Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Aνθισμένες Μαργαρίτες

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος DocHeart, στις 1 Μαρτίου 2008.

  1. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    Έπινα ουίσκι στο μπαρ του Καπνίλα μεσημεριάτικα.

    Το λέγανε το μπαρ του Καπνίλα γιατί ο εξαερισμός είχε σταματήσει να λειτουργεί εδώ και χρόνια.

    Ο ίδιος ο Καπνίλας κάπνιζε κάτι φτηνά πούρα, το ένα πίσω απ’το άλλο, έβγαζαν τόσο καπνό που είχες την αίσθηση οτι αυτός είναι ο μόνος υπεύθυνος για τη γκρίζα ομίχλη που χαϊδευε ασταμάτητα τους λαιμούς των σκονισμένων μπουκαλιών στα ράφια, και ας κάπνιζαν μαζί του κι άλλη μια ντουζίνα από ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν από το να βρίσκονται εκεί. Eίχε σκυμμένο το κεφάλι του πάνω από μια εφημερίδα που είχε βρει κάτω απο κάποιο τραπέζι – χθεσινή, προχθεσινή, του περασμένου μήνα, ποιός ξέρει – η καράφλα του αντανακλούσε τα φώτα του ταβανιού και τον ανεμιστήρα που γύριζε νωχελικά.

    Στο μπαρ εκείνη την ώρα μόνοι μας, οι δυο μας. Μουσική δεν είχε. Ακούγότανε μόνο τα αυτοκίνητα να τσαλαπατάνε με τις ρόδες τους τη βρωμοβροχή που ρίχνει όλη την ώρα ο ουρανός ετούτης της πόλης.

    Δε μου πολυαρέσει να πίνω στου Καπνίλα. Σε κανέναν δεν αρέσει να πίνει στου Καπνίλα. Όταν όμως πίνεις στου Καπνίλα, δεν το κάνεις για ευχαρίστηση.

    Μπορεί να το κάνεις γιατί είναι ανοιχτός πάντα. Όχι οτι έρχομαι απ’αυτή τη μεριά του τετραγώνου και τόσο συχνά, αλλά όσες φορές έχω έρθει ο Καπνίλας είναι πάντα στη θέση του, ορατός απ’το πεζοδρόμιο, πίσω απ’τη μπάρα, να φουμάρει το πούρο του και να κάνει κάτι ανάξιο λόγου: να καθαρίζει τον πάγκο, να μασουλάει τσιπς, να βάζει σε παστρικές στήλες τα σουβέρ, ή να διαβάζει παλιά εφημερίδα. Όταν όλα τα άλλα μπαρ κοιμούνται, ο Καπνίλας είναι εκεί. Δεν είχε πει κάποιος οτι ο καλύτερος μπίζνεσμαν είναι αυτός που είναι πάντα εκεί;

    Ένας άλλος λόγος που πίνεις στου Καπνίλα είναι οτι δεν πρόκειται να δεις τίποτα, και φυσικά κανέναν, άγνωστο. Τα σκαμπώ είναι παλιά, δεν έχουν βερνικωθεί ποτέ και από μαύρα κοντεύουν να γίνουν άσπρα. Τα τσιπς που σερβίρει πάντα λίγα και σπασμένα σε χίλια μικρά κομματάκια. Τα ποτήρια γρατζουνισμένα, τα τασάκια αδειασμένα αλλά άπλυτα. Ακόμα και να μην πίνεις στου Καπνίλα μεσημεριάτικα και να το κάνεις αργότερα, μπορείς πάντα να είσαι σίγουρος οτι οι λίγοι άνθρωποι που θα μοιραστούν μαζί σου το δύσοσμο καπνό από τα πούρα του είναι φάτσες γνωστές. Μπορεί να μην ξέρεις τα ονόματά τους, και να μην έχεις σκοπό να τα ρωτήσεις ποτέ. Μπορεί να μην τους έχεις μιλήσει ποτέ. Πιθανότατα δεν έχουν μιλήσει ποτέ ο ένας στον άλλο. Αλλά σίγουρα ξέρεις τη φάτσα τους και ξέρουν τη δική σου, και, κατα μια έννοια, δε φοβάστε ο ένας τον άλλον.

    Οι πελάτες του Καπνίλα έπιναν στο μαγαζί του επειδή ήταν μόνοι τους. Επειδή ήταν κουρασμένοι στο σώμα ή στην ψυχή ή και στα δύο. Επειδή ήταν στεναχωρημένοι, επειδή βαριότουσαν, επειδή δεν ήθελαν να γυρίσουν σπίτι. Επειδή ήθελαν να μεθύσουν με την ησυχία τους, σε μια γωνιά όπου κανείς δεν περίμενε απ’αυτούς να περιμένουν κάτι άλλο.

    Εγώ εκείνο το μεσημέρι έπινα στου Καπνίλα επειδή πραγματικά δεν είχα τίποτα άλλο να κάνω, και είπα να το γιορτάσω στη μπάρα του, εκεί που κανείς δεν περίμενε από ‘μένα να ελπίζω οτι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα.

    Όποιος έπινε στου Καπνίλα ήθελε να κλειστεί για λίγο (ή για πολύ) σε μια φούσκα από ταμπάκο και αλκόολ, και κανείς να μην του τη σπάσει.

    Γι’αυτό όταν άνοιξε η πόρτα, και ο ήχος της βροχής και των αυτοκινήτων δυνάμωσε για λίγα δευτερόλεπτα, και λίγος απο τον καπνό των πούρων του Καπνίλα αποφάσισε να βγει για την τελευταία του βόλτα στη λεωφόρο, και μπήκε στο μαγαζί με αργά βήματα ο Στρογγυλός (παρατσούκλι που του είχε βγει επειδή απαιτούσε απο όλους να σχηματίζουν ένα τέλειο κύκλο γύρω απ’το τραπέζι του πόκερ ώστε να είναι αδύνατον για κάποιο παίκτη να δει τα χαρτιά του άλλου), αισθάνθηκα ενόχληση αντίστοιχη μ’αυτή που νοιώθεις όταν ένα κουνούπι αρχίζει να στριφογυρίζει γύρω απ’τα αυτιά σου ενώ εσύ προσπαθείς να κοιμηθείς.

    Κρέμασε το παλτό του στον καλόγερο. Άφηνε όπου πατούσε υγρά ίχνη.

    «Χα!» Φωνή σαν πριόνι ράγισε την ησυχία του μαγαζιού. «Χα!» Ξανά. «Εδώ είσαι φιλάρα μου! Ένα ουίσκι, παρακαλώ. Και άλλο ένα για το φίλο μου. Θα πιείς, ε; Τί έγινε, το μαγαζί δεν το ανοίγεις τις Τρίτες; Ανέβηκα και τα βρήκα όλα σκοτεινά.»

