο Νεμέας, και από το ζαχαροπλαστείο δίπλα πήραμε και ένα ταψί γαλακτομπούρεκο.

    - «Εντάξει, δεν είναι σαν το γαλακτομπούρεκο που φτιάχνουν οι δικοί σου, αλλά είναι αξιοπρεπέστατο και ο Ανδρέας το λατρεύει» μου εξήγησε ο Αρίστος. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε και πάλι, δεν είχα ιδέα που βρισκόμασταν, και κάποια στιγμή έκανε αριστερά και τα σπίτια άρχισαν να αραιώνουν και εκεί πήρε τηλέφωνο.
    - «Καλησπέρα Αρίστο!» ακούσαμε μια ανδρική φωνή.
    - «Καλησπέρα Ανδρέα, ερχόμαστε, σε δυο λεπτά θα είμαστε στο σπίτι!»
    - «Έρχομαι να σας ανοίξω, μη μου βγουν πάλι έξω τα κατσίκια, το διάολό μας τραβήξαμε να τα μαζέψουμε τα βλαμμένα τις προάλλες» μας εξήγησε και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το γέλιο μου ενθυμούμενη τα βίντεο.

    Εντάξει, είχα πει ότι ο Ανδρέας είναι συγκλονιστικά ωραίος άντρας αλλά από κοντά ήταν ακόμα πιο ωραίος.

    - «Κλείσε το στόμα σου, θα χάψεις καμιά μύγα!» με πείραξε ο Αρίστος, χωρίς ωστόσο να δείχνει ότι τον πείραξε.

    Βγήκαμε από το αυτοκίνητο και ο Ανδρέας με τον Αρίστο δεν αρκέστηκαν σε χειραψία, αγκαλιάστηκαν κανονικά. Μετά ο Ανδρέας γύρισε και με κοίταξε, και σας το ορκίζομαι, ένιωσα τα πόδια μου να τρέμουν.

    - «Κι εσύ πρέπει να είσαι η Μαριλίζα!» μου είπε χαρίζοντάς μου ένα αστραφτερό χαμόγελο.
    - «Αυτοπροσώπως!» του είπα χαμογελώντας του σαν ερωτοχτυπημένη πιτσιρίκα και δίνοντάς του το χέρι, το οποίο μου το έσφιξε ζεστά.

    Η Φοίβη βέβαια ήταν τελείως διαφορετική ιστορία, σαν τις αδερφές του Αρίστου και τη θεια-Μαριγώ, με πήρε αγκαλιά και με ζούπισε στην κυριολεξία.

    Και εκεί κάναμε και τη γνωριμία με τα κατσίκια που ήρθαν και αυτά να δουν προς τι η φασαρία!

    - «Χαχαχα, να και το ντουέτο της συμφοράς!» είπα γελώντας σα χαζή.
    - «Να υποθέσω ότι έχεις δει τα βίντεο;» ρώτησε η Φοίβη.
    - «Ναι, μας τα έδειξαν οι συμπέθεροι!» της απάντησα.
    - «Μωρέ ψητά θα τα κάνω τα μαλακιστήρια!» τα απείλησε ο Ανδρέας καθώς τα κατσίκια του τριβόντουσαν, φαίνεται του είχαν ιδιαίτερη αδυναμία. «Πού είναι η προκομένη σου; Δυόμιση κοντεύει!» ρώτησε τη Φοίβη.
    - «Ε βέβαια, τώρα είναι η προκομένη μου!» τον πείραξε η Φοίβη.

    Η εν λόγω προκομένη χίλια χρόνια θα ζήσει, καθώς εκείνη την ώρα ήρθε και εκείνη στο σπίτι.

    - «Γεια σας!» μας είπε χαρίζοντάς μας ένα αστραφτερό χαμόγελο. Εντάξει, εγώ ήμουν το χόμπιτ της παρέας. Η Χριστιάνα ήταν ψηλή, εντυπωσιακά όμορφη κοπέλα.
    - «Γεια σου κουκλί μου» της είπε χαμογελώντας της ζεστά ο Αρίστος και την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε. «Να σου συστήσω τη Μαριλίζα» είπε.
    - «Χαίρω πολύ Μαριλίζα, εγώ είμαι η Χριστιάνα» μου είπε, και ακριβώς όπως και η μάνα της με πήρε και αυτή αγκαλιά.
    - «Λοιπόν, πάμε μέσα, μην κρυώσει και το παστίτσιο» είπε η Φοίβη και η Χριστιάνα χειροκρότησε ενθουσιασμένη, κάνοντάς με να γελάσω άθελά μου.

    Εντάξει, αν Ανδρέας και Φοίβη ήταν μια φορά όργια, όπως τους είχα κόψει στα βίντεο, από κοντά ήταν δέκα, πραγματικά κάποια στιγμή με πόνεσε το στομάχι μου από τα γέλια, ειδικά όταν μιλούσαν για το Σάκη και το Τάκη, τα δύο κατσίκια, τα οποία παρεμπιπτόντων, και παρά το όνομά τους, ήταν και τα δύο κοριτσάκια.

    - «Α, το έχουμε παράδοση!» είπε η Φοίβη. «Όταν είχαμε το Σίμπα μας, είχε παρέα τρεις γάτες, το Σάκη, το Μάκη και τον Τάκη. Ε, ο Μάκης ήταν θηλυκό.»
    - «Αχ, ο Σίμπα» είπε η Χριστιάνα αναστενάζοντας. «Ήμουν και μικρούλα, για μένα ήταν σαν άλογο!»
    - «Στο τέλος του μήνα θα σας έρθει ο Σίμπα v2, ε;»
    - «Ναιιιιιι!» είπε η Φοίβη χειροκροτώντας με ενθουσιασμό. «Αχ, είναι κουκλί»
    - «Λες να μας βγει και αυτός τέρας σαν τον original;» ρώτησε ο Ανδρέας.
    - «Πολύ πιθανό» είπε ο Αρίστος. «Και ο μπαμπάς του ο Μπαρτ και η μαμά του η Τρίσια είναι τεράστιοι, ο Μπαρτ είναι 110 κιλά και η Τρίσια 95!»
    - «Ο Σίμπα έφτασε τα 127 κιλά!» μας είπε ο Ανδρέας, κάνοντάς με να μαζέψω το σαγόνι μου από το πάτωμα.
    - «127 κιλά;» ρώτησα, με το στόμα ακόμα ανοιχτό.
    - «Ναι το αρκούδι μας» είπε μελαγχολικά η Φοίβη. «Ο κτηνίατρος μας είχε πει ότι ήταν ο μεγαλύτερος καυκάσιος που είχε δει στη ζωή του. Φανταστείτε ότι στο τέλος πέρασε και τον Ανδρέα στο ύψος, όταν στεκόταν όρθιος στα δύο, εννοώ»
    - “Jesus Christ, και νόμιζα ότι η Sadie και ο Ράντι ήταν μεγάλα σκυλιά!”
    - «Ο Σίμπα μας ήταν μια κατηγορία μόνος του, δυστυχώς δεν βρήκαμε κάποια θηλυκή καυκάσια να τον ζευγαρώσουμε… Τέλος πάντων…» είπε ο Ανδρέας στενάζοντας.

    Αφού φάγαμε, πήγαμε στο καθιστικό και η Χριστιάνα βρήκε ευκαιρία να ζητήσει από τον Αρίστο να παίξουν σκάκι.

