Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Τρίτη παράβαση

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος Arioch, στις 15 Μαρτίου 2019.

  1. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Εχμ, σαδιστής, you know  
     
  2. Σαδιστές ....τι να πείς !!! 
     
  3. D Q Juls

    D Q Juls Αρχή...Διαδρομή...Ηδονή...

    Είπα να το θέσω πιο κομψά...  
    Αυτό ήταν όμως το σκεπτικό μου!
     

  4. Χαχαχαχαχα
    Χαίρομαι που συμφωνείς και που με πρόλαβες !!
    Σαδιστή !!!  
     
  5. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    ~ Εκείνος ~​

    Η πίπα ήταν πολύ καλή. Το ότι κατάπιε ακόμα καλύτερο. Ο μορφασμός αηδίας ήταν το κερασάκι στην τούρτα.

    -"Έλα, μην κάνεις έτσι, δε θα σου κάτσει στο στομάχι."
    -"Όποιος είναι έξω απ' το χορό πολλά τραγούδια ξέρει. Ας το έκανες εσύ και θα σου 'λεγα"
    -"Και ποιος σου είπε ότι δεν το έχω κάνει;" τη ρώτησα.

    Η Χ. με κοίταξε στα μάτια προσπαθώντας να καταλάβει αν μιλάω σοβαρά ή τη δουλεύω.

    -"Σοβαρά, τώρα;"
    -"Σοβαρότατα."
    -"..."
    -"Σοκαρίστηκες;"
    -"Δεν... δεν ξέρω."
    -"Θα το ξεπεράσεις."

    Σιωπή.

    -"Δεν..." ξεκίνησε να λέει αλλά το άφησε στη μέση.

    Έβγαλα τον καπνό και άρχισα να στρίβω ένα τσιγάρο. Όταν τέλειωσα το άναψα και της φύσηξα τον καπνό επίτηδες στο πρόσωπο.

    -"Δεν... δεν με σόκαρε ότι το έκανες. Με σοκάρει η άνεση που το λες έτσι απλά."
    -"Το οποίο σημαίνει ότι σε σόκαρε η ίδια πράξη αλλιώς γιατί να σοκαριστείς από την άνεσή μου;"
    -"Όχι, ειλικρινά, δε σε κρίνω. Απλά... απλά..."
    -"Απλά τι, Χ;"
    -"Σου άρεσε;"
    -"Γιατί να το έκανα αν δε μου άρεσε;"
    -"..."
    -"Έλα, πες το" της είπα.
    -"Δεν έχω να πω κάτι. Με γεια σου με χαρά σου, πραγματικά δεν σε κρίνω... απλά αιφνιδιάστηκα, δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο."
    -"I'll take your word for it."

    Τέλειωσα το τσιγάρο μου χωρίς να μιλήσουμε άλλο.

    -"Ντύσου να φύγουμε" της είπα ανεβάζοντας το μποξεράκι και το παντελόνι μου.
    -"Δηλαδή με έφερες εδώ, με γλέντησες και τώρα φεύγουμε;" με ρώτησε πειραχτικά.
    -"Ακριβώς" της απάντησα σε σοβαρό τόνο και βγήκα από το αυτοκίνητο για να κάτσω στο μπροστινό κάθισμα.

    Η Χ. αναστέναξε, ντύθηκε και βγήκε έξω για να περάσει με τη σειρά της στο μπροστινό κάθισμα.

    -"Θα με πας σπίτι;" με ρώτησε.
    -"Ναι, αλλά όχι απευθείας. Θα περάσω από το σπίτι μου να πάρω μια αλλαξιά ρούχα μην εμφανιστώ στη δουλειά με το κουστούμι που φόραγα στο πάρτι και μετά θα πάμε σπίτι σου."
    -"Θα... θα έρθεις κι εσύ;"
    -"Ναι, εκτός και αν δε με θέλεις."
    -"Όχι...εννοώ ναι... θέλω... θέλω να έρθεις."

    Γυρίσαμε πάλι προς τον Άγιο Πέτρο και κατεβήκαμε προς την Εκάλη. Όταν φτάσαμε έξω από το σπίτι μου, πάρκαρα και της είπα να με περιμένει. Δεν την κάλεσα να έρθει πάνω. Πήγα, έβγαλα το κουστούμι, κρέμασα τη γραβάτα και έβαλα τα υπόλοιπα που φορούσα στα άπλυτα. Ντύθηκα και πάλι στα γρήγορα και κατέβηκα κάτω.

    Βγαίνοντας με υποδέχτηκαν τα δύο σκυλιά μου που όταν είχα έρθει με είχαν αγνοήσει επιδεικτικά. Έπαιξα για λίγο μαζί τους και βγήκα να πάω στο αυτοκίνητο όπου με περίμενε υπομονετικά -νομίζω δηλαδή- η Χ.

    -"Συγνώμη που καθυστέρησα, τα σκυλιά μου θυμήθηκαν ότι έχουν να με δουν από χθες και δε με άφηναν να φύγω."
    -"Δεν πειράζει" μου είπε χαμογελώντας.
    -"Δε μου λες κοριτσάρα μου, πεινάς;"

    Δεν είχαμε φάει τίποτα όλη μέρα!

    -"Ναι!" μου είπε.
    -"Ωραία, θα σε πάω για ρομαντικό δείπνο" της είπα κλείνοντας της παιχνιδιάρικα το μάτι.
    -"Σουβλατζίδικο ε;" με ρώτησε ενθυμούμενη τους διαλόγους μας στο messenger.
    -"Με τζατζίκι και πολύ κρεμμύδι και μετά γλωσσόφιλα μέχρι λιποθυμίας."
    -"Έχω βάλει στο στόμα μου και χειρότερα" μου είπε και με κοίταξε παιχνιδιάρικα.

    Και η καρδιά μου σκίρτησε. Μα τους Μεγάλους Παλιούς η καρδιά μου σκίρτησε!

    -"Πιάσε κόκκινο" της είπα και ξεκαρδιστήκαμε και οι δύο.

    Κατεβήκαμε στο Χαλάνδρι και πήγα στο αγαπημένο μου σουβλατζίδικο όταν έμενα κι εγώ εκεί στον πρώτο μου γάμο. Πήραμε τα σουβλάκια και πήγαμε σπίτι της. Τα φάγαμε μιλώντας και γελώντας για διάφορα πράγματα που αφορούσαν κυρίως τη δουλειά και η ώρα πέρασε. Η Χ. έπλυνε τα δόντια της και μιας και δεν είχε δεύτερη οδοντόβουρτσα αναγκαστικά βολεύτηκα με το στοματικό διάλυμα.

    -"Θες να χωθούμε στη μπανιέρα";
    -"Αμέ!" μου απάντησε ενθουσιωδώς.
    -"Άντε, γέμισέ την και θυμήσου ότι εγώ δεν αντέχω στις ίδιες θερμοκρασίες."

    Η μπανιέρα ήταν king size και ήταν μέσα σε καμπίνα. Το νερό ήταν λίγο πιο ζεστό απ' όσο το προτιμάω οπότε μια δυσκολία την είχα μέχρι να συνηθίσω τη θερμοκρασία. Η Χ. από την άλλη βολεύτηκε μια χαρά.

    Κάθισα πίσω, στο βαθύ μέρος και την έβαλα και ξάπλωσε πάνω μου. Κλείνοντας τα μάτια τη χούφτωσα και άρχισα να της μαλάζω τα στήθη.

    Χάθηκε ο κόσμος να ήταν λίγο μεγαλύτερα;

    -"Ομολογώ πάντως ότι κάνεις πολύ καλό τσιμπούκι. Μπορείς και τον παίρνεις σχεδόν όλο μέσα σου" της είπα.

    Ναι, ήθελα να την πειράξω αλλά η Χ. δε χάριζε κάστανα.

    -"Βολεύει και το μέγεθος" μου απάντησε και γύρισε και με κοίταξε βγάζοντας τη γλώσσα της κοροϊδευτικά.
    -"Και όχι μόνο για το τσιμπούκι" της είπα επιστρέφοντάς της το μπαλάκι.
    -"..."

    Φυσικά και το έπιασε.

    -"Αυτό είναι κάτι που δε θα το μάθουμε ποτέ. Output only" μου δήλωσε.
    -"Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες" της ανταπάντησα.
    -"Μεγάλη σιγουριά έχεις" μου είπε.

    Τη χούφτωσα δυνατά στο στήθος. Με λύσσα.

    -"Ένα από τα πρώτα πράγματα που είχα προσέξει πάνω σου ήταν το κωλαράκι σου" της είπα. "Θυμάμαι, μια φορά που είχες έρθει και είχες σκύψει στο γραφείο μιλώντας με το Μιχάλη, παραλίγο να μου πεταχτούν τα μάτια έξω."
    -"..."
    -"Έλα, μη σε πιάνουν οι ντροπές σου τώρα, τόσα και τόσα κάναμε."
    -"..."

    Εξακολουθούσα να της μαλάζω δυνατά και τα δύο στήθη τσιμπώντας της ελαφρά και τις ρώγες.

    Που είχαν πετρώσει παρά τη ζέστη του μπάνιου.

    -"Θέλω το κωλαράκι σου." της είπα.
    -"Κι εγώ θέλω να κερδίσω το λόττο" μου είπε.
    -"Η διαφορά είναι πως το να κερδίσεις το λόττο δεν είναι στο χέρι σου."
    -"Ούτε το άλλο είναι" μου είπε.

    Δεν απάντησα.

    Συνέχισα να τη χαϊδεύω και πέρασε έτσι αρκετή ώρα.

    Σηκώθηκα όρθιος, άνοιξα το τηλέφωνο και ξέπλυνα τις σαπουνάδες από πάνω μου.

    -"Πάω μέσα. Στέγνωσε τα μαλλιά σου και έλα" της είπα και άνοιξα την καμπίνα και βγήκα έξω να σκουπιστώ. Πήγα και ξάπλωσα στο κρεββάτι της και την περίμενα. Άκουσα το πιστολάκι να δουλεύει και μετά από λίγη ώρα ήρθε και αυτή στη δωμάτιο τυλιγμένη στο μπουρνούζι της.

    Σήκωσα το σκέπασμα και της έκανα νεύμα να ξαπλώσει. Έβγαλε το μπουρνούζι και ξάπλωσε γυμνή πλάι μου. Ξάπλωσα πάνω της και τη φίλησα. Μετά κατέβηκα στο λαιμό, μετά στο στήθος, μετά στο αιδοίο αλλά δε σταμάτησα. Κατέβηκα κάτω στα πόδια και άρχισα να της πιπιλάω τα δάχτυλα.

    Δεν είμαι ιδιαίτερα φετιχιστής με τα γυναικεία πόδια αλλά η Χ. είχε πολύ όμορφα δάχτυλα.

    Όπως έμαθα αργότερα δεν ήμουν ο πρώτος που της το έκανε.

    Μετά ανέβηκα πάλι με τη γλώσσα μου πιο ψηλά και πιο ψηλά.

    Δε βόλευε γι αυτό που ήθελα.

    -"Κάτσε στα τέσσερα" της είπα.
    -"Γιατί;" με ρώτησε με κάποιο ίχνος ανησυχίας.
    -"Θα δεις" της είπα.

    Με κοίταξε.

    Της ανταπέδωσα το βλέμμα.

    -"Έλα, δε θα σε φάω" της είπα.

    Μόνο που ακριβώς αυτό σκόπευα να κάνω.

    Η Χ. κάθισε στα τέσσερα και μπροστά μου είχα επιτέλους το κωλαράκι που μου είχε πετάξει τα μάτια έξω εκείνο το μεσημέρι στο γραφείο.

    Την δάγκωσα απαλά και στους δύο γλουτούς και άρχισα να τη γλείφω και να τη φιλάω πλησιάζοντας όλο και περισσότερο στην τρυπούλα της. Πίεσα το πρόσωπό μου πίσω της και άρχισα να τη γλείφω.

    Με τον ήλιο στη ματιά κι η αρμύρα του νοτιά, που λέει και το τραγούδι.

    Αυτό δεν της το είχαν ξανακάνει και δεν το είχε φανταστεί ότι θα της το κάνει κάποιος. Αλλά της άρεσε.

    Πολύ.

    Η γλώσσα μου μπαινόβγαινε στην τρυπούλα της και η Χ. είχε γίνει πύραυλος.

    Την έγλειφα μέχρι που πιάστηκε η γλώσσα μου και η Χ. δεν ήταν η μόνη που είχε γίνει πύραυλος.

    Όπως ήταν στα τέσσερα μπήκα απαλά (από μπροστά), την άρπαξα από τη μέση και άρχισα να κουνιέμαι, απαλά στην αρχή και πιο γρήγορα μετά.

    Ήταν υπέροχη η αίσθηση αλλά εγώ ήθελα τον κώλο της. Σκεφτόμουν ένα σωρό άκυρα πράγματα προσπαθώντας να κρατηθώ και να μην τελειώσω. Η Χ. από την άλλη -κρίνοντας από τα πνιχτά βογγητά της- δεν τράβαγε τα αντίστοιχα ζόρια και τα βογγητά έγιναν αναφιλητά και ο οργασμός της ήρθε ...εκκωφαντικά.

    Δε σταμάτησα, συνέχισα να μπαινοβγαίνω μέσα της και ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι τόση ώρα και σε αντίθεση με χθες την έπαιρνα χωρίς προφυλακτικό. Δεν το έκανα επίτηδες, απλά δεν το σκέφτηκα καν ούτε εγώ ούτε κι εκείνη.

    Να σου γαμήσω, μαλάκα, είπα χώνοντάς τα στον εαυτό μου.

    Παραλίγο να μου έρθει το σημείο μη επιστροφής οπότε πανικόβλητος τραβήχτηκα έξω.

    Η Χ. ήταν ακόμα στον κόσμο της και νόμιζε ότι μου βγήκε απλά έξω.

    Όταν είδε ότι αργώ γύρισε το κεφάλι της και με κοίταξε ερωτηματικά.

    Τώρα ή ποτέ, σκέφτηκα και τον έπιασα στο χέρι μου για να τον οδηγήσω.

    Στην πίσω πόρτα.

    Τον ακούμπησα στην τρυπούλα της.

    -"Γ, όχι."

    Τραβήχτηκα.

    -"Θα με αφήσεις στα κρύα του λουτρού;" τη ρώτησα ψυχρά.
    -"Δεν... δεν θέλω από πίσω."
    -"Άρα θα με αφήσεις στα κρύα του λουτρού."
    -"Δε... δε θέλω."
    -"Το κατάλαβα" της είπα με παγωμένη φωνή.
    -"Δε.. δε θέλω να σε αφήσω στα κρύα του λουτρού. Γιατί δε συνεχίζουμε όπως πριν;"
    -"Γιατί θέλω το κωλαράκι σου" της είπα.

    Ξάπλωσα ανάσκελα ξενερωμένος.

    -"Δεν θέλεις, το καταλαβαίνω. Μην περιμένεις ωστόσο να μην ξενερώσω."
    -"Γιατί μου το κάνεις αυτό;" με ρώτησε με παράπονο.
    -"Δεν σου έκανα τίποτα. Σου ζήτησα κάτι, δεν μου το δίνεις. Σέβομαι την επιλογή σου ωστόσο μην περιμένεις ότι δεν θα έχει συνέπειες."

    Σιωπή.

    -"Μα αφού δεν μου αρέσει"
    -"Ούτε να καταπίνεις σου αρέσει αλλά το έκανες. Και θα το ξανακάνεις. Τέλος πάντων, νά' χαμε να λέγαμε."
    -"Δεν είναι το ίδιο."
    -"Όπως νομίζεις."

    Η Χ. αναστέναξε και πήγε να με φιλήσει. Δεν ανταπέδωσα.

    -"Μου κρατάς μούτρα τώρα;"

    Εκνευρισμός στη φωνή αλλά απόγνωση στα μάτια.

    -"Θα μου περάσει, Χ." είπα πάλι με παγωμένη φωνή.

    Σιωπή. Κοίταγμα στα μάτια μου.

    -"Θα το έκανες; Αν καθόμουν, θα το έκανες ενώ ξέρεις ότι δε μου αρέσει;" με ρώτησε χαμηλώνοντας το βλέμμα της.

    -"Ναι, και θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο."

    Παύση.

    Κοίταγμα στα μάτια μου.

    -"Γιατί;"
    -"Γιατί θα το έκανες επειδή το θέλω εγώ."

    Παύση

    -"Δεν μπορώ να σε καταλάβω" είπε χαμηλώνοντας και πάλι το βλέμμα.
    -"Όχι, δεν μπορείς."

    Ήμουν άδικος μαζί της, το ξέρω. Μου έδινε αυτό που μπορούσε αλλά εγώ ήθελα περισσότερο. Πάντα θέλω περισσότερο, όλο και περισσότερο.

    Μέχρι να μην έχουν άλλο να μου δώσουν.

    Είχα πάρει απόφαση ότι το κωλαράκι της Χ. θα μείνει απλά στη φαντασίωσή μου αλλά...

    Σίγουρα δεν μπορεί να είναι καλός ο Θεός που ακούει τις όποιες προσευχές μου. Αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή με βλέπω στη σούβλα.

    Η Χ. κάθισε πάλι στα τέσσερα, αναστέναξε και μου είπε "Έλα"

    Ποτέ δεν κοίταξα γάιδαρο που μου χαρίστηκε στα δόντια. Τον έπαιξα λίγο για να σηκωθεί και πάλι, τον έφτυσα και τον ακούμπησα πίσω της.

    Για κάποιο ανεξήγητο για την ψυχοσύνθεσή μου λόγο δεν ήθελα να την πονέσω εκείνη τη στιγμή. Έσπρωξα μεν να μπει αλλά όσο πιο σιγά γινόταν. Λίγο-λίγο. Σιγά-σιγά κατάφερα να τον βάλω μέχρι τη μέση.

    Τραβήχτηκα σιγά και ξαναμπήκα σιγά σιγά προχωρώντας λίγο πιο μέσα.

    Τα πνιχτά από τον πόνο βογγητά με ξετρέλλαναν αλλά παρ'όλα αυτά συγκρατήθηκα και πήγα σιγά-σιγά μέχρι να καταφέρω να μπω όλος μέσα της.

    Ξεκίνησα σιγά-σιγά να μπαινοβγαίνω όλος μέσα της και αύξησα σταδιακά το ρυθμό μου. Η Χ. είχε σκύψει το κεφάλι παραδομένη και το θέαμα της λυγισμένης μέσης της με το κεφάλι χαμηλά έσπασε τους φραγμούς μέσα και άρχισα να την παίρνω πιο γρήγορα...

    Ξέφρενα... άπληστα...

    Αχόρταγα....

    Έβγαινα σχεδόν όλος και την κάρφωνα με δύναμη.

    Κι εκείνη καθόταν με το κεφάλι χαμηλωμένο χωρίς να βγάζει τσιμουδιά.

    Η έκρηξη ήρθε ξαφνικά και ήταν από τους εντονότερους οργασμούς που είχα νιώσει στη ζωή μου. Καθόμουν καρφωμένος πίσω της, ακίνητος, με το πέος μου να κάνει σπασμούς βαθιά μέσα στο κωλαράκι της.

    Τραβήχτηκα σιγά-σιγά και η Χ. σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στην τουαλέτα.

    Ξάπλωσα θριαμβευτικά με σταυρωτά τα χέρια πίσω από το κεφάλι και την περίμενα.

    Η Χ. άργησε να γυρίσει και όταν το έκανε ήταν φανερά κλαμένη.

    Και τότε η καρδιά μου ξανασκίρτησε!

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 30 Μαρτίου 2019
  6. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Γράφω τώρα το ίδιο κομμάτι από την οπτική της Χ. Οι διάλογοι όπως αποτυπώνονται είναι ελαφρά διαφορετικοί μεταξύ τους και αυτό έχει γίνει επίτηδες. Αφενός γιατί δεν μπορώ μετά από τόσα χρόνια να θυμάμαι επακριβώς τους διαλόγους και αφετέρου για να τονιστεί πόσο διαφορετικά βλέπουν το ίδιο πράγμα τα δύο αντίθετα, μα συνάμα συμπληρωματικά, μέρη αυτής της ιστορίας.
     
  7. D Q Juls

    D Q Juls Αρχή...Διαδρομή...Ηδονή...

    Take your time...
    Έχουμε μεγάλη υπομονή για ό,τι μας αρέσει...    
     
  8. Μην του λες τέτοια, ποιός ξέρει τι μπορεί να σκεφτεί για να κρατήσει "τα κάρβουνα αναμμένα"..... 
     
  9. D Q Juls

    D Q Juls Αρχή...Διαδρομή...Ηδονή...

    Τίποτα δε θα σκεφτεί.
    Πίστεψέ με, δε νομίζω ότι γράφει επειδή το περιμένουμε εμείς.
    Οπότε .... Σσσσς... Μην ανησυχείς.  
     
    Last edited: 30 Μαρτίου 2019
  10. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    ~ Εκείνη ~​

    Κατάπια.

    Δεν κατάφερα να πνίξω την αηδία που μου προκάλεσε.

    Αλλά κατάπια. Πάλι.

    Γιατί το έκανα αυτό στον εαυτό μου; Γιατί;

    Η πειραχτική φωνή του Γ. με έβγαλε από τις σκέψεις μου

    -"Έλα, μην κάνεις έτσι, δε θα σου κάτσει στο στομάχι."

    Ήθελα να τον πνίξω.

    Αλλά τι μου φταίει αυτός; Εγώ κατάπια, ας τα έφτυνα. Αλλά όχι και να μου πουλάει και πνεύμα ο κύριος από πάνω!

    -"Για σένα μια χαρά είναι, ας το έκανες κι εσύ να σ' έβλεπα"
    -"Και ποιος σου είπε ότι δεν το έχω κάνει;" ρώτησε σε σοβαρό τόνο.
    -"Πλάκα μου κάνεις, έτσι;"
    -"Είμαι σοβαρός σαν έμφραγμα του μυοκαρδίου" μου είπε.

    Σοβαρολογούσε!

    Έμεινα να τον κοιτάω με ανοιχτό το στόμα.

    -"Σε σόκαρε;" με ρώτησε με ακαδημαϊκό ενδιαφέρον.

    Να πω ότι περίμενα να ακούσω τέτοιο πράγμα θα ήμουν μεγάλη ψεύτρα. Δεν ήταν η πράξη καθαυτή, δεν είμαι τόσο οπισθοδρομική, αλλά ο τρόπος που το είπε τόσο ελαφρά την καρδία. Δεν ακούς και κάθε μέρα το... χμμμ... το αγόρι σου (?????) να σου λέει ότι έχει κάνει πίπα και ότι έχει καταπιεί.

    Πού έμπλεξα;

    Όχι, δεν με πειράζει που το έκανε. Αλλά...

    Συγκεντρώσου. Ειλικρίνεια δεν ζήταγες πάντα; Ειλικρίνεια πήρες.

    -"Δεν... όχι... Δεν... δεν περίμενα να ακούσω κάτι τέτοιο" του είπα.

    -"Να το ξεπεράσεις" μου είπε.

    Τι να ξεπεράσω; Πραγματικά αυτό που με σόκαρε ήταν η άνεση με την οποία μου το είπε, όχι το γεγονός καθαυτό.

    -"Δεν..."

    Τι "δεν" ρε Χ. μάλωσα τον εαυτό μου.

    Ο Γ. δεν είπε τίποτα. Έστριψε ένα τσιγάρο και το άναψε. Τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά και φύσηξε τον καπνό κατά πάνω μου.

    Αν ήταν αυτό τιμωρία, την άξιζα. Δε μου ομολόγησε κάποιο έγκλημα, η αντίδρασή μου ήταν απαράδεκτη. Προσπάθησα να το μπαλώσω.

    -"Δεν... Δεν ήταν η πράξη που με σόκαρε. Ήταν... ήταν η άνεση με την οποία αναφέρθηκες σ' αυτό σαν να μην τρέχει τίποτα".

    Απάντησε αμέσως.

    -"Αν δεν σε σόκαρε η πράξη τότε γιατί σε σόκαρε η αποκάλυψή της;"

    Δίκιο είχε. Ο Γ. είναι αυτός που είναι, έκανε αυτό που ήθελε and the world be damned!

