Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ωδή στην Ψωλή

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος dora_salonica, στις 16 Μαρτίου 2008.

  1. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Θα συνεχίσω με δύο κείμενα που αφιερώνω στους υποτακτικούς άντρες του φόρουμ που επιθυμούν να υπηρετήσουν. Γιατί τους πίκρανα πρόσφατα και λέω να επανορθώσω. Υπενθυμίζω ότι το νήμα επικεντρώνεται στο αντρικό μόριο.

    Ξεκινώ ήπια:

    «Λίγο αργότερα η τροφός μου ξαναγύρισε μαζί με δυο κοντοπίθαρες σαν κι αυτήν: μια γρια με φάτσα τσιγγάνας και με μια ελιά σε μέγεθος δαμάσκηνου στο κάτω χείλος όπου φύτρωνε ένα στάχυ από σκληρές τρίχες, και ένα άλλο σκιάχτρο με παρουσιαστικό μπράβου και μπαρουτοκαπνισμένη μούρη πειρατή. Αυτή φορούσε ένα κατακόκκινο τι-σερτ όπου ήταν γραμμένο με μεγάλους γοτθικούς χαρακτήρες: «δεν είμαι κακιά, αλλά μην πηγαίνεις γυρεύοντας».

    Οι τρεις τους με ξάπλωσαν στον μεγάλο ξυλουργικό πάγκο και με ακριβείς κινήσεις, προλαβαίνοντας μια ενδεχόμενη αντίρρηση εκ μέρους μου, μου κατέβασαν το παντελόνι ως τα γόνατα δίχως να μου βγάλουν τις κάλτσες. Σκέφτηκα αμέσως μια νουμεράδα δίχως να μπορώ να συλλάβω το πρακτικό της μέρος: πώς μια γυναίκα μπορεί να βιάσει έναν άντρα; Η τσιγγάνα και η πειρατίνα μου ακινητοποίησαν τους ώμους, τους γοφούς και τα πόδια, κλείνοντάς με σε συσφιγκτήρες που μου ήταν αδύνατον να τους ανοίξω. Η μοτοσυκλετίστρια άλειψε τις παλάμες της με ένα λιπαρό υγρό, περιέστρεψε τους καρπούς της κάνοντας τις αρθρώσεις να τρίξουν κι ύστερα άρπαξε το πέος μου. Θα μπορούσε με ένα τράβηγμα να μου ξεριζώσει όλο το γεννητικό σύστημα. Αντί γι’ αυτό, με αυνάνισε κατά τον κλασικό τρόπο, με μια ζωντάνια που δεν μου ήταν δυσάρεστη. Γνωρίζετε την αντρική ανατομία: δυστυχώς, λειτουργούμε με ένα μηχανικό αυτοματισμό. Κάθε πέος που το τρίβουν από κάτω προς τα πάνω, με ένταση, καταλήγει να ξεράσει το σπέρμα του, όποιο και να είναι το όργανο που εκτελεί την τριβή. Έτσι εκσπερμάτωσα, δίχως να αφεθώ πραγματικά, κάτω από το άγριο μάτι των τριών τεράτων…

    Μια ώρα αργότερα, ενώ είχα φορέσει μια πιτζάμα από μπλε σερζ, που θα γινόταν η στολή μου, οι αντρογυναίκες ξανάρθαν. Αυτή τη φορά, με ακινητοποίησαν στον πάγκο η μοτοσυκλετίστρια και η γύφτισσα και με αυνάνισε η πειρατίνα. Τα βαριά της βλέφαρα έκλειναν και στο πηγούνι της κυλούσαν σάλια από την προσπάθεια. Μέχρι το βράδυ, έρχονταν κάθε μία ώρα και βουτούσε, η καθεμιά με τη σειρά, το μαραφέτι μου. Και με το ξημέρωμα της επόμενης μέρας ξανάρχιζαν. Αυτό λοιπόν θα ήταν ο γολγοθάς μου: θα πλήρωνα στο εκατονταπλάσιο τις χαρές που απόλαυσα ως αρσενική εταίρα. Θα με άρμεγαν ακατάπαυστα, θα με έγδερναν, θα με μάλαζαν, θα με μαλάκωναν σαν μια μάζα κρέατος εκείνες οι τρεις βλαμμένες χασάπισσες.

    Κι έτσι βυθίστηκα στην πιο σκοτεινή μου νύχτα. Η Φοφό, η Νατάσα και η Ζαζά, έτσι λέγονταν οι βασανίστριές μου, δεν έχαναν ευκαιρία να μη βουτήξουν και δουλέψουν το πουλί μου. Αναδύονταν από τη σκιά σιωπηλές, με τα χέρια ανοιχτά σαν τεράστια φοινικόδεντρα, με έναν περιφρονητικό μορφασμό. Μερικές φορές έρχονταν να με αδειάσουν μες στα μαύρα μεσάνυχτα, έριχναν επάνω μου το φως ενός φακού ενώ εγώ δεν είχα ακόμα ξαναβρεί τις δυνάμεις μου. Με ξυπνούσαν με άγριες σπρωξιές και τα βρωμερά τους χνώτα, ένα μείγμα από σάπια δόντια, αλκοόλ και φτηνό καπνό, τα αποκρουστικά χαρακτηριστικά τους μου φάνταζαν σαν βασανιστική παραίσθηση. Ύστερα από μερικές μέρες, με βάφτισαν «ντοματάκι γεμιστό», επειδή το πέος μου είχε πάρει ένα κατακόκκινο, σχεδόν μαβί χρώμα…

    Οι βρόμικες, μακριές νυχάρες τους με πασπάτευαν άγρια. Λειτουργούσαν εντελώς ψυχρά, θα μπορούσα να ήμουν ένα θερμόμετρο, ένας λαμπτήρας…Σκυμμένες από πάνω μου, ίδιες με βαμπίρ, θα ‘λεγες πως ήθελαν να με καθαρίσουν από τις τοξίνες μου. Το πέος μου είχε πρηστεί και μόλις μου το άγγιζαν έβγαζα σπαραχτικές κραυγές λες και μου το βύθιζαν σε ένα σωρό από λάμες…

    Ύστερα από μια εβδομάδα, είχα γίνει τόσο υποταγμένος, ώστε οι βασανίστριές μου έρχονταν πια μία μία: οποιαδήποτε ώρα, με μια γόπα στο στόμα και ένα γουόκμαν στ’ αυτιά, για να με αρμέξουν. Με ένα νεύμα του κεφαλιού, με πρόσταζαν να ανέβω στον πάγκο, να κατεβάσω το παντελόνι μου. Δεν εκσπερμάτωνα πια παρά ένα διάφανο υγρό ανακατεμένο με αίμα κι αν συγκρατιόμουν, έτρωγα ένα χαστούκι. Μια αρχόμενη ουρολοίμωξη μου έφερνε πόνους ως τα νεφρά…

    Ένα πρωί που υπέφερα τρομερά, με το πέος μου να έχει πρηστεί σε μέγεθος πατάτας και να πυορροεί, εξεγέρθηκα. Η Ζαζά, φορώντας στρατιωτικά ρούχα και ζωστήρα με νεκροκεφαλή, μόλις είχε έρθει σέρνοντας τα πόδια της μέχρι το στρώμα μου, βαριά και ασήκωτη…Προτού ακόμα μου κάνει το συνηθισμένο νεύμα, της έκανα ένα αποφασιστικό όχι με το κεφάλι και ζάρωσα στο βρωμόστρωμά μου. Έκανε ένα λεπτό μέχρι να συνειδητοποιήσει την κατάσταση, ξέρασε μια σειρά από βρισιές κι έβγαλε το κινητό της:

    - Το γεμιστό ντοματάκι τσινάει.

    Οι δυο άλλες έσπευσαν αμέσως. Η Νατάσα, πλέοντας μέσα σε ένα νυχτικό γεμάτο ύποπτους λεκέδες, κρατούσε ένα πουάρ για κλύσματα και έναν κουβά. Με στρίμωξαν όπως ο φονιάς το θύμα του στο βάθος ενός αδιέξοδου, με άρπαξαν από τα πόδια και τα χέρια, με απόθεσαν επάνω στο θυσιαστήριο βωμό. Μάταια χτυπιόμουν. Η Νατάσα μου έβγαλε το παντελόνι και το πέταξε μακριά, ενώ η Ζαζά, μουγκρίζοντας βλαστήμιες, μου έχωσε τη μύτη του πουάρ στον πρωκτό. Νιώθοντας τα άντερά μου να φουσκώνουν και να σκληραίνουν, προσπάθησα να συγκρατηθώ. Αλλά, δεχόμενος επίθεση από παντού, παρενοχλημένος και στο άλλο μέτωπο, αμόλησα τα πάντα και νόμισα πως θα πεθάνω μέσα σε μια αιμορραγία σκατού και ούρων. Με άφησαν να κείτομαι μες στα περιττώματά μου, αφού μου πέταξαν ένα παλιό σφουγγαρόπανο για να καθαρίσω.

    Η τιμωρία μου δεν είχε τελειώσει. Ξαναγύρισαν λίγο αργότερα με ένα σκουριασμένο ηλεκτρικό αμελκτή που τον έβαλαν στην πρίζα. Είχα διαβάσει κάπου φρικτές ιστορίες σχετικά με αυτό το θέμα κι ήξερα πως, αν η μηχανή έμπαινε μπροστά, θα εισροφούσε όλα μου τα σωθικά προκαλώντας ακατάσχετη αιμορραγία. Μέσα σε μεταλλικούς θορύβους, η Φοφό απόθεσε κοντά στον πάγκο τον μεταλλικό κάδο απ’ όπου έβγαινε ένας σωλήνας που κατέληγε σε έναν αναρροφητήρα. Κόλλησε την καουτσουκένια κουκούλα πάνω στο πέος μου, έλεγξε όλα τα επιμέρους κομμάτια, τον σωλήνα, τη βαλβίδα, τη στρόφιγγα και άναψε τη συσκευή. Η μηχανή τρεμούλιασε, με πλημμύρισε ένα κύμα πανικού, άρχισα να ουρλιάζω, να ικετεύω, να ζητάω συγγνώμη. Η Ζαζά μου άστραψε ένα δυνατό χαστούκι, διατάζοντάς με να το βουλώσω. Είχε ανάγκη από αυτοσυγκέντρωση. Ο αναρροφητήρας κολλούσε όλο και περισσότερο στο κεφάλι του πέους με μια αργή, προοδευτική απομύζηση, ένιωθα την είσοδο της ουρήθρας να ανοίγει σαν ένα στόμα. Η Ζαζά πέρασε στην ανώτερη ταχύτητα, η πίεση μεγάλωσε τραβώντας όλο το υπογάστριο. Η αντλία βούιζε και περίμενα πως από στιγμή σε στιγμή θα δω κατακόκκινα κύματα να παφλάζουν μες στον κάδο. Θα εμφιαλωνόμουν σαν καινούριο κρασί, το αίμα μου θα γέμιζε τον κάδο. Εντούτοις, αντιστεκόμουν με όλες μου τις δυνάμεις. Αλλά την ίδια στιγμή, με κατέκλυσε μια έγχυση σαπουνόνερου μες στα έντερα, που την εκτέλεσε η Φοφό, η προορισμένη για τις ταπεινές αγγαρείες. Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά μου, προσπάθησα, συσπώντας το σώμα μου, να πέσω στο πάτωμα, αλλά οι μέγαιρες με ακινητοποίησαν έτσι όπως κάνουν με έναν επιληπτικό. Ένα φρικιαστικό ρεύμα διαπέρασε τη σπονδυλική μου στήλη κι έχασα τις αισθήσεις μου.

    Μετά από αυτό το μαρτύριο, με κάθε βούληση για αντίσταση να έχει σπάσει μέσα μου, οι άρπυιες ξανάρχισαν τη ρουτίνα τους. Στο εξής, το κλικ του ηλεκτρικού διακόπτη, τακτικό σαν χτύπημα ρολογιού, υποδήλωνε την ώρα της θεραπευτικής αγωγής μου. Η καθεμιά κατέβαινε με την σειρά της, με τις τεράστιες χερούκλες της που βρωμοκοπούσαν μπίρα, νικοτίνη, και νερό από πλύσιμο πιάτων, και κοίταζε ασυγκίνητη το πέος μου που τώρα πια είχε γίνει μια μπλάβα απόφυση….»


    (Πασκάλ Μπρυκνέρ, «Ο Άγιος Ζιγκολό»)
     
  2. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Το δεύτερο κείμενο που υποσχέθηκα:

    "Ο Ρασφέρ έκανε μεταβολή και πήγε ως την άκρη της βεράντας, όπου δυο από τους άντρες του φυσούσαν κάρβουνα σ' ένα μπρούτζινο μαγκάλι ώσπου να πυρώσουν. Δίπλα στο μαγκάλι ήταν ένας ξύλινος δίσκος γεμάτος με όλα τα εργαλεία του χειρουργείου. Ο Ρασφέρ τα επιθεώρησε κι έγνεψε ικανοποιημένος. Έπειτα υποκλίθηκε στον αφέντη Ιντέφ. "Όλα είναι έτοιμα".

    Ο αφέντης σκούπισε τα δάκρυα από τα μάγουλά μου με το δάχτυλό του κι ύστερα έφερε το δάχτυλο στα χείλη σαν να ήθελε να γευτεί τη λύπη μου. "Έλα, όμορφή μου αγάπη", μου ψιθύρισε και, σηκώνοντάς με, με οδήγησε έξω στη βεράντα. Ήμουν τόσο ταραγμένος και τόσο τυφλωμένος από τα δάκρυα, που δεν είχα αντιληφθεί τον κίνδυνο, ως τη στιγμή που μ' άρπαξαν οι στρατιώτες. Μ' έριξαν κάτω και με ξάπλωσαν ανάσκελα, με τα πόδια ορθάνοιχτα πάνω στα πλακάκια, ακινητοποιώντας με με τις χερούκλες τους από τους καρπούς και τα πέλματα, έτσι που μόνο το κεφάλι μου μπορούσα να κινώ.

    Ο αφέντης γονάτισε πίσω από το κεφάλι μου κι ο Ρασφέρ ανάμεσα στα ανοιχτά σκέλια μου.

    "Δεν θα ξανακάνεις ποτέ αυτό το κακό πράγμα, Τάιτα". Μόνο τότε είδα το νυστέρι που κρατούσε κρυμμένο στην παλάμη του ο Ρασφέρ. Ο αφέντης μου του έγνεψε κι εκείνος άπλωσε το αριστερό του χέρι, που ήταν ελεύθερο, χούφτωσε τα γεννητικά μου όργανα και τα τράβηξε μέχρι που ένιωσα σαν να ξεκολλούσαν τα άντερα από την κοιλιά μου.

    "Για δες δυο όμορφα αυγουλάκια!" είπε χασκογελώντας ο Ρασφέρ και κούνησε το νυστέρι μπροστά στα μάτια μου. "Εγώ όμως θα τα δώσω να τα φάνε οι κροκόδειλοι, όπως έφαγαν και τη φιλεναδίτσα σου". Και φίλησε το λεπίδι.

    "Έλεος, αφέντη", ικέτεψα. "Λυπήσου με..." Αλλά τα παρακάλια μου κατέληξαν σε γοερό ουρλιαχτό καθώς με ξέσκιζε το νυστέρι του Ρασφέρ. Ήταν σαν να μου είχε διαπεράσει το κορμί μια πυρωμένη σούβλα.

    "Πες τους αντίο, ομορφούλη". Ο Ρασφέρ σήκωσε ψηλά τα θλιβερά, ζαρωμένα κρεάτινα σακουλάκια. Ύστερα έκανε να σηκωθεί, αλλά ο αφέντης τον σταμάτησε. "Δεν τέλειωσες ακόμα, Ρασφέρ", είπε ήρεμα. "Θέλω και τα υπόλοιπα".

    Ο δήμιος τον κοίταξε σαν χαζός για μια στιγμή. Κι όταν κατάλαβε την εντολή, ξέσπασε σ' ένα δυνατό γέλιο που έκανε την κοιλιά του να τραντάζεται. "Μα το αίμα του Ώρου! Από δω κι εμπρός το αγοράκι μας θα κάθεται ανακούρκουδα σαν κοπελίτσα για να κατουρήσει!" Κατέβασε ξανά το νυστέρι του στο κορμί μου και τραντάχτηκε πάλι από τα γέλια όταν σήκωσε ψηλά το κομμάτι της σάρκας που μόλις είχε κόψει.

    "Δεν πειράζει, αγόρι μου. Θα περπατάς πιο ανάλαφρα χωρίς αυτό το μαραφέτι". Σκασμένος στα γέλια, κινήθηκε προς το ποτάμι για να πετάξει τα τρόπαιά του, αλλά και πάλι ο αφέντης τον σταμάτησε με μια ξερή διαταγή.

    "Δώσ' τα σ' εμένα!" πρόσταξε. Υπάκουος σαν σκυλί, ο Ρασφέρ απίθωσε τα ματωμένα απομεινάρια του ανδρισμού μου στα απλωμένα χέρια του Ιντέφ. Για μερικές στιγμές ο αφέντης τα περιεργάστηκε εκστατικός κι ύστερα απευθύνθηκε σ' εμένα που σφάδαζα. "Δεν είμαι τόσο άκαρδος για να σου τα στερήσω ολοκληρωτικά, αγάπη μου. Θα τα στείλω στους ταριχευτές κι όταν θα είναι έτοιμα θα πω να τα δέσουν σ' ένα περιδέραιο μαζί με πέρλες και λάπις λάζουλι. Θα είναι το δώρο μου για σένα στην επόμενη γιορτή του Οσίριδος. Έτσι τη μέρα της ταφής σου θα τοποθετηθούν κι αυτά στον τάφο σου κι αν θελήσουν οι θεοί, θα τα χρησιμοποιήσεις στην επόμενη ζωή σου".

    Αυτές οι φριχτές αναμνήσεις μου κόβονταν απότομα στο σημείο που ο Ρασφέρ έχυνε με μια κουτάλα αχνιστή λάκα πάνω στην πληγή μου για να σταματήσει την αιμορραγία. Τότε ο αφόρητος πόνος με είχε βυθίσει στην αναισθησία..."

    (Wilbur Smith, "Ο Θεός Ποταμός")