Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Pastiche: E.Α Poe και καρδιοφιλία

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος DocHeart, στις 2 Νοεμβρίου 2008.

  1. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    (Εισαγωγή και φινάλε βασισμένα στα διηγήματα "The Cask of Amontillado" και "The Tell-Tale Heart" του Edgar Alan Poe. Το ενδιάμεσο δικό μου. Σα γεμιστό μπισκότο, ένα πράμα. Για τα πρωτότυπα κείμενα του Poe, http://www.poestories.com/ )

    ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------


    Σου φαίνομαι για τρελός;

    Είναι αλήθεια οτι αισθάνομαι λίγο νευκρικός τελευταία. Αλλά, τρελός; Αντιθέτως, αυτή η σχετική νευρικότητα ακονίζει τη λογική μου, δεν την αμβλύνει. Και για να στο αποδείξω, θα σου πω τα πάντα. Θα δεις πόσο ψύχραιμα και δομημένα θα αφηγηθώ αυτά που συνέβησαν. Άκου, λοιπόν.

    Την ανυπακοή της μερικές φορές της τη συγχωρούσα. Και όταν την τιμωρούσα το έκανα με πνεύμα πατρικό. Βλέπεις, λοιπόν; Φταίω κι εγώ. Γιατί αν είχε υποφέρει όσο της άρμοζε όποτε η συμπεριφορά της δεν ταίριαζε στη θέση της, ίσως να είχαμε προλάβει την κατάσταση νωρίτερα.

    Ωστόσο, συνέχιζα να ανέχομαι τα όλο και πιο παιδιαρίστικα καπρίτσια της. Μέχρι που μια μέρα αποφάσισε να περάσει από την ανυπακοή στην αυθάδεια και την προσβολή. Τότε ορκίστηκα οτι θα την τιμωρήσω πολύ σκληρά. Εσύ που ξέρεις τόσο καλά τη φύση της ψυχής μου, μαντεύεις οτι εκείνη τη στιγμή δεν είπα τίποτα. Θα την τιμωρούσα, αλλά στο σωστό χρονικό σημείο. Η καρδιά μου, φίλε μου, πάγωσε τόσο όταν αυτή ψέλισε εκείνα τα άσχημα λόγια, που δε θύμωσα. Απλώς αποφάσισα να σχεδιάσω. Γιατί, στο κάτω κάτω, η άδικη και αχάριστη συμπεριφορά της έπρεπε να τιμωρηθεί χωρίς να διατρέχω κίνδυνο να τιμωρηθώ ο ίδιος από το νόμο. Αυτό πιστεύω οτι είναι το λογικό και το δίκαιο.

    Ήξερα όλες τις αδυναμίες της, μικρές και μεγάλες, απ'έξω κι ανακατωτά. Άλλωστε είμαι ένοχος γιατί δεν τις καταπίεσα ποτέ, μάλλον βοηθούσα με τη συμπεριφορά μου να τραφούν και να μεγαλώσουν. Την άσβηστη δίψα της για Veuve Clicquot. Την εμμονή της με τα ακριβά παπούτσια. Τη λατρεία της για τα διαμάντια. Όμως, κάτω απ΄την επιφάνεια, υπήρχε και ένα στοιχείο για το οποίο άξιζε να τη θαυμάζει κανείς, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε το νεαρό της ηλικίας της. Η αδιάκοπη αναζήτησή της για καινούργια πράγματα που θα ικανοποιήσουν το κορμί της, η αχόρταγη διάθεσή της για καινούργια παιχνίδια, καταστάσεις, μέρη, ανθρώπους, σενάρια. Όπως γνωρίζεις κι εσύ, σε όλες αρέσει να εξερευνούν, λίγες όμως είναι παθιασμένες με την ανακάλυψη καινούργιου ερωτισμού.

    Νωρίς το απόγευμα, ακόμα στο γραφείο, έκανα έναν τελευταίο έλεγχο του σχεδίου μου και των υπολογισμών μου. Όταν μετά απο λίγο γύρισα στο σπίτι, αυτή με υποδέχθηκε με αγκαλιές και φιλιά. Στην ανάσα της μύρισα σαμπάνια. Φόραγε το άσπρο πουλοβεράκι της, την καρώ φούστα και το μαύρο καλσόν της. Κανένας απο εσάς που την είχατε δει δεν κατάφερε να μη σχολιάσει την ομορφιά της κάποια στιγμή. Ξεκίναγε απο τα μάτια της, γαλαζοπράσινες λίμνες στη λιακάδα, έβλεπε μετά κανείς τον μεταξένιο άσπρο λαιμό της, το σχεδόν παιδικό στήθος της, το περπάτημά της, τη λεπτή και εύθραυστη μέση της, τα θεσπέσια καπούλια της.

    Της έδωσα ένα τριαντάφυλλο. “Μύρισέ το,” της είπα. Καθώς το έφερε κοντά στο πρόσωπό της, είδε τη λάμψη του λευκόχρυσου και την αντανάκλαση του φωτός στο διαμάντι ανάμεσα στα ροδοπέταλα. Με αγκάλιασε πάλι, γελώντας τσιριχτά, παιδικά. Έβαλε το δαχτυλίδι στο χέρι της και το κράτησε στο φως, με το στόμα ανοιχτό, εκστασιασμένη.

    Βλέπεις; Τα είχα σχεδιάσει όλα τέλεια.

    Αυτό προσπαθώ να σου εξηγήσω. Με λες τρελό. Αλλά οι τρελοί δε μπορούν να τα σχεδιάσουν όλα τέλεια. Θα έπρεπε να ήσουν εκεί να με έβλεπες, πόσο σοφά και προσεκτικά ξεκίνησα να δουλεύω.

    “Έλα,” της είπα, “δεν πρέπει ν'αργήσουμε.” Και όταν με κοίταξε απορημένη, “σου έχω άλλη μια έκπληξη για απόψε.”

    “Έκπληξη; Βράδι Τρίτης; Δεν είστε κουρασμένος;”

    “Καθόλου. ”


    Εσύ, φίλε μου, γνωρίζεις για το αρχοντικό δίπλα στο ποτάμι, στο Τιτσίνο. Θα συνέχιζες να με λες τρελό αν σου ομολογούσα τώρα οτι το αγόρασα ειδικά για να την τιμωρήσω; Ποιός τρελός σκέφτεται σε τόσο βάθος και με τόση διορατικότητα;

    Φτάσαμε εκεί ξημερώματα. Στο τζετ και στη λιμουζίνα που μας παρέλαβε στη Ζυρίχη φρόντισα να υπάρχει άφθονη σαμπάνια. Ήταν εξουθενωμένη και πολύ πιωμένη όταν μπήκαμε, και μου ζήτησε να πάμε για ύπνο. Τότε της αποκάλυψα οτι αυτό το όμορφο σπίτι είχε ένα πολύ ενδιαφέρον μυστικό. 'Ενα υπόγειο φτιαγμένο για αυτήν και για εμένα, ένα μικρό δωμάτιο χτισμένο για να κάνει πραγματικότητα ένα όνειρό της, μια φαντασίωση για την οποία μου μίλαγε τακτικά.

    Θα έπρεπε να είσαι εκεί για να δεις την κούραση να εξαφανίζεται απο τα θαλασσένια μάτια της, τα υπέροχα χείλη της να χαμογελούν, τα μάγουλα της ξαφνικά να κοκκινίζουν.

    Άνοιξα την κρυφή καταπακτή, κατεβήκαμε τα σκαλιά και άνοιξα την παλιά ξύλινη πόρτα. Η θέα της σήραγγας αρχικά την θορύβησε, μετά την ενθουσίασε. Πήρα από το ράφι τον φακό και πήραμε το δρόμο μας. Εκατό μέτρα, και άλλη μια σκάλα μπροστά μας, μας οδηγούσε ακόμα βαθύτερα μέσα στο έδαφος. Της είπα να είναι προσεκτική στο κατέβασμα. Φτάσαμε τελικά στο τέλος της κατάβασης, και πατήσαμε μαζί το υγρό έδαφος.