    «Έχουμε πετύχει τους στόχους μας για το οικονομικό έτος και μας έδωσα μπόνους ρεπό.»

    Ερμήνευσε την εξυπνάδα που πέταξα σαν πρόσκληση να κάτσει δίπλα μου. Το κουστούμι του μια κόλαση από μικρά γκρίζα και άσπρα τετράγωνα, η γραβάτα του τόσο κόκκινη που νόμιζες οτι κάποιος τον είχε πυροβολήσει στο λαιμό. Ο Στρογγυλός είχε το πιο τετράγωνο πρόσωπο που είχα δει ποτέ, χείλη λεπτά, ανύπαρκτα, φάτσα γερασμένη αλλά ξυρισμένη με προσοχή, μύριζε πάντα άφτερ-σέηβ, ακόμα και στις τρεις τα ξημερώματα, όταν τύχαινε να είμαι το διπλανό του σημείο στον κύκλο γύρω απ’το πράσινο τραπέζι.

    Ο Καπνίλας έφερε τα ποτά και άφησε για μεζέ δυο μεγάλα ξεφυσήμματα απ’το πούρο του.

    «Λοιπόν, φιλάρα, ξέρεις κάτι; Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω. Και βέβαια χαίρομαι. Χα! Μα αφού σε έψαχνα και σε βρήκα, είναι δυνατόν να μη χαίρομαι; Χα!» Χαμήλωσε τη φωνή του και τσέκαρε την τοποθεσία του Καπνίλα. Αυτός ήταν στην άλλη άκρη του μπαρ, διάβαζε την εφημερίδα του. Η καράφλα του μας κοίταζε επίμονα.

    «Λοιπόν, φιλάρα, δε θα κάτσω πολύ. Αντίθετα με κάτι άλλους τυχεράκηδες, έχω πολλές δουλειές. Μα κοίτα,» χαμήλωσε κι’άλλο τη φωνή του, «κοίτα... έλεγα μήπως μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια... πώς τις λέτε εσείς οι ντετέκτιβ... μια υπόθεση.»

    «Έχεις χρέη;» Έβαλα ένα τσιγάρο στο στόμα μου. Πριν το καταλάβω πώς, ο αναπτήρας του Στρογγυλού το είχε ανάψει.

    «Όχι, φιλάρα... χρέη ο Στρογγυλός; Ποιός σου τό’πε αυτό;» Άναψε τσιγάρο κι’αυτός. «Άκου χρέη! Εγώ φίλε μου δεν έχω ποτέ χρέη, γι’αυτό με λένε Στρογγυλό. Όλοι μου οι λογαριασμοί έχουν αρχή και τέλος, και όλοι είναι σε ίση απόσταση από το κέντρο. Χα!»

    Όχι. Σε λένε Στρογγυλό γιατί φοβάσαι οτι σε κλέβουν και επιμένεις όλοι να κάθονται γύρω απ’το τραπέζι του πόκερ σε τέλειο κύκλό.

    Η «υπόθεση» του Στρογγυλού που δεν είχε να κάνει με χρέη δε μου προκαλούσε ιδιαίτερη περιέργεια, ούτε καν ενδιαφέρον. Πιθανότατα ήταν ανοησίες, μαλακίες ενός μοναχικού ανθρώπου που ψάχνει παρέα να πιούνε μαζί. Ναι, το μπαρ του Καπνίλα ήταν το λάθος μέρος για να το κάνει αυτό. Αλλά ο άνθρωπος με είχε κεράσει ποτό, και όταν κάποιος σε κερνάει πρέπει να πιεις το ποτό με ρυθμό αργό, να του δώσεις τον χρόνο που αγόρασε με το κέρασμά του για να σου πει όλα αυτά που τον βαραίνουν.

    «Άκου, φιλάρα... Με ξέρεις... Εγώ είμαι ήσυχος άνθρωπος. Δε μ’αρέσουν τα περίεργα πράγματα. Με ξέρεις, είμαι κύριος. Εγώ είμαι ψάλτης. Πάω στην εκκλησία και ψέλνω κάθε δεύτερη Κυριακή. Το ξέρεις αυτό;»

    «Το ξέρω.»

    «Στο έχω πει; Είμαι ψάλτης. Λοιπόν. Καταλαβαίνεις τώρα, για να έρχομαι και να στα λέω μ’αυτό τον τρόπο, κάτι μ’ανησυχεί.»

    «Η Άννα;»

    Γούρλωσε τα μάτια του. «Η Άννα; Η Άννα; Εννοείς τη γυναίκα μου; Την Άννα; Χα!» Κάλυψε το στόμα του με το χέρι του. Η καράφλα του Καπνίλα ήταν ακίνητη.

    «Η Άννα είναι ένας άγγελος, φιλάρα μου. Ένας άγγελος. Χωρίς αυτή δεν ξέρω τι θα είχα γίνει. Νέος είσαι ακόμα. Όταν έρθει η ώρα να παντρευτείς σου εύχομαι να βρεις μια γυναίκα σαν την Άννα. Απ’την καρδιά μου αυτό, φιλάρα μου.»

    Ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Έσφιξε τη γραβάτα.

    «Άκου, φίλε... Η κορούλα μου. Η μικρή. Απ’τον προηγούμενο γάμο μου. Τη θυμάσαι; Κάποτε την έφερνα μαζί μου για πρωινό στου Φαλαφέλα κάθε Σάββατο. Θυμάσαι; Σα χθες μου φαίνεται. Μετά την έπαιρνα για παγωτό, μετά στο λουνα παρκ, μετά στο γήπεδο. Το λάτρευε! Θυμάσαι;»

    Θυμόμουν. Ένα ντροπαλό, σοβαρό, και αμίλητο κορίτσι με αμέτρητες ξανθές μπούκλες και μπλε μάτια, έξι ή εφτά χρονών. Υπέρβαρο, με κοιλιά και μάγουλα. Απόμακρο. Η μάνα της την έφερνε με το αυτοκίνητο στου Φαλαφέλα νωρίς το Σάββατο, έβρισκε τον πατέρα της που ήταν ακόμα εκεί απο το χαρτοπαίγνιο που είχε ξεκινήσει την Παρασκευή το απόγευμα.

    «Πάνε πολλά χρόνια.»

    Κάπνισε με τα ανύπαρκτα χείλη του. «Πολλά, φιλάρα μου. Αλλά, θυμάσαι, ε;»

    «Θυμάμαι.»

