Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Sisters

Συζήτηση στο φόρουμ 'BDSM Art and Literature' που ξεκίνησε από το μέλος DocHeart, στις 19 Φεβρουαρίου 2008.

  1. DocHeart

    DocHeart Δυσνόητα Ευνόητος

    «Ξανθιά, μικρή, και άμυαλη. Ότι πρέπει για σένα.»

    Έτσι είχε περιγράψει την Ελένη η αδελφή της η Όλγα, συνάδελφος στο τμήμα σύνταξης και μεγάλος, παλιός, πάντα ζωντανός μου έρωτας.

    Την ρώτησα αν η μικρή της αδελφή της μοιάζει καθόλου, είτε εμφανισιακά, είτε σαν προσωπικότητα.

    «Σου είπα,» με στραβοκοίταξε. «Ξανθιά, μικρή, και άμυαλη.»

    Στο πάρτι η Όλγα εμφανίζεται στριμωγμένη μέσα σ’ένα στενό μαύρο φόρεμα που κρύβει ακόμα και τον αστράγαλό της, αφήνει όμως όλη την πλάτη της (όλο αυτό το λευκό αψεγάδιαστο δέρμα) για να το κοιτάζουν τα αντρικά μάτια. Τα δικά μου είναι πεινασμένα ανδρικά μάτια. Κάποιων άλλων τα μάτια είναι πιο χορτασμένα, αλλά η σπονδυλική της στήλη και η διαγραφόμμενη αρχή του κώλου της στο τελείωμα του φορέματός της τους ανοίγουν έτσι κι αλλιώς την όρεξη.

    Ο σύζυγος ψηλός, μελαμψός, γεμάτος αυτοπεποίθηση και κοινωνικότητα, καλωσορίζει τον κόσμο με θέρμη, μιλάει σε όλους με ενδιαφέρον και ουσία, φροντίζει να μην υπάρχουν παύσεις στο παίξιμο της υποτονικής μουσικής του. Αισθάνομαι οτι με αποφεύγει. Δε μου καίγεται καρφί. Έχω ξαναδεί πετυχημένους επιχειρηματίες. Με ανακατεύουν. Κάνει μεγάλα ντηλάκια. Να κάνει ότι θέλει. Κάτι μου λέει οτι το μέλλον του είναι λιγότερο λαμπρό απ’το παρόν του.

    Ένας καλεσμένος είχε ήδη βγει στο μπαλκόνι με μια μελαχροινή. Το σώμα της μου θυμίζει μιούζικαλ με τη Μπάρμπαρα Στρέιζαντ. Παρακολουθώ με την άκρη του ματιού μου την πορεία του χεριού του στο πίσω μέρος της φούστας της, και την προσεκτική εισβολή του ανάμεσα στα μπούτια της. Κάποιοι συζητούν για ποδόσφαιρο και με ρωτούν τη γνώμη μου. Τους απαντώ οτι κάθε παιχνίδι είναι διαφορετικό.

    Η Ελένη φτάνει μετά τις 12. Ένα μαύρο μάλλινο παλτό αφαιρείται για να αποκαλύψει ένα κόκκινο φόρεμα, απ’αυτά που δίνουν έναυσμα για ανέκδοτα σχετικά με έλλειψη υφάσματος. Μακρύ το μαλλί, η πλάτη της όλη ξανθιά. Πηγαίνει αμέσως στο δωμάτιο με το λιγότερο κόσμο, στην τραπεζαρία. Βοηθάει κάποιον με τα καναπεδάκια. Παίρνει δυο πιατέλες, μία σε κάθε χέρι, και μοιράζει έδεσμα στους πιο κοντινούς. Μια λεπτή αλυσίδα με ένα μικρό σταυρό πέφτει πάνω στο κέντρο του στήθους της, άλλες φορές, ανάλογα με τη στάση της, αγγίζει το δεξί στήθος της, άλλες το αριστερό. Εγώ την παρατηρώ από την απέναντι άκρη του σαλονιού. Με κοιτάζει. Την κοιτάζω. Κάπνιζω. Δε χαμογελάω εγκαίρως. Μετά σκέφτομαι οτι ίσως να έκανα καλά που δε χαμογέλασα. Αγκαλιάζει τον κουνιάδο της. Είναι απ’αυτές τις γυναίκες που ταιριάζουν απόλυτα μέσα στις ανδρικές αγκαλιές.