    - «Θα είσαι τρυφερή μαζί μου;» την πείραξε.
    - «Θεός φυλάξοι, θείε» -θείο τον έλεγε- «για ποια με πέρασες; Φυσικά όχι!» του είπε κάνοντάς τον να βάλει τα γέλια.
    - «Ωχ, παναΐαμ» είπε μοιρολατρικά ο Αρίστος και κάθισε να φάει το ξύλο του σαν άντρας.
    - «Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε» είπε η Φοίβη. «Λοιπόν για πες μας, πώς σου φαίνεται μέχρι στιγμής η Λεβεντογέννα;»
    - «Δεν έχω δει και πολλά πράγματα, χθες το πρωί ήρθαμε άλλωστε, αλλά είναι πολύ όμορφα. Μ’ αρέσει έτσι όπως έχουν κάνει το κέντρο ένα μεγάλο περίπατο.»
    - «Δεν ξέρεις τι τραβήξαμε μέχρι να το φτιάξουν, γι’ αυτό το λες» είπε αναστενάζοντας ο Ανδρέας.
    - «Ναι, αλλά τώρα το έχετε και το χαίρεστε. Εγώ μένω Χαλάνδρι, και το κέντρο του Χαλανδρίου -αν και σε πολύ μικρότερη κλίμακα απ’ ότι εδώ- είναι και αυτό πεζοδρομημένο, όπως και το κέντρο του Μαρουσίου. Αν δεν μένεις δίπλα, όπως του λόγου μου, μπορεί να βλαστημάς για να βρεις να αφήσεις κάπου το αυτοκίνητο, αλλά είναι πολύ πιο όμορφα έτσι.»
    - «Χαλανδριώτισα είσαι;» με ρώτησε ο Ανδρέας.
    - «Γέννημα θρέμμα. Οι γονείς μου έχουν και οι δυο καταγωγή από Κεφαλλονιά, άλλωστε εκεί μένουν τώρα, εγώ ωστόσο μεγάλωσα εκεί.»
    - «Και με τι ασχολείσαι;» ρώτησε αυτή τη φορά η Φοίβη.
    - «Στο τηλεφωνικό κέντρο, είμαι μια από τις team leaders στην εξυπηρέτηση πελατών. Ο Στεργίου, ο Αντώνης, δουλεύει στην ίδια εταιρία, και είναι και ο δεύτερος στην ιεραρχία, την πρώτη φορά που τον είδα, εκείνη τη μέρα που σας πήρε τηλέφωνο ο Αρίστος, νόμιζα ότι θα πάθω αποπληξία, και όχι τίποτε άλλο αλλά ήταν ολοφάνερο ότι η Αναστασία δεν ήταν απλά η νοικάρισσά του.»
    - «Και τι έκανες;»
    - «Την πρώτη φορά τίποτα, τη δεύτερη φορά ωστόσο πήγα και του το είπα. Είχαμε κάνει πάλι το τραπέζι σε κόσμο, και αυτή τη φορά είχε έρθει και ένας δικός μου φίλος με την κοπελιά του. Ο Μιχάλης μόλις έκλεισε τα σαράντα και η Αντιγόνη είναι είκοσι, ήμουν κι εγώ που είμαι 25 χρονών με τον Αρίστο, οπότε φοβήθηκα μην τυχόν βρουν θάρρος και ανοιχτούν -το είχα σίγουρο βλέπετε ότι κάτι έτρεχε μεταξύ τους- νομίζοντας ότι είναι μεταξύ αγνώστων. Πήγα με την ψυχή στα δόντια και του είπα ότι τον ξέρω και ότι εργαζόμαστε στην ίδια εταιρία και το εκτίμησε πολύ.»
    - «Λογικό δεν είναι βρε Μαριλίζα;» ρώτησε η Φοίβη.
    - «Είναι μωρέ Φοίβη μου αλλά έλα κι εσύ στη θέση μου! Τέλος πάντων, τέλος καλό, όλα καλά. Μεταξύ μας, δεν ξέρω πόσο καλά τους έχετε γνωρίσει, αλλά η Αναστασία, αν δεν ξέρεις την ηλικία της, δεν την κάνεις για λιγότερο από 25, και δεν εννοώ μόνο εμφανισιακά, στο μυαλό της αναφέρομαι. Όταν γυρίσω Αθήνα θα βγούμε και για καφεδάκι, και καλό θα μου κάνει να κοινωνικοποιηθώ και λίγο.»
    - «Την έχουμε γνωρίσει» είπε χαμογελώντας η Φοίβη. «Είναι καταπληκτικό κορίτσι και ξέρεις, θα της κάνει και εκείνης πολύ καλό να αποκτήσει μια φίλη, και εκείνη μοναχούλα της είναι στην Αθήνα.»
    - «Το ξέρω, μου το είπε. Σας παρακαλώ μη το δείτε ως κουτσομπολιό, αλλά είναι λίγο περίεργη η σχέση τους, εννοώ ότι ο Αντώνης την αγαπάει πολύ, δεν κρύβεται αυτό, αλλά παρόλα αυτά τον τρώνε οι τύψεις, λες και φταίει αυτός που ο καρκίνος του πήρε τη γυναίκα του. Το ότι ξέρει την Αναστασία από πιτσιρίκι, το κάνει ακόμα πιο περίπλοκο, η δυναμική των ανθρώπινων σχέσεων δεν σε κάνει να βαριέσαι ποτέ!»
    - «Αυτό ξαναπές το» είπε ο Ανδρέας. «Μου είχε αναφέρει και ο ίδιος τους ενδοιασμούς του και του είπα ότι το καμάρι μας τα έχει με ένα 35χρονο. Μεταξύ μας, ένας κόλπος μου είχε έρθει στην αρχή, αλλά ξέρεις κάτι; Η Χριστιάνα είναι χαρούμενη και στο τέλος της ημέρας είναι το μόνο που έχει πραγματικά αξία!»
    - «Αμάν! Δεν το είδα αυτό να ‘ρχεται!» ακούσαμε τη Χριστιάνα.
    - «Χα! Forced checkmate σε πέντε κινήσεις!» είπε ο Αρίστος που γελούσαν μέχρι και οι πατούσες του.
    - «Θα λιποθυμήσω!» είπε η Φοίβη. «Σου πήρε παρτίδα ο μπάρμπας σου;»
    - «Μωρέ άλογο μ’ έκανε!» είπε με γνήσιο θαυμασμό η Χριστιάνα. «Χμμμ, θα το δοκιμάσω αυτό το κόλπο στο θείο Vasily! Θείε, πάμε άλλη μία;»
    - «Όσες θέλεις, αγάπη μου» της είπε ο Αρίστος.
    - «Κατάλαβες ο αχαΐρευτος; Εγώ και ο Vasily να τρώμε ξύλο επί καθημερινής βάσης και ο κύριος να της παίρνει την πρώτη παρτίδα! Αίσχος!» είπε με ψεύτικη αγανάκτηση η Φοίβη, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.
    - «Μακάρι και οι δικοί μου να ήταν τόσο ανοιχτοί όσο εσείς οι δύο» τους είπα αναστενάζοντας. «Ούτε να φανταστώ δε θέλω τι θα γίνει μόλις μάθουν ότι ο Αρίστος είναι πενηντάρης!»
    - «Γιατί μωρέ, τι έχουμε εμείς οι πενηντάρηδες, ψώρα έχουμε;» ρώτησε ο Ανδρέας.
    - «Μωρέ μια χαρά είστε, οι δικοί μου είναι κάπως. Τα ίδια μου έκαναν όταν τα είχα φτιάξει και με τον Κώστα, τον πρώην μου, εγώ μόλις είχα κλείσει τα 21 και εκείνος είχε κλείσει τα τριάντα. Εντάξει, δε λέω, στο τέλος τον δέχτηκαν, σάμπως θα μπορούσαν να κάνουν και αλλιώς, αλλά το στράβωμα που είχαν φάει στην αρχή μου είχε καθίσει στο στομάχι.»
    - «Εσύ να σκέφτεσαι πόσο όμορφα είσαι μαζί του, όπως και να έχει, όταν καταλάβουν ότι εσύ είσαι χαρούμενη, θα σταματήσουν την όποια γκρίνια, γονείς είναι, πάνω απ’ όλα το δικό σου καλό θέλουν.»
    - «Το ξέρω μωρέ Ανδρέα αλλά και πάλι, θα προτιμούσα να μην υπάρχει αυτό το αρχικό δράμα. Τέλος πάντων, αναδρομικά ίσως και να είχαν δίκιο με τον Κώστα.»
    - «Γιατί, τι έγινε;» ρώτησε η Φοίβη.
    - «Με χώρισε πέρσι στην αρχή της χρονιάς χωρίς καλά-καλά να καταλάβω το γιατί, και όχι τίποτε άλλο, αλλά μόλις λίγες μέρες πριν μου είχε πει “Αχ μωρέ Μαριλίζα, τι θα έκανα χωρίς εσένα;” Πιασ’ το αυγό και κούρεφ’το»
    - «Όσο ήσασταν μαζί, περνούσατε όμορφα;»
    - «Ναι, ήταν όμορφα. Να φανταστείτε ότι είχα αρχίσει να κάνω σχέδια και για το μέλλον μας, άλλωστε ήμασταν μαζί τρία χρόνια.»
    - «Τότε δεν είχαν δίκιο οι δικοί σου» μου είπε η Φοίβη. «Άσχετα με το πως τέλειωσε, πέρασες τρία όμορφα χρόνια, ήταν ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ζωής σου που διαμορφώθηκε με αυτόν τον τρόπο. Θες να σου πω μια ιστορία;»
    - «Αμέ!»
    - «Λοιπόν, έχουμε δυο συμμαθητές, το Μάριο και τη Μπίλι… γιατί χαχανίζεις;»
    - «Μεγάλη ιστορία, θα σας την πω μετά! Κρατήστε μόνο αυτό, έχω ακούσει και για τους δύο και *όχι* από τον Αρίστο!»
    - «Τέλος πάντων, η Μπίλι που λες, ήταν ερωτευμένη με το Μάριο από τα 15 της και ο Μάριος ερωτευμένος με τη Μπίλι από τα 12 του και παρόλα αυτά τα φτιάξανε τελικά μετά το λύκειο. Στην πενταήμερη η Μπίλι γνώρισε ένα καναδό, τον Jean-Claude, ο οποίος -και παρά το ό,τι ήταν ερωτευμένη με το Μάριο- της πήρε τα μυαλά, όπως και η Μπίλι τα δικά του. Πέρασαν όμορφα πέντε μέρες αλλά κάποια στιγμή το καρουζέλ τελείωσε, και έπρεπε να κατέβουν. Η Μπίλι ήταν σαν Μεγάλη Παρασκευή ωστόσο σε αντίθεση ο Jean-Claude ήταν χαμογελαστός. Η Μπίλι τον ρώτησε πώς είναι δυνατόν να είναι με το χαμόγελο στα χείλη και εκείνος της απάντησε ότι είναι από ευγνωμοσύνη για τις πέντε όμορφες μέρες που πέρασαν μαζί. Ήταν η προσωπική του στάση ζωής αυτή, αντί να στεναχωριέται και να θρηνεί για την απώλεια, να επικεντρώνεται στο πόσο όμορφο ήταν αυτό που έζησαν και το πόσο δυνατά έκανε την καρδιά του να χτυπήσει. Οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν από τη ζωή μας, της είπε, και ο καθένας από αυτούς αφήνει το μικρό ή το μεγάλο του αποτύπωμα πάνω της. Εκείνος θα έβλεπε την Μπίλι σαν ένα όμορφο ανοιξιάτικο όνειρο και ήταν στο χέρι της ίδιας να το δει έτσι, αντί να θρηνεί και να νιώθει πίκρα για την απώλειά του.»
    - «Τι όμορφη ιστορία» είπα δακρυσμένη, είπαμε το έχω εύκολο το ρημάδι.
    - «Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Κώστας άφησε ένα μεγάλο αποτύπωμα στη ζωή σου, είναι μεγάλο μέρος αυτού που είσαι, Μαριλίζα μου. Κράτα τις όμορφες στιγμές που πέρασες μαζί του, και άσε τα υπόλοιπα να πάνε στην ευχή του Θεού.»
    - «Βρε κακούργοι, τι κάνατε στο κορίτσι μου και κλαίει;» ρώτησε ο Αρίστος.
    - «Της είπαμε την ιστορία της Μπίλι και του Jean-Claude.»
    - «The inner light, σουσουραδίτσα μου» μου υπενθύμισε.
    - «Ναι!» του είπα ακόμα δακρυσμένη.
    - «Νιιιιιι!!!!!» είπε η Φοίβη χειροκροτώντας. «Σουσουραδίτσα με λέει και ο στρατηγούκος, ακόμα και τώρα που ήμανε 48 χρονών γαϊδάρα, ήμανε!»
    - «Γκουχ-γκουχ» έκανε ο Ανδρέας.
    - «Χρουμφ! Μέχρι την 3η του Μάη είμαι 48 και αντιρρήσεις δε σηκώνω!» του είπε σταυρώνοντας τα χέρια της, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.
    - «Κυρία Μάρω, μη το δείρεις πολύ το ανθρωπάκι όταν θα πάτε σπίτι» τους είπε η Χριστιάνα, και σκάσαμε όλοι στα γέλια. «Θείε, δε θέλω να σε αγχώσω, αλλά σου ‘ρχεται ποδοβολώντας!»
    - «Αμ δεν το βλέπω;» είπε ο φουκαράς ο Αρίστος, ρίχνοντας τον βασιλιά του.
    - «Σ’ έκανε άλογο μωρουλίνι μου;»
    - «Το άλογο είναι πολύ μικρό για να το περιγράψει, αργεντινόσαυρο μ’ έκανε!» μου απάντησε, και δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτός ο αργεντινόσαυρος αλλά κρίνοντας από το ύφος του, θα ήταν τεράστιος. «Πάμε άλλη μία;»
    - «Αμέ!» είπε η Χριστιάνα χειροκροτώντας ενθουσιασμένη, στη συμπεριφορά ήταν ίδια η μάνα της.
    - «Για πες μας τώρα εσύ, από που έχεις ακούσει για τη Μπίλι;»
    - «Ο φίλος μου που σας έλεγα πριν, ο Μιχάλης, μένει στο νέο Ηράκλειο. Ε, ο Μάριος έμενε ακριβώς από κάτω του» τους είπα και έβαλαν τα γέλια.
    - «Γιατί γελάτε;»
    - «ΑΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ θα αφήσω τα κόκαλά μου» είπε η Φοίβη ξεκαρδισμένη. «Δε γίνεται, πρέπει να τους το πω!!!!»
    - «Να τους πεις, τι;» τη ρώτησα.
    - «Κάτσε και θα δεις!» μου είπε και πήρε το τηλέφωνο και έκανε κλίση. «Έλα Μπίλι μου τι κάνεις, καλά είσαι; Δε μου λες; Είναι κάπου δίπλα ο Μάριος; Είναι; Κλείσε, θα σας καλέσω στο skype. Θα σου πω, θα σκάσετε στα γέλια! Ναι, φώναξέ τον, λοιπόν, σας καλώ!»

    Σηκώθηκε και πήγε μέσα και γύρισε με ένα tablet και έκανε κλίση. Όταν άνοιξε η οθόνη εμφανίστηκε μέσα μια -το παραδέχομαι- εντυπωσιακά όμορφη γυναίκα με σκούρο ξανθό μαλλί σε στυλ pixie, που αν δεν ήξερες ότι είναι 50άρα δεν θα την έκανες ούτε καν για 35.