    Πέρασε ένα λεπτό χωρίς να μιλήσει. Ήταν διαφορετικός μακριά απ’το πόκερ. Σχεδόν συμπαθής. Αναρωτήθηκα αν και τα υπόλοιπα μούτρα που αντικρύζω τα βράδια στον κύκλο γύρω απ’το πράσινο τραπέζι έχουν κι’αυτά ανησυχίες και προβλήματα. Ίσως μια νέα καριέρα ανοιγόταν μπροστά μου. Ψυχολόγος για ρεμάλια. Θα με κερνάγανε ποτά κι εγώ θα άκουγα τα προβλήματά τους, τις ανησυχίες τους, θα τους άφηνα να μου μιλάνε γι’αυτά που φοβούνται και γι’αυτά που νοσταλγούν.

    «Φιλάρα, ανησυχώ οτι το παιδί έχει πάρει λάθος δρόμο. Κάτι έχω δει. Εγώ είμαι κύριος, φίλε μου. Μπορεί να πήραμε διαζύγιο με τη μάνα της, τι φταίει κι’αυτή, μισότρελη είναι, ξέρεις, αλλά το παιδί μου δε σταματάω να το σκέφτομαι ποτέ. Καταλαβαίνεις; Το παιδί είναι μπλεγμένο.»

    Βαριόμουνα. Θυμήθηκα οτι σε λίγο άρχιζε ο ημιτελικός στην τηλεόραση. «Ναρκωτικά;»

    Ο Στρογγυλός κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέπτη πίσω απ’τα μπουκάλια. Κούνησε το κεφάλι του.

    «Δεν ξέρω. Ίσως. Ίσως κι αυτό, φιλάρα μου. Θα έλεγες οτι αυτό φτάνει για να με κάνει να μη μπορώ να κοιμηθώ... Αλλά τι περιμένεις με τη μάνα που μεγάλωσε.» Έσβησε το τσιγάρο του. Κουνούσε ακόμα το κεφάλι του.

    Το ποτό μου το έπινα αργά, παρ’όλα αυτά είχαν μείνει μόνο μια-δυο γουλιές. «Πες μου.»

    Ο Στρογγυλός με κοίταξε στα μάτια. Είχα να δω τη φάτσα του τόσο θλιμμένη από τότε που του’φαγα ένα πεντακοσάρικο βάζοντας καπάκι στο καρέ του ένα φλος ρουαγιάλ.

    «Πήγα στου Γιουγκοσλάβου προχτές. Στις ταινίες, ξέρεις.»

    Σχεδόν γέλασα. Ο Γιουγκοσλάβος είχε το στριπτιζάδικο με τις πιο ξινισμένες γκόμενες της πόλης. Έχει τρία μικρά δωματιάκια πίσω που μπορείς να πας να δεις δέκα λεπτά τσόντα («σπέσιαλ ταινίες» τις λένε) για ένα τάληρο. Δεν είχα πάει σ’αυτά τα δωμάτια ποτέ, αν και λέγανε οτι οι ταινίες που έδειχνε ήταν ενδιαφέρουσες, διαφορετικές. Ήξερα οτι εκεί πας στο τέλος της βραδιάς, όταν οι πουτανίτσες στα έχουνε φάει για τα καλά, και είναι το μόνο πράγμα που μπορείς να κάνεις για να μαλακιστείς με την ησυχία σου.

    «Ζήτησα να μου δώσουν ένα δωμάτιο προβολής μόνο για μένα. Καταλαβαίνεις, φιλάρα, ήμουν κάπως. Τους είπα να βάλουν την καλύτερη ταινία που έχουν. Αυτή που τους κάνει περήφανους. Καταλαβαίνεις; Ο Στρογγυλός ποτέ δε συμβιβάζεται σε ότι έχει να κάνει με την απόλαυσή του. Καταλαβαίνεις, φιλάρα, έτσι;»

    Εγώ πάντα προτιμούσα να μαλακίζομαι στο σπίτι μου.

    Πίνω την τελευταία γουλιά απ’το ποτό μου. Βλέπω τη σκηνή. Ο Στρογγυλός έχει πιει μια ντουζίνα ποτά αμφιβόλου ποιότητας, σκάει το τελευταίο του τάληρο για να ολοκληρώσει τη βραδιά του. Αντίστοιχα, οι φυσιολογικοί άνθρωποι πίνουν ένα ποτήρι γάλα και πλένουν τα δόντια τους. Βλέπει κάποια γκομενίτσα που μοιάζει στο παιδί του και σαλτάρει.

    Δεν πρέπει να καταλήξω κι εγώ έτσι. Πρέπει να προσέχω πόσο και τι πίνω.

    «Σ’αυτές τις ταινίες όλες οι γυναίκες μοιάζουν. Μακιγιάζ, φωτισμοί, αηδίες. Δεν ήταν το παιδί σου.»

    Ο Στρογγυλός σηκώνεται όρθιος, ανοίγει τα μάτια του διάπλατα και βάζει το χέρι του στο στήθος μου.

    «Ήταν! Νομίζεις οτι δε μπορώ να αναγνωρίσω το παιδί μου; Ήταν!»

    Νιώθω άβολα.

    «Τι θέλεις από ‘μένα;»

    «Θέλω,» λέει τις λέξεις μία-μία. «να» τρέμει ολόκληρος. «σταματήσει.» Μετά μιλάει γρήγορα, σαν πολυβόλο. «Θέλω να της πεις να σταματήσει. Εμένα δε μ’ακούει, τη μάνα της δεν την ακούει, εσένα μπορεί να μη σ’ακούσει. Αν δε σ’ακούσει θέλω να κάνεις αυτούς που τη βάζουν να το κάνει να σ’ακούσουν. Αν...»

    Για λίγα δευτερόλεπτα μένουμε σε αυτή την ηλίθια πόζα. Δυο άντρες γεννημένοι σε διαφορετικές εποχές, με παρόμοια πάθη αλλά με διαφορετικές εμπειρίες. Ο ένας έχει το χέρι του στο στήθος του άλλου. Ο ένας με το πρόσωπό του χαρακωμένο απ’την αγωνία. Ο άλλος αμήχανος και ελαφρώς ενοχλημένος απο την τροπή που πήρε η κουβέντα τους. Δεν υπάρχει «υπόθεση» εδώ. Μόνο μια ιστορία καθημερινή, ένα πιτσιρίκι (αν το πιτσιρίκι για το οποίο μιλάμε είναι το πιτσιρίκι που σόκαρε τον Στρογγυλό όταν εμφανίστηκε στο φτηνό πανί του Γιουγκοσλάβου) που κάνει πειράματα και κονομάει πού και πού κάνα κατοστάρικο. Ένας κοινωνικών διαστάσεων περαστικός λόξυγγας, ένας οικογενειακός πονοκέφαλος που θα περάσει με παρακεταμόλη υπομονής.

    «Αν είναι ακόμα ζωντανή. Φιλάρα μου.»

    Απομακρύνω το χέρι του απο πάνω μου. Αυτός στέκεται μπροστά μου σχεδόν σε στάση προσοχής. Σηκώνομαι.

    «Άκου... πραγματικά δε βλέπω τι μπορώ να κάνω. Και μου φαίνεται οτι τσάμπα στεναχωριέσαι. Παιδί είναι. Μια φάση περνάει.»

    Πιάνει τους ώμους μου και με καθίζει στο σκαμπώ. Κανένας δε μπορεί να με καθίσει στο σκαμπώ με το ζόρι. Το κεφάλι μου γαργαλάει τα ταβάνια των τρένων. Έχω κουβαλήσει μόνος μου στην πλάτη τριθέσιο καναπέ όταν ένας παλιός φίλος μετακόμιζε. Για ένα χιλιόμετρο. Αυτός όμως αντλεί δύναμη από την αγωνία του. Δε μπορώ παρά να τον ακούσω.

    «Δεν το είδες αυτό το πράμα, φιλάρα μου... δεν το είδες!» Βάζει το χέρι του μέσα στο σακάκι του και βγάζει ένα δισκάκι μέσα σ’ένα τετράγωνο μπλε φάκελο.

    Ο Καπνίλας μας κοιτάζει. Ο Στρογγυλός είναι ταραγμένος, δεν το έχει καταλάβει.

    «Ξέρεις πόσο μου κόστισε για να το πάρω αυτό, φιλάρα μου; Δέκα. Δέκα! Τους ρώτησα πόσο κάνει να το πάρω, μου είπαν δέκα, και εκείνη τη στιγμή, επι τόπου, έβγαλα δέκα μεγάλα απ’την τσέπη μου και τα ακούμπησα. Δέκα μεγάλα. Κατάλαβες; Γι’αυτό με λένε Στρογγυλό.»

    Όχι. Σε λένε Στρογγυλό γιατί φοβάσαι οτι σε κλέβουν και επιμένεις όλοι να κάθονται γύρω απ’το τραπέζι του πόκερ σε τέλειο κύκλό. Τώρα η κόρη σου μεγάλωσε, και υπάρχει κάποια στη ζωή σου που έχει διαφορετική απόσταση από το κέντρο απ’ότι έχουν οι υπόλοιποι συμπαίκτες σου. Το πρόβλημά σου είναι οτι βλέπεις τα πάντα σαν πόκερ.

    Βάζει το CD μέσα στην παλάμη μου. Το περιεργάζομαι. Αισθάνομαι με τα δάχτυλά μου οτι ο μπλε φάκελος είναι χοντρός. Περιέχει κι άλλα πράγματα εκτός από το CD. Toν ανοίγω. Ένα εικοσαχίλιαρο σε μεγάλα χαρτονομίσματα. Δεν έχω κρατήσει τόσα λεφτά στα χέρια μου απο τότε που μια παράξενη μελαχροινή με μεγάλη μύτη μου ψιθύρισε να τραβήξω χαρτί απ’το 18.

    «Καταλαβαίνεις, φιλάρα μου, πόσο σημαντικό είναι αυτό για μένα;» Τα χείλη του τρέμουν. «Θέλω να την πείσεις. Να πείσεις όποιον πρέπει να πείσεις. Όσο πιο γρήγορα το κάνεις, τόσο πιο γρήγορα θα πάρεις άλλα τόσα.»

    Στεκόμαστε και οι τρεις όρθιοι.

    «Αν είναι ακόμα ζωντανή, φιλάρα μου.»

    «Γιατί δεν καλείς την αστυνομία; Τί στο διάολο θέλεις να κάνω εγώ σε μια τέτοια ιστορία;»

    Για μια στιγμή μου φαίνεται οτι ο Στρογγυλός θα δακρύσει. Έχω ήδη αναλάβει την υπόθεση.

    «Είμαι ψάλτης. Καταλαβαίνεις, φιλάρα; Κάθε δεύτερη Κυριακή. Στην εκκλησιά.»

    Εγώ, ο Στρογγυλός, ο Καπνίλας, όλοι όρθιοι, κάπου σ’ένα μικρό ποτάδικο που είναι πάντα ανοιχτό, κάπου ανάμεσα στα κτίρια, τα λεωφορεία, τα ταξί, τους ζητιάνους, τους εργάτες, τους αλήτες, τους καθώς πρέπει, τους έτσι, τους αλλιώς, τους οικογενειάρχες, τους άλλους χαρτοπαίχτες, τα ερωτευμένα ζευγάρια, τους μουσικούς που πίνουν καφέ και ετοιμάζονται να πάνε για μια τελευταία πρόβα πριν το γκιγκ, τις πουτάνες που μπανιαρίζονται πριν αρχίσουν τη βραδυνή τους ρουτίνα, τους ανθρώπους και τα έντομα αυτής της πόλης.

    Έξω η βροχή συνεχίζει να πέφτει, επίμονος υγρός σύντροφος για όλους.

    ...

    Στο ασανσέρ για το γραφείο μου συναντώ την Όλια, τη Ρωσσίδα μπαλαρίνα που με κουρεύει μια φορά το μήνα. Γυρνάει απ’το γυμναστήριο, φοράει κόκκινη φόρμα, τα μαύρα μαλλιά της είναι περιορισμένα σε μια κοτσίδα και φτιάχνουν μια μαύρη ρίγα στην πλάτη της. Για μια στιγμή φαντάζομαι τις μασχάλες της να ιδρώνουν καθώς γυμνάζεται.

    Η έτσι κι αλλιώς ανούσια πρόταση βγαίνει απ’τα χείλη μου χαλασμένη. Άλλο να πίνεις βράδι, άλλο μεσημέρι. Το μεσημέρι σε χτυπάει ανάμεσα στα μάτια. Σε γονατίζει.

    «Πώς τα καταφέρνεις και κάθε φορά που σε βλέπω είσαι ομορφότερη;»

    Χαμογελάει.

    «Θα μπορούσατε να το είχατε πει με περισσότερη όρεξη αυτό. Καλό βράδι.»

    Γυναίκες. Πλάσματα απλησίαστα, κι όμως τόσο δικά μας.

    Στο γραφείο ανάβω τον υπολογιστή μου. Βάζω άλλο ένα ουίσκι και ανάβω τσιγάρο. Έχω μόνο τέσσερα. Πρέπει να θυμηθώ να κατέβω να αγοράσω ένα πακέτο πριν κλείσει η ψιλικατζού. Βάζω υπενθύμιση στο κινητό μου.

    Η ταινία με ρουφάει μέσα της.

    Η μικρή έχει μεγαλώσει. Γιατί μας προκαλεί πάντα έκπληξη αυτό; Τα παιδιά αλλάζουν σε εμφάνιση και στυλ μήνα με το μήνα, το γνωρίζουμε, όμως όταν βλέπουμε αυτό που θυμόμαστε σαν παιδί να έχει γίνει γυναίκα, μας φαίνεται δύσκολο να το πιστέψουμε.

    Είναι σίγουρα αυτή. Τα μπλε μάτια και το σοβαρό πρόσωπο με τα αφράτα μάγουλα είναι σαν υπογραφή, σαν δακτυλικό αποτύπωμα. Έχει γίνει ένα ψηλό, λιγνό κορίτσι, με μπράτσα σαν περισπωμένες. Φοράει ένα κόκκινο φόρεμμα που αφήνει τα πόδια της γυμνά, όμορφα λεπτά πόδια, εύθραυστα γόνατα. Τα μάτια της είναι κλειστά. Το στήθος της, δύο ολοστρόγγυλα μικρά φεγγάρια, ανεβοκατεβαίνει με κάθε ανάσα της. Κάθεται πάνω σ’ένα ξύλινο σκαμνί μέσα σ’ένα άδειο δωμάτιο με γκρίζους πέτρινους τοίχους.

    Βλέπουμε αρχικά το προφίλ της. Μετά μια άλλη κάμερα κάνει ζουμ στο στέρνο της, φαίνεται λίγο απ’το πρόσωπό της, τα χείλη της, μισάνοιχτα, και ο σφυγμός στο λακάκι στο κέντρο του λαιμού της.

    Zoom out. Πίσω της, μια πόρτα. Ανοίγει με τρίξιμο, αλλά δεν εμφανίζεται κανείς. Η κάμερα επικεντρώνεται ξανά στο πρόσωπό της. Η μπούκλα δίπλα απο το αριστερό της αυτί είναι κολλημένη στο δέρμα του προσώπου της, ιδρώνει. Το δωμάτιο είναι ζεστό. Δεν έχει παράθυρα. Η κάμερα επιστρέφει στην πόρτα. Είναι ανοιχτή. Μέσα της σκοτάδι. Δεν εμφανίζεται κανείς.

    Πίνω και καπνίζω.

    Η ταινία κόβεται για λίγα δευτερόλεπτα. Μετά βλέπουμε μια άποψη του δωματίου από κάποια κάμερα που είναι τοποθετημένη στο ταβάνι. Η μικρή, με το φόρεμμά της σηκωμένο πάνω απ’τη μέση της, βρίσκεται στα τέσσερα. Ένας τερατώδης τριχωτός τύπος με μια μαύρη κουκούλα, πανύψηλος, τεράστιος, τη χτυπάει.

    Παράξενο. Τα χέρια του. Τα χέρια του είναι τεράστια, μεγαλύτερα απ’ότι ταιριάζει ακόμα και σ’αυτό το πελώριο σώμα του. Κοιτάζω από πιο κοντά και προσπαθώ να δω αν φοράει γάντια. Δε μπορώ να δω, η εικόνα είναι μακρινή και θολή. Της χαστουκίζει τα κωλομέρια. Αυτή βγάζει μικρές, πνιχτές φωνές.

    Μετά η οθόνη γεμίζει με το στόμα της. Η κάμερα στο στόμα της, και κάποιος κρατάει ένα μικρόφωνο ακριβώς μπροστά απ’το πρόσωπό της. Ακούω τις ανάσες της, κοφτές, ακανόνιστες. Βλέπω τα χείλη της να τρέμουν. Ο σφυγμός στο λαιμό της τρέχει σε ρυθμούς αγωνίας.

    Η οθόνη ξαναγίνεται μαύρη. Μουσική. Clair de Lune του Debussy. Μετά τις πρώτες νότες επανέρχεται η εικόνα. Η μικρή είναι γυμνή, βλέπουμε αρχικά την κοιλιά της, το δέρμα της θεσπέσιο μέσα στη θολούρα της ταινίας, μετά η κάμερα κατεβαίνει προς το μουνί της, μικρό και ξυρισμένο, τα μουνόχειλά της φορτωμένα με δέκα μεταλλικές δαγκάνες, πέντε στο κάθε ένα, από τις οποίες φεύγουν καλώδια. Ανάμεσα, τα δάχτυλά της, παίζουν με την κλειτορίδα της.

    Ζοοm out. O τύπος με την κουκούλα κοιτάζει μια μικρή κονσόλα δίπλα απ’το γυναικολογικό κρεβάτι πάνω στο οποίο αυτή είναι δεμένη. Έχει καφέ δερμάτινα δεσμά στα χέρια της, τα πόδια της, τη μέση της και το στήθος της. Το πιάνο παίζεται τώρα πιο δυνατά, και αυτός ανεβάζει ένα διακόπτη. Η μικρή σπαρταράει παγιδευμένη. Οι στριγγλιές της καταπλακώνουν τη μουσική, όλα γίνονται ένα ανακάτεμα πόνου και πιάνου.

    Φορώντας τώρα ένα πολύ μικρό μαύρο φόρεμμα που αφήνει το βρακί της να φαίνεται ακόμα και όταν είναι όρθια, τη βλέπουμε να σκύβει και να μπαίνει μέσα σε ένα κλουβί πολύ μικρών διαστάσεων. Στριμώχνεται, χωράει με τα χίλια ζόρια. Ακούγεται θόρυβος τροχαλίας, το κλουβί αρχίζει να ανυψώνεται. Συνεχίζει, ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά, φτάνει σε μια οροφή που απέχει τουλάχιστον τέσσερα μέτρα απ’το πάτωμα. Κάποιος (το τέρας με τα τεράστια χέρια) της λέει «μαλακίσου!» Αυτή υπακούει. Βάζει το χέρι της ανάμεσα στα πόδια της και αρχίζει να βάζει και να βγάζει γρήγορα τα δάχτυλά της μέσα της. Το κάνει για πολλή ώρα. Μέσα στον περιορισμένο χώρο του κλουβιού καταφέρνει να κατεβάσει το φόρεμμά της και με το άλλο της χέρι να αρχίσει να τσιμπάει δυνατά τις ρώγες της.

    Οι ρώγες της είναι μικρές, ροζ, τα βυζιά της πανέμορφα σχηματισμένα, σχεδόν παιδικά.

    «Χύσε,» ακούμε την ίδια φωνή να προστάζει. Αυτή βαριανασαίνει και μαλακίζεται όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο γρήγορα. Βογγάει.