    “Μα τι είναι αυτό το μέρος;”

    “Οι κατακόμβες τον Μοντρεσόρς.”

    Ο βηματισμός της ήταν ασταθής. Το διαμαντένιο δαχτυλίδι της έλαμπε κάθε φορά που το φως του φακού έπεφτε πάνω του.

    “Δηλαδή εδώ θάβουν ανθρώπους;”

    Η μικρή (αλλά γλυκειά) δόση φόβου στη φωνή της με έκανε να χαμογελάσω σιωπηλά.

    “Φτάνουμε;”

    “Λίγο ακόμα. Αλλά κοίτα τι πανέμορφα που γυαλίζουν οι τοίχοι.”

    “Αυτό είναι υγρασία;”

    “Όχι, αγάπη μου. Νίτρο.”

    “Νίτρο;”

    “Γνωστό και ως αλατόπετρα.”

    Έγνεψε κουνώντας το κεφάλι της πάνω-κάτω.

    “Πλησιάζουμε;”

    “Οι Μοντρεσόρς ήταν μια πλούσια και μεγάλη οικογένεια. Όσο μεγαλύτερη η οικογένεια, τόσο εκτενέστερες οι κατακόμβες. Ωστόσο, εδώ είμαστε.” Έριξα το φως του φακού πάνω στην ξύλινη πόρτα αριστερά μου.

    Δεν θέλω να υπερηφανεύομαι μεταξύ μας. Γνωρίζεις πόσο υπεύθυνα και συστηματικά δουλεύω. Είχα περάσει μήνες ψάχνοντας το κατάλληλο σπίτι. Και άλλο τόσο συλλέγοντας τον ιατρικό εξοπλισμό μου και τα ιατρικά έπιπλα. Αστείο δεν είναι; Δεν είμαι και ιδιαίτερα καλός με την τεχνολογία, κι όμως κατάφερα να συναθροίσω και να συνδέσω όλα αυτά τα μηχανήματα μόνος μου. WiFi, ξέρεις. Και σε ρωτάω, πώς θα μπορούσε ένας τρελός να το κάνει αυτό;

    Στο κέντρο του ανοίγματος της σπηλιάς είχα φτιάξει ένα μικρό θάλαμο ιατρικής εξέτασης και παρακολούθησης. Γραφείο και πολυθρόνα ασθενούς. Ένα μαύρο δερμάτινο κρεβάτι με πτυσσόμενα στηρίγματα για τα πόδια. Απέναντι, άλλο με άσπρα σεντόνια, ρυθμιζόμενη κλίση και κάγκελα στις πλευρές του. Σε ένα μεταλλικό τραπέζι ήταν τοποθετημένα όλα τα αναγκαία εργαλεία. Αποστειρωμένοι γλωσσοκάτοχοι, θερμόμετρο, σφυριά αντανακλαστικών Taylor και Babinski, οφθαλμοσκόπιο και ωτοσκόπιο, πιεσόμετρο, σπειρόμετρο, στηθοσκόπιο, υπερηχογράφος, καρδιογράφος με αυτοκόλλητα ηλεκτρόδια, γυναικολογικό ενδοσκόπιο, σύρηγγες, καταστροφέας βελόνων και αιμοστατικοί ιμάντες. Πάνω από την πόρτα είχα τοποθετήσει μια κάμερα υψηλής ανάλυσης η οποία άργότερα θα με εντυπωσίαζε με την ποιότητα της μεταδιδόμενης εικόνας.

    “Γουάου!” ψυθίρισε.

    “Σου έχω πει να μη χρησιμοποιείς αυτή την αηδιαστική λέξη,” τη μάλωσα.

    “Συγγνώμη, γιατρέ,” έσκυψε τα μάτια της.

    Ήταν ενθουσιασμένη. Ένιωθα τη διέγερσή της, την ακατανίκητη επιθυμία της να γίνει η ασθενής μου. Ξέρεις, φίλε, πολλές φορές με είχε παρακαλέσει να την εξετάσω. Ήταν το μεγάλο αποθημένο της, το ένα και μοναδικό χατήρι που δεν της είχα κάνει: να τη δω όπως βλέπω καθημερινά ένα πλήθος από γυναίκες στο ιατρείο μου. Καταλαβαίνεις πόσο αδιάφορο μου ήταν κάτι τέτοιο. Έβλεπα πάντα το υπέροχο δέρμα της, τις πορτοκαλί μυτερές ρόγες της, το αστραφτερό μικρό μουνάκι της, και εκεί ήθελα να σταματώ.