    -"Δεν σε κρίνω... απλά... απλά..."
    -"Απλά, τι;"

    Ξεκόλλα είπα μέσα μου. Ξεκόλλα.

    -"Σου άρεσε;" τον ρώτησα. Δεν το έκανα για να κερδίσω χρόνο, ειλικρινά!
    -"Γιατί θα το έκανα αν δε μου άρεσε;"

    Έλα ντε; Γιατί να κάνεις κάτι αν δε σου αρέσει;

    Γιατί κατάπια;

    Ο Γ. εξέλαβε τη σιωπή μου αλλιώς.

    -"Έλα, πες το."
    -"Δεν έχω να πω κάτι. Με γεια σου με χαρά σου. Αιφνιδιάστηκα, απλά, αιφνιδιάστηκα" του είπα ειλικρινά.
    -"I'll take your word for it" είπε και συνέχισε να καπνίζει αρειμανίως.

    Το έσβησε και άρχισε να ντύνεται. "Έλα, ντύσου να φύγουμε" είπε.

    Ένιωσα χρησιμοποιημένη. Με έφερε εδώ, πήρε αυτό που ήθελε και... και...

    "Και τι;" ρώτησε το άλλο μισό του εαυτού μου; "Δε σε άφησε παραπονεμένη, πόσο καιρό είχαν να σου κάνουν στοματικό;"

    -"Με έφερες εδώ στις ερημιές να με γλεντήσεις και τώρα που πήρες αυτό που θες αμέσως να φύγουμε;" τον ρώτησα και καλά πειραγμένη αλλά με τόνο που έδειχνε ότι αστειεύομαι.
    -"Ακριβώς" μου απάντησε.

    Αλλά ο τόνος του δεν ήταν παιχνιδιάρικος, ήταν σοβαρός.

    Αναστέναξα και άρχισα να ντύνομαι κι εγώ. Στο μεταξύ ο Γ. είχε ήδη κάτσει μπροστά. Βγήκα κι εγώ έξω και πέρασα στο μπροστινό κάθισμα.

    -"Θα με πας σπίτι;" ρώτησα αφηρημένα.
    -"Ναι, αλλά θα κάνουμε μια παράκαμψη. Θα περάσουμε πρώτα από το δικό μου να αλλάξω ρούχα, μην σκάσω αύριο στη δουλειά με το κουστούμι που ήμουν στο πάρτι και μετά θα πάμε σπίτι σου."

    Ειλικρινά δεν το περίμενα αυτό.

    -"Θα... θα έρθεις σπίτι μου;" τον ρώτησα παρά το γεγονός ότι ως αιφνιδιασμός ήταν από τους ευχάριστους!
    -"Εκτός και αν δε θέλεις" μου είπε.

    Βιάστηκα να απαντήσω μπερδεύοντας τις λέξεις

    -"Όχι! Ναι, εννοώ... ναι, θέλω να έρθεις!"

    "Πώς κάνεις έτσι μωρή;" μάλωσα τον εαυτό μου.

    Χωρίς να πει άλλη κουβέντα έβαλε μπρος και ξεκίνησε.

    Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής δε μιλούσαμε. Είχε βάλει ένα CD με rock μπαλάντες και σιγοτραγουδούσε τους στίχους τους.

    Παρόλο που τον κοίταζα δε γύρισε να με κοιτάξει ούτε μια φορά.

    Τι θέλω από αυτόν τον άνθρωπο;

    Ήταν ο ίδιος, πάντα ο ίδιος. Στη μία μέρα που ήμασταν μαζί-

    Είμαστε μαζί;

    Πόσο "μαζί" είμαστε; Εγώ ήθελα...

    Τι ήθελα; Τι θέλω; Τι σκατά θέλω;

    Μέχρι να τελειώσω το διδακτορικό μου οι προτεραιότητές μου ήταν καθορισμένες. Οι σχέσεις...

    Έκανα σχέσεις αλλά δεν... δεν αφοσιωνόμουν. Δεν ήθελα να μονάσω αλλά όταν έχω ένα στόχο μένω αυτιστικά προσηλωμένη σε αυτόν και σχεδόν οτιδήποτε άλλο δεν έχει σημασία. Δεν το έκρυβα, ποτέ δεν το έκρυψα και οι σχέσεις που έκανα απλά δεν δούλευαν. Είτε δεν άντεχαν τον πραγματισμό μου είτε δεν άντεχαν εμένα.

    Ο Γ. ήταν αλλιώς. Δεν μ' αρέσει να τσουβαλιάζω αλλά... αλλά μέχρι σήμερα το μυαλό μου έδειχνε είτε να τρομάζει είτε να απωθεί τους άντρες με τους οποίους είχα σχετιστεί. Ο Γ. αντιθέτως το θαύμαζε, δεν έχανε ευκαιρία να μου το λέει.

    Θυμάμαι τι είχε πει σε μια συνάντηση.

    -"Λοιπόν, καλά μου παιδιά, ας το σκεφτούμε καλά το Σ/Κ και τα ξαναλέμε τη Δευτέρα που η Χ. ως συνήθως θα μας κάνει να νιώσουμε ομαδικώς κρετίνοι"

    Και μου είχε χαμογελάσει και το χαμόγελό του ήταν ειλικρινές. Μετά μου είχε κλείσει παιχνιδιάρικα το μάτι κι εγώ είχα γίνει κόκκινη ενώ όλοι οι υπόλοιποι χαμογελούσαν.

    Ψεύτικα...

    Όλοι ψεύτικα, εκτός από τον Γ.

    Πώς να μην την έχω δαγκώσει μαζί του;

    Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά στην συνειδητοποίηση πως δεν με γοήτευε απλά, όοοοχι, είχα αρχίσει να τον ερωτεύομαι!

    Πανάθεμά τον και αυτόν κι εμένα.

    Ούτε που κατάλαβα πότε φτάσαμε έξω από το σπίτι του.

    -"Επιστρέφω αμέσως" μου είπε και κατέβηκε, ευτυχώς χωρίς να με προσκαλέσει. Μπορεί να έπεφτα σε κανένα δικό του και δεν είχα απολύτως καμία όρεξη.

    Είχε νυχτώσει και είχε ησυχία αν εξαιρέσεις τους ήχους του δάσους στη γλυκιά ανοιξιάτικη βραδιά.

    Ένιωσα το στομάχι μου να γουργουρίζει, δεν είχαμε φάει τίποτα.

    Γούστο θα έχει να θέλει να του μαγειρέψω σκέφτηκα και ξαφνικά τρομοκρατήθηκα στη σκέψη. Δεν είναι ότι δε μαγειρεύω αλλά δεν είναι και το φόρτε μου. Έχοντας πρόχειρο το εστιατόριο της Εταιρίας, μόνο τα σαββατοκύριακα μαγείρευα και αυτό μόνο αν είχα διάθεση.

    Και δεν είχα πάει και για ψώνια, στο ψυγείο είχα μόνο φρούτα και λαχανικά για σαλάτα που φτιάχνω μερικές φορές το βράδυ.

    Ενώ έκανα αυτές τις ευχάριστες σκέψεις ο Γ. γύρισε και μπήκε στο αυτοκίνητο.

    -"Συγνώμη που άργησα, τα σκυλιά μου δε με άφηναν να φύγω."
    -"Δεν πειράζει" του είπα χαμογελώντας. Μου αρέσουν τα σκυλιά αν και ποτέ δεν είχα κάποιο δικό μου. Ο Γ. μου είχε πει ότι δεν υπήρξε εποχή στη ζωή του που να μην έχει τουλάχιστον ένα σκύλο.
    -"Πεινάς κοριτσάρα μου;" με ρώτησε
    -"Ναι" του είπα κάπως διστακτικά.
    -"Θαυμάσια. Θα σε βγάλω για ρομαντικό δείπνο" μου είπε παιχνιδιάρικα.

    Θυμάμαι τι γέλιο είχα κάνει όταν μου είχε πει μια ιστορία του στο messenger περί ρομαντικού δείπνου.

    -"Σουβλάκια ε;" του είπα με ανακούφιση που δεν μπόρεσα να κρύψω. Γύρευε τώρα αυτός τι θα βάλει στο μυαλό του.
    -"Με τζατζίκι και πολύ κρεμμύδι και γλωσσόφιλα μέχρι να πέσουμε ξεροί."
    -"Έχω βάλει στο στόμα μου και χειρότερα" του είπα πειρακτικά.

    Με κοίταξε παιχνιδιάρικα αλλά... αλλά το πρόσωπό του έλαμπε. Δεν τον είχα δει ποτέ να λάμπει έτσι!

    -"Κι εγώ, πιάσε κόκκινο" είπε και με ακούμπησε στο πρόσωπο.

    Έβαλα τα γέλια και αμέσως με ακολούθησε.

    Ήταν τόσο όμορφα.

    Όταν φτάσαμε σπίτι πέσαμε να φάμε σαν λύκοι.

    Όταν τελειώσαμε πήγα να πλύνω τα δόντια μου. Δυστυχώς δεν είχα δεύτερη οδοντόβουρτσα και η αγορά της μπήκε στα to-do χωρίς καλά-καλά να σκεφτώ τι σήμαινε αυτό.

    Το συνειδητοποίησα μετά.

    Αλλά μην προτρέχω.

    Ο Γ. αρκέστηκε στο ξέπλυμα με το στοματικό διάλυμα.

    -"Θέλεις να μπούμε στο μπάνιο μέχρι να μουλιάσουμε;" με ρώτησε.
    -"Ναιιιι" του απάντησα με ενθουσιασμό.
    -"Ωραία, κάνε τα κουμάντα σου και θυμήσου ότι δεν αντέχω το καυτό νερό."

    Η μπανιέρα είναι μεγάλη και πήρε αρκετή ώρα να γεμίσει μέχρι τη μέση. Δεδομένου ότι θα μπαίναμε και οι δύο μέσα δεν χρειάστηκε να τη γεμίσω πολύ παραπάνω. Έριξα μέσα αφρόλουτρο και χαμογέλασα στη σκέψη ότι ο Γ. θα μύριζε μετά μέλι με καρύδα.

    Το νερό δεν ήταν καυτό για τα δικά μου μέτρα αλλά είδα ότι ο Γ. δαγκώθηκε όταν έβαλε μέσα το πόδι του. Παρόλα αυτά δεν μου ζήτησε να βάλω κι άλλο κρύο νερό και μπήκε μέσα και κάθισε.

    -"Κάι κάι κάι" μου έκανε σαν πονεμένο σκυλάκι και έβαλα τα γέλια. Ήταν τόσο τρυφερό!

    Κάθισε στη βαθιά άκρη της μπανιέρας και κάθισα μπροστά του. Μετά έγειρα την πλάτη μου πίσω του.

    Τον ένιωσα να σηκώνεται.

    Ο Γ. άρχισε πρώτα να χαϊδεύει και μετά να μαλάζει αισθησιακά και τα δύο μου στήθη.

    Έκλεισα τα μάτια μου απολαμβάνοντας τον αισθησιασμό της στιγμής.

    Σιγά μην κράταγε.

    -"Κάνεις πολύ καλό τσιμπούκι" μου είπε και συνέχισε "Μ' αρέσει που μπορείς να τον πάρεις σχεδόν όλο μέσα."

    Ναι μπορώ. Το έχω κάνει και με μεγαλύτερους.

    -"Βολεύει και το μέγεθος" είπα με κάποια δόση κακίας και χωρίς να το σκεφτώ καλά-καλά. Φοβήθηκα πως θα το πάρει και αμέσως γύρισα και του έβγαλα τη γλώσσα κοροϊδευτικά.
    -"Και όχι μόνο στο τσιμπούκι" μου απάντησε κοιτάζοντάς με στα μάτια.

    Να το πάλι αυτό το σκοτεινό βλέμμα. Δεν ήταν θυμωμένο. Δεν...

    Και τότε έγινε μέσα μου η αποκάλυψη. Κατάλαβα τι ήταν αυτό που με τάραζε.

    Με μετρούσε.

    Με μετρούσε αλλά... όχι... όχι με ανταγωνιστική διάθεση. Με μετρούσε σα θήραμα. Ναι, σα θήραμα! Ψυχρά, υπολογιστικά... χωρίς συναίσθημα.

    Έστρεψα ταραγμένη το κεφάλι μου. Θυμήθηκα το δάχτυλο που μου είχε βάλει πίσω μου χωρίς δισταγμό. Πόσο άσχημα με έκανε να νιώσω. Και όμως... και όμως ούτε του φώναξα, ούτε τραβήχτηκα, ούτε το διέκοψα.

    Γιατί;

    Δεν ήταν ο πρώτος ο οποίος είχε βάλει στο μάτι του την πίσω πόρτα μου. Ήταν όμως ο πρώτος που είχε... πως να το πω, είχε δοκιμάσει να ανοίξει την πόρτα. Και την είχε ανοίξει. Και δεν την έκλεισα εγώ, αυτός την έκλεισε.

    Όχι... όχι, δεν την έκλεισε. Ήταν σαν η πόρτα να είχε αλυσιδάκι και την τράβηξε όχι να κλείσει, αλλά για να βγάλω το αλυσιδάκι και να του... να του ανοίξω εγώ.

    Επαναστάτησα μέσα μου. Όχι, εδώ τραβάς γραμμή Χ. Εδώ τραβάς γραμμή.

    Μεγάλες κουβέντες...

    -"Αυτό δε θα το μάθουμε ποτέ" του είπα ψυχρά και συμπλήρωσα, με μια δόση χιούμορ για να αλαφρύνω λίγο την απάντηση "Output only."

    Απάντησε αμέσως λες και ήταν μέσα στο μυαλό που μερικές στιγμές πριν είχε πει "Μεγάλες κουβέντες"

    -"Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες".

    Νευρίασα μέσα μου. Μαζί του και μαζί μου. Στη δουλειά μου άρεσε η σιγουριά του. Έξω...

    Όχι.

    Ναι.

    Γαμώτο!

    -"Πολύ μου αρέσει η σιγουριά σου" είπα.

    Και μου άρεσε. Και τη μισούσα.

    Ένιωσα τα χέρια του να σφίγγουν σαν μέγγενη και τα δύο μου στήθη.

    Άρχισε να μου λέει πόσο του άρεσε ο κώλος μου. Δεν με έβλεπε αλλά είχα κοκκινήσει και πάλι. Γιατί μου άρεσε που μου το έλεγε. Γιατί δεν μου άρεσε αυτό που σκεφτόταν.

    Γιατί; Γιατί όμως;

    Για τον Γ. ξεκάθαρα ήμουν κάτι περισσότερο από ένας κώλος. Μου είχε πει... μου είχε πει το πρωί ότι δεν δένεται εύκολα. Αλλά του άρεσα. Ξεκάθαρα του άρεσα.

    Όλη.

    Μου μίλαγε αλλά χαμένη στη σκέψεις μου δεν άκουγα τι μου έλεγε.

    Εκτός του τέλους. Αυτό το άκουσα.

    -"Θέλω να πάρω το κωλαράκι σου" μου δήλωσε.

    Εγώ ήθελα ξαφνικά να πάρω τα βουνά.

    -"Κι εγώ να κερδίσω το λόττο" του απάντησα.
    -"Μπορεί, αλλά αυτό δεν είναι στο χέρι σου" μου είπε υπονοώντας ξεκάθαρα ότι το να με πάρει από πίσω ήταν στο δικό του.

    Νευρίασα μαζί του.

    Και μαζί μου.

    Γιατί δεν ήθελα.

    Αλλά... ήθελα. Ήθελα να τον ικανοποιήσω.

    Γι αυτό και κατάπια.

    Και θα το ξαναέκανα. Και θα το ξανακάνω.

    Πάλευα με τον εαυτό μου και ο εγωισμός μου κέρδισε.

    -"Ούτε το άλλο είναι" του δήλωσα.

    Δεν είπε τίποτα, συνέχισε να με χαϊδεύει και να μου μαλάζει τα στήθη.

    Πέρασε κάμποση ώρα από τη μία απολαμβάνοντας τα χάδια του και από την άλλη βράζοντας στο ζουμί μου.

    Ξαφνικά σηκώθηκε, άνοιξε το τηλέφωνο και άρχισε να ξεπλένεται.

    -"Πάω μέσα" μου είπε, "στέγνωσε τα μαλλιά σου" και βγήκε χωρίς να πει άλλη κουβέντα.

    Περίμενα μέχρι που βγήκε από το μπάνιο και σηκώθηκα. Ξέπλυνα κι εγώ τις σαπουνάδες. Είχα μακρύ μαλλί και όταν είχα ξαπλώσει είχε βραχεί και παρόλο που δεν είχα όρεξη για νέο λούσιμο, το έκανα αναγκαστικά.

    Βγήκα από το μπάνιο και τυλίχτηκα στο μπουρνούζι μου.

    Αναστέναξα και άνοιξα το μπιστολάκι ξεκινώντας τη χρονοβόρο διαδικασία να στεγνώσω τα μαλλιά μου.

    Όταν τέλειωσα, φορώντας ακόμα το μπουρνούζι, σφουγγάρισα το λίγο νερό που είχε χυθεί έξω όταν βγήκε και εκείνος και εγώ και πήγα στο δωμάτιο. Ο Γ. ήταν ήδη ξαπλωμένος. Σήκωσε το σκέπασμα και μου έκανε νεύμα να ξαπλώσω. Ήταν γυμνός. Έβγαλα το μπουρνούζι και ξάπλωσα δίπλα του.

    Ήθελα να με πάρει αγκαλιά αλλά ο Γ. είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του. Έπεσε πάνω μου και με φίλησε. Μετά άρχισε να μου γλείφει το λαιμό και κατέβηκε σιγά σιγά πότε γλείφοντας, πότε δαγκώνοντας προς τα στήθη μου. Δεν σταμάτησε εκεί, συνέχισε πιο κάτω... και πιο κάτω... μέχρι που έφτασε στο αιδοίο μου. Ανατρίχιασα όταν η γλώσσα του πέρασε ανάλαφρα πάνω από την κλειτορίδα μου αλλά ο Γ. δεν έμεινε εκεί. Πάλι, πότε γλείφοντας και πότε δαγκώνοντας κατέβηκε στα μπούτια μου, και μετά στις γάμπες μου και μετά στο πάνω μέρος της καμάρας.

    Και μετά πήρε το πόδι μου στο στόμα του.

    Μου το έχουν ξανακάνει αυτό και αν και την πρώτη φορά είχα νιώσει αμηχανία, μου άρεσε. Αφέθηκα στο παιχνίδι των χειλιών του και της γλώσσας του. Τα φιλούσε, τα πιπιλούσε, τα δάγκωνε, ήταν υπέροχο.

    Μετά πήρε το άλλο πόδι μου στο στόμα του και άρχισε το ίδιο.

    Είχα υγρανθεί, τον ήθελα... τον ήθελα μέσα μου!

    Και τότε μου ζήτησε να κάτσω στα τέσσερα.

    Ταράχτηκα. Είχε φτάσει η στιγμή; Τι να κάνω; Τι να κάνω;

    -"Γιατί" τον ρώτησα -δεν το κρύβω- με μια δόση πανικού.
    -"Θα δεις" μου είπε.

    Τον κοίταξα στα μάτια.

    Και όμως... αυτή τη φορά το βλέμμα του δεν ήταν σκοτεινό. Ήταν παιχνιδιάρικο.

    -"Έλα, δε θα σε φάω" μου είπε.

    Έπνιξα ένα αναστεναγμό και κάθισα όπως μου ζήτησε.

    Μου δάγκωσε απαλά τους γλουτούς, με δυσκολία έπνιξα ένα γελάκι.

    Και τότε έχωσε όλο το πρόσωπό του στην πίσω μεριά μου και άρχισε να με γλείφει. Έβαλε τη γλώσσα του στην πίσω τρυπούλα μου και...

    Ήταν υπέροχο. Δεν... δεν μου το είχε κάνει κανείς αυτό. Δεν...

    Παρά το γεγονός ότι ήξερα πως δεν θα αρκεστεί σε αυτό είχα παραδοθεί στα χάδια της παιχνιδιάρας γλώσσας του.

    Με έγλειφε, με ρουφούσε, μου έβαζε τη γλώσσα του μέσα και έξω και ξανά πάλι.

    Μου ξέφυγε ένα βογκητό ηδονής.

    Σταμάτησε και ήρθε και κάθισε πίσω μου. Πανικοβλήθηκα προς στιγμή αλλά ο Γ. μπήκε μέσα μου από μπροστά.

    Δεν ήταν η πρώτη φορά που το έκανα στα τέσσερα αλλά ήταν η πρώτη φορά που μου άρεσε. Το έκανα αλλά... αλλά ένιωθα ταπείνωση. Με το Γ. δεν ένιωσα ταπείνωση.

    Καθόλου.

    Έκανε αυτά που του άρεσαν χωρίς δεύτερες σκέψεις και χωρίς περιττές ντροπές.

    Αφέθηκα να το απολαύσω. Το προηγούμενο βράδυ... Το προηγούμενο βράδυ είχε μπει μέσα μου, έτσι απλά. Δεν ήταν ότι δε μου άρεσε αλλά... είχα νιώσει σα να με χρησιμοποιεί. Δεν είχα τελειώσει.

    Αυτή τη φορά όμως...

    Πρέπει να με άκουσε όλη η πολυκατοικία αλλά εκείνη τη στιγμή δε με ένοιαζε καθόλου. Στο διάολο όλοι τους.

    Ήταν... ήταν υπέροχο. Υπέροχο!

    Ο Γ. συνέχιζε χωρίς να σταματήσει και πάνω που πλησίαζα σε δεύτερο οργασμό βγήκε έξω. Νόμιζα ότι βγήκε έξω να τελειώσει αλλά δεν τον άκουσα να βογκάει και ούτε ένιωσα πιτσιλιές πίσω μου. Γύρισα και τον κοίταξα ερωτηματικά.

    Με κοίταξε... με κοίταξε όπως ένα φίδι κοιτάζει ένα ζουμερό βατραχάκι. Τον έπιασε και τον ακούμπησε στην πίσω τρυπούλα μου συνεχίζοντας να με κοιτάει.

    -"Όχι. Γ, όχι!" του είπα και τραβήχτηκα ενστικτωδώς.

    Το βλέμμα του άλλαξε. Πάγωσε και πάγωσα κι εγώ μαζί του.

    -"Θα με αφήσεις στα κρύα του λουτρού;" με ρώτησε και ένιωσα λες και η θερμοκρασία έπεσε 20 βαθμούς μέσα σε μια στιγμή.

    Δεν ήθελα να τον αφήσω στα κρύα του λουτρού. Δεν ήθελα όμως να... δεν ήθελα να του δοθώ έτσι.

    Όχι... όχι ακόμα, τουλάχιστον.

    -"Δεν... δε θέλω από πίσω" του είπα με σπασμένη φωνή.
    -"Συνεπώς θα με αφήσεις στα κρύα του λουτρού" είπε και η θερμοκρασία έπεσε άλλους 20 βαθμούς.
    -"Δε... δε θέλω"

    Δε θέλω να σε αφήσω στα κρύα του λουτρού ήθελα να του πω αλλά... αλλά το άφησα στη μέση.

    -"Το κατάλαβα" μου είπε τόσο ψυχρά που μου ένιωσα να μου παγώνει την ψυχή.
    -"Δεν θέλω να σε αφήσω στα κρύα του λουτρού. Γιατί... γιατί δεν συνεχίζεις όπως πριν;"
    -"Γιατί θέλω το κωλαράκι σου" μου είπε.

    "Αλλά δε θα σε παρακαλέσω κιόλας" δεν είπε. Απλά ξάπλωσε δίπλα μου φανερά απογοητευμένος.

    Ένιωσα απαίσια. Ξάπλωσα μπρούμητα και τον κοίταξα.

    ...δυστυχισμένη.

    -"Δεν θέλεις. Το καταλαβαίνω. Ξενέρωσα, θα μου περάσει."

    Γιατί... γιατί το έκανε αυτό;

    -"Γιατί μου το κάνεις αυτό;" τον ρώτησα με οργή και παράπονο ταυτόχρονα.
    -"Δεν σου έκανα τίποτα. Σου ζήτησα κάτι που δεν θέλεις να μου δώσεις. Σέβομαι την επιλογή σου αλλά οι επιλογές έχουν και συνέπειες."

    Με εκβίαζε;

    Όχι. Ο Γ. ήταν αυτός που ήταν πάντα. Ζητούσε κάτι και γινόταν. Αν δεν γινόταν χάλαγε η διάθεσή του αλλά... αλλά πάντα μετά επανερχόταν. Και το ζητούσε και πάλι. Στη δουλειά... στη δουλειά δεν έχει όχι. Αν δεν τον πείσεις και δεν κάνεις αυτό που ζητάει δεν δίνει τρίτη ευκαιρία. Αν δεν το κάνεις εσύ τότε θα ψάξει να βρει κάποιον άλλο που μπορεί να το κάνει. Ουδείς αναντικατάστατος.

    Αλλά πάλι, πάντα σου έδινε την ευκαιρία να υπερασπιστείς το όχι σου. Αν τον έπειθες, το όχι σου γινόταν και δικό του.

    Αλλά εδώ; Έξω;

    Πάλευα με τον εαυτό μου. Ήθελα, ναι, ήθελα να τον ικανοποιήσω αλλά δε με άφηνε ο εγωισμός μου.

    -"Αφού δε μου αρέσει" του είπα με σπασμένη φωνή.
    -"Ούτε να καταπίνεις σου αρέσει, αλλά το έκανες. Και θα το κάνεις ξανά."

    Ταράχτηκα. Όχι για τη σιγουριά της δήλωσής του, όχι.

    Γιατί...

    Πανάθεμά τον.

    Ένιωσα ανακούφιση από το "ξανά" αλλά προσπάθησα να μην το δείξω.

    -"Δεν είναι το ίδιο" του είπα.
    -"Όπως νομίζεις" μου είπε και ήταν τέτοια η αδιαφορία στο "όπως νομίζεις" που με τάραξε.

    Σε μία μέρα είχα φάει τόσες ψυχρολουσίες όσες δεν είχα φάει σε όλες μου τις σχέσεις μαζί, μια στο καρφί και μια στο πέταλο!

    Ανασηκώθηκα και πήγα να τον φιλήσω.

    Δεν ανταπέδωσε.

    Νευρίασα.

    -"Μου κρατάς μούτρα τώρα" του είπα εμφανώς νευριασμένη.

    Αλλά η ματιά μου δεν έκρυβε νεύρα.

    Όχι.

    Απόγνωση.

    -"Θα μου περάσει" είπε χωρίς κανένα χρώμα στη φωνή.

    Παγωμένα.

    Τον κοίταξα στα μάτια.

    -"Θα το έκανες; Αν... αν καθόμουν, θα το έκανες ενώ ξέρεις ότι δε μου αρέσει;"
    -"Ναι, θα το έκανα. Θα το έκανα και θα μου άρεσε ακόμα περισσότερο."
    -"Γιατί;" τον ρώτησα γεμάτη απελπισία.
    -"Γιατί θα το έκανες για μένα" είπε και το βλέμμα του μου ρούφηξε την ψυχή.
    -"Δεν μπορώ να σε καταλάβω" του είπα με φωνή που έτρεμε.
    -"Όχι, δε μπορείς" μου είπε.

    Αυτή η μελαγχολία που είδα μέσα στα μάτια του με συγκλόνισε. Θυμήθηκα το κλάμα του το πρωί. Την εξομολόγησή του. Ήθελα... ήθελα να τον πάρω στην αγκαλιά μου. Να τον σφίξω. Να τον κανακέψω. Να τον παρηγορήσω. Πόση μοναξιά, πόση απόγνωση μπορούσαν να κρύψουν μέσα τους τρεις λεξούλες;

    Πώς είναι να ζεις έτσι; Να κουβαλάς μέσα σου ένα αμάρτημα που να σου έχει ρημάξει την ψυχή και να μην έχει αφήσει τίποτα; Και να πεις... να πεις ότι ήταν και κάτι φοβερό; Μικρό παιδάκι ήταν. Δεν ήξερε, πώς θα μπορούσε να ξέρει; Απλά ήταν ένα αγοράκι που είχε τρέξει στη μαμά του όταν γύρισε από τη δουλειά της.

    Πώς να ήξερε ότι δεν θα έβλεπε ποτέ ξανά ζωντανό τον παππού του όταν του αρνήθηκε, αγνοώντας τον, το φιλάκι που του ζήτησε τρέχοντας χαρούμενο στη μαμά του;

    Τον παππού του που τον υπεραγαπούσε και που ο θάνατός το ίδιο το βράδυ το αφάνισε;

    Δεν είμαι ψυχολόγος αλλά δεν ήταν παράξενο που δεν μπορούσε... φοβόταν... δεν ήθελε να δένεται. Και όταν... όταν άφησε τον εαυτό του...

    Ένιωσα μίσος για την Κ.

    Μίσος γιατί την είχε ερωτευτεί.

    Δεν ξέρω τι μέλλον μπορεί να είχα μαζί του. Στο διάολο όλα.

    Είχα πάρει την απόφασή μου πριν καν το συνειδητοποιήσω.

    Κάθισα στα τέσσερα με τον τρόπο που του άρεσε.

    -"Έλα" του είπα απλά.

    Γιατί τον κοίταξα;

    Μίσησα τον εαυτό μου την ίδια στιγμή.

    Ο Γ. σηκώθηκε και ήρθε από πίσω μου. Έσφιξα τα δόντια. Τον ακούμπησε πίσω μου. Σφάλισα τα μάτια μου.

    Και μπήκε σιγά και βασανιστικά μέσα μου.

    Γιατί το έκανα αυτό; Γιατί;

    Γιατί το ήθελα. Ήθελα να τον ικανοποιήσω. Ήθελα να του δώσω. Ο μισός μου εαυτός ούρλιαζε με λύσσα "τι κάνεις; τι κάνεις;" και ο άλλος μισός "Πάρε με... πάρε με όπως θέλεις."

    Πονούσα. Πονούσα στο σώμα και πονούσα στην ψυχή.

    Γιατί; Γιατί; Γιατί;

    Επειδή.-

    Χαμήλωσα παραδομένη το κεφάλι και ο ρυθμός του επιταγχύθηκε. Με έτσουζε και με πόναγε.

    Και μου άρεσε. Μου άρεσε που του δινόμουν.

    Παραδέξου το είπα μέσα μου. Παραδέξου το και αφέσου.

    Άρχισα να νιώθω ηδονή. Και ντροπή. Και η ντροπή αύξανε την ηδονή. Δεν... δεν ήθελα να το δείξω. Κράταγα το στόμα μου σφαλιστό. Ο Γ. είχε γίνει ξέφρενος. Έμπαινε και έβγαινε μέσα μου με λύσσα.

    Και το μισούσα. Και το λάτρευα.

    Μου έσφιξε τη μέση και τον ένιωσα να τελειώνει βαθιά μέσα μου. Με πολύ δυσκολία συγκρατήθηκα και δε φώναξα πάλι. Ήταν τόσο δυσάρεστο μα συνάμα τόσο ηδονικά ευχάριστο που άδειαζε το είναι του μέσα μου.

    Τραβήχτηκε σιγά-σιγά και ένιωσα ότι δεν μπορώ να κρατηθώ άλλο. Σηκώθηκα και πήγα τρέχοντας στην τουαλέτα.

    ...

    Σκουπίστηκα αλλά δε σηκώθηκα, έμεινα καθιστή, πνιγμένη στις σκέψεις μου.

    Ήθελα να πλυθώ ξανά. Μπήκα στο μπάνιο, άνοιξα το ντους και άρχισα να τρίβομαι με μανία.

    Ένιωθα λερωμένη.

    Μα -τι παράξενο- δεν ένιωθα βρώμικη.

    Έβαλα τα κλάματα. Προσπάθησα να συγκρατήσω τους λυγμούς μου, δεν ήθελα να με ακούσει. Δεν.. δεν ξέρω γιατί έκλαιγα. Του έδωσα αυτό που ήθελε. Πάλαιψα με τον εαυτό μου αλλά... αλλά δεν ξέρω ποιος νίκησε.

    Κοροϊδεύω τον εαυτό μου.

    Ξέρω γιατί έκλαιγα.

    Το ξέρω.

    ...γιατί όταν κάθισα στα τέσσερα και του είπα "έλα" τον κοίταξα.

    Τον κοίταξα... και...