    - «Καλησπέρα βρε παιδιά, τι κάνετε;»
    - «Μια χαρά, μια χαρά! Ακούστε να γελάσετε, έχει έρθει εδώ ο Αρίστος, τον θυμάστε έτσι;»
    - «Ναι, τον θυμόμαστε» είπε η Μπίλι και δίπλα της εμφανίστηκε και ένας άντρας, ένας εξίσου εντυπωσιακά όμορφος άνδρας. «Γεια σας παιδιά!»
    - «Γεια σου Μάριε!» του είπαν Φοίβη και Ανδρέας.
    - «Λοιπόν, όπως σας έλεγα έχει έρθει εδώ ο Αρίστος με την κοπέλα του, τη Μαριλίζα. Δεν φαντάζεστε ποιον γνωρίζει!»
    - «Ποιον;» ρώτησαν και οι δύο.
    - «Θυμάστε ένα Κρητίκαρο που έμενε πάνω από το παλιό σου διαμέρισμα και που έφερνε κάθε μέρα και διαφορετική πιτσιρίκα και κάθε βράδυ είχε και διαφορετική άρια;»
    - «Αν τον θυμόμαστε λέει!» είπαν και οι δύο βάζοντας τα γέλια.
    - «Ε, είναι γνωστός της!»
    - «Δεν είναι απλά γνωστός μου, είναι ο κολλητός μου!» τους είπα χαμογελώντας κι εγώ. «Γεια σας, είμαι η Μαριλίζα!»
    - «Εγώ είμαι η Μπίλι και ο σεβάσμιος παππούς δίπλα μου είναι ο Μάριος» είπε η Μπίλι κάνοντάς με να βάλω τα γέλια.
    - «Δε μου λες βρε Μαριλίζα» είπε ο Μάριος, «Είναι ακόμα μπερμπάντης ή νοικοκυρεύτηκε;»
    - «ΧΑΧΑΧΑ, πολύ καλό, το άλλο με τον Τοτό, το ξέρετε;» τους ρώτησα, κάνοντάς τους να γελάσουν.
    - «Καταλάβαμε, καταλάβαμε!»
    - «Τώρα κατάλαβες γιατί ξεραθήκαμε στα γέλια;» με ρώτησε η Φοίβη, αφού τελείωσε την κλήση με τον Μάριο και τη Μπίλι.
    - «Χα! Κάποια στιγμή θα τον πάρω και θα τον τρελάνω στο δούλεμα ότι γνώρισα την καψούρα του!»
    - «Και να ήταν ο μόνος…» είπε η Φοίβη κοιτάζοντας τον Ανδρέα.
    - «Είπαμε, ήταν μια στιγμή αδυναμίας!»
    - «Ο κύριος, που κάνει την αθώα τυρόπιτα, πριν τον γνωρίσω από κοντά στο πάρτι, ήταν ερωτευμένος με τη Σοφία, μια συμμαθήτριά του. Ε, πριν τη Σοφία ήταν ερωτευμένος για ένα ολόκληρο χρόνο με τη Μπίλι, και ο γάιδαρος μου το ομολόγησε 15 χρόνια μετά!»
    - «Νεανικές επιπολαιότητες!» προσπάθησε να δικαιολογηθεί.
    - «Ο Μιχάλης είναι σαν το Ντι Κάπριο ένα πράγμα, αν έχει περάσει τα 25 είναι μεγάλη γι’ αυτόν. Ε, η Μπίλι είναι η εξαίρεση, όταν την είχε δει είχε πάθει ντιριντάχτα, ακόμα τη θυμάται. Όχι ότι τον αδικώ, δηλαδή, αν είναι έτσι στα πενήντα της, πώς θα ήταν στα είκοσι της και στα τριάντα της;»
    - «Ναι, ήταν το πιο όμορφο κορίτσι του σχολείου» παραδέχτηκε η Φοίβη. «Και ο Μάριος το δεύτερο πιο όμορφο αγόρι» συνέχισε χαρίζοντας ένα γλυκό χαμόγελο στον Ανδρέα.
    - «Μου την έχει πει την ιστορία σας ο Αρίστος, είναι πολύ όμορφη, πραγματικά σας μακαρίζω!»
    - «Χμμμ…» ακούστηκε να μουρμουρίζει ο εν λόγω. «Τώρα γιατί το έκανες αυτό, τι σχεδιάζεις πάλι θηλυκέ Μακιαβέλλι;» είπε απευθυνόμενος στη Χριστιάνα.
    - «Χιχιχι»
    - «Να ζήσουμε να τον θυμόμαστε, δις! Για πες μας, πώς γνωριστήκατε με τον Αρίστο;»
    - «Εχμ… τον γνώρισα σε ένα forum» τους απάντησα διστακτικά, γιατί ήταν και η Χριστιάνα εκεί.
    - «Στο fet;» ρώτησε η Φοίβη.
    - «Όχι, στο fet γνώρισα το Μιχάλη, στο community γνώρισα τον Αρίστο, το ξέρετε;»
    - «Ναι, το ξέρουμε» απάντησε.
    - «Ε, ένα πρωί που με είχε πιάσει η βαρεμάρα, απάντησα σε ένα topic παιχνίδι, το “αν ήμουν” και θαύμα θαυμάτων, απάντησε ο Αρίστος, που τον τελευταίο καιρό δεν μπαίνει και πολύ συχνά. Ήξερα το nick, μου άρεσαν πολύ αυτά που έγραφε, ειδικά όταν έκανε χαβαλέ, οπότε συνεχίσαμε για κάμποση ώρα το παιχνίδι. Στο τέλος μου έστειλε μήνυμα και φυσικά του απάντησα, ε, και το ένα έφερε το άλλο!»
    - «Σου έχει πει ο Αρίστος πως γνωριστήκαμε, ε;»
    - «Ναι, μου το έχει πει» της απάντησα χαμογελαστή.
    - «Αμάν!» ακούστηκε η απελπισμένη φωνή του Αρίστου.
    - “Another one bites the dust” τραγούδησε η Χριστιάνα.
    - «Μπα π’ ανάθεμά σε, καλά το είχα καταλάβει ό,τι κάτι σκαρώνεις!»
    - «Τι θα ήταν η ζωή χωρίς αυτές τις μικρές απρόοπτες εκπλήξεις;» τον πείραξε η Χριστιάνα. «Πάμε άλλη μία, θείε;»
    - «Πάμε! Καλού-κακού, βάλε και λίγη λαδορίγανη να έχουμε, με κοπανάς που με κοπανάς σα χταπόδι, να φάμε τουλάχιστον και κανένα μεζέ!»
    - «Νιιιιιιι!» φώναξε η Χριστιάνα, χειροκροτώντας και πάλι.
    - «Χαχαχα, δε σας χορταίνω όταν το κάνετε αυτό μάνα και κόρη» είπα στη Φοίβη.
    - «Είναι το σήμα κατατεθέν της» είπε ο Ανδρέας γελώντας. «Ένα από τα πολλά-πολλά-πολλά-πολλά-πολλά πράγματα που αγαπάω πάνω της!» συνέχισε κοιτάζοντάς την με απίστευτη τρυφερότητα.
    - «Είστε υπέροχο ζευγάρι, φτου σας, φτου σας! Δεν ξέρω ρε παιδιά, μερικοί άνθρωποι είναι λες φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον!»
    - «Ε, ναι λοιπόν, είμαστε!» δήλωσε με στόμφο η Φοίβη κάνοντάς με να γελάσω.
    - «Ποιο είναι το μυστικό σας;»
    - «Να τον δέρνω όσο χρειάζεται, ούτε μια στάλα παραπάνω!» απάντησε η Φοίβη, κάνοντάς με να βάλω ξανά τα γέλια.
    - «Αχ, τι ωραίο σχέδιο είναι αυτό!» είπα προσέχοντας τα νύχια της.
    - «Σ’ αρέσει;» είπε η Φοίβη; «Του Ανδρίκου μου κι αυτό!»
    - «Ορίστε;» ρώτησα χωρίς να καταλαβαίνω.
    - «Ο Ανδρέας μου τα έχει φτιάξει, έχω να βάψω μόνη μου τα νύχια μου από τα δεκαοχτώ μου!»
    - «Όχι, παίζουμε!» είπε εκείνος γεμάτος υπερηφάνεια.
    - «Ε, τον νοικιάζεις;» τη ρώτησα αστειευόμενη.
    - «Εντάξει, τώρα σ’ αγάπησα λίγο παραπάνω!» είπε ο Ανδρέας.
    - «Το μωρουλίνι μου το βλέπει σα λειτούργημα.» είπε τρυφερά η Φοίβη.
    - «Και μπράβο του!» είπα συνεχίζοντας το χαβαλέ. «Αλήθεια, άσχετο, αυτό το Azteca’s, ήταν τόσο καλό; Κατάθλιψη κόντεψε να πάθει ο Αρίστος όταν έμαθε ότι έκλεισε.»
    - «Αχ, μη μας το θυμίζεις» είπε η Φοίβη, σκοτεινιάζοντας με τη σειρά της. «Τριάντα ολόκληρα χρόνια, μια φορά στις δύο εβδομάδες τρώγαμε εκεί, το να φας 2-φ από το Azteca’s ήταν rite of passage για τους φοιτητές του PtsiK»
    - «PtsiK» ρώτησα απορημένη, ακούστηκε ως “πι-τσι-κέυ”
    - «Πανεπιστήμιο τση Κρήτης!» απάντησε ο Ανδρέας, κάνοντάς με να βάλω τα γέλια. «Και το 0-Φ, 1-Φ, 2-Φ και 3-Φ ήταν διαβάθμιση του πόσο καυτερό ήταν το πιάτο, οι περισσότεροι τρώγαμε 0-Φ ή άντε, στο τσακίρ κέφι, 1-Φ, και με το 1-Φ δάκρυζες. Φαντάσου πως ήταν το 2-Φ, το οποίο ήταν και η τελετή μύησης, και αν το να το φας ήταν μία φορά γάμησέ τα, το …μετά, ήταν δέκα φορές χειρότερο!»
    - “What goes around, comes around!” είπε η Φοίβη και βάλαμε όλοι τα γέλια.
    - «Και υπήρχε και 3-Φ;»
    - «Ναι, και μέχρι που γνωρίσαμε το Vasily, η κατανάλωση πιάτου 3-Φ ήταν αστικός μύθος. Ε, αυτός το βρήκε “nice, but kinda mild” ανοίγοντας μια φιλική κόντρα με το μάγειρα που κράτησε πάνω από 3 χρόνια, μέχρι στιγμής είναι ο μόνος άνθρωπος που ξέρουμε επιβεβαιωμένα ότι έχει φάει 3-Φ και έχει επιβιώσει της εμπειρίας!»
    - «Και δυστυχώς έκλεισε» συμπλήρωσε η Φοίβη.
    - «Έμεινε τουλάχιστον ανοιχτή η Ουτοπία, μωρέ αν την είχα πρόχειρη, θα τον είχα ξεχάσει μέσα σε ένα δεκάλεπτο τον Κώστα» τους είπα και τους διηγήθηκα την ιστορία του Μιχάλη.
    - «Αυτό ήταν, I quit!» είπε ο Αρίστος και η Χριστιάνα έβαλε τα γέλια χειροκροτώντας και πάλι ενθουσιασμένη.
    - «Σε σουρομάδησε το άσπλαχνο τ’ ανίψι;» τον ρώτησα πειρακτικά.
    - «Τσούζει Θανάση μου!» είπε χαμογελώντας και αφού σηκώθηκε, δίνοντας ένα φιλάκι στο μέτωπο της Χριστιάνας.
    - «Σαν να έφαγες 3-Φ;» τον πείραξα.
    - «Τρία; Πέντε και βάλε!» είπε γελώντας και ερχόμενος προς το μέρος μας. «Είχε δεν είχε, με λιάνισε πάλι!»
    - «Εγώ τι να πω που τρώω ξύλο κάθε μέρα;» του είπε η Φοίβη.
    - «Σάλιο και υπομονή! Σάλιο και υπομονή!» της απάντησε ο Αρίστος.

    Καθίσαμε εκεί μέχρι περίπου τις 18:00 και φεύγοντας δώσαμε ραντεβού για το βράδυ, ο Αρίστος τους εξήγησε που μέναμε, και είπαν ότι θα περνούσαν να μας πάρουν γύρω στις 23:00 για να πάμε για ποτό.