    Ειλικρινά, δεν έδινα δεκάρα για το τι συνέβαινε πιο μέσα. Με καταλαβαίνεις, νομίζω.

    Ήμουν εξαιρετικά ψύχραιμος και συγκεντρωμένος. Ξέρεις, όπως δουλεύω συνήθως. Της έγνεψα να καθήσει στην πολυθρόνα. Πήρα την άσπρη μπλούζα από τον καλόγερο και τη φόρεσα.

    “Ηλικία;”

    “22”

    “Μάλιστα. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;”

    Διστάζει.

    “Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα, απλώς θέλω να σιγουρευτώ οτι όλα είναι εντάξει...”

    Παρατηρούσα τότε τα πόδια της, ενωμένα. Δοκίμασε να τα σταυρώσει αλλά άλλαξε γνώμη, έβαλε τελικά τα πέλματα των ποδιών της γερά στο πάτωμα και τα χέρια της στους μηρούς της.

    “Υπάρχει κάποιος λόγος που σε έκανε να θέλεις να σιγουρευτείς αυτή τη συγκεκριμένη περίοδο;”

    “Όχι κάτι ιδιαίτερο... Μερικές φορές ζαλίζομαι. Όταν σηκώνομαι γρήγορα.”

    “Πόσο συχνά;”

    “Αρκετά... σχεδόν κάθε μέρα.”

    “Εδώ και πόσο καιρό;”

    “Πολύ. Πάνω απο ένα χρόνο.”

    “Μάλιστα.” Σημειώνω. “Κάτι άλλο;”

    Χαμήλωσε τότε το βλέμμα της.

    “Αγαπητή μου, δεν υπάρχει λόγος να αισθάνεσαι αμήχανα.”

    “Συγγνώμη.”

    Σου ομολογώ, φίλε μου, οτι στο άκουσμα αυτής της λέξης πέρασα για λίγο σε έναν λάθος τρόπο σκέψης. Σκέφτηκα για μια στιγμή οτι το σχέδιό μου ήταν υπερβολικό, οτι ίσως δεν έπρεπε να την τιμωρήσω τόσο αυστηρά. Όμως είχα προετοιμάσει καλά τον εαυτό μου για τέτοια ενδεχόμενα, και σε διαβεβαιώ οτι είχα την πνευματική διαύγεια να συνεχίσω με την εκτέλεση του σχεδίου μου.

    “Κάτι άλλο, λοιπόν, που σε απασχολεί;”

    Δίστασε πάλι.

    “Δεν έχω πάει ποτέ στο γυναικολόγο.”

    “Εντάξει. Κάθησε εκεί.” Ακολούθησε το νεύμα μου και χρησιμοποίησε τις παλάμες της για να ανυψώσει τον εαυτό της στο εξεταστικό κρεβάτι. Η φούστα της μαζεύτηκε κάτω απ'τα πόδια της, πλάγια στον αριστερό της μηρό ήταν ορατό το τελείωμα της κάλτσας της.

    Εξέτασα πρώτα τα μάτια της. Οι κόρες αντιδρούσαν απόλυτα συμμετρικά στο φως. Τίποτα αξιοσημείωτο στον οπτικό δίσκο.

    Τί πανέμορφα μάτια.

    Το γεγονός οτι ικανοποιούσα άλλη μια επιθυμία κοιτάζωντας μέσα της με ερέθιζε και με εξόργιζε ταυτόχρονα. Δε θέλω να φανταστείς οτι έχασα ούτε για μια στιγμή την ψυχραιμία μου. Όχι μόνο στο στάδιο που σου περιγράφω τώρα, αλλά και στα επόμενα. Αναφέρω σ'εσένα ειδικά τα συναισθήματά μου μόνο και μόνο επειδή γνωρίζεις πόσο καλά τα ελέγχω.