    «Ποτό;»

    Η Όλγα με παρατηρεί από ώρα να κοιτάζω την αδεφή της. Με πλησιάζει χωρίς να τη δω. Ποτέ μην ξεχνάς τα νώτα σου.

    «Ευχαριστώ.» Παίρνει το ποτήρι μου και επιστρέφει σβέλτα, χωρίς να μιλήσει σχεδόν καθόλου σε ένα ζευγάρι που μόλις μπήκε στο σπίτι.

    «Πώς τη βλέπεις τη μικρή;» Ακουμπάει το ποτήρι της στο δικό μου τόσο σιγά που το γυαλί δε βγάζει ήχο.

    «Προσπαθείς να με προξενέψεις;» Το μαρτίνι που μου έχει φτιάξει έχει πολύ περισσότερο τζιν απ’ότι είναι ευγενικό.

    «Ξέρεις,»

    (βάζει το χέρι της γύρω απ’τη μέση μου και φέρνει το στόμα της στο αυτί μου και σχεδόν ψιθυρίζει)

    «Ξέρεις, δε θα σού’κανε κακό να γνωρίσεις κάποια. Έχω συμφέρον. Μπορεί να σε κάνει λίγο λιγότερο ανυπόφορο στη δουλειά.»

    Χαμογελάω και πίνω. «Εγώ θέλω εσένα.»

    Με κοιτάζει στα μάτια. «Όπως παλιά;»

    «Όπως παλιά.»

    Τινάζει το κεφάλι της προς τα πίσω και γελάει δυνατά. Στέλνει τη ματιά της προς το σύζυγό της, ο οποίος μιλάει με ενθουσιασμό σε έναν πενηντάρη με πολύ ακριβό ρολόι. «Ρώτα εκείνον το ψηλό,» κελαηδάει, και κάνει να φύγει.

    Την τραβάω απ’το μανίκι.

    «Τόσο καλός είναι;»

    Τραβάει το χέρι της με δύναμη. Πιάνει το πρόσωπό μου στα χέρια της και με κοιτάει στα μάτια. «Δεν έχει σημασία.»

    Κάνει λίγα βήματα και βρίσκεται να αιωρείται απ’το μπράτσο του.

    Το ξέρω οτι δεν υπάρχει περίπτωση να ξανασυμβεί, αγάπη μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε ξανακρατήσω στην αγκαλιά μου, ούτε να δω τα χέρια σου δεμένα πίσω απ’την πλάτη σου καθώς είσαι ξαπλωμένη μπρούμυτα, περιμένοντας ανυπόμονα τη ζώνη μου, ούτε πρόκειται ποτέ να ξαναδώ την κοφτή ανάσα σου να κάνει την κοιλιά σου να τρέμει καθώς περιμένεις την επόμενη σταγόνα κεριού να στάξει κάπου γύρω απ’τον αφαλό σου, ούτε πρόκειται ποτέ να σου κλείσω το στόμα και τη μύτη με το χέρι μου και να σου στερήσω την ανάσα μέχρι τα μάτια σου να γεμίσουν φόβο.

    Το ξέρω, αλλά δε μπορώ να σταματήσω να το σκέφτομαι.

    Επιθεωρώ το χώρο χωρίς να κουνηθώ απ’τη γωνία μου. Δε βλέπω τη μικρή. Ο τύπος στο μπαλκόνι είχε βάλει το χέρι του κάτω απ’τη μπλούζα της μελαχροινής και πιάνει το “Hello Dolly”. Η ποδοσφαιρόφιλη παρέα με ρωτάει αν πιστεύω οτι ο προπονητής έχει πραγματικό πλάνο. Τους απαντώ οτι όλα κρίνονται απ’τα αποτελέσματα.

    Πίνω. Το μαρτίνι μου ίσως είναι σκέτο τζιν.

    «Εσείς είστε ο Ποιητής;»

    Οι δύο αδελφές μοιράζονται το ταλέντο του να σε πλησιάζουν χωρίς να τις βλέπεις. Ποτέ μην ξεχνάς τα νώτα σου.