    «Χύσε τώρα!» Το χέρι της μπαινοβγαίνει ανάμεσα στα μπούτια της όσο πιο γρήγορα μπορεί. Αφήνει μια κραυγή αγνού πόνου. Τραβάει το χέρι της μακριά απ’το μουνί της και αρπάζει το μπράτσο της με το άλλο της χέρι, αρχίζει να το τρίβει. Η κράμπα την κάνει να μην αντέχει να συνεχίσει.

    Θόρυβος τροχαλίας που γυρίζει γρήγορα. Το κλουβί αρχίζει να πέφτει απ’το ταβάνι. Ουρλίάζει.

    Η ταινία τελειώνει και κόβει το ουρλιαχτό της στη μέση.

    Το τσιγάρο μου έχει σβήσει απο μόνο του στο τασάκι. Για λίγα λεπτά απλά κοιτάζω την οθόνη του υπολογιστή μου.

    Το κινητό μου χτυπάει, υπενθυμίζοντάς μου οτι πρέπει να κατέβω για τσιγάρα, αλλά δε θέλω πια να καπνίσω άλλο.

    Έχω χύσει πάνω στο κουστούμι μου, θα πρέπει να το πάω στο καθαριστήριο.

    Ξαπλώνω στον καναπέ του γραφείου και ονειρεύομαι ανοιχτές πόρτες που μέσα τους έχουν μόνο σκοτάδι.

    ...


    Το απόγευμα της επόμενης μέρας η βροχή πέφτει που και που και πολύ σιγά. Κερδίζω ένα μικρό ποσό στον ιππόδρομο χωρίς να σκέφτομαι το στοίχημά μου, έχω μόνο στο μυαλό μου την ταινία. Θέλω να γυρίσω στο γραφείο και να την ξαναδώ, να ξαναχαθώ στα σκοτάδια και τις σκιές της.

    Παίρνω ταξί προς το κέντρο. Κάθομαι πίσω. Κοιτάζω τα χέρια του ταξιτζή πάνω στο τιμόνι. Λες και έχει μάτια στην πλάτη, το καταλαβαίνει, γυρνάει και με κοιτάζει χαμογελαστός.

    «Χέρια, κύριε, αυτά κάνουν τον άντρα, τα χέρια.»

    Είναι μαύρος, πολύ αδύνατος, με μακριά μαλλιά πιασμένα σε κοτσίδα.

    «Τα χέρια είναι εργαλεία, ξέρετε. Όσο καλύτερα τα χρησιμοποιείς, τόσο καλύτερα σε εξυπηρετούν. Αυτό ισχύει, κύριε, όταν γράφεις, όταν παίζεις μουσική, όταν ζωγραφίζεις, όταν κάνεις δουλειές στο σπίτι, όταν δουλεύεις, και όταν κάνεις έρωτα. Δεν ισχύει όταν μαλακιζόμαστε, κύριε. Χα!»

    «Άντε γαμήσου ρε αρχίδι. Θα κατέβω εδώ.»

    «Χα! Εργάζεστε, κύριε; Νομίζω πως η δουλειά σας είναι πολύ σημαντική για εσάς, κύριε. Να προσέχετε τα χέρια σας. Τρία και εβδομήντα, παρακαλώ.»

    Τρώω ένα μπιφτέκι στο φαγάδικο στη γωνία εκατό μέτρα πιο πάνω από το στριπτιζάδικο του Γιουγκοσλάβου. Ξέρω ακριβώς τί έχω να κάνω.

    Το μαγαζί μόλις έχει ανοίξει. Στην είσοδο ζητάω το αφεντικό, με ρωτάνε ποιός είμαι. Τους λέω οτι έχω να του κάνω μια επιχειρηματική πρόταση. Μου λένε οτι θα έρθει αργότερα. Μέσα ο αέρας είναι μωβ και μυρίζει γλυκά και φτηνά. Πίνω ουίσκι και μου την πέφτουν δυο-τρεις χορεύτριες. Δε μιλάω σε καμία. Καταλαβαίνουν οτι είμαι εκεί για άλλη δουλειά και σταματούν να μ’ενοχλούν. Χορεύουν μία-μία και κρέμονται απ’τη μεταλλική μπάρα στο κέντρο της σκηνής λες και προσπαθούν να σταματήσουν την κατρακύλα τους. Περιμένω να δω τη μικρή να εμφανίζεται ανάμεσά τους, αλλά δεν είναι εκεί.

    Έχει άλλα πράγματα να κάνει, πολύ πιο φίνα.

    Γελάω μόνος μου, πνιγμένος στο θυμό μου.

    Βλέπω στο μπαρ να κάθεται ένας κοντοκουρεμένος ξανθός, ξερακιανός, με φαρδύ κούτελο, που πίνει καφέ μέσα απο μια πολύχρωμη κούπα. Όταν βλέπεις κάποιον να πίνει καφέ σε στριπτιζάδικο, μπορείς να είσαι σίγουρος οτι είναι ο ιδιοκτήτης.

    Τον πλησιάζω. Χαϊδεύω το τριανταεξάρι Wesson στην τσέπη του σακακιού μου, δίπλα στην καρδιά μου. Με γεμίζει αυτοπεποίθηση.

    Στέκομαι μπροστά του.

    «Καλησπέρα.»

    «Άντε γαμήσου. Φύγε απ’το μαγαζί μου. Δε γουστάρω ούτε επιχειρηματικές προτάσεις ούτε εξυπνάδες. Οκ;»

    «Καλά τα λες. Έχεις το χάρισμα της επικοινωνίας. Να δούμε πόσο καλά επικοινωνείς και σε συνθήκες ελαφρώς αντίξοες;»

    Κάνει να βγάλει κάτι απ’την τσέπη του αλλά τον προλαβαίνω. Η κάνη του όπλου μου χτυπάει τα μπροστινά δόντια του και σφηνώνεται στις αμυγδαλές του. Βάζω το χέρι μου μέσα στο σακάκι του και βγάζω ένα σαραντατεσσάρι Magnum. Μερικοί άνθρωποι απλώς δεν έχουν στυλ. Το χώνω στην τσέπη του παντελονιού μου.

    Γύρω μου οι μπράβοι αναστατώνονται. Θα μπορούσε οποιοσδήποτε απ’αυτούς να με καθαρίσει εδώ και τώρα. Να με πλησιάσει απο πίσω και να μου φυτέψει μια ωραία σφαίρα βαθειά στο αλκοολούχο μυαλό μου. Όμως, σαστίζουν. Σαστίζει και ο Γιουγκοσλάβος. Σηκώνει το δεξί του χέρι και τους λέει να κρατηθούν.

    «Παιδιά, όλα οκ. Γιατί να μη μπορούμε να ζήσουμε όλοι σε αρμονία και ειρήνη; Το μόνο που θέλω είναι να μου πει το αφεντικό για τη μικρή στο βίντεο με το κλουβί. Πού να τη βρω. Και βέβαια, να μου υποσχεθεί οτι αυτός ή όποιος είχε την έμπνευση για το συγκεκριμένο αριστούργημα δε θα την ξανασκεφτούν.»

    Περνάνε κάποια δευτερόλεπτα. Είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς με μια κάνη στο λαρύγγι του. Τραβάω το όπλο έξω γδέρνοντας τον ουρανίσκο του με δύναμη. Βογγάει. Πιέζω την κάνη έντονα στο αριστερό μάτι του.

    Μια ξανθιά από τα εκατομμύρια που υπάρχουν στον κόσμο χορεύει και χαϊδεύεται στην πίστα.

    «Μένει εδώ απο πάνω, δύο τετράγωνα. Στην καινούργια πολυκατοικία. Με το γκόμενό της. Αυτός μού’φερε το βίντεο, εγώ δεν ξέρω απ’αυτά, τί με πέρασες, παραμάουντ;»

    Η κάνη ξαναβυθίζεται στο στόμα του. Του κόβει το πάνω χείλος.

    «Αυτός με τα μεγάλα χέρια;»

    «Ουέ.» Eννοεί: «Ναι.»

    «Αν ο γκόμενος με τα μεγάλα χέρια σου φέρει άλλο βίντεο, θα το χρησιμοποιήσεις, αφεντικό;»

    Κουνάει το κεφάλι του δεξιά και αριστερά.

    «Ωραία. Πες στα παληκάρια να χαλαρώσουν, τώρα. Δε θέλουμε φασαρία στο μαγαζί, έτσι δεν είναι; Κάνει κακό στον ετήσιο λογιστικό απολογισμό.»

    Με κοιτάζει με το πιστόλι μου στο στόμα του, το τεράστιο κούτελό του ιδρωμένο και ζαρωμένο απ’το φόβο.

    Φεύγω κοιτάζοντας τον καθρέπτη που επενδύει την οροφή. Ένα απ’τα παληκάρια του, ένας άμοιρος πλαδαρός λατίνος, τραβάει πιστόλι.

    Τον καημένο.

    Ακούω τον Γιουγκοσλάβο να του φωνάζει «όχι», και αμέσως μετά, ανάμεσα στα χειροκροτήματα για την ξανθιά που στέλνει φιλιά στους πελάτες, στρέφω το Magnum στο πρόσωπο του επίδοξου δολοφόνου μου. Πουτάνες όπλα, τα Magnum, στα τρώνε όλα, δε σου αφήνουν τίποτα. Το κορμί με μια κόκκινη τρύπα αντί για πρόσωπο στέκεται όρθιο για λίγα δευτερόλεπτα, απορημένο, με το πιστόλι στο ένα χέρι. Καθώς σωριάζεται, το δάχτυλο πατάει στη σκανδάλη. Η σφαίρα χαλάει το μαρμάρινο πάτωμα.

    Έξω χιονίζει. Η βραδιά μόλις άρχισε.

    ...​


    Περπατάω στο πεζοδρόμιο και οι νιφάδες του χιονιού ακουμπάνε το πρόσωπό μου και κάνουν κάθε νεύρο στο σώμα μου να χοροπηδάει.

    Ωστόσο, καταλαβαίνω οτι τα κάνω όλα λάθος. Έχω πιάσει τα πιστόλια από νωρίς, και αυτό είναι κακό σημάδι.

    Τις παλιές καλές μέρες δε χρειαζόταν να χρησιμοποιήσω σχεδόν ποτέ το πιστόλι μου. Ακόμα και στις δύσκολες στιγμές, την έβγαζα με δυο καλές κουβέντες και, αν ήταν αναγκαίο, με τις γροθιές μου. Δεν έχω σκοτώσει πολλούς ανθρώπους. Δεν έχω σκοτώσει ποτέ κανέναν καλό άνθρωπο. Αυτό είναι ασφαλές στοίχημα, αφού δεν ξέρω κανέναν καλό άνθρωπο, άρα πώς θα ήταν δυνατόν να έχω σκοτώσει κάποιον.

    Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να είχα προσέξει περισσότερο το ταλέντο που έχω στη μαγειρική και να είχα γίνει σεφ.

    Περπατάω γρήγορα μέσα στο χιόνι, αλλά δεν ξέρω ακριβώς για ποιο λόγο πηγαίνω στο διαμέρισμα της μικρής. Έχω πολύ καιρό να αναλάβω υπόθεση, είμαι απροπόνητος, πέφτω με τα μούτρα χωρίς σχέδιο. Φοβάμαι οτι θα μου κάνει κακό.

    «Αν είναι ακόμα ζωντανή.»

    Αλλά αυτή είναι μια διαφορετική υπόθεση. Δε μου είχε ζητήσει κάποιος να παρακολουθήσω τη γυναίκα του για να διαπιστώσω αν τον απατά. Δε μου είχε ζητήσει κάποια να βγάλω φωτογραφίες του άντρα της με την ερωμένη του για να του φάει την περιουσία. Ήταν μια διαφορετική υπόθεση. Τις παλιές εποχές, όταν ήμουν ακόμα μπάτσος, θα την λέγαμε «υπόθεση πάθους».

    Όπως και να έχει, όταν θέλεις να επισπεύσεις τις διαδικασίες, τρόπος του λέγειν, χρησιμοποιείς το όπλο σου περισσότερο.

    «Η ξανθιά με τον τεράστιο γκόμενο. Όροφος και διαμέρισμα.»

    «Μένετε εδώ, κύριε;»

    Όχι. Δεν μένω εδώ. Έχω όμως δύο περίστροφα στις τσέπες μου.

    Ο θυρωρός παγώνει, η θέα του Wesson τον παραλύει. Τραβάω τον κόκορα και το «κλικ» τον ξυπνάει.

    «Τέταρτος. Διαμέρισμα 22.»

    «Σ’ευχαριστώ. Θέλεις σιγά-σιγά να αρχίσεις να πηγαίνεις προς το σπίτι; Γιατί να μην κάνεις ένα ρεπό απόψε; Έτσι κι αλλιώς τα πάντα θα είναι ήσυχα.»

    Το ασανσέρ είναι αρχαίο, ένα κλουβί από μέταλλο και ιμάντες, σαν το κλουβί που ο τύπος με τα μεγάλα χέρια παγίδεψε τη μικρή.

    Όλα, για λίγο, στη ζωή όλων μας, είναι ένα κλουβί. Καμιά φορά προσπαθούμε με όλη μας τη δύναμη να δραπετεύσουμε. Συνήθως δεν τα καταφέρνουμε, αλλά το προσπαθούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί ξέρουμε οτι αν τα καταφέρουμε μας περιμένει ένας γλυκός περίπατος στο μονοπάτι το οποίο σε κάθε πλευρά του έχει χιλιάδες ανθισμένες μαργαρίτες, και αέρα, οξυγόνο φρέσκο, καθαρό, αέρα που δεν τον μολύνουν τα αυτοκίνητα και οι βρώμικες ανάσες αυτής της πόλης.

    ...​


    Αρχικά σκέφτομαι να πυροβολήσω την κλειδαριά, μετά σκέφτομαι οτι δε θέλω να πλακώσουν οι μπάτσοι, τουλάχιστον για δέκα λεπτά. Την παραβιάζω με δυο βελόνες. Αυτός κοιμάται μόνος του στο κρεβάτι. Αυτή κοιμάται, ή είναι λιπόθυμη μέσα στο κλουβί της. Ξυπνάει πρώτη. Με κοιτάζει έντρομη, συνεπαρμένη, εκλιπαρούσα. Είναι φιμωμένη, αλλά έτσι κι αλλιώς της γνέφω να μην κάνει θόρυβο.

    Είναι ακόμα ζωντανή. Θυμάμαι οτι το απόγευμα κέρδισα ένα διακοσάρι στον ιππόδρομο μ’ένα ποντάρισμα που έκανε τους άλλους παίκτες να γελάσουν. Σήμερα ήταν μια καλή μέρα.

    Ανάβω το φως. Τραβάω απότομα το πάπλωμα. Είναι τεράστιος. Το σώμα του πιάνει όλο το διπλό κρεβάτι και τα πόδια του κρέμονται απ’έξω. Ο πούτσος του είναι ακάβλωτος αλλά φτάνει μέχρι τη μέση του μηρού του. Τα χέρια του είναι μεγάλα, πάρα πολύ μεγάλα, σε τρομάζουν, είναι φρικιαστικά χέρια.

    Ανοίγει τα μάτια του. Λάθος. Το μάτι του. Το δεύτερο (το αριστερό) είναι ή βγαλμένο, ή τυφλό, ή με κάποιο τρόπο γαμημένο. Είναι αξύριστος και αχτένιστος, και το πιο άσχημο πράγμα που έχω δει ποτέ.

    «Γαμώτ...»

    Κάνει να ανοίξει το συρτάρι, αλλά η σφαίρα του τρυπάει το ήδη γαμημένο μάτι και σφηνώνεται στο κέντρο του εγκεφάλου του.

    Το κλουβί είναι κλειδωμένο με λουκέτο. Της λέω να στριμωχτεί όσο μπορεί, να πάρει τα πόδια της μακριά απ’τα κάγκελα.

    Το πορτατίφ δίπλα στον νεκρό διαλύεται. Αργότερα κάποιοι παλιοί συνάδελφοι θα έρθουν να αναλύσουν την πορεία της σφαίρας. Από το λουκέτο στο πάτωμα, μετά στο λαμπατέρ, μετά στον τοίχο, κάτω απ’τον εσταυρωμένο. Το έχουν δει χιλιάδες φορές.

    Παίρνω το πάπλωμα και το τυλίγω γύρω της.

    «Μ’αγαπούσε, αυτός ο καργιόλης,» κλαίει. «Γιατί τον σκότωσες, ρε μαλάκα, μ’αγαπούσε...»

    Πέφτει στο στήθος μου και αφήνει τους λυγμούς που τόσο καιρό κρατούσε μέσα της να βγουν όλοι μαζί.

    «Με βασάνιζε, αλλά τουλάχιστον μ’αγαπούσε, και τον σκότωσες, μαλάκα.»

    Την κρατάω μέχρι να αρχίσει να ανασαίνει κανονικά. Στο ασανσέρ, σωριάζεται πάλι στην αγκαλιά μου.

    «Πάρε με κάπου αλλού, σε παρακαλώ,» τα χέρια της αγκαλιάζουν το πρόσωπό μου.

    Λέω στον ταξιτζή να μας πάει στο λιμάνι. Πίσω μας ακούγονται τα ουρλιαχτά από τις σειρήνες της αστυνομίας.

    «Πώς σε λένε,» τη ρωτάω, αλλά έχει αποκοιμηθεί πάνω στο στήθος μου. «Δεν πρέπει να ξεχάσουμε να στείλουμε μια κάρτα στον πατέρα σου,» μουρμουράω, χωρίς να σκέφτομαι.

    Δεν θα εισπράξω ποτέ την υπόλοιπη πληρωμή μου.
     
    Last edited: 1 Μαρτίου 2008
  2. Maley

    Maley Contributor

    Απάντηση: Aνθισμένες Μαργαρίτες

    θεος εισαι..
     
  3. female

    female Contributor



    Ανθίζουν τα μεσάνυχτα, στο σκοτάδι;





     
    Last edited by a moderator: 17 Απριλίου 2014
  4. thanasis

    thanasis Contributor

    Αναγνωσθέν με κομμένη ανάσα!  
     
  5. zinnia

    zinnia Contributor

    Τα λόγια ειναι φτωχά..

    Καλύτερα να μην πω τίποτα.. Ετσι κι αλλοιως θ ακουστει τόσο λιγο..
     
  6. sapfw

    sapfw λιβελούλα Contributor

    Απάντηση: Aνθισμένες Μαργαρίτες

    μεταμοντέρνο noir...
    εξαιρετικό...
     
  7. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Πού και κυρίως γιατί κρυβόσουν τόσο καιρό;

    Υ.Γ.

    "εκεί που κανείς δεν περίμενε από μένα να ελπίζω οτι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα."

    "Όλα, για λίγο, στη ζωή όλων μας, είναι ένα κλουβί. Καμιά φορά προσπαθούμε με όλη μας τη δύναμη να δραπετεύσουμε. Συνήθως δεν τα καταφέρνουμε, αλλά το προσπαθούμε έτσι κι αλλιώς, γιατί ξέρουμε οτι αν τα καταφέρουμε μας περιμένει ένας γλυκός περίπατος στο μονοπάτι το οποίο σε κάθε πλευρά του έχει χιλιάδες ανθισμένες μαργαρίτες, και αέρα, οξυγόνο φρέσκο, καθαρό, αέρα που δεν τον μολύνουν τα αυτοκίνητα και οι βρώμικες ανάσες αυτής της πόλης."

    Δεν μπορούν να συνυπάρχουν αυτά τα δύο. Στο ένα από τα δύο, ψεύδεσαι. Κρίνοντας από μένα, ξέρω σε ποιο.
     
  8. Apollyon

    Apollyon God's Demon Contributor

    Απιστευτα δυνατο κειμενο...