    - «Λοιπόν, πώς σου φάνηκαν;» με ρώτησε όταν μπήκαμε στο αυτοκίνητο.
    - «Είναι δέκα φορές πιο όργια απ’ όσο τους είχα φανταστεί! Υπέροχο ζευγάρι, πραγματικά τους ζηλεύω!»
    - «Είναι, όντως. Τους ξέρω από κοντά λίγο παραπάνω από είκοσι χρόνια, δεν έχουν αλλάξει στο παραμικρό!
    - «Είδα και τη Μπίλι» του είπα.
    - «Ναι, κάτι άκουσα» μου είπε χαμογελώντας. «Πώς σου φάνηκε;»
    - «Αν σταματήσεις να μου την υπενθυμίζεις, μπορεί και να μη σε δείρω πολύ, αναγνωρίζω ότι είναι κούκλα, δε θα την έκανα για πάνω από 35. Δηλαδή στα 35 της πώς ήταν;»
    - «Στα 35 της δεν την έκανες για πάνω από 25!»
    - «Ορίστε, εγώ του λέω να μη μου τη θυμίζει και εκείνος πάει και μου τη θυμίζει, κατάλαβες φίλε μου;» ρώτησα με ψεύτικη αγανάκτηση.
    - «Εγώ βρε βάσανο, εσύ μου μίλησες μόλις τώρα για δαύτη! Και θες και να με δείρεις από πάνω!»
    - «Η Φοίβη είπε ότι αυτό ήταν το μυστικό τους, να δέρνει τον Ανδρέα όσο πρέπει, ούτε μια στάλα παραπάνω!»
    - «Θαυμάσια, τώρα που θα πάμε σπίτι, θα ακολουθήσουμε τη συνταγή της, θα σου κάνω τον κώλο κόκκινο!»
    - «Μα…!»
    - «Μαμούνια! Θα στον κάνω κόκκινο όσο πρέπει, ούτε στάλα παραπάνω!» δήλωσε και βάλαμε και οι δύο τα γέλια.

    --- ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ---
     
    Last edited: 3 Μαρτίου 2024
  4. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Μέρος 24ο - Playdate

    Μωρέ το είπε και το έκανε, με το που μπήκαμε σπίτι, με έβαλε και έκατσα στα τέσσερα πάνω στο κρεββάτι και μου έκανε το κωλαράκι κόκκινο με τη ζώνη του. Καλά, όχι ότι δε μου άρεσε, σήμερα το έκανε στο βαθμό που το ευχαριστιόμουν κι εγώ, δε χρειάστηκε να φτάσουμε στο safeword, παρόλο που και σήμερα μου είχε δώσει, “μούσμουλο” ήταν αυτή τη φορά. Όταν τελείωσε, εκτός από κόκκινη, είχα γίνει και μούσκεμα, αλλά ο σαδίσταρος πήγε να μ’ αφήσει στα κρύα του λουτρού, παρά το γεγονός ότι ήταν φανερά ερεθισμένος και του λόγου του.

    - «Τι, έτσι θα μ’ αφήσεις;» του παραπονέθηκα.
    - «Είπαμε, όσο πρέπει, ούτε στάλα παραπάνω!»
    - «Αυτό πάει στο να με δείρεις, όχι στο άλλο!»
    - «Ποιο άλλο;» με ρώτησε πειρακτικά.
    - «Ουφ… να με γαμήσεις!»
    - «Θες να σε γαμήσω, πουτανίτσα μου;»
    - «Πολύ!» του απάντησα με καυλωμένη φωνή και κάθισε στο κρεββάτι και με έβαλε να γονατίσω μπροστά του και να τον πάρω στο στόμα μου και άρχισα να τον ρουφάω με τόσο ενθουσιασμό που με σταμάτησε.
    - «Αν με κάνεις να τελειώσω θα μείνεις με την όρεξη!»

    Οκ, μήνυμα ελήφθη, συνέχισα να του κάνω πίπα με πιο αργές κινήσεις, και φυσικά έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό που τον ξετρέλαινε, να τον γλείφω με τη γλώσσα μου από το κεφαλάκι μέχρι τη βάση του. Λίγη ώρα μετά με σταμάτησε, και φορώντας ένα προφυλακτικό, με έβαλε να ανέβω πάνω στο κρεββάτι και να κάτσω στα τέσσερα. Με άρπαξε από τους γλουτούς και τον έτριψε βασανιστικά για λίγη ώρα στα κάτω χείλη μου, μέχρι που μ’ έκανε να πω το Δεσπότη Παναγιώτη. Ήμουν τόσο φοβερά υγρή και ερεθισμένη, που σχεδόν γλίστρησε μέσα μου, κάνοντάς με να μου ξεφύγει ένα δυνατό βογγητό.

    - «Σ’ αρέσει πουτανίτσα μου; Σ’ αρέσει;» με ρώτησε σχεδόν αγκομαχώντας.
    - «Πολύ… πολύ…» του απάντησα κι εγώ με δυσκολία.
    - «Έφερες τη σφήνα που σου ζήτησα;» με ρώτησε μια από τις φορές που καρφώθηκε όλος μέσα μου.
    - «Ναι μωρό μου, την έφερα»
    - «Όχι μωρό μου. Αφέντη μου.»
    - «Μάλιστα Αφέντη μου, την έφερα όπως με διατάξατε»
    - «Ωραία, θα τη φοράς το βραδάκι για να ανοίξει το κωλαράκι σου, κατάλαβες πουτανίτσα;»
    - «Μάλιστα, κατάλαβα! Θα τη φορέσω αααχ… το βράδυ αααχ… για να ανοίξει το κωλαράκι μου»
    - «Θα τη βγάλεις μόνο για να μπει μέσα του ο πούτσος του Ανδρέα! Πες το μου!»
    - «Αααχ… θα… θα τη βγάλω… αααχ… αααχ… μόνο για να μπει ααααχ… στο κωλαράκι μου ο πούτσος του Ανδρέα…»
    - «Σου άρεσε, πουτανίτσα, ε;»
    - «Πολύ… αααχ… είναι πολύ ωραίος άντρας!»
    - «Θα είσαι καλή πουτανίτσα; Θα με βγάλεις ασπροπρόσωπο;»
    - «Θα είμαι… αααχ… θα είμαι ό,τι θέλετε να είμαι! Αααχ… Ό,τι θέλετε εσείς, Αφέντη μου» του απάντησα έχοντας μπει βαθιά μέσα στο ρόλο.
    - «Μπράβο το καλό το πουτανάκι!» μου είπε. «Θέλω να δώσεις τον καλύτερό σου εαυτό, θέλω να κάνεις τη βραδιά αξέχαστη και στους δύο!»
    - «Θα το κάνω Αφέντη μου, αααχ… θα το κάνω για εσάς!»

    Εντάξει, ήμουν που ήμουν από πριν, ακολούθησε και αυτός ο διάλογος και παραλίγο να με πιάσει στομαχόπονος από το πολύ κεράσι, αν με αντιλαμβάνεστε, δεν υπάρχει περίπτωση να μην ακούστηκα στην περιοχή, ο οργασμός μου ήταν τόσο έντονος και τόσο μακράς διάρκειας που κάποια στιγμή ένιωσα ότι θα του μείνω! Καλά, όχι ότι το γραίο μωρουλίνι μου πήγε πίσω, δεν ήμουν η μόνη μου ακούστηκε. Με κρατούσε από τους ώμους όπως μπαινόβγαινε μέσα μου, μέχρι που καρφώθηκε για τελευταία φορά και κοκκάλωσε, τελειώνοντας πολύ θορυβωδώς. Ρίχνοντάς μου μια δυνατούτσικη στο δεξί κωλομέρι, τραβήχτηκε προσεκτικά από μέσα μου, αλλά δεν τον άφησα να απομακρυνθεί, του έβγαλα το προφυλακτικό και αφού τον πήρα στο στόμα μου, του τον έκανα λαμπίκο.

    - «Σ’ αγαπάω» του είπα χωρίς να το σκεφτώ και μου πήρε λίγο μέχρι να το συνειδητοποιήσω. Μπράβο μου, όχι, μπράβο μου!
    - «Το καλό που σου θέλω, μούτρο!» μου είπε πειρακτικά, κάνοντας την καρδιά μου να γυρίσει στη θέση της. «Κι εγώ σ’ αγαπάω, χαζούλα!»
    - «Πολύ πολύ πολύ;» τον ρώτησα βουρκωμένη.
    - «Πολύ πολύ πολύ!» μου απάντησε. «Έλα αγκαλίτσα, κλαψιάρα!»
    - «Είμαι και φαίνομαι!» του είπα ρουφώντας τη μύτη μου και χώθηκα στην αγκαλιά του. Η καρδούλα μπορεί να είχε πάει στην Κούλουρη, αλλά επέστρεψε και χτυπούσε δυνατά μέσα στα στήθη μου.
    - «Και τώρα που το λύσαμε και αυτό, τι θα φορέσεις το βραδάκι;»
    - «Κλείσε τα μάτια σου!» του είπα.
    - «Χμμμ, μ’ αρέσεις!» μου είπε και έκλεισε τα μάτια του.

    Πήγα στη ντουλάπα και έβγαλα το φόρεμα που είχα φέρει ειδικά για την περίσταση, μαύρο mini φόρεμα με μακρύ μανίκι και αρκετά αποκαλυπτικό ντεκολτέ, το οποίο θα το φορούσα χωρίς σουτιέν και θα το συνδύαζα με μαύρο ημιδιάφανο καλσόν και μαύρες γόβες με λεπτό τακούνι. Μιας και ήθελα απλά να του το δείξω, δε φόρεσα το καλσόν.

    - «Μπορείς να τ’ ανοίξεις!» του είπα.
    - “Oh my god!!!!” ήταν η αντίδρασή του.
    - «Εγκρίνεις;» τον ρώτησα χαμογελώντας μέχρι τ’ αφτιά.
    - «Και οι δύο!» μου είπε, και έβαλα τα γέλια όταν κατάλαβα τι εννοούσε.
    - «Τώρα δε φόρεσα καλσόν, ωστόσο το βράδυ θα φορέσω.»
    - «Αχ, τι κορίτσαρο έχω εγώ;»
    - «Εσύ να τα βλέπεις που πας και αναστενάζεις με τις Μπίλες!»
    - «Χαχαχα, απεταξάμην!» μου είπε, κάνοντάς με να βάλω και πάλι τα γέλια.
    - «Εύγε γραίε μου!» του απάντησα.
    - «Ο γραίος κότος έχει το ζουμί!»
    - «Ναι, το παρατήρησα χθες, εις διπλούν!» του απάντησα με deadpan ύφος κάνοντάς τον να βάλει και πάλι τα γέλια.
    - «Και είχαμε και θεατές, αυτό που το πας;»
    - «Ουφ, μη μου το θυμίζεις!»
    - «Το βράδυ θα βγάλουμε τα μάτια μας με όλους τους δυνατούς συνδυασμούς και σε πειράζει που κάποιος άγνωστος -που δεν σε είδε καν να το κάνεις- σε πήρε χαμπάρι εκ των υστέρων;»
    - «Μ’ αρέσει που το έχεις δέσει!»
    - «Μωρέ άλογο θα σε κάνουν και οι δύο, εδώ θά ‘σαι, εδώ θά ‘μαι!»
    - «Μη γελάσεις αλλά νιώθω λίγο άγχος τώρα, η μόνη μου εμπειρία με γυναίκα είναι η Μάνια…»
    - «Αν σου άρεσε μία φορά με τη Μάνια, με τη Φοίβη θα ξεχάσεις το όνομά σου, έχει τριάντα χρόνια προϋπηρεσία!»
    - «Δεν της φαίνεται καθόλου ότι κοντεύει τα πενήντα, πάντως. Αν την έβλεπα στο δρόμο χωρίς να την ξέρω, γύρω στα 35 με 40 θα την έκανα. Το ίδιο και τον Ανδρέα, εδώ που τα λέμε…»
    - «Όταν τα γονίδια έχουν κέφια, έχουν κέφια… Αλλά δε χρειάζεται να στο πω, το ξέρεις η ίδια!» μου είπε κάνοντάς με να λιώσω και, αντιγράφοντας στεγνά τη Φοίβη, χειροκρότησα τσιρίζοντας ενθουσιωδώς, κάνοντας τον Αρίστο να βάλει τα γέλια.
    - «Σε κόλλησε και σένα;»
    - «Χαχαχα, το απαιτούσε η περίσταση!»
    - «Λοιπόν, και τώρα, λέω να την πέσω για λίγο, όχι τίποτε άλλο, να έχω και δυνάμεις για το βράδυ!»
    - «Αλήθεια… πού θα αμαρτάνουμε;»
    - «Εδώ βρε Μαριλίζα, πού θα αμαρτάναμε;»
    - «Στο ίδιο κρεββάτι;»
    - «Ναι, για το κρεββάτι θα ντρεπόμασταν…»
    - «Είναι κι αυτό!»
    - «Εσύ θα την πέσεις;»
    - «Όχι μωρό μου, δε νυστάζω, θα κάτσω να χαζέψω λίγο στο tablet.»
    - «Ξα σου, που λένε και στο χωριό μου!»
    - «Τι, χωρίς φιλάκι θα την πέσεις; Σου απαγορεύω, τι το κάναμε εδώ, αμέρικαν μπαρ;»
    - «Έλα εδώ βρε βάσανο!» μου είπε και ξεχνώντας ότι φορούσα φόρεμα σχεδόν του όρμισα, αφού δεν του έκανα καμιά ζημιά -του φορέματος εννοώ- καλά να λέω.
    - «Ύπνο τώρα, να στρώσεις δερματάκι!» του είπα αφού τον φίλησα.

    Αφού έβγαλα το φόρεμα και φόρεσα πιτζάμες, επέστρεψα στο περβάζι, την είχα καταβρεί εκεί, και πήρα το tablet μου και άρχισα να χαζολογώ στο FB, ή για να είμαι ειλικρινής, έπιασα να δω όλες τις φωτογραφίες που είχαν στα προφίλ τους Φοίβη και Ανδρέας. Δεν είχαν μόνο πρόσφατες, είχαν και παλιές τους, και από τα tags βρήκα φωτογραφίες και της κουμπάρας τους της Χριστιάνας και του Vasily. Εντάξει, η Χριστιάνα ήταν σαν μοντέλο, ενώ ο Vasily ήταν γλυκούλης, με τρόπο που θύμιζε τρελό επιστήμονα. Φυσικά είδα και φωτογραφίες του γιου τους, Στρατή τον λένε, και Θεούλη μου είναι παίδαρος, όχι αστεία! Καλά τα λέει ο Αρίστος μου, όταν τα γονίδια έχουν κέφια, έχουν κέφια! Εκείνη την ώρα βούιξε ο messenger, είχα μήνυμα από τον Μιχάλη.

    «Που είσαι εσύ μαγδάλω μου;»
    «Σε μια σοφίτα στην εξωτική μικρή Evans. Εσύ που αλητεύεις;»
    «Παρασκευούλα ζάχαρη, δε θα είσαι η μόνη που θα αμαρτάνεις, περιμένω τη Μάνια να έρθει και μετά θα πάμε να πάρουμε από τα ΚΤΕΛ και την Αντιγόνη!»
    «Ψιτ, να ζεις αύριο, έτσι;»
    “Not my first rodeo, μαγδάλω μου!”
    «Ναι, αλλά τότε ήσουν μικρούλης και γλυκούλης»
    «Δηλαδή τώρα δεν είμαι;»
    «Ακόμα είσαι γλυκούλης!  »
    «Με λες γέρο, μωρή;»
    «Ου γαρ έρχεται μόνον!»
    «Καλά, δε θα επιστρέψεις Ευρώπη; Θα τα πούμε οι δυο μας!»
    «Γιατί, τώρα που είμαι;»
    «Βόρεια Αφρική!  »
    «Α, δε σου είπα! Η φήμη σου έχει φτάσει στα πέρατα του κόσμου!»
    «Ώπα;»
    «Αμέ! Μέχρι και η Φοίβη με τον Ανδρέα σε ήξεραν! Εντάξει, δεν ήξεραν ποιος είσαι αλλά γνωρίζανε την ύπαρξή σου!»
    «Από πού;»
    «Από τους πρώην γείτονές σου, από που αλλού; Όταν τους ανέφερα την ιστορία με γεροντοκαψούρα σου, τη Μπίλι, Φοίβη και Ανδρέας κόντεψαν να κλάσουν στα γέλια. Μάριος και Μπίλι τους είχαν αναφέρει ότι από πάνω έμενε ένας …θορυβώδης, μπερμπάντης Κρητίκαρος που κάθε μέρα τον επισκέπτονταν και διαφορετική μικρούλα.»
    «Τι να πω, από μικρός στα βάσανα!»
    «Και να ήταν μόνο αυτό; Γνώρισα, έστω και μέσω Skype, την καψούρα σου!»
    «Τι; Σοβαρά; Για πες, για πες, έχει ψωμί εδώ!»
    «Σοβαρότατα, εντάξει, δεν ξέρω πως την είχες προλάβει εσύ, αλλά όταν την είδα στο Skype, αν δεν ήξερα ότι είναι πατημένη πενηντάρα, δεν θα την έκανα με τίποτα για πάνω από τριανταπέντε!»
    «Ε, στα τριανταπέντε της την έκανες με το ζόρι εικοσπεντάρα… Αχ, βαχ!»
    «Θα σας ανοίξω το κεφάλι και των δυο σας!»
    «Ζουλιάρα!»
    «Καλά κάνω!»
    «Σαν κι εσένα καμιά, μαγδάλω μου!»
    «Ναι, καλά, έτσι το λες για να με τουμπάρεις!»
    «Μωρή σοβαρά μιλάω! Δεν σε αλλάζω για όλες τις Μπίλες και τις Φοίβες του κόσμου!»
    «Άστα αυτά, τα λες επειδή έχουν περάσει και τα δεύτερα άντα!»
    «Και στα 20 τους, δε θα έβαζα καμιά τους στο εξακάβαλο πριν από σένα, ντε λόγο!»
    «Αχ, τέτοια μου λες και με σκλαβώνεις! ΑΑΑΑ, δε σου είπα, μου ξέφυγε σήμερα και είπα στον Αρίστο ότι τον αγαπάω!»
    «Αχά! Και;»
    «Το καλό που σου θέλω, μου απάντησε ο γλυκούλης μου, και μετά μου είπε ότι κι αυτός μ’ αγαπάει πολύ πολύ πολύ, και ήμανε πολύ χαρούμενη, ήμανε!»
    «Χαχαχα, μπράβο μαγδάλω μου, έτσι σε θέλω, χαρούμενη! Μωρή! Δε μου είπες, πώς πήγε η γνωριμία με τα σόγια;»
    «Πολύ καλύτερα απ’ όσο τολμούσα να ελπίζω! Δεν έκαναν ούτε κατά διάνοια θέμα την διαφορά της ηλικίας μας, και πήγε η αγκαλιά σύννεφο, και από τις αδερφές του και από τη θεια-Μαριγώ. Πάντως ψεύτρα μην είμαι, στην αρχή τα έκανα πάνω μου όπως με κοίταξε η θεια του εξεταστικά, αλλά μετά μου χάρισε ένα χαμόγελο που μ’ έκανε να λιώσω, και με έσφιξε πάνω της σα βόας! Και μετά την φώναξα, χωρίς να το σκεφτώ, θεια-Μαριγώ, και λέρωσε τα βρακιά της, αν και μεταξύ μας, όταν πήρα χαμπάρι τι είπα ένα έμφραγμα το έπαθα!»
    «            »
    «Γελάς κωλόπαιδο, ε; Καλά, θα σου δείξω εγώ, θα δεις τι θα πάθεις!»
    «Χλαπάτσα μου, εσύ! Λοιπόν, χτύπησε το κουδούνι, πρέπει να ήρθε η Μάνια! Σε φιλώ στη μούρη, και να του δώσετε να καταλάβει!»
    «Έτσι στεγνά με κλίνεις στη μούρη;»
    «Θα σε πιτσιλούσα, αλλά μου πέφτεις λίγο μακριά. Δεν πειράζει, θα σε πιτσιλήσουν το βράδυ Αρίστος, Ανδρέας και, αν το κάνεις καλά, και η Φοίβη  »
    «Χαχαχα. Να περάσετε όμορφα και να προσέχεις γεράκο μου, είσαι και μιας άλφα ηλικίας!»
    «    »

    Τον λατρεύω το μπαγάσα, είναι απίθανος, ήταν που ήταν ήδη η διάθεσή μου εξαιρετική, την απογείωσε ακόμα περισσότερο. Χαμογελώντας, γύρισα στο Facebook και συνέχισα το stalking να βλέπω τις φωτογραφίες στο profile της Φοίβης και του Ανδρέα. Κοίταξα τη λίστα των φίλων τους, ήταν εκεί και η Μπίλι και ο Μάριος, και δεν άντεξα, άνοιξα το profile της πρώτης για να δω φωτογραφίες, και το ομολογώ, ένα γερό τσίμπημα ζήλειας το ένιωσα, ειδικά όταν είδα κάποιες παλιότερες της. Η Μπίλι εξακολουθεί να είναι κούκλα, αλλά πιο μικρή ήταν σαν high Elf, σχεδόν εξωπραγματική! Θυμίζει λίγο την Charlize Theron στα νιάτα της, αλλά ακόμα πιο όμορφη και ελαφρώς πιο κοριτσίστικη. Ο Μάριος ήταν επίσης πολύ γοητευτικός, αλλά εγώ τον προτιμώ όπως είναι τώρα, όπως και τον Ανδρέα. Τι να κάνω, μου αρέσουν οι μεγαλύτεροι!

    Και η Φοίβη ήταν όμορφη κοπέλα στα νιάτα της, και ακόμα είναι. Μου είχε πει ο Αρίστος ότι μικρή θεωρούσε τον εαυτό της ασχημόπαπο, και πραγματικά δεν μπορούσα να το καταλάβω, ειδικά σε μια φωτογραφία που είχαν τραβήξει σε κάποιο μπαρ, μου θύμιζε μια ακόμα πιο όμορφη εκδοχή της Amanda Seyfried, ή για να είμαστε και πιο ακριβής, καθότι η Φοίβη είναι και μεγαλύτερη, η Seyfried μια λιγότερο όμορφη εκδοχή της Φοίβης.

    Δεν ζήλεψα επειδή είχα πρόβλημα με την εμφάνισή μου, ήξερα ότι οι άνδρες με θεωρούν όμορφη, αλλά και πάλι, Μπίλι και Χριστιάνα, ειδικά η πρώτη, ήταν μια κατηγορία από μόνες τους. Είδα και τις κόρες τους, και τα τρία ήταν πολύ όμορφα κορίτσια, αλλά καμιά δεν έφτανε τις μαμάδες τους, και η Φοίβη junior, με την απίθανη φατσούλα με τις φακίδες, τα κόκκινα μαλλιά και με τις ματάρες της - αχ, αυτές οι ματάρες της!- ήταν η πιο όμορφη και από τις τρεις.

    Κάποια στιγμή ένιωσα να γλαρώνω οπότε βάζοντας καλού-κακού το ξυπνητήρι, πήγα και έπεσα κι εγώ στο κρεββάτι και χώθηκα με το έτσι θέλω στην αγκαλιά του γραίου κότου μου, ο οποίος μουρμούρισε κάτι στον ύπνο του αλλά αγκαλίτσα με πήρε, και μπράβο του. Όταν συνειδητοποίησα τι ξεστόμισε ο στόμας μου, και εννοώ το “σ’ αγαπάω”, και μέχρι να μου απαντήσει ο Αρίστος μου “το καλό που σου θέλω”, μου είχε φύγει η ούγια, αλλά τελικά σε καλό μου βγήκε. Χαμογελώντας σα χαζή, και όπως με κρατούσε αγκαλιά, έτριψα το μάγουλό μου πάνω του και του έδωσα ένα πεταχτό φιλάκι. Και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες, κατέβηκε η παροχή χωρίς καν να το καταλάβω.