    Δεν είναι οτι δεν έχω χιούμορ. Υπάρχουν πράγματα που με κάνουν και γελάω. Τα παρατσούκλια δε με κάνουν να γελάω.

    Ο Ποιητής.

    Στην αίθουσα σύνταξης, η Όλγα βλέπει το κομμάτι που έχω γράψει για το θάνατο του Ντίζι Γκιλέσπι. Ο χοντροκομμένος συναισθηματισμός μου εμπνέει το σαρκασμό της, και μου κολλάει το παρατσούκλι. Έχω εξηγήσει σε όλους στη δουλειά για ποιούς λόγους δε μ’αρέσει, και περνάνε μερικά χρόνια χωρίς ποτέ κανείς να με αποκαλέσει έτσι, ούτε καν η ίδια η εμπνευστής του. Και τώρα ένα ξανθό πιτσιρίκι τολμά.

    Εντάξει, γέρο, μάλλον πρέπει να αποδείξεις στον εαυτό σου οτι η μπογιά σου ακόμα περνάει.

    «Πες στην αδελφή σου οτι έχει μεγάλο στόμα.»

    Καπνίζω. Χαμογελάει. Ο διάολος ο ίδιος θα έδινε σημασία σ’αυτό το χαμόγελο. Χαμόγελο που σε κάνει να σκέφτεσαι οτι υπάρχουν μερικές οδοντόκρεμες που πραγματικά είναι καλύτερες από τις άλλες. Χαμόγελο που σε κάνει να σκέφτεσαι οτι η γυναίκα που θέλεις είναι εδώ μπροστά σου, αρκεί να βρεις την όρεξη να το παραδεχθείς.

    Ο ψηλός βάζει τώρα τραγούδια της Diana Krall. Στη μέση του δωματίου δύο ζευγάρια χορεύουν αγκαλιά.

    Ο σταυρός της ακουμπά το δέρμα πάνω απ’την καρδιά της.

    «Πού είναι οι φίλοι σου απ’το σχολείο; Δεν τους άφησε η μαμά τους να έρθουν;» Κοιτάζω προς το μπαρ. Είναι ώρα να ξαναγεμίσω το ποτήρι μου με ένα μαρτίνι όσο το δυνατόν αγενέστερο.

    «Δεν πάω σχολείο.»

    «Πόσων χρόνων είσαι;»

    «Είκοσι τέσσερα. Δε μου φαίνεται;»

    «Όχι.»

    «Μπορώ;» Παίρνει το ποτήρι απ’το χέρι μου και τα δάχτυλά της αγγίζουν τα δικά μου. Η επαφή με συναρπάζει, η υφή του χεριού της καίει τα δάχτυλά μου καθώς βαδίζει προς το μπαρ, καθώς η κίνηση των ποδιών της κάνει την παρέα που συζητάει για ποδόσφαιρο να σιωπήσει για λίγο.

    Αυτή είναι μια γυναίκα παιδικής ομορφιάς, ένα παιδί με γυναικεία γοητεία. Το αστείο της στοχευμένο, προορισμένο για εκεί που με πονάει. Δασκαλεμένη από τη μεγαλύτερη αδελφή της, την παλιά πουτάνα, ναι, αλλά και απο μόνη της ξεδιάντροπη, αναίσχυντη, έτοιμη να πει σε έναν άγνωστο αυτό που ξέρει οτι θα τον ενοχλήσει.

    «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω.» Μου δίνει το ποτό. Μυρίζει σαν θάλασσα και σαν πορτοκαλιά. Να πάρει ο διάολος τους κατασκευαστές αρωμάτων, δίνουν στις γυναίκες όπλα για να σκοτώνουν το μυαλό των ανδρών.

    «Είμαι εδώ επειδή γιορτάζει η αδερφή σου. Το ξέχασες;» Πίνω μια γουλιά. Tα μάτια μου και ο λαιμός μου παίρνουν φωτιά. Αυτές οι δύο ξέρουν πώς να φτιάχνουν ένα δυνατό μαρτίνι, και ξέρουν και να το σερβίρουν. Ακουμπάω το ποτό σε ένα ράφι γεμάτο παιδικές φωτογραφίες. Η Όλγα και η Ελένη. Η Ελένη και η Όλγα. Η Όλγα. Η Ελένη. Η Ελένη και η Όλγα ξανά.

    «Το θυμάμαι. Είμαι σίγουρος πως είναι πολύ ευτυχής που ήρθατε. Με κουράζουν τα πάρτι, όμως. Εσάς;»

    «Εξαρτάται από την παρέα.»

    Με κάνει νευρικό. Το μπαλκόνι άδειο, ο τύπος με τη μελαχροινή εξαφανίστηκαν χωρίς να τους πάρω χαμπάρι. Πιο πολλά ζευγάρια έχουν σηκωθεί τώρα, χορεύουν άτσαλα swing, η Όλγα κάθεται σε ένα ψηλό σκαμπό μπροστά απ’το μπαρ και φιλάει το σύζυγό της. Η ποδοσφαιρόφιλη παρέα έχει σκορπίσει, ο τύπος με το ακριβό ρολόι πίνει σκέτο ουίσκι και μιλάει στο κινητό του, αυτή πλησιάζει κι άλλο, στέκεται δίπλα μου, νιώθω το σώμα της να με πιέζει.

    «Τί άλλο σου έχει πει η Όλγα για μένα;»

    «Πολλά πράγματα. Πάντα μιλάει με τα καλύτερα λόγια για εσάς.» Τα μάτια της ανοιγοκλείνουν. Το στήθος της πιέζει το δικό μου.

    Να πάρει ο διάολος.

    Οκέι, λοιπόν, μικρή μου.

    Αφού έτσι το θέλεις.

    Βουτάω το δεξί της χέρι και το διπλώνω πίσω απ’την πλάτη της τραβώντας το ψηλά. Ο ώμος της ανοίγει περισσότερο απ’ότι πρέπει. Τα νεύρα του χεριού της φλογίζονται. Πονάει.

    «Κάποιος πρέπει να σε μάθει τρόπους.»

    Τα φώτα χαμηλώνουν. Ο ψηλός ανακοινώνει: «Ένα τραγούδι για όλους τους ερωτευμένους!» και παίζει το Νight and Day του Porter, κάποια φτηνή εκτέλεση χωρις φωνητικά, στο μισοσκόταδο τα ζευγάρια χορεύουν και φιλιούνται. Ο πενηντάρης με το ρόλεξ έχει φύγει.

    Αυτή αφήνει ένα μικρό βογγητό να της ξεφύγει. Και μετά: «Κι’άλλο.»

    Στρίβω τον καρπό της. Στην αρχή λίγο, μετά λίγο περισσότερο.

    «Πάμε,» με τραβάει απ’το χέρι και πριν προλάβω να ευχαριστήσω τους οικοδεσπότες μας, οδηγάω στη λεωφόρο μαζί της.


    ***


    Στο ασανσέρ της πολυκατοικίας μου φιλάω για πρώτη φορά το στόμα της. Μας βλέπω στον καθρέφτη, ένα ζευγάρι βγαλμένο απ’το πουθενά, αταίριαστο, κι όμως εκείνη τη στιγμή νιώθω οτι όλα αυτά είναι αποτέλεσμα ενός πλάνου, λες και όλη μου η ζωή μέχρι τώρα πέρασε για να φτάσω σ’αυτό το σημείο, να δαγκώνω αυτή τη μικρή γλώσσα, να αγγίζω αυτόν τον σχεδόν γυάλινο λαιμό.

    «Ποτό,» μπαίνει στο διαμέρισμα σα να μη μπορεί να κρατήσει τα κάτουρά της, αλλά δεν τρέχει στον καμπινέ. Βρίσκει μόνη της ποτήρια, τα γεμίζει μέχρι πάνω με ουίσκι. Την πιάνω μπροστά απ’το τραπέζι και της σηκώνω τη φούστα, είναι εύκολο, μπαίνω αμέσως μέσα της, αισθάνομαι να καίγομαι στο στήθος μου και στην κοιλιά μου, τα χέρια μου στον κάτασπρο κώλο της, τα πόδια μου τρέμουν.

    Έχει μαύρα μαλλιά.

    «Τί σκατά έκανες; Πότε έβαλες περούκα;» Όμως με τραβάει μέσα της με δύναμη. Δε μπορώ να σκεφτώ. Για λίγο φάινονται όλα κόκκινα. Μετά πορτοκαλί.

    Μετά απο λίγο είμαι στον καναπέ μου, το ξέρω καλά αυτό. Αλλά καταλαβαίνω καλά οτι το μυαλό μου είναι μπερδεμένο, τα μηνύματα που στέλνει στη συνείδησή μου ψευδίζουν και τρεκλίζουν. Είμαι μεθυσμένος, πιο πολύ απ’ότι πρέπει, πιο πολύ απ’ότι είναι ευγενικό, αλλά δεν είναι αυτό, κάτι άλλο, κάτι άλλο, κάτι άλλο...

    «Πάντα είμαι κακό κορίτσι. Πάντα. Το ξέρετε, έτσι δεν είναι, Ποιητή;» Αυτή είναι δίπλα μου, τα μαλλιά της σαν το απόλυτο σκοτάδι, τα μάτια της όπως τότε που έχανα το πρόσωπό μου μέσα τους καθώς τη γαμούσα στον τοίχο. Όπως παλιά.

    Όπως παλιά.

    Όλγα.

    «Δε μ’αρέσει να με λες Ποιητή. Στο έχω ξαναπεί. Δώσε μου ένα φιλί.»

    Παίρνω το στόμα της στο στόμα μου και καταπίνω τα σάλια της. Επιτέλους, Όλγα. Όπως παλιά.

    «Κλείσε τα μάτια σου.»

    Με υπακούει. Τα χείλη της ακόμα μισάνοιχτα, μουσκεμένα απ’το φιλί μου, περιμένει το επόμενο φιλί, ένα απαλό άγγιγμα με την πιο κόκκινη σάρκα του σώματος, ζέστη στα χείλη της, τα μάτια της ερμητικά κλειστά.

    Όλγα.

    Ο ήχος του χαστουκιού κάνει το δωμάτιο να αστράψει και της κόβεται η ανάσα. Τινάζεται προς τα πίσω. Τα μαύρα μαλιά της χύνονται πάνω στο ύφασμα του καναπέ και το κάνουν έργο τέχνης. Όλγα. Αφήνει να της φύγει ένα βογγητό πόνου μετά από λίγα δευτερόλεπτα.

    «Πώς θα με λες;»

    «Κύριε.»

    Της χαϊδεύω το πρόσωπο. Είναι ακόμα αναστατωμένη από το πρώτο χτύπημα. Την κοιτάζω με αγάπη. Η Όλγα μου. Όμως, δεν είναι η Όλγα, είναι η αδελφή της, έτσι δεν είναι; Τί σκατά; Έφυγα απο το πάρτι με την Ελένη, όμως είμαι εδώ με την Όλγα, το βλέπω, Όλγα, επιτέλους, πάλι μαζί, όπως παλιά, θυμάσαι, θυμάσαι Όλγα;

    Το δεύτερο χαστούκι τη σωριάζει στον καναπέ. Μια σταγόνα αίματος στάζει από τη μύτη της πάνω στο ύφασμα. Μ’αρέσει να την πληγώνω όσο μ΄αρέσει να την αγαπάω. Τί σκατά; Αυτή είναι η Όλγα. Έφυγα απ’το πάρτι με την Ελένη. Πώς γίνεται τώρα να είμαι με την Όλγα;

    «Δεν είναι περούκα, κοιτάξτε, κύριε!» Όρθια, ολόγυμνη, τραβάει τα μαλλιά της με τα χέρια της, το πρόσωπό της πίνακας ζωγραφικής, αλλάζει μορφές και όψεις, ζαλίζομαι, όλα κόκκινα, πότε έβαλα μουσική, δε θυμάμαι να βάζω μουσική, όμορφη jazz, μαλλιά μαύρα, δεν είναι περούκα, ουρανός, απογειώσεις με αεροπλάνα, κολύμπι στην κρύα λίμνη, δεν είναι περούκα, σοκολατένια γεύση στα χείλη της, αυτή γυμνή, αυτή δεν είναι η Ελένη, πώς διάολο μου μπήκε στο μυαλό οτι έφυγα απ’το πάρτι με την Ελένη; Έφυγα με την Όλγα. Βεβαίως, η Ελένη χόρευε με το σύζυγό της, η Όλγα με αποκάλεσε «Ποιητή» επειδή ξέρει οτι με πειράζει, της το είχε πει η αδελφή της, έφυγα με την Όλγα, ποτέ δε φίλησα την Ελένη, πάντα φιλούσα την Όλγα, ποτέ δε χαστούκισα την Ελένη, η Ελένη δεν έχει τίποτα να κάνει μαζί μου, είμαι με την Όλγα.

    Κάτι έβαλαν στο ποτό μου. Έχει μαύρα μαλλιά. Κάτι έβαλαν στο ποτό μου. Δε με νοιάζει. Είναι η Όλγα.

    Όπως παλιά.

    Πιάνω τα μαλιά της και τη σηκώνω όρθια. Τη διατάζω να γονατίσει στη στάση του Πύργου, που τόσο μου άρεσε όταν ακόμα ήταν σκλάβα μου. Γονατίζει με τα πόδια ενωμένα και τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά στην κοιλιά της, το κεφάλι της γερμένο δεξιά, η ματιά της στο πάτωμα. Τί σκατά, πότε της έδεσα τα χέρια; Κάτι έβαλαν στο ποτό μου.

    Όλγα.

    Κατεβάζω το παντελόνι μου και βάζω τον πούτσο μου στο στόμα της. Με φιλάει και με ρουφάει ακριβώς όπως τότε. Φοράει ένα κόκκινο φόρεμα. Φυσικά και είναι η Όλγα. Η Όλγα φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα απόψε. Η Ελένη ένα μαύρο, μακρύ, που άφηνε την πλάτη της γυμνή.

    Είναι δεμένη στο κρεβάτι, ανάσκελα, χέρια και πόδια ανοιχτά. Τη γεμίζω καυτό κερί. Ανασαίνει βαριά, με κάθε εκπνοή αφήνει ένα βογγητό, το μουνί της στάζει.

    Τη γαμάω δεμένη πιέζοντας το χέρι μου στο πρόσωπό της. Της επιτρέπεται να πάρει αναπνοή όποτε θέλω εγώ. Όταν την αφήνω, λαχανιάζει σαν κυνηγημένο ζώο. Όταν την αφήνω, νιώθω το μουνί της να σφίγγεται πάνω στον πούτσο μου και να χύνει ξανά, και ξανά.

    «Πώς με λένε;»

    «Κύριε.»

    Τα ηλεκτρόδια ζεματάνε τους αστραγάλους της.

    «Πώς με λένε;»

    «Κύριε!»

    Περνάω τις βελόνες στις ρόγες της και τις ζεσταίνω συνεχώς με τον αναπτήρα που μου είχε κάνει δώρο. Όλγα. Γίνονται όλο και πιο καυτές.

    «ΚΥΡΙΕ!»

    Τη γαμάω πάλι, τα μανταλάκια στα μουνόχειλά της γδέρνουν το δέρμα του πούτσου μου, ο πόνος της και τα χύσια μου το γεμίζουν.

    Όλγα.


    ***


    Όταν συνέρχομαι έχει αρχίσει να βραδιάζει, και θυμάμαι οτι η Όλγα μου είπε αντίο μ’ένα φιλί στις δέκα παρα είκοσι. Πάντα έφευγε νωρίς, τη θυμάμαι πάντα να με ξυπνάει με ένα φιλί και να μου λέει οτι θα τα πούμε αργότερα και να μου εύχεται καλημέρα. Δεν ήπιαμε ποτέ μαζί πρωινό καφέ.

    Αισθάνομαι σα να έχει πέσει πάνω στο κεφάλι μου η Ακρόπολη.

    Αισθάνομαι οτι μάλλον δε θα την ξαναδώ ποτέ.

    Αναγκάζομαι να σηκωθώ γιατί χτυπάει το κουδούνι. Μισώ τους διανομείς διαφημιστικών φυλλαδίων. Εγώ είμαι αυτός που έφτιαξα την εκτυπωμένη σελίδα Α4 που έχουμε κολλήσει στην είσοδο της πολυκατοικίας με σκοπό να τους απωθήσει. Δεν είναι αποτελεσματική.

    Όμως έχω έναν πραγματικό επισκέπτη αυτή τη φορά. Για την ακρίβεια, δύο.

    «Συγγνώμη για την ενόχληση. Μπορούμε να τα πούμε για λίγα λεπτά;»

    Είναι σαν αδερφάκια, αυτοί οι δύο. Κοντοί, στρογγυλοί. Βέβαια ο ένας έχει ένα ασυνήθιστα κόκκινο μούσι, ο άλλος μια ασυνήθιστα γυαλιστερή καράφλα. Είναι αστυνομικοί. Μου δείχνουν τις ταυτότητές τους ταυτόχρονα, λες και σηκώνουν το κύπελλο ποδοσφαίρου.

    Με κυριεύει τρόμος. Η Όλγα κάτι έπαθε καθώς έφευγε απο εδώ. Όχι.

    Όχι.

    Μπερδεύεσαι. Μείνε ψύχραιμος, γέρο. Έχεις πιει πολύ και έχεις κοιμηθεί λίγο.

    Δεν τους προσφέρω τίποτα. Έτσι κι αλλιώς πάντα απεχθανόμουν τους μπάτσους.

    Ο κοκκινομάλης βγάζει ένα πακέτο Marlboro.

    «Μπορώ να καπνίσω;»

    «Θα προτιμούσα να μην καπνίσετε.»

    Ενοχλείται. Κοιτάζει τα τασάκια τριγύρω του, γεμάτα αποτσίγαρα, έχω να τα αδειάσω μέρες, μετά το κιτρινισμένο ταβάνι. Τελικά ξαναβάζει το πακέτο μέσα στην τσέπη του.

    «Χθες το βράδι πήγατε στη δεξίωση του κυρίου Αμοιρίδη;»

    Σίγουρα πήγα σε πάρτι. Για δεξίωση δεν ξέρω. Αν ο ψηλός έχει την ψευδαίσθηση οτι είναι τόσο ανεβασμένος που μπορεί να λέει τα πάρτι του «δεξιώσεις», είναι πολύ γελασμένος. Έχω πάει σε πολύ καλύτερα πάρτι, και ούτε αυτά λεγόταν δεξιώσεις.

    «Ναι. Ήμουν εκεί. Τί συμβαίνει;»

    Ο καραφλός κοιτάζει τον κοκκινοτρίχη σα να του λέει, άσε να το πω εγώ. Ο κοκκινοτρίχης σηκώνεται όρθιος και περπατάει μέχρι το παράθυρο. Κοιτάζει ανάμεσα από τις γρύλιες. Ο καραφλός αναλαμβάνει δράση.

    «Λυπάμαι που πρέπει να σας πω αυτή την είδηση. Ο Αλέξης Αμοιρίδης έχασε τη ζωή του χθες το βράδι.»

    Με λούζει κρύος ιδρώτας. Ο ψηλός πέθανε. Ο ψηλός δεν υπάρχει πια. Μετά νιώθω οτι η ζωή μου ξαναρχίζει από την αρχή.

    Όλγα.

    «Έχασε τη ζωή του;»

    Ο καραφλός έχει προβάρει όλα αυτά που έχει να πει. Το έχει ξανακάνει. Βλέπει μέσα μου. Βλέπει την ακτινογραφία μου. Δε μπορώ να του κρυφτώ.

    «Δεν είμαστε καν σίγουροι οτι πρόκειται για έγκλημα. Απλώς μιλάμε σ’αυτούς που τον είδαν τις τελευταίες ώρες. Σας φάνηκε καλά στην υγεία του;»

    Ξεκινάω να στρίψω ένα τσιγάρο. Ο κοκκινοτρίχης με στραβοκοιτάει.

    «Δεν είμαι γιατρός. Μια χαρά μου φάνηκε.» Νιώθω το κεφάλι μου να γυρίζει. Το διαμέρισμά μου μου φαίνεται διαφορετικό. Στον καναπέ, ένας μικρός λεκές από αίμα. Το αίμα της Όλγας.

    «Πρέπει να σας ρωτήσω. Θα με συγχωρέσετε για την αδιακρισία. Η κυρία Όλγα Αμοιρίδη ισχυρίζεται οτι από τις τρεις μέχρι τις εννιά και μισή το πρωί ήταν εδώ μαζί σας.»

    Όλγα, απρόβλεπτη, πανέμορφη, ατίθαση σκλάβα, αθώα δολοφόνε, διαβολικέ άγγελε, ναι, ήσουν μαζί μου όλο το βράδι. Και πόσο γλυκά έβγαινε απ’το στήθος σου το βογγητό σου κάθε φορά που σε χαστούκιζα, κάθε φορά που σε πόναγα, κάθε φορά που έχωνα τον πούτσο μου βαθειά σου.

    Η κόλαση, μωρό μου, θα μας καταπιεί και τους δύο.

    «Ναι, ήταν εδώ. Θα σου έλεγα λεπτομέρειες για το τι κάναμε, αλλά χλωμό σε βλέπω να τις αντέχεις.»

    Φεύγουν ανέκφραστοι. Καθώς το ασανσέρ τους κατεβάζει, σηκώνω τα πατζούρια και βγαίνω στο μπαλκόνι. Τους βλέπω να μπαίνουν στο αυτοκίνητό τους. Ο κοκκινοτρίχης ρωτάει, «τί ώρα αρχίζει το ντέρμπι;»

    Γυρίζω στο κρεβάτι. Η μυρωδιά της είναι ακόμα στα σεντόνια μου.
     
  2. Vermilion

    Vermilion Regular Member

    Καθηλωτικό, θα έλεγα...... Μου θύμισε ταινία του Λυντς...
     
  3. llazouli

    llazouli Contributor

    Βλακέντιοι μπάτσοι! Σίγουρα, ο επιθεωρητής Κλουζό θα τα κατάφερνε καλύτερα... 

    Κι εσύ, βρε παιδί μου, τόση εμμονή μ' αυτό το μοβόρικο θηλυκό;
    Ούτε κατά διάνοια υποτακτική...Με τέτοια ένστικτα μήτε αλυσοδεμένη δεν θα την εμπιστευόμουν!

    Ψηφίζω Ελένη, δαγκωτό  
     
  4. chemical23

    chemical23 Regular Member

    Άψογη περιγραφη, σε ταξιδεύει σαν να βλέπεις ταινία που δεν θέλεις να τελειώσει. Αυτή η Όλγα πάντως, συνώνυμο της ίντριγκας και δολοπλοκίας. Tempting, εφόσον δεν κινδυνεύσεις, καλύπτοντας τα νώτα σου!
     
  5. Maley

    Maley Contributor

    Απάντηση: Sisters

    εγραψες παλι...
     
  6. dora_salonica

    dora_salonica Contributor

    Ένα βήμα πριν την κόλαση. Κράτα γερά...
     
  7. female

    female Contributor


    Inspired and inspiring...

    Ευχαριστούμε.




     
    Last edited by a moderator: 17 Απριλίου 2014
  8. Constan

    Constan Regular Member

    Αψογος με καθυλωσες
     
  9. zinnia

    zinnia Contributor

    Υπέροχο   οπως ολα σου
     
  10. anasia

    anasia Contributor

    Απάντηση: Re: Sisters

    ολα του ??? ολα του ???  
     
  11. Incomplete_

    Incomplete_ Contributor

    Απάντηση: Sisters

    Ζωντανό,καθηλωτικό,ευχάριστο,έξυπνο...Είσαι χαρισματικός Doc..
     
  12. Mavrobasilis

    Mavrobasilis Regular Member

    Αγαπητέ μου, σε εκτιμώ πολύ για να αρχίσω να εκθειάζω όσα γνωρίζεις.
    Μια παρατήρηση μόνο: ο ποιητής σου είναι σαδιστής μα όχι κυρίαρχος.


    Άρα ο υπερφίαλος κορνούτος είχε καταστέματα ετσά που του πρέπαν.