    ...

    Το βλέμμα του ήταν θριαμβευτικό.

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 30 Μαρτίου 2019
  11. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Ομολογώ ότι αυτό το κομμάτι μου ήταν εξαιρετικά δύσκολο.

    Ήταν δύσκολο γιατί δεν μπορούσα να το αποδώσω χωρίς να αποκαλύψω το ιδιωτικό μου προπατορικό αμάρτημα.

    Παρακαλώ θερμά να μη γίνει κανένα σχόλιο επ' αυτού.-

    Ό,τι έγινε έγινε πριν 40 χρόνια και τώρα δεν μπορεί να αλλάξει.

    Ευχαριστώ.
     
  12. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    ~Εκείνος ~​

    Δεν μπήκε στο δωμάτιο. Καθόταν και με κοίταζε από την πόρτα.

    Η καρδιά μου είχε σκιρτήσει. Πάλι. Λες;

    Δεν πρόλαβα να μιλήσω.

    -"Γ. θέλω να φύγεις."
    -"Όχι."

    Το βλέμμα της ήταν γεμάτο οργή αλλά αυτή η οργή δεν ήταν στραμμένη προς εμένα.

    -"Τι πάει να πει όχι γαμώτο;" με ρώτησε σηκώνοντας μου για πρώτη φορά τη φωνή.
    -"Πάει να πει αυτό που κατάλαβες. Όχι."
    -"Γιατί;" με ρώτησε αλλά η φωνή της ήταν σπασμένη.
    -"Γιατί δεν είμαι εγώ αυτός με τον οποίο έχεις θυμώσει."
    -"Θέλω να μείνω μόνη μου."
    -"Κι εγώ δεν θέλω να μείνεις μόνη σου."
    -"Δε με ενδιαφέρει τι θέλεις."
    -"Oh, but it does."

    Η Χ. πάγωσε.

    -"Αν θέλεις να με διώξεις, έλα, διώξε με. Χτύπα με. Πέτα μου πράγματα. Πάρε αυτό που θέλεις."
    -"Εγώ δεν είμαι σαν εσένα."
    -"Δεν θυμάμαι να σε έβαλα να κάνεις κάτι με το ζόρι."
    -"Άντε στο διάολο."
    -"Και να πάω, το γεγονός δεν θα αλλάξει. Δεν σε έβαλα να κάνεις κάτι με το ζόρι."
    -"..."
    -"Το έκανες επειδή εσύ το θέλησες. Εγώ στο ζήτησα κι εσύ μου το έδωσες και τώρα μισείς τον εαυτό σου γι αυτό."
    -"Λες κι εσύ τον αγαπάς τον δικό σου."

    Ήταν η σειρά μου να παγώσω ωστόσο κατάφερα γρήγορα να βρω την αυτοκυριαρχία μου.

    -"Be that as it may, αυτός δεν είναι λόγος για να μισείς εσύ τον δικό σου."
    -"..."
    -"Έκανες αυτό που έκανες γιατί ήθελες να με ευχαριστήσεις. Αυτός δεν είναι λόγος ούτε να ντρέπεσαι ούτε να μισείς τον εαυτό σου. Δεν έκανες κακό σε κανέναν πλέον του εγωισμού σου."
    -"ΔΕ ΜΟΥ ΑΡΕΣΕ, ΤΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙΣ;" φώναξε και πρέπει να ακούστηκε μέχρι το Μαρούσι.
    -"Τότε έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία."
    -"Για ποιον;" ρώτησε πικρά στο πουθενά, βρίσκοντας την αυτοκυριαρχία της.
    -"Για μένα, Χ."
    -"Δεν μου είσαι τίποτα."

    Δεν το είπε με κακία, το είπε γιατί το εννοούσε.

    -"Και αυτό σε κάνει λιγότερο άνθρωπο; Καλύτερο σε κάνει. Πολύ καλύτερο απ' όσο θα μπορούσα να να ελπίσω ποτέ μου να γίνω."

    Και τότε μου έκανε κλικ. Άλλο ήθελε να ακούσει.

    Ναι, θα μπορούσα να της πω αυτά που ήθελε να ακούσει, όπως το είχα κάνει σε όλες της άλλες εκτός της Κ. Όμως κάτι τέτοιο δεν άξιζε στη Χ.

    Σε κανέναν άνθρωπο δεν αξίζει, το ξέρω, αλλά μέχρι τότε δε με είχε νοιάξει. Έπαιρνα πάντα αυτό που ήθελα by any means necessary, χωρίς τύψεις, χωρίς δεύτερες σκέψεις.

    Σε αυτό τον άνθρωπο δε μπορούσα να το κάνω.

    Απλά δεν μπορούσα.

    -"Μακάρι να είχα το μυαλό σου. Το ζηλεύω. Μου προκαλεί δέος όταν δουλεύει σε πλήρη ταχύτητα. Είσαι όμορφη, είσαι... είσαι... είσαι ό,τι θα μπορούσα να ονειρευτώ σε μια γυναίκα..."

    Κόμπιασα.

    Η Χ. με κοίταγε αμίλητη.

    -"Αν θέλεις πραγματικά να φύγω, Χ. θα φύγω και πέραν της δουλειάς δεν θα σε ενοχλήσω ξανά. Αλλά αν είναι να φύγω, να το κάνω όχι γιατί έχεις θυμώσει με τον εαυτό σου."

    Δεν μίλησε. Συνέχισε να με κοιτάει.

    -"Αν με διώξεις, να με διώξεις γιατί σου αξίζει κάτι πολύ παραπάνω από αυτά που μπορώ τώρα να σου δώσω."

    Ήταν η δική μου σειρά να χαμηλώσω τα μάτια.

    -"Και που ξέρεις ότι δεν είναι αυτός ο λόγος που έχω θυμώσει με τον εαυτό μου;"

    Δεν το ήξερα, όντως δεν το ήξερα. Είχα υποθέσει ότι ο λόγος που είχε επαναστατήσει ο εγωισμός της ήταν η πράξη της καθαυτή, επειδή το έκανε μόνο και μόνο για να με ευχαριστήσει. Είχα καταλάβει ότι την είχα γοητεύσει, δεν είμαι από τους ανθρώπους που βάζουν το κεφάλι τους στο ντορβά στα κουτουρού, όπως είχα καταλάβει και ότι έχει τσιμπηθεί μαζί μου.

    Δεν είχα παίξει με τα κουμπιά της όμως.

    Όχι συνειδητά, τουλάχιστον.

    Μήπως το είχα κάνει χωρίς να το καταλάβω; Ο λύκος και εγέρασε και άσπρισε το μαλλί του μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε την κεφαλή του λέει ο λαός.

    Όταν με κάλεσε να πάρω αυτό ζητούσα ήταν... ήταν οργασμικό, τόσο σχεδόν όσο και η ίδια η πράξη. Δεν κάθισα να το σκεφτώ περισσότερο, όρμισα με τη μία στο ψαχνό.

    Πώς θα ήταν από τη μεριά της;

    Η Χ. ήταν ακόμα στην πόρτα και με κοίταγε. Ένιωσα ανεπιθύμητος.

    -"Πες το μου κοιτώντας με στα μάτια και θα το κάνω."

    Όχι! Όχι! Αυτό ήταν παιχνίδι με τα κουμπιά της.

    -"Όχι, μην πεις τίποτα." της είπα.

    Δεν ήθελα να φύγω. Όμως... όμως αυτή τη φορά δεν μπορούσα να μείνω απλά επειδή το θέλω εγώ.

    Δεν ήθελα να είμαι χειριστικός, όχι με τη Χ. Ιδού η Ρόδος, ιδού και το πήδημα.

    Αναστέναξα και σηκώθηκα να ντυθώ ενώ η Χ. με κοιτούσε αμίλητη.

    -"Σε ευχαριστώ για όλα" της είπα και το εννοούσα όπως κάποτε είχα εννοήσει το "Σ' αγαπώ Κ."

    Ντύθηκα και προχώρησα προς την έξοδο αλλά όπως περνούσα δίπλα της η Χ. άπλωσε το χέρι και με κράτησε.

    Και τότε η καρδιά μου σκίρτησε για τρίτη φορά.

    (συνεχίζεται)
     
    Last edited: 1 Απριλίου 2019