    Ο αψεγάδιαστος λαιμός της δεν είχε κανένα ιατρικό ενδιαφέρον, και το εσωτερικό των μικρών και χαριτωμένων αυτιών της με τους γλυκούς λοβούς είχε το υγειέστατο ροζ της νιότης. Αρτηριακή πίεση 125/90, λίγο ανεβασμένη παρά το άφθονο αλκόολ που πάλευε να καθησυχάσει το παρασυμπαθητικό της σύστημα. Αριστερά στο μέτωπό της, ψηλά, δυο-τρεις πολύ μικρές σταγόνες ιδρώτα έλαμπαν σαν διαμάντια.

    “Βγάλε τη μπλούζα σου.”

    Οι απαλές μασχάλες της εμφανίστηκαν καθώς τράβαγε το ρούχο πάνω απ'το κεφάλι της, αναστατώνοντας τα μαύρα μαλλιά της. Ήταν όμως κοντά (θυμάσαι, άλλωστε) και με ένα τίναγμα του κεφαλιού επανήλθαν στη φόρμα τους. Άκουσα με το στηθοσκόπιο μερικές βαθειές ανάσες της στην πλάτη της και το στήθος της.

    Αισθάνθηκα καλά όταν σκέφτηκα οτι σε λίγες ώρες οι πνεύμονές της θα είχαν πάψει να λειτουργούν.

    “Βγάλε το σουτιέν σου.”

    Κάτω απ΄το αριστερό μαστό της, η καρδιά της ακουγόταν σα ντιζελοκίνητο φορτηγό στην ανηφόρα. Εκεί υπήρχε ένα φύσημα τρίτου βαθμού και ένας πολύ δυνατός συστολικός εξωγενής τρίτος ήχος, ξεκάθαρες ενδείξεις πρόπτωσης της μητροειδούς βαλβίδας. Συχνό εύρημα στις νεαρές γυναίκες, με άφησε, όπως καταλαβαίνεις, εντελώς αδιάφορο, εκτός, ίσως, από την σκέψη οτι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

    Σε σπάνιες περιπτώσεις, η πρόπτωση της μητροειδούς μπορεί να δημιουργήσει μυξαιματικά υπολείμματα στην αριστερή κοιλία, οδηγώντας τελικά σε ανεπάρκεια με υπερτροφία μετά από μερικά χρόνια.

    Αυτή δε χρειαζόταν να ανησυχεί για το τί θα της συμβεί μετά από μερικά χρόνια.

    Θυμάμαι, καλέ μου φίλε, οτι με τη διαταγή μου να βγάλει τη φούστα της και τα εσώρουχά της το κεφάλι της έγειρε λίγο προς το πλάι πριν σηκωθεί και αρχίσει να ξεκουμπώνει τα μαύρα κουμπιά πάνω απ΄το μουνί της. Τράβηξα έξω τα πόδια του κρεβατιού και τη βοήθησα να ακουμπήσει τους λεπτούς αστραγάλους της πάνω τους.

    Από περιγραφική άποψη, το αιδοίο της ήταν άσπιλο. Διακριτικό κάλυμμα κλειτορίδας, αξιοσημείωτα συμμετρικά μεγάλα χείλη, γυαλιστερή ουρήθρα στο βάθος (συγγνώμη που γελάω, αλλά εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα το δαχτυλίδι που της είχα αγοράσει το προηγούμενο μεσημέρι), το περίνεο ανοιχτό ροζ και καλοσχηματισμένο. Θα έλεγα πως ήταν αρκετά ερεθισμένη, και το ενδοσκόπιο γλύστρισε μέσα της εύκολα. Την άνοιξε διάπλατα, το βαμβάκι ποτίστηκε με τα κολπικά υγρά της. Καταλαβαίνεις οτι το δείγμα δεν έφτασε ποτέ σε κάποιο εργαστήριο.

    “Όλα είναι καλά, αγαπητή μου. Μπορείς να φορέσεις το κάτω εσώρουχό σου, όμως θα ήθελα να βγάλουμε ένα καρδιογράφημα.” Είδα την εκτύπωση, την αποτύπωση των ηλεκτρικών κυμμάτων της καρδιάς της, και τότε ήθελα να γελάσω, αλλά συγκρατήθηκα. Ναι, μπορείς να είσαι σίγουρος οτι κρατώ πάντα τη σοβαρότητά μου, ακόμα και σε ασυνήθιστες συνθήκες σαν αυτές που σου αφηγούμαι.

    Άργησα να το αντιληφθώ, αλλά το δεξί της χέρι είχε κατέβει στο μουνί της και τα δάχτυλά της έπαιζαν με την κλειτορίδα της. Έβαλα το δικό μου χέρι πάνω του.

    “Υπομονή,” της είπα, και έσφιξα τον καρπό της αρκετά για να νιώσω το κάτω μέρος του βραχιόνιου οστού της να ραγίζει.

    Τότε έβγαλε ένα πολύ δυνατό ουρλιαχτό. Νομίζω οτι είναι δύσκολο να στο περιγράψω. Αρχικά πήρε μια κοφτή ανάσα και γέμισε τους πνεύμονές της με αέρα, μετά τον χρησιμοποίησε όλον για να ουρλιάξει. Πες μου, δεν είναι θαύμα που υπάρχουν ακόμα μέρη του κόσμου που δε μπορεί να σε ακούσει κανείς;

    “Δε θα πονάς για πολύ,” της είπα. “Στην περίπτωσή σου συνήθως θα χορηγούσαμε μια απλή ενδορραχιαία, αλλά σήμερα είναι μια εξαιρετική περίπτωση.”

    Και τότε, λες και όλοι οι θεοί του κόσμου συνηγορούσαν υπέρ μου, μου επιβεβαίωσε την απόλυτη συγκατάβασή της. “Μάλιστα, γιατρέ.”

    Σου ομολογώ οτι ούτε εγώ ο ίδιος δεν ξέρω γιατί διάλεξα βουπιβακαϊνη. Ίσως επειδή δεν είναι τόσο ισχυρή όσο τα άλλα μέσα αναισθησίας. Παραδέχομαι οτι μου άρεσε η ιδέα οτι έπρεπε να αδειάσω τριες σύρηγγες στη λεπτή, γαλάζια φλέβα της για να σιγουρευτώ οτι το αποτέλεσμα θα ήταν το ζητούμενο.

    Πέρασα πάλι από τις κατακόμβες, αυτή τη φορά μόνος μου. Περπατούσα γρήγορα, καθώς είχα περιέργεια να δω πόσο καλή εικόνα έδινε η κάμερα. Βρέθηκα μετά από λίγο στο μικρό καθιστικό με θέα στο ποτάμι. Έξω είχε ήδη ξημερώσει. Έβαλα ένα ουίσκι. Ποτέ δεν πίνω κατα τη διάρκεια της ημέρας, όμως εκείνη τη στιγμή αισθανόμουν οτι είχα κάνει τόσο καλή δουλειά που μου άξιζε ένα ποτό, ότι ώρα και να ήταν.

    Η μεταδιδόμενη εικόνα ξεπερνούσε τις προσδοκίες μου. Μπορείς να το δεις και μόνος σου αυτό, αν ψάξεις τον φορητό υπολογιστή μου. Αυτή ήταν εκεί, κοιμόταν σαν άγγελος. Ξαπλωμένη στο κρεβάτι εντατικής παρακολούθησης, γυμνή, με τα ηλεκτρόδια να καταγράφουν την ολοένα και πιο νωχελική δραστηριότητα της καρδιάς της. Στην οθόνη μου έβλεπα το καρδιογράφημά της, τα διαστήματα ανάμεσα σε κάθε συστολή και τη διαστολή της καρδιάς της όλο και μεγαλύτερα. Ένα χαμηλότονο “μπιπ” συνόδευε τον κάθε παλμό.



    Όταν η δουλειά μου τελείωσε ήταν ήδη δέκα το πρωί. Καθώς το ρολόι χτύπησε στην αλλαγή της ώρας, πλάγιασα στον καναπέ και κοιμήθηκα μόνος μου. Θυμάμαι, φίλε μου, οτι στον ύπνο μου την είδα να πέφτει στο κενό.

    Έμεινα εκεί για πολλές μέρες, απολαμβάνοντας την πολυτέλεια του αρχοντικού, περπατώντας στην όχθη του ποταμού. Κάποια μεσημέρια σκέφτηκα να πάρω το τρένο για τη Ζυρίχη και να αναζητήσω συντροφιά σε κάποια μέρη που μου είχαν συστήσει γνωστοί, αλλά ποτέ δεν το έκανα. Σε διαβεβαιώ οτι η τοποθεσία του σπιτιού με γέμιζε με γαλήνη, και λυπήθηκα όταν τελικά χρειάστηκε να την αποχωριστώ.

    Ήταν λίγες εβδομάδες αργότερα όταν οι τρεις άνδρες με επισκέφθηκαν. Συστήθηκαν ως αξιωματικοί της αστυνομίας. Τους υποδέχθηκα πρόσχαρα και φιλόξενα. Άλλωστε, τί είχα να φοβηθώ; Τους άφησα να περιηγηθούν ελεύθερα. Άλλωστε, μόνο εγώ γνώριζα τον τρόπο για να αποκαλύψει κανείς τη μυστική καταπακτή, αφού εγώ την είχα κατασκευάσει.

    Οι αστυνομικοί ήταν πλέον πεπεισμένοι οτι δεν είχα την παραμικρή σχέση με την εξαφάνιση της νεαράς. Ο τρόπος μου, καταλαβαίνεις, τους είχε πείσει. Αρχίσαμε να συζητάμε για πράγματα της καθημερινότητας, τον βαρύ χειμώνα που έρχεται, τα καινούργια μαγαζιά στο Bellimfeld, τη νεολαία που στερείται σεβασμού για τους μεγαλύτερους. Αλλά πριν περάσει πολλή ώρα, μου φάνηκε οτι άκουγα ένα κουδούνισμα στα αυτιά μου. Αυτοί όμως κάθησαν, έπιναν καφέ, μίλαγαν. Το κουδούνισμα έγινε πιο έντονο – συνέχισε και έγινε πιο έντονο. Μίλαγα κι εγώ, πασχίζοντας να το αγνοήσω. Αλλά αυτό συνέχισε και απέκτησε καθαρότητα και ορισμό, μέχρι που, τελικά, κατάλαβα οτι το κουδούνισμα δεν ήταν μέσα στα αυτιά μου, και μάλιστα δεν ήταν καν κουδούνισμα.

    “Μπιπ... Μπιπ...” Ένας τόνος... επαναλαμβανόμενος περίπου μια φορά κάθε δευτερόλεπτο...

    Χλώμιασα, νομίζω, γιατί οι αστυνομικοί με κοίταξαν ανήσυχοι. Και ο ήχος όλο και δυνάμωνε. Αλλά, τί να έκανα; Ήταν ένας έντονος, διαπεραστικός ήχος, ηλεκτρονικός, ρυθμικός. Δοκίμασα να τους πω οτι ήταν ώρα να πηγαίνουν, είχα πράγματα να κάνω, αλλά ο ήχος δυνάμωνε. Γιατί δε φεύγουν; Βημάτιζα τώρα γύρω γύρω στο δωμάτιο, λέγοντάς τους να φύγουν. Άφρισα, έβαλα τις φωνές, έβρισα. Αλλά ο ήχος δυνάμωνε, όλο και πιο δυνατός, ω θεέ μου, τα πάντα μπορεί να τα ανεχθεί κανείς εκτός απο αυτήν εδώ την παράνοια, τέρμα τα υποκριτικά χαμόγελα, θέλω να ουρλιάξω, “Καθάρματα, μη με βασανίζετε άλλο, ομολογώ! - ξηλώστε τα ξύλα στο πάτωμα εκει πέρα, εκεί, ΕΚΕΙ! Είναι ο χυδαίος χτύπος της καρδιάς της.”
     
    Last edited: 2 Νοεμβρίου 2008