    - «Ξύπνα κοριτσάρα μου, κοντεύει εννιά» άκουσα μέσα στον ύπνο μου.
    - «Μμμμ….» έκανα προσπαθώντας να ανοίξω με δυσκολία τα μάτια μου. «Θέλω καφέ!»
    - «Σου έχω πάρει»
    - «Αχ, γι’ αυτό σ’ αγαπάω!»
    - «Μόνο γι’ αυτό;»
    - «Και για πολλά-πολλά-πολλά άλλα!» του είπα χαμογελώντας του νυσταγμένη. «Έχεις ώρα που ξύπνησες;»
    - «Μπα, πριν κανένα εικοσάλεπτο max, μόλις πριν λίγο ήρθαν και τα καφεδάκια μας. Δε σου πήρα διπλό που τον πίνεις συνήθως, μη μου κάνεις το δράκουλα το βράδυ!»
    - «Αρίστο μουυυυυ;»
    - «Η απάντησή μου είναι θα τη φορέσεις τη σφήνα, δεν στο είπα έτσι!» μου είπε διαβάζοντας τις σκέψεις μου.
    - «Αυτό λέγεται τηλεπαθητική καταπίεση!»
    - «Σήκω πάνω βρε απατεώνα να πιείς το καφεδάκι σου!»
    - «Σηκώνομαι εντόνως διαμαρτυρόμενη!»
    - «Θα καταγραφεί στο βιβλίο συμβάντων!»
    - «Δε με λυπάσαι βρε κακούργε να κυκλοφορώ με τη σφήνα;»
    - «Καθόλου!» με διαβεβαίωσε. «Σαδιστής είμαι, όχι ναυτοπρόσκοπος!»
    - «Ουφ, καλά!»
    - «Έτσι, σούζα!»
    - «Όπως διατάξετε πολυχρονεμένε μου Αφέντη!»
    - «Με λες πάλι γραίο;»
    - «Άπαπα, φωτιά να πέσει να κάψει τους ανταγωνιστές μας!»

    Δε θα είχε πλάκα με τη σφήνα αλλά τι να κάνουμε; What Aristos wants is what Maryliz delivers, που δηλαδή να είχαμε και D/s μαζί. Πριν τον γνωρίσω η σκέψη τέτοιας σχέσης μου έφερνε ανατριχίλα, και παρόλο που μεταξύ μας δεν είχαμε τίποτα παραπάνω από T/b, η οπτική μου είχε αρχίσει να αλλάζει. Εξακολουθούσε να μη μου κάνει προσωπικά ως τρόπος συσχετισμού, αλλά είχα μπορέσει τουλάχιστον να αρχίζω να αντιλαμβάνομαι πως το έβλεπε ένας υποτακτικός. Θα μου πεις, εμένα αυτή η εξουσία πάνω μου με έφτιαχνε μόνο σεξουαλικώς, αλλά και πάλι, αν μπορείς να το δεις έτσι, δεν είναι δύσκολο να κάνεις αυτό το leap, ώστε να μπορέσεις τουλάχιστον να αντιληφθείς την οπτική ενός sub.

    Ήπιαμε τα καφεδάκια μας με την ησυχία μας και μετά χαζολογήσαμε βλέποντας τηλεόραση, μέχρι που πήγε περίπου δέκα όπου μπήκα να κάνω ένα ντουζάκι, και παρά το ότι πολύ χάρηκαν αμφότερα τα κεφάλια που με είδαν και πάλι γυμνή, τον παρακάλεσα να κάτσει φρόνιμος για να μην καθυστερήσουμε. Ξύρισμα δε χρειαζόμουν, είχα κάνει την Τρίτη το βράδυ, κι, εδώ που τα λέμε, δεν έχω και ιδιαίτερη τριχοφυΐα, οπότε με το που τελείωσα, τυλίχτηκα με δυο πετσέτες και πήγα έξω να στεγνώσω τα μαλλιά μου.

    Πριν ντυθώ είχα να φορέσω και τη σφήνα, αναστέναξα αλλά τι να έκανα; Την πασάλειψα καλά-καλά με λιπαντικό και αργά και προσεκτικά την έβαλα πίσω μου. Ωχ Παναγία μου, πώς θα περάσει το βράδυ έτσι; Αναστέναξα δις, και έβαλα το εσώρουχό μου, φόρεσα το καλσόν και το φόρεμα και ξεκίνησα να βάφομαι και στο τέλος έβαλα και το κόκκινο κραγιόν που τόσο πολύ του αρέσει.

    - «Πώς σου φαίνομαι;»
    - «Κουκλί είσαι!» μου είπε χαμογελώντας.
    - «Ενοχλεί, Θανάση μου!»
    - «Σάλιο και υπομονή, μουτράκι, σάλιο και υπομονή!»

    Ο Αρίστος είχε φορέσει το ίδιο σακάκι και παντελόνι με χθες, αλλάζοντας μόνο το πουκάμισο, χθες είχε φορέσει ένα άσπρο, σήμερα φορούσε ένα πολύ ανοιχτό ροζ. Ήταν κούκλος ο γραίος κότος μου!

    Μιας και είχαμε ακόμα λίγη ώρα, καθίσαμε στο σαλόνι χαζολογώντας και στις έντεκα ακριβώς, Άγγλοι στο ραντεβού τους, μας πήραν τηλέφωνο Ανδρέας και Φοίβη, έχοντας φτάσει κάτω. Ο Ανδρέας φορούσε ένα navy blue σακάκι με σκούρο μωβ πουκάμισο, ενώ η Φοίβη φορούσε ένα υπέροχο ανοιχτό ροζ κοντό σακάκι με ασορτί παντελόνι και από μέσα ροζ σατέν φανελάκι με αρκετά αποκαλυπτικό ντεκολτέ.

    - «Λοιπόν, που λέτε να πάμε;» ρώτησε ο Αρίστος αφού χαιρετηθήκαμε.
    - «Έχουμε κλείσει τραπέζι στο Dore, παράθυρο εννοείται» απάντησε η Φοίβη.
    - «Εξαιρετική επιλογή!»
    - «Για πείτε μου βρε παιδιά και μένα που ήρθα από τα ξένα!»
    - «Το Dore είναι Μπιστρό/roof garden με υπέροχη θέα, στον 5ο όροφο του ομώνυμου μεγάρου, στην Πλατεία Ελευθερίας, αν και το χειμώνα για προφανείς λόγους τα παράθυρα είναι κλειστά. Α, τις Παρασκευές και τα Σάββατα έχει και live ορχήστρα που παίζει κυρίως Jazz και R’n’b, αν θυμάμαι καλά, έχω αρκετό καιρό να πάω» μου εξήγησε ο Αρίστος.
    - «Μια χαρά το θυμάσαι» τον διαβεβαίωσε ο Ανδρέας.
    - «Λοιπόν, πάμε!» είπε η Φοίβη και πήρε αγκαζέ τον Ανδρέα, και το ίδιο έκανε και ο Αρίστος μαζί μου.

    Η πλατεία Ελευθερίας είναι πολύ κοντά, οπότε πέντε λεπτά αργότερα ήμασταν πάνω. Η maîtresse μας οδήγησε στο τραπέζι μας και λίγο αργότερα ήρθε ένας σερβιτόρος να πάρει παραγγελία. Το μέρος ήταν αρκετά κυριλέ και είχε πράγματι καταπληκτική θέα προς την πλατεία. Η ορχήστρα είχε ξεκινήσει το πρόγραμμά της κι έπαιζε απαλή acid jazz.

    - «Α, Φοίβη, ξέχασα να στο πω, τέλειωσα το review του paper σου, μου έβγαλε την ψυχή ανάποδα ν’ ακολουθήσω τα μαθηματικά σου, αλλά μου φαίνονται εντάξει. Πάντως, ίσως θα ήταν καλή ιδέα να το στείλεις και στην Πέτρου, μιας και χρησιμοποιείς με πολύ ευφάνταστο τρόπο το θεώρημά της, δε φαντάζομαι να στο κρατάει μανιάτικο που της πήρατε τα σώβρακα στο σκάκι μάνα και κόρη!»
    - «Χαχαχα, σ’ ευχαριστώ πολύ, όσον αφορά το paper της το έχω στείλει ήδη. Μου είπε ότι με την πρώτη διαγώνια ματιά που του έριξε της φάνηκε εντάξει, και μου υποσχέθηκε ότι μέχρι το τέλος της επόμενης εβδομάδας θα έχω και την τελική της απάντηση. Α, και ότι βρήκε την ιδέα μου εξαιρετική!»
    - «Μα ήταν!» της είπε ο Αρίστος με πραγματικό θαυμασμό.
    - «Σ’ ευχαριστώ Αρίστο μου!» του είπε χαρίζοντάς του ένα αστραφτερό κουνελίσιο χαμόγελο, τα δυο της μπροστινά δόντια είναι λιγάκι στραβά αλλά με πολύ χαριτωμένο τρόπο. «Εντωμεταξύ είμαστε και στο RC release της έκδοσης 5.0 του LRDEINO -το πρόφερε ως “λα-ρε-ντέ-ι-νο”- οπότε καταλαβαίνεις ότι με έχει πάει αίμα, κάποια στιγμή πρέπει να παραδώσω τη σκυτάλη στη νέα γενιά!»
    - «Τι είναι το LRDEINO?» ρώτησα εγώ.
    - «Ένα ελαφρύ relational SQL database engine που χρησιμοποιείται όπου χρειάζεσαι σχεσιακή βάση δεδομένων και έχεις περιορισμένους πόρους και/ή δεν χρειάζεται client/server μοντέλο. Χρησιμοποιείται σχεδόν παντού όπου υπάρχει έξυπνη συσκευή, μέχρι και στο smartwatch σου» εξήγησε ο Αρίστος. «Μην την βλέπεις έτσι τρελοκομείο, η κυρία είναι συγγραφέας και κύρια maintainer της τέταρτης ή πέμπτης περισσότερο χρησιμοποιούμενης βιβλιοθήκης στον κόσμο!»
    - “Woah!!!” είπα πραγματικά εντυπωσιασμένη. Μου το είχε αναφέρει και παλιότερα ο Αρίστος, αλλά δεν είχα καταλάβει πόσο σημαντική ήταν αυτή η εφαρμογή, ούτε πόσο μεγάλη χρήση έχει! «Και τι σημαίνει το LRDEINO?»
    - «LRDE Ιs Not Oracle, και το LRDE είναι ακρωνύμιο του Lightweight Relational Database Engine» είπε χαμογελώντας η Φοίβη. «Geek humor, όπως το GNU που σημαίνει GNU ‘s not Unix.»
    - «Και να φανταστείς, Μαριλίζα μου, ότι όλο αυτό ξεκίνησε από μια εργασία μαθήματος πρώτου εξαμήνου στη σχολή της, το μακρινό 1993» είπε φουσκωμένος από υπερηφάνεια ο Ανδρέας.
    - «Ε, καλά, δεν ξεκίνησε ακριβώς από εκεί, απλά εκεί μπήκαν τα σπόρια!» είπε η Φοίβη. «Οι δομές και βάσεις δεδομένων μαζί με τη θεωρία υπολογισμού ήταν οι δυο μεγάλες μου αγάπες, η διδακτορική διατριβή του καλού σου ήταν που έκανε τελικά να με κερδίσει η δεύτερη!»
    - «Εσύ τι έχεις σπουδάσει, Μαριλίζα;» ρώτησε ο Ανδρέας.
    - «Κοινωνιολογία με κατεύθυνση εγκληματολογία, αλλά σε αντίθεση με τους τρεις σας, εγώ έχασα τον ενθουσιασμό μου και τέλειωσα τη σχολή μόνο και μόνο γιατί δεν μ’ αρέσει να αφήνω πράγματα στη μέση» τους απάντησα ειλικρινά. «Ίσως έπρεπε να επιλέξω μουσικές σπουδές, αλλά τώρα είναι αργά για δάκρυα!»
    - «Παίζεις μουσική;» ρώτησε ο Ανδρέας με ενθουσιασμό.
    - «Ναι, είμαι φλαουτίστρια, παίζω από πιτσιρίκα!» του απάντησα χαμογελαστή. «Εσείς;»
    - «Εγώ παίζω κλασσική και ηλεκτρική κιθάρα!»
    - «Κι εγώ τραγουδάω φάλτσα!» είπε η Φοίβη κάνοντάς με να γελάσω. «Πρέπει οπωσδήποτε την επόμενη φορά που θ’ ανέβουμε να πάμε καραόκε!»
    - «Αχ, ναι!» είπα εγώ ενθουσιασμένη. «Έχω πάει δυο-τρεις φορές, έχει πολλή πλάκα!»
    - «Αρκεί να μη με βάλετε να τραγουδήσω!» είπε ο Αρίστος.
    - «Α, όχι πουλάκι μου, θα σηκωθείς, θα τραγουδήσει και θα φας το ξύλο σου σαν άντρας!» του είπε η Φοίβη.
    - «Ξύλο μετά μουσικής δηλαδή!» είπε γελώντας ο Αρίστος.
    - «Έλα, μη γίνεσαι σφιχτοκώλης τώρα, με μια φορά δε γίνεσαι πούστης!» του είπε η Φοίβη.
    - «Πρώην σφιχτοκώλης και σε διαβεβαιώ, μετά λόγου γνώσης, πως ούτε με τρεις γίνεσαι!» είπε ο Αρίστος και σκάσαμε όλοι στα γέλια.
    - «Δε βαριέσαι, εγώ να δεις πόσο σφιχτόκωλη ήμουν μέχρι που τα έφτιαξα με το μωρό μου!» είπε η Φοίβη, προκαλώντας ένα νέο γύρω γέλιου.
    - «Συμπάσχω!» είπα κι εγώ, προκαλώντας ακόμα πιο δυνατά γέλια. Και που να ήξεραν ότι φοράω και σφήνα. Well, doh! Θα το μάθαιναν όταν θα πηγαίναμε σπίτι…
    - «Είμαι μακαρονάς, τι να κάνουμε;» είπε ο Ανδρέας.
    - «Συντρώω!» είπε ο Αρίστος, και της Φοίβης της έφυγε το ποτό από τη μύτη.
    - «Μπα, π’ ανάθεμά σε!» του είπε προσπαθώντας να βρει τις ανάσες της.
    - «Κάπως έτσι την πάθαινα κι εγώ, μέχρι που πήρα το μάθημά μου, ποτέ να μην πίνω καφέ την ώρα που διαβάζω απάντηση του Αρίστου στις τεχνικές S/m. Έχει γράψει κάτι επικές απαντήσεις!»
    - «Για πες!» είπε ο Ανδρέας.
    - «Να, ένας είχε ρωτήσει: Είναι επικίνδυνο το δέσιμο των όρχεων, και ο Αρίστος απαντάει: Αν γίνει με κονσερτίνα, σίγουρα!» τους είπα και η Φοίβη στην κυριολεξία δάκρυσε από τα γέλια. «Έχει πει και άλλα, ρωτάει μια τύπισσα στο topic τεχνικές δεσίματος, για σημεία πάνω στο σώμα που μπορούν να δεθούν για να γίνει αιώρηση. Της απαντάει ο Αρίστος “από το λαιμό” και η άλλη τον παίρνει στα σοβαρά και τον ρωτάει “γίνεται αιώρηση από το λαιμό;” και της απαντάει “αιώνες τώρα, αλλά θα σε συμβούλευα να μην το δοκιμάσετε σπίτι!”» συνέχισα, και αυτή τη φορά δεν δάκρυσαν απλά, τους έπιασε το στομάχι τους από το γέλιο.
    - «Αχ, παναγία μου, θα αφήσω τα κόκαλά μου!» είπε ο Ανδρέας.
    - «Ήταν το πρώτο πράγμα που λάτρεψα, το φλεγματικό του χιούμορ και ο deadpan τρόπος με τον οποίο έγραφε τα πιο εξωφρενικά πράγματα στις S/m τεχνικές, δεν αστειεύομαι, από ένα σημείο και πέρα σταμάτησα να διαβάζω posts του πίνοντας καφέ, απορώ πως ζει ακόμα αυτό το laptop μου!»

    Από εκεί η συζήτηση πήγε στα ερωτικά και κάπου εκεί αρχίσαμε να λέμε ερωτικές εμπειρίες, και από αυτές άλλο τίποτα, και οι τρεις τους. Αρχικά Ανδρέας και Φοίβη μας είπαν για την πρώτη φορά που έκαναν τρίο με τη Χριστιάνα ενώ ο Αρίστος μας είπε για την πρώτη φορά που έκανε session όταν ήταν μεταπτυχιακός φοιτητής στο Σαν Φρανσίσκο.

    Στη συνέχεια μας είπαν για την πρώτη φορά που έκαναν κουαρτέτο, μαζί με το Vasily, που για την ακρίβεια δεν ήταν ακριβώς κουαρτέτο, απλά η Χριστιάνα κρατούσε απασχολημένο τον Ανδρέα όσο η Φοίβη έβγαζε τα μάτια της με το Vasily και μετά που Ανδρέας και Vasily κάθισαν και παρακολουθούσαν τη Χριστιάνα να παίζει με τη Φοίβη, ενώ ο Αρίστος είπε και αυτός για το πρώτο του τρίο, πάλι όσο ήταν στην Καλιφόρνια.

    - «Εσύ, δε θα μας πεις κάποια ιστορία;» ρώτησε η Φοίβη.
    - «Ουφ, δεν έχω τόσο πλούσιο παρελθόν όσο εσείς!»
    - «Έλα, μη γίνεσαι σφιχτόκωλη» είπε η Φοίβη.
    - «Με τη σφήνα που με έβαλε να φορέσω απόψε ο Αρίστος, κομμάτι δύσκολο» τους είπα, κάνοντας τον Αρίστο να βάλει τα γέλια και αφήνοντάς Ανδρέα και Φοίβη παγωτά, μπορεί να μην είχα το παρελθόν τους, αλλά είχα παρόν, να είναι καλά το γραίο μωρουλίνι μου που ήθελε να με παιδέψει!
    - «Κοίτα να δεις το πιτσιρίκι!» είπε ο Ανδρέας.
    - “Be that as it may” επέμεινε η Φοίβη «πες μας κι εσύ καμιά ιστορία!»
    - «Ουφ, εντάξει» τους είπα και τους διηγήθηκα αναλυτικά το ταξίδι σεξοτουρισμού που είχα κάνει με την Νάντια στη Βαρκελώνη καθώς και το τρίο που έκανα με το Μιχάλη και τη Μάνια.
    - «Ο Μιχάλης, είναι ο γνωστός Μιχάλης;» ρώτησε η Φοίβη.
    - “The one and only” της απάντησα.
    - «Α, δηλαδή δεν είστε απλά φίλοι!» είπε ο Ανδρέας.
    - «Είμαστε και φίλοι!» του είπα χαμογελώντας του πονηρά. «Πέρα από την πλάκα, ο Μιχάλης είναι πραγματικά ο καλύτερός μου φίλος, μπορεί να είναι φασαριόζος και μπερμπάντης, αλλά είναι καταπληκτικός άνθρωπος. Όταν… Τη μέρα που πετούσε ο Αρίστος για Ιρλανδία τον είχα πάει αεροδρόμιο και φεύγοντας, για κακή μου…δηλαδή αποδείχτηκε στο τέλος ότι ήταν για καλό, τέλος πάντων, πέτυχα τον Κώστα στο αεροδρόμιο, ήταν με τη γυναίκα του και το παιδί του. Θα μου πείτε “αφού είχατε χωρίσει, ποιο ήταν το πρόβλημά σου;” Το πρόβλημά μου ήταν ότι καλά-καλά δεν είχε κλείσει χρόνος από τη μέρα που με χώρισε, χωρίς ποτέ να μάθω κάτι περισσότερο από το “δεν πάει άλλο”, οπότε όπως καταλαβαίνετε μου ήρθε ο ουρανός στο κεφάλι, βλέποντάς τον όχι απλά παντρεμένο, αλλά και με παιδί από πάνω, έστω και βρέφος. Πήρα τηλέφωνο με τη μία τον Αρίστο αλλά το κινητό του ήταν κλειστό. Στα καπάκια πήρα τηλέφωνο τον Μιχάλη που εκείνη τη στιγμή έβγαζε τα μάτια του με μια από τις πιτσιρίκες του. Ε, την παράτησε στα κρύα του λουτρού, για την ακρίβεια τον χώρισε επιτόπου γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, και ήταν μια από τις αγαπημένες του μικρούλες, και ήρθε και με περιμάζεψε από το αεροδρόμιο και όχι μόνο αυτό, κάθισε και όλο το βράδυ μαζί μου, για να βεβαιωθεί ότι είμαι καλά. Του είπα κλαίγοντας τα καθέκαστα και το μόνο που έκανε ήταν απλά να με ακούει, κρατώντας με σφιχτά στην αγκαλιά του. Του είπα ότι με τάραξε γιατί με τον Κώστα δεν είχα το closure μου και μου είπε ότι πλέον έχω τον Αρίστο μου, και το ότι είμαι σε μια σχέση που με γεμίζει και με κάνει ευτυχισμένη είναι το μόνο του closure που έχει πραγματική αξία.»
    - «Και τα καλύτερα ήταν yet to come» συμπλήρωσε ο Αρίστος χαμογελώντας.
    - «Δηλαδή;»
    - «Το επόμενο βράδυ, για να με κάνει να αλλάξω παραστάσεις και να περάσω όμορφα με ένα πρωτότυπο για μένα τρόπο, με πήγε στο καζίνο της Πάρνηθας. Ε, στο τέλος της βραδιάς κέρδισα 75.000 ευρώ στον κουλοχέρη!»
    - «Σοβαρά μιλάς;» ρώτησε η Φοίβη.
    - «Ναι!!!! Γι’ αυτό διόρθωσα το “για κακή μου τύχη” που πήγα να πω προηγουμένως, τελικά μου βγήκε σε καλό!»
    - «Αχ, μπράβο!» είπε η Φοίβη χτυπώντας και πάλι ενθουσιωδώς παλαμάκια.
    - «Τέλος πάντων, για να αλλάξουμε θέμα, εσάς, αν επιτρέπεται, ποια είναι η σχέση σας με το χώρο του BDSM;»
    - «Με το BD καμία, με το S/m έχουμε μία μικρή» απάντησε η Φοίβη. «Αμφότεροι είμαστε και ενεργητικοί και παθητικοί αλγολάγνοι, εγώ λίγο περισσότερο παθητική και ο Ανδρέας λίγο περισσότερο ενεργητικός, αλλά όχι στο βαθμό που είναι πχ ο καλός σου.»
    - «Η αλήθεια είναι ότι η κυρά είναι πιο αλγολάγνα απ’ όσο επιτρέπω στον εαυτό μου να γίνω μαζί της, αλλά ούτε στη Φοίβη ούτε σε μένα μας είναι απαραίτητο, εννοώ ότι μπορούμε μια χαρά και χωρίς αυτό.»
    - «Εγώ, όπως μάλλον έχετε καταλάβει, είμαι παθητική αλγολάγνα, ωστόσο δεν έχω ιδιαίτερες αντοχές, ή τουλάχιστον, τώρα με τον Αρίστο έχουμε αρχίσει και εξερευνούμε τα όριά μου, τα οποία δυστυχώς προς το παρόν φαίνονται αρκούντως περιορισμένα!»
    - «Μια χαρά είναι, χαζούλα!» με μάλωσε τρυφερά ο Αρίστος μου. «Μην ξεγελιέσαι που σε έκανα να πεις πορτοκάλι μετά από 35 ξυλιές με τη βίτσα, σε αντίθεση με το τι πιστεύεις, δεν ήταν σιγανές, ειδικά από την εικοστή και μετά. Δεν έχεις να μου αποδείξεις τίποτα, θέλω να το βάλεις καλά αυτό μέσα στο χαριτωμένο κεφαλάκι σου, ναι;»
    - «Ναι μωρό μου» του είπα χαμογελαστή.
    - «Αποφάσισε βρε βάσανο, μωρό σου ή γραίος σου;»
    - «Είσαι το γραίο μωρουλίνι μου, άντε!» του απάντησα, κάνοντάς τους και τους τρεις να βάλουν τα γέλια.
    - «Δε μου λέτε, θα πιούμε άλλο ένα γύρο;» ρώτησε ο Ανδρέας.
    - «Και το ρωτάς;» του απάντησε ο Αρίστος.
    - «Έχω μια ιδέα, για μετά, αν θέλετε!» τους είπα.
    - «Για πες!» είπε η Φοίβη.
    - «Το ξέρετε το παιχνίδι, never have I ever?»
    - «Τι είναι αυτό, σαν το αλήθεια ή θάρρος;»
    - «Μοιάζει αλλά όχι ακριβώς. Ο καθένας με τη σειρά του λέει κάτι που έχει κάνει ή δεν έχει κάνει, και όποιος το έχει κάνει, πίνει μια γουλιά από το ποτό του. Αυτό κανονικά παίζεται με σφηνάκι, αλλά επειδή μπορείς να γίνεις τύφλα χωρίς να το καταλάβεις, συνήθως αντί για σφηνάκι, πίνεις μια γερή γουλιά από το ποτό σου. Ναι, καλό θα είναι μετά να μην έχεις να οδηγήσεις!»
    - «Χα! Ενδιαφέρον ακούγεται!» είπε η Φοίβη. «Πρώτη φορά που έπαιξα θάρρος ή αλήθεια ήταν με τον Ανδρέα και τη Χριστιάνα» μας είπε και μας διηγήθηκε την ιστορία.

    Ομολογώ ότι όταν διηγούνταν τις ιστορίες τους γινόμουν μούσκεμα, και αυτή στα μάτια μου ήταν ακόμα πιο ερεθιστική, ειδικά με το στριπτήζ του Ανδρέα. Ο Αρίστος μου είχε πει ότι η Φοίβη είναι απίθανη χορεύτρια και ότι το στριπτήζ που τους είχε κάνει όταν παίξανε οι τέσσερίς τους, με την πρώην γυναίκα του, ήταν από τα καλύτερα που είχε δει στη ζωή του. Μπορεί να μην είμαι Φοίβη αλλά κάνω κι εγώ καλό στριπτήζ, μου το είχε πει και ο Διονύσης, και ο Κώστας και ο Μιχάλης, αλλά στο γραίο μωρουλίνι μου δεν είχα κάνει, και μου ήρθε να κοπανίσω το κεφάλι μου στον τοίχο εκείνη τη στιγμή.

    - «Τι έπαθες εσύ βρε;» με ρώτησε ο Αρίστος.
    - «Είμαι μεγάλη γαϊδάρα, είσαι το καλυτερότερο γραίο μωρουλίνι όλου του κόσμου και δε σου έχω κάνει ούτε ένα στριπτήζ!»
    - «Ε, κάνε μας σήμερα!» μου είπε χαμογελώντας μου πονηρά!
    - «Νιιιιιιι!!!!!» είπε η Φοίβη χτυπώντας ενθουσιωδώς παλαμάκια.
    - «Εγώ δεν είπα τίποτα, κιχ δεν έβγαλα!» είπε ο Ανδρέας που ωστόσο γελούσαν ακόμα και τα ανύπαρκτα μουστάκια του.
    - «Αμέ!» είπα εγώ. «Αλλά πρώτα θα πρέπει… χμμμ… θα πρέπει να βγάλω… ξέρεις!»
    - «Δεν έχω ιδέα!» μου είπε βγάζοντας τη γλώσσα του. «Για πες μας, τι θα πρέπει να βγάλεις και από πού;»
    - «Ναι! Ναι! Πες μας! Πες μας!» σιγόνταρε η Φοίβη.
    - «Εγώ εξακολουθώ να μη βγάζω άχνα!» είπε ο Ανδρέας κάνοντάς μας να βάλουμε ξανά τα γέλια και οι τρεις.
    - «Ουφ, τέτοιοι είστε!»
    - «Και χειρότεροι, αλλά εγώ δεν κατάλαβα τι θέλεις να βγάλεις από που! Εσύ, Αρίστο κατάλαβες;» σιγόνταρε ξανά η Φοίβη.
    - «Όχι, πραγματικά σου λέω, δεν έχω ιδέα!»
    - «ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ» τους έκανα, με τη Φοίβη να χειροκροτάει και πάλι, βάζοντας τα γέλια.
    - «Συγνώμη που σας διακόπτω, αλλά μου γεννήθηκε μια απορία» είπε ο Ανδρέας, σοβαρός-σοβαρός.
    - «Τι απορία;» τον ρώτησα εγώ χάβοντας το δόλωμα σα χάνος.
    - «Τι θα βγάλεις από που;» είπε σκάζοντας στα γέλια, με τους άλλους δύο να τον ακολουθούν, και δεν κρατήθηκα, έβαλα κι εγώ τα γέλια.
    - «Λυσσάξατε! Τη σφήνα από το κωλαράκι μου θα βγάλω!» τους είπα αρκετά δυνατά για να ακουστεί πάνω από τη μουσική και τι καλά που πήγε αυτό! Την ώρα που το έλεγα βρήκε τη στιγμή να σταματήσει η μουσική, με αποτέλεσμα κάμποσα κεφάλια να γυρίσουν και να με κοιτάξουν, κάνοντάς με να πάθω σχεδόν αποπληξία. Οι τρεις γραίοι γάιδαροι κόντεψαν να πάθουν έμφραγμα από τα γέλια, ενώ εγώ ήμουν ακόμα στη φάση που άλλαζα όλα τα χρώματα του ορατού φάσματος, και ίσως και κάμποσα του αόρατου.
    - «Αχ, αχ… σε καλό να μας βγει…» είπε η Φοίβη προσπαθώντας, εις μάτην, να βρει τις ανάσες της, πάνω που σταματούσε την έπιανε πάλι.
    - «Μούτρο;» είπε ο Αρίστος, ακόμα γελώντας.
    - «Καλά πήγε αυτό!» απάντησα ξεφυσώντας.
    - «Χαχαχα, απλά καλά; Υπέροχα!»
    - «Όχι, που δε θα το διασκέδαζες, σαδίσταρε!»
    - «Είσαι λατρεία, κοριτσάρα μου, λατρεία!»
    - «Ωραία, να δω με τι μούτρα θα πάει το μούτρο σου τουαλέτα!»
    - «Με τα υπέροχα μουτράκια του!» μου είπε η Φοίβη χαμογελαστή. «Έλα, πάμε παρέα, θέλω να πάω κι εγώ, και όποιος τολμήσει ας κουνηθεί!»
    - «Σκληρή καργιόλα!» είπε ο Ανδρέας χαχανίζοντας. «Ααα, εγώ είμαι στρατιωτικός και τα λέω τσεκουράτα!»
    - «Εσύ μπούλη ρούφα τ’ αυγό σου» του είπε η Φοίβη, κάνοντάς μας να ξεραθούμε στα γέλια και να ξεχάσω για μερικές στιγμές την κασκαρίκα μου. Θεούλη μου, είναι απίθανοι οι δυο τους, τους λατρεύω! «Σήκω κοριτσάρα μου!» μου είπε και όταν σηκώθηκα πήρα και το τσαντάκι μου, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί είχα μέσα το λιπαντικό.
    - «Ήταν ένα σύννεφο-σύννεφο-σύννεφο» άρχισε να τραγουδάει ο Αρίστος.
    - «Να τρέχουν νερά! Πολλά νερά!» σιγόνταρε ο Ανδρέας

    Γελώντας και οι δυο μας σηκωθήκαμε να πάμε στην τουαλέτα. Πρώτη βάρδια μπήκε η Φοίβη και όσο την περίμενα φτιάχτηκα λίγο στον καθρέφτη. Μετά μπήκα εγώ και για τη λίγη ώρα που έβγαλα τη σφήνα ένιωσα νιρβάνα, αλλά ούτε που διανοήθηκα να μην την ξαναφορέσω μετά. Που δηλαδή να είχαμε και D/s… Όταν με τα πολλά βγήκα έξω η Φοίβη με σταμάτησε.

    - «Δεν πιστεύω να θύμωσες που γελάσαμε, έτσι;»
    - «Όχι βέβαια!» τη διαβεβαίωσα. «Εντάξει, ήταν awkward αλλά είναι από αυτές τις ιστορίες που θα διηγείσαι στα εγγόνια σου και θα γελάς. Εντάξει, δεν θα τη διηγείσαι ακριβώς στα εγγόνια σου, καταλαβαίνεις τι λέω!»
    - «Αχ, μπράβο! Μωρέ με τον Ανδρέα είμαστε μεγάλα πειραχτήρια και μερικές φορές έχουμε την τάση να το παρακάνουμε… αλλά θα μου πεις, θα ήσουν με τον Αρίστο αν δε σου άρεσε ο χαβαλές;»
    - «Αυτό ακριβώς Φοίβη μου, το χιούμορ του ήταν αυτό που με κέρδισε πρώτο. Το να μπορεί ένας άντρας να με κάνει να γελάω είναι sine qua non, όσον μ’ αφορά!»
    - «Μια γυναίκα;» με ρώτησε χαμογελώντας μου πονηρά.
    - «Με μία έχω πάει όλη και όλη και, μεταξύ μας, καλό και χρυσό κορίτσι η Μάνια, αλλά δεν είναι ο ορισμός του χαβαλέ. Σ’ αυτόν τον τομέα είσαι πολύ περισσότερο του γούστου μου. Ξέρεις πως σε είχα φανταστεί, κρίνοντας εννοώ από τη μια φορά που σε είχα δει στο Skype εκείνη την Κυριακή, και από τον τρόπο που σε περιέγραφε ο Αρίστος;»
    - «Πώς;» με ρώτησε με ακόμα πιο πονηρό χαμόγελο.
    - «Σαν τη θηλυκή έκδοση του Μιχάλη! Λιγότερο μπερμπάντισσα, ίσως, αλλά εξίσου χαβαλεδιάρα και έξω καρδιά, όπως του λόγου του!»
    - «Και τώρα που με γνώρισες;»
    - «Βεβαιώθηκα ότι καλά σε είχα φανταστεί! Και μπράβο μου!»
    - «Και μπράβο σου! Λοιπόν, πάμε στ’ αγόρια μη νομίζουν ότι αρχίσαμε μόνες μας και τους αφήσαμε με τις καλύτερες ευχές μας!»
    - «Ναι!!! Πάμε στους γραίους κότους μας!»
    - «Εχμ, κι εγώ συνομήλική τους είμαι!» μου είπε χαχανίζοντας.
    - «Σε καμία απολύτως περίπτωση! Οι γραίοι κότοι μας είναι πενηντάρηδες, εσύ είσαι απλά εικοσπεντάρα με προϋπηρεσία!»

    --- ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ---
     
    Last edited: 10 Μαρτίου 2024