Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ακαδημαϊκή Έρευνα και (BD)SM

Συζήτηση στο φόρουμ 'Επιστημονικές έρευνες που αφορούν το BDSM' που ξεκίνησε από το μέλος ae1969, στις 17 Οκτωβρίου 2010.

  1. Lady_No

    Lady_No Regular Member

    Απάντηση: Ακαδημαϊκή Έρευνα και (BD)SM

    Συνήθως δεν θα διαβάσω τα "συστατικά" αν μου αρέσει κάτι..
    Είναι όμως μία πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα.
     
  2. Black_Storm

    Black_Storm Regular Member

    Απάντηση: Re: Απάντηση: Ακαδημαϊκή Έρευνα και (BD)SM

    ‘ Eχω διαβάσει το μεταπτυχιακό της και σε κάποιο σημείο της αναζήτησης της, έχω συνεισφέρει με γνώσεις και εγώ σε αυτό, όπως επίσης έχουν κάνει και άλλοι φίλοι του χώρου μας. Το θέμα είναι ότι η ΄Ασπα Χαλκίδου, δεν έχει εντρυφήσει στο BDSM, ως ένας άνθρωπος που απολαμβάνει κάποιες έστω τάσεις του. Θα έλεγα ότι είναι μια θεατής, σε πρώτη θέση, ευτυχώς με πάρα πολύ καλή αντίληψη. Εκτός αυτού, η ίδια είναι ομοφυλόφιλη και μπορεί να αντιλαμβάνεται πως είναι, οι άλλοι να σε κάνουν να νιώθεις "ιδιαίτερος" άνθρωπος.
    Η ΄Ασπα είναι μέλος και στο forum… Κάπου θα είναι καταχωνιασμένη και μας παρακολουθεί!

    Έχει την αγάπη μου!
     
     
  3. ae1969

    ae1969 Regular Member

    Palandri, M. and Green, L. (2000), Image Management in a Bondage, Discipline, Sadomasochist Subculture: A Cyber-ethnographic Study, Cyberpsychology and Behavior, Vol. 3, Iss. 4
    Μετάφραση περίληψης: ae1969

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Η παρακάτω εργασία είναι αφιερωμένη στην εξέταση ενός συγκεκριμένου διαδικτυακού chat room (το οποίο περιλαμβάνει και δημόσιο forum) από το χώρο BDSM ώστε να βγουν κάποια συμπεράσματα σε σχέση με τους λόγους συμμετοχής, τα χαρακτηριστικά και τη διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης ταυτότητας των συμμετεχόντων. Να σημειωθεί ότι η έρευνα είναι του 2000 και ίσως από τότε πολλά δεδομένα να έχουν αλλάξει ίσως και λόγω της μαζικής εξάπλωσης του Διαδικτύου (ae1969).

    Αφορμή για την έρευνα υπήρξε ο μεγάλος αριθμός αναφορών για «σχιζοφρενικές» συμπεριφορές από μέρους αρκετών συμμετεχόντων σε κάθε είδους διαδικτυακές παρέες (Σημ. ae1969: Πού και να έκαναν και καμιά βόλτα κατά εδώ!). Η ανάπτυξη του διαδικτύου έδωσε την ευκαιρία σε αρκετούς θιασώτες του BDSM να μπορούν να εκφράσουν όλες τις «σκοτεινές» πτυχές της σεξουαλικής προσωπικότητάς τους σε ένα ασφαλές περιβάλλον χωρίς το κίνδυνο να κατηγορηθούν ως «ανώμαλοι» και χωρίς να νιώθουν κάποια ντροπή. Η M. Palandri ήταν αυτή που κάλυψε το πρακτικό μέρος της «παρατήρησης» κατά τη διάρκεια της έρευνας έχοντας σαν βάση ένα συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα της έκφρασης των πραγματικών ή φανταστικών εμπειριών των μελών του στο χώρο του BDSM. Ο ρόλος της άλλης ερευνήτριας (L. Green) ήταν κυρίως διακριτός, κατά την ανάλυση των δεδομένων που προέκυψαν από την έρευνα.

    Παρατηρώντας τον συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο, η ερευνήτρια είδε ξεκάθαρα ότι ένα σημαντικό μέρος των εκεί συζητήσεων κάλυπτε το ζήτημα της «πραγματικής ζωής» ενάντια στην «εικονική – διαδικτυακή ζωή». Παρόλη δε την κόντρα, ήταν ξεκάθαρο ότι ο διαδικτυακός τόπος βρισκόταν σε μια συνεχή τροχιά ανάπτυξης. Μάλιστα για να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, η ερευνήτρια συμμετείχε κανονικά ως μέλος του συγκεκριμένου διαδικτυακού τόπου, έστω μόνο και μόνο για να πραγματοποιήσει τις παρατηρήσεις που χρειαζόταν για την άντληση των απαραίτητων δεδομένων. Φυσικά αυτό μειώνει κάπως την αντικειμενικότητα της έρευνας, αλλά είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί ένας διαφορετικός τρόπος παρατήρησης που να θεωρείται αψεγάδιαστα αντικειμενικός.

    Μάλιστα η ερευνήτρια συνέχιζε την έρευνά της επάνω στα χαρακτηριστικά της μίας από τις δύο εξεταζόμενες γυναίκες με σκοπό να ανακαλύψει βαθύτερες αλήθειες για τη συμμετοχή στο χώρο του BDSM γενικά, ενώ η εισαγωγή κλείνει με αποσπάσματα κάποιας διαδικτυακής επικοινωνίας της Palandri με το μέλος του συγκεκριμένου chat room με το username Chopper.

    ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

    Το πρώτο μέλημα της μεθοδολογικής προσέγγισης ήταν να εξασφαλιστεί το δικαίωμα να χρησιμοποιηθούν ακέραια κομμάτια από τα γραφόμενα των δύο γυναικών στον συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο. Επιπλέον οι δύο γυναίκες έδωσαν την συγκατάθεσή τους να χρησιμοποιηθούν τα username (maribel και sweet-fyre – τα μικρά γράμματα στα αρχικά των username υποδηλώνουν «υποτακτικές») που είχαν στο συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο, αλλά όχι άλλα στοιχεία πέρα από κάποια αναγκαία δημογραφικά και ψυχογραφικά δεδομένα αφού βέβαια υπήρχε η δέσμευση ότι οι ερευνήτριες δεν θα έκαναν γνωστό το όνομα του διαδικτυακού τόπου όπου οι δύο γυναίκες ήταν μέλη.

    ΤΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ

    Η βασική ερευνήτρια (Palandri), προσπάθησε να εξηγήσει τους λόγους που κάποιος καταφεύγει στη διαδικτυακή επαφή μέσω της προσωπικής της εμπειρίας. Λόγω ενός σοβαρού οικογενειακού προβλήματος βρέθηκε σε μια τελείως διαφορετική φάση της ζωής και έχοντας ως τότε εμπειρία από το διαδίκτυο μόνο για καθαρά επαγγελματική – επιστημονική αναζήτηση πληροφοριών, βρέθηκε στην ανάγκη να έρθει σε επικοινωνία με καινούριο κόσμο μέσα από τη συμμετοχή της σε διάφορες διαδικτυακές κοινότητες που ασχολούνταν με το επαγγελματικό της αντικείμενο. Σύντομα μάλιστα «γνώρισε» καλύτερα κάποιους ανθρώπους και έφτασε να έχει πιο προσωπική επικοινωνία μέσω e-mail, αλλά πάντα σε στενά επαγγελματικά όρια.

    Το γεγονός όμως ότι το βασικό αντικείμενο αυτών των διαδικτυακών ανταλλαγών ήταν ο επαγγελματικός της χώρος, η ερευνήτρια κάπου βαρέθηκε καθώς σιγά – σιγά μπορούσε να προβλέψει το που θα καταλήξει η κάθε ανταλλαγή απόψεων. Γρήγορα μπήκε και σε άλλες κοινότητες που είχαν σχέση αθλητικές και άλλες κοινωνικές δραστηριότητες που την ενδιέφεραν. Μέσα από τις επισκέψεις της σε διάφορες μηχανές αναζήτησης είδε ότι το Διαδίκτυο κάλυπτε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και των προσωπικών ιδιαιτεροτήτων του καθενός μας. Την πρώτη φορά που μπήκε σε ένα διαδικτυακό chat room με αντικείμενο το sex ντράπηκε τόσο που έφτασε μέχρι και στο να διακόψει σχεδόν αμέσως τη σύνδεσή της. Και όμως, όπως αναφέρει η ίδια, η ψυχολογική της κατάσταση από το πρόβλημα που είχε βρήκε μια διέξοδο και γρήγορα έφτασε στο να γράφει την κάθε ερωτική της φαντασίωση χωρίς καμία αναστολή. Το ίδιο ανακάλυψε ότι έκαναν και άλλες γυναίκες που άφηναν για λίγο ή για περισσότερο χρόνο το ρόλο της συζύγου, μητέρας ή του επαγγελματικού τους status και «μεταμφιέζονταν» σε κάτι άλλο.

    Η ίδια λέει ότι ένιωσε άλλος άνθρωπος σε βαθμό που δεν είχε φανταστεί ως τότε. Και ανακάλυψε ότι αυτά που έγραφε δεν ήταν παρά ένα άλλο ανεξερεύνητο μέρος του ίδιου της του εαυτού. Η προσωπική δε εμπειρία της στο χώρο, της έδωσε την ευκαιρία να μπορεί να αντιλαμβάνεται πολλά από τα χαρακτηριστικά τα οποία συνάντησε κατά την έρευνά της με αντικείμενο το διαδικτυακό BDSM.

    ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 1η (sweet-fyre, 45 ετών από τις ΗΠΑ, επάγγελμα ψυχοθεραπεύτρια, μέλος επί 6 χρόνια, παντρεμένη με 4 παιδιά 15 – 22 ετών).

    Η sweet-fyre θεωρεί ότι είχε ανατραφεί σε ένα περιβάλλον με καθαρά πιστεύω και χριστιανικά ιδεώδη και ότι ο γάμος της είναι ιερός, εκφράζοντας παράλληλα απόλυτη πίστη στο σύζυγό της και φτάνοντας μάλιστα να λέει ότι δεν θα σκεφτόταν ποτέ την περίπτωση ενός διαζυγίου αν κάτι δεν πήγαινε καλά στο γάμο της.

    Απαντώντας στα ερωτήματα της Palandri, η sweet-fyre δήλωσε ότι μπήκε στο χώρο γιατί ένιωθε να βαριέται, καθώς τα παιδιά της είχαν ήδη μεγαλώσει και δεν υπήρχε η ανάγκη να ασχολείται μαζί τους επί μακρό χρόνο. Επιπλέον στον επαγγελματικό της χώρο είχε συγκεκριμένη πελατεία με προκαθορισμένα ραντεβού και έτσι υπήρχαν αρκετά κενά μέσα στην ημέρα. Η είσοδος στο συγκεκριμένο chat room, ήταν το αποτέλεσμα του ταλέντου που θεωρεί ότι είχε στο να γράφει ερωτικές ιστορίες από τα πρώτα της εφηβικά χρόνια. Βρήκε το συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο τυχαία, αλλά της κίνησε αμέσως το ενδιαφέρον καθώς το BDSM ανταποκρινόταν σε κάποιες από τις φαντασιώσεις της.

    Η sweet-fyre ανέφερε σε σχετική ερώτηση ότι υπάρχει κατά τη γνώμη της σημαντική διαφορά των όσων κάνει στην «πραγματική ζωή» σε σχέση με τη «συμπεριφορά» της στην «εικονική – διαδικτυακή ζωή». Μέσα στο συγκεκριμένο chat room ένιωθε απόλυτα ελεύθερη να εκφράσει ότι ακριβώς ένιωθε ανά πάσα στιγμή και να περιγράψει την κάθε της φαντασίωση όπως ακριβώς την «βίωνε» στο μυαλό της. Γρήγορα «δέθηκε» με δύο συγκεκριμένα μέλη, τον Sticky K και τον Prince Nathaniel. Και για τους δύο ήταν μια «πρόθυμη πόρνη, έτοιμη ανά πάσα στιγμή για τα πάντα». Και αυτό της άρεσε αρκετά. Η ανταλλαγή φαντασιώσεων οδηγούσε συχνά στην αναφορά πολύ έντονων σκηνών και μάλιστα κάποιες στιγμές έχει αναρωτηθεί το πώς έφτασε να «βιώνει» το καθετί που σκεφτόταν και μετέφερε μέσω του πληκτρολογίου στους διαδικτυακούς της φίλους. Και όμως όσο και να σκέφτεται τη θέση της στην τοπική κοινωνία με τίποτα δεν υποβαθμίζει το ότι η συγκεκριμένη «επαφή» την «γεμίζει απόλυτα» και την κάνει να νιώθει επιθυμητή και sexy.

    Μάλιστα όταν της ζητήθηκε να εκφράσει για το που τοποθετεί τον εαυτό της, η sweet-fyre δήλωσε ότι τόσο η πραγματική όσο και η διαδικτυακή της υπόσταση αποτελούν δύο πλευρές του χαρακτήρα της. Μάλιστα θεωρεί ότι αν δεν έβρισκε αυτή τη διαδικτυακή διέξοδο, δεν θα μπορούσε να ξέρει πώς θα ανταποκρινόταν στις ανάγκες της καθημερινότητας.

    ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ 2η (maribel, 39 ετών από την Αυστραλία, εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, μέλος επί 3 χρόνια, παντρεμένη με 3 παιδιά).

    Η maribel θεωρεί τον εαυτό επιφενειακά πρόσχαρο, αλλά νιώθει εσωτερικά ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι. Αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα υγείας ενώ θεωρεί το γάμο της μια βαρετή ρουτίνα. Μεγάλωσε σε ένα σχετικά άνετο περιβάλλον, ενώ εργάζεται επί 18 έτη. Το γεγονός ότι ως δασκάλα πρέπει συνέχεια να «προσέχει» άλλους την έκανε να παραμελήσει τον εαυτό της και να αναζητά μια νέα αρχή στην οποία δεν θεωρεί ότι ο σύζυγός της θα μπορούσε να παίξει κάποιο ρόλο.

    Η maribel δεν είναι σίγουρη για το λόγο που την έκανε να γίνει μέλος στο συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο. Μπήκε στο διαδίκτυο με σκοπό να μάθει περισσότερα πράγματα για το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε και να βοηθήσει άλλους ανθρώπους με το ίδιο πρόβλημα. Με τον τρόπο αυτό έκανε αρκετούς νέους φίλους που ήρθαν να καλύψουν το κενό στη σχέση της με το σύζυγό της, μιλώντας για ένα σωρό θέματα σε καθημερινή βάση και ξεφεύγοντας έτσι από την καθημερινή οικογενειακή και επαγγελματική ρουτίνα. Κάπου εκεί άρχισε και η αναζήτηση ενός chat room που θα την έκανε να νιώθει πιο όμορφα αναλογιζόμενη ότι κάποιος θα επιζητούσε τη διαδικτυακή έστω συντροφιά της.

    Μέσω ενός φίλου γνώρισε το συγκεκριμένο διαδικτυακό χώρο. Αρχικά παρακολουθούσε απλώς τα «τεκταινόμενα» και σιγά – σιγά μπαίνοντας στο πνεύμα του chat room άρχισε παραμένοντας πρώτα σε καθαρά αναφορές vanilla. Μένοντας όλο και περισσότερο χρόνο online, ανακάλυψε νέες πρακτικές και μάλιστα κάπου βοηθήθηκε, όπως λέει η ίδια, και η σχέση της με το σύζυγό της, καθώς κάποια νέα «ελαφρώς kinky» στοιχεία ήρθαν να δώσουν κάποια γεύση στις ερωτικές τους συνευρέσεις.

    Η maribel πιστεύει ότι η «εικονική – διαδικτυακή ζωή» της δεν διαφέρει και ιδιαίτερα από την «πραγματική», απλώς η ανωνυμία της δίνει την ευκαιρία να βγάζει τον εαυτό της χωρίς ενοχές και ντροπές. Μάλιστα η συμμετοχή της στο chat room την έκανε πιο αυθόρμητη και ανοικτή στην κοινωνική της ζωή. Από εκεί και πέρα, το chat room είναι για τη maribel ένας χώρος όπου μπορεί να βγάζει ελεύθερα όλη την υποτακτικότητά της. Μάλιστα βαθιά μέσα της θα ήθελε τελικά να γίνει σκλάβα κάποιου και στην πραγματική της ζωή.

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΙΣ 2 ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ

    Γενικά είναι δύσκολο να κάνει κάποιος μια προσέγγιση στην περίπτωση των δύο γυναικών χωρίς να μπει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει ψυχοκοινωνική ορολογία. Η «διαδικτυακή» τους σχέση με το BDSM είναι βαθιά προσωπική και αποτελεί ένα κομμάτι που βρίσκεται μέσα τους, αλλά οι συνθήκες της καθημερινής ζωής τους δεν τις άφησαν να το εξωτερικεύσουν με άλλο τρόπο.

    Αν και ψυχοθεραπεύτρια, η sweet-fyre δεν είχε αντιληφθεί τη φύση της ίδιας της προσωπικότητας μέχρι που βρέθηκε ο συγκεκριμένος τρόπος έκφρασης. Μάλιστα πιστεύει ότι δεν θα ένιωθε ποτέ «ασφαλής» να εξωτερικεύσει αυτές τις φαντασιώσεις της στην «πραγματική ζωή» της. Ουσιαστικά προκύπτει ότι η ενασχόληση των δύο γυναικών στο chat room, αλλά και η προσωπική κατάθεση της μίας από της ερευνήτριες για τη δική της εμπειρία, κάνει ξεκάθαρο ότι οι γυναίκες αυτές ανακαλύπτουν ένα σημείο του εαυτού τους, το οποίο ως κάποια χρονική στιγμή μπορούσε να είχε την ετικέτα της «σκοτεινής πλευράς» τους. Και μάλιστα πρόκεται για μια πλευρά που σε κάποια σημεία έχει έρθει στην επιφάνεια και επιρρεάζει και την καθημερινή τους «πραγματική ζωή», κάνοντάς τες να τη ρυθμίζουν κάπως πιο κοντά στις επιθυμίες τους.

    Ο Goffman (1959) ανέλυσε την «κλασσική θεωρία της απομίμησης», η οποία δέχεται ότι όλες οι φαντασιώσεις μπορούν να ελεγχθούν, να μετεξελιχθούν και τελικά να εφαρμοστούν και στην «πραγματική ζωή». Η έρευνα των Palandri και Green δείχνει ότι κάτι τέτοιο ισχύει και στην περίπτωση των δύο γυναικών που μελετήθηκαν, αλλά και άλλων μελών του συγκεκριμένου διαδικτυακού τόπου. Η σχέση με αυτή τη «σκοτεινή πλευρά» μας σίγουρα είναι μια ψυχοθεραπευτική εφαρμογή των συγκεκριμένων διαδικτυακών τόπων.

    Σε σχέση με τη ρύθμιση της καθημερινότητάς τους, οι δύο γυναίκες αρχικά βρήκαν στο chat room μια διέξοδο από τα προβλήματα που βίωναν, και καθώς η ιδέα του να απομακρύνονται από την πραγματικότητα ενόσω βρίσκονταν online κατάφεραν να ανακαλύψουν κρυφά σημεία του εαυτού τους. Και επιπλέον η ενασχόληση που είχαν με ένα διαδικτυακό χώρο που είχε σχέση με το BDSM τους έμαθε το πώς θα μπορούσαν να καθορίζουν οι ίδιες πολλές πτυχές των προσωπικών τους σχέσεων.

    ΤΑ ΑΝΔΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ USERNAME

    Κατά την Palandri, το username του κάθε μέλους, αντανακλά πτυχές της προσωπικότητάς τους και καθορίζει το πόσο «αληθινά» φέρεται στις διαδικτυακές συναναστροφές του. Δίνει δε μία πρώτη εικόνα στο τι μπορείς να περιμένεις από τον καθένα. Ενώ οι πιο πολλές γυναίκες φέρεται να έχουν πιο «γλυκά» username που προσδίδουν μια φιλική διάθεση, οι περισσότεροι άνδρες προσπαθούν να εντυπωσιάσουν με πιο αυστηρά ή απλώς ευρηματικά username.

    Πολλές γυναίκες στην πορεία άλλαξαν το username τους, αφού οι ίδιες ανακοίνωσαν ότι μέσω της διαδικτυακής συναναστροφής τους βρήκαν μια άλλη πτυχή του εαυτού τους που θα μπορούσε να εκφραστεί καλύτερα με ένα νέο username. Για κάποια αρσενικά μέλη αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από ένα χαρακτηριστικό αναποφασιστικότητας των γυναικών, ενώ οι ίδιοι πιστεύεουν ότι αυτά που περνάνε μέσα από τα πληκτρολόγια τους δεν διαφέρουν και πολύ από αυτά που βιώνουν στην καθημερινή τους πραγματικότητα. Παρόλα αυτά και τα φύλα αναγνωρίζουν ότι η διαδικτυακή συναναστροφή παρέχει σημαντική ευκολία στην εμφάνιση μιας άλλης εικόνας τους.

    Η Palandri παρατήρησε ότι πολλά από τα γυναικεία μηνύματα δεν παραλείπουν να περιλαμβάνουν «γλυκές κοριτσίστικες» εκφράσεις και σύμβολα αγάπης και όλα αυτά σε μια προσπάθεια να «τραβήξουν» περισσότερο την προσοχή των αρσενικών μελών. Τα πιο πολλά από τα θηλυκά μέλη με τα οποία ήρθε σε επαφή η ερευνήτρια είναι τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες στην «πραγματική» από ότι στην «εικονική – διαδικτυακή ζωή» και απλώς η μεταμόρφωση οφείλεται στην ανάγκη να δώσουν μια πικάντικη ουσία στη ζωή τους. Μάλιστα αποφεύγουν να μπουν στη συζήτηση πολύπλοκων θεμάτων με αρκετό βαθυστόχαστο περιεχόμενο – αυτό δεν το κάνουν λόγω άγνοιας αλλά σαν ένα τρόπο να ξεφύγουν κι άλλο από την καθημερινότητά τους. Επίσης πιστεύουν ότι ένα καυστικό ή προχωρημένο σχόλιο μπορεί να αποδομήσει την «γλυκιά και αθώα» εικόνα που θέλουν να προβάλουν.

    ΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΩΝ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΩΝ – ΑΝΑΛΥΣΗ

    Από μια άλλη έρευνα – σε chat room γενικού περιεχομένου – σε συνδυασμό και με την συγκεκριμένη, βγαίνει το συμπέρασμα ότι άτομα κάτω των 25 ετών είναι πολύ πιο επιθετικοί στα διαδικτυακά τους σχόλια, αλλά και φέρονται να διεκδικούν πιο «βιαστικά» και επίμονα αυτό που επιθυμούν. Αλλά είναι κοινό σε όλες τις ηλικίες ότι τα μέλη νιώθουν πιο ασφαλές να γράψουν αυτό που πιστεύουν και νιώθουν να το κάνουν πολύ πιο άνετα από αν χρειαζόταν να το έλεγαν σε κάποια ζωντανή συνάντηση. Δεν ακολουθούν καθόλου συγκεκριμένα taboo ενώ και η γλώσσα που χρησιμοποιούν είναι πολύ πιο άνετη έως αθυρόστομη χωρίς να υπάρχει κανένας ενδοιασμός.

    Ακόμα και οι πιθανές ποινές αποκλεισμού της συμμετοχής σε ένα διαδικτυακό χώρο λόγω «ανάρμοστης συμπεριφοράς», δεν αποτρέπει την επιθετικότητα κάποιων μελών ενός τέτοιου χώρου.

    Σε σχέση με το συγκεκριμένο chat room, η Palandri θεωρεί ότι τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη, επενδύουν πιο πολύ στην «κοινότητα» στην οποία συμμετέχουν και έτσι προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα σεβασμό και μια θετική φήμη γύρω από το «πρόσωπό» τους, ενώ διαθέτουν μια βαθύτερη αίσθηση κάποιων ηθικών αξιών. Μάλιστα σε περιπτώσεις που εμπλακούν σε κάποια διαδικτυακή διαμάχη είναι πιο εύκολο να αναζητήσουν τον κατευνασμό των παθών και να ρίξουν γέφυρες στην αντίθετη πλευρά σε σχέση με ότι θα έκαναν τα πιο νέα σε ηλικία μέλη. Μάλιστα τα τελευταία δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τη διατήρηση ενός αψεγάδιαστου «εικονικού – διαδικτυακού» προφίλ.

    Η ίδια η Palandri βρέθηκε πολλές φορές αναμεμειγμένη σε διαδικτυακές διαμάχες και προσπαθώντας να απαντήσει ανώνυμα, το μόνο που κατάφερε ήταν να προδωθεί από το στυλ γραφής των σχολίων που ήταν παρόμοιο με αυτά που έκανε «επώνυμα». Τελικά σε μεταγενέστερο στάδιο προσπάθησε απλώς να περνάει όλες τις απόψεις της «επώνυμα», όσο και αν αυτό δημιουργούσε εχθρική αντιμετώπιση από κάποιους.

    Παρακάτω οι ερευνήτριες αναλύουν την εκούσια στάση μερικών στο να πυροδοτούν αρνητικά την κάθε συζήτηση με δεδομένη την απειλή για ποινές από μέρος των administrator και moderator του διαδικτυακού τόπου. Ενώ σε πολλά άλλα chat room οι ποινές εφαρμόζονται με συνοπτικές διαδικασίες, σε διαδικτυακούς τόπους που διαπραγματεύονται θέματα μιας κάποιας «κοινωνικής απελευθέρωσης» όπως το BDSM, η διαδικασία επιβολής ποινών είναι συνήθως πιο αργή, αφού είναι και πιο λεπτά τα όρια του τι είναι και τι δεν είναι επιθετικό (offensive). Μάλιστα τις πιο πολλές φορές τα «αντιδραστικά» μέλη περιθωροποιούνται από τα άλλα μέλη πριν προλάβουν να επέμβουν οι υπεύθυνοι για την επιβολή κάποιας ποινής. Και σχεδόν πάντα, θα βρεθούν κάποια μέλη που στο αίσθημα «είμαστε εδώ για να περνάμε καλά» θα προσπαθήσουν με μηνύματα να ρίξουν τους έντονους τόνους.

    Το τελευταίο βέβαια δεν αποκλείεται να υποκρύπτει την κρυφή διείσδυση και τελικά επικράτηση κάποιων πρακτικών και στεγανών της «καθημερινής ζωής» στην «εικονική – διαδικτυακή ζωή».

    Στο συγκεκριμένο chat room, τα πιο πολλά μέλη φαίνονται συνειδητοποιημένα για το λόγο που βρίσκονται εκεί, χωρίς να λείπουν κάποιοι συνήθως νεώτεροι που από την αρχή φάνηκε ότι έγιναν μέλη για να εκφράζουν μια επιθετικότητα και μια άρνηση των πάντων. Τα συνειδητοποιημένα μέλη νιώθουν ότι η διαδικτυακή επικοινωνία είναι μια αποκάλυψη του ποιοι πραγματικά είναι και τι αποζητούν. Η επαφή αυτή είναι για αυτούς ένα συναισθηματικό «γέμισμα».

    Μέσω της ανωνυμίας που παρέχει το διαδίκτυο, τα μέλη και των δύο φύλων έχουν τη δυνατότητα να παίξουν παιχνίδια ρόλων, να μάθουν νέες τεχνικές και να βγάλουν από μέσα τους πολλές φανατασιώσεις και αισθήματα. Γίνονται μάλιστα από τις ερευνήτριες κάποιοι παραλληλισμοί με τα αποκριάτικα κοστούμια ή το graffiti. Σε γενικές γραμμές το συγκεκριμένο chat room ικανοποιεί την ανάγκη για «κάθαρση» καταστάσεων θυμού, αναστάτωσης και αδυναμίας.

    Η ανάπτυξη του Διαδικτύου έβγαλε στην επιφάνεια τη δυνατότητα της ελεύθερης και «ανώνυμης» έκφρασης φαντασιώσεων, προσωπικών μυστικών και σεξουαλικών φόβων. Άνδρες και γυναίκες συζητούν απρόσκοπτα για τις σεξουαλικές τους ανάγκες και προτιμήσεις, τόσο στο δημόσιο μέρος ενός forum, τόσο ιδιωτικά μέσω chat και μηνυμάτων. Το Διαδίκτυο έγινε ένα μέσο πολυφωνίας και ανέδειξε τρόπους έκφρασης της σεξουαλικότητας του καθενός που ως πριν από λίγα χρόνια ήταν στο περιθώριο από την «πολιτικά ορθή» κοινωνία, ενώ έδωσε και στους ερευνητές την ευκαιρία να μελετήσουν χώρους στους οποίους η πρόσβαση ήταν σχετικά δύσκολη. Μάλιστα οι ερευνήτριες πιστεύουν ότι δεν θα ήταν άσχημη ιδέα για τον οποιοδήποτε να περάσει λίγες ώρες στο συγκεκριμένο διαδικτυακό τόπο – είναι σίγουρες ότι τουλάχιστον δεν θα νιώσουν «μόνοι» και απομωμένοι!

    Η επίσκεψη δε σε τέτοιους χώρους από ειδικούς θα επιτρέψει ίσως την ανατροπή απόψεων που έχουν συνδέσει την υποτακτικότητα με πρώιμα συμβάντα σεξουαλικής, σωματικής ή ψυχολογικής κακοποίησης. Ακόμα και αν αυτό έχει κάποια σχέση σε κάποιες περιπτώσεις, η όποια «γνώση» του χώρου του BDSM θα βοηθήσει στην επούλωση τέτοιων «πληγών».

    Ένα άλλο αξιοσημείωτο γεγονός που μπορεί να αναλυθεί μέσω αυτής της «γνώσης» είναι η ύπαρξη αρκετών ατόμων που ενώ έχουν αποκτήσει σημαντική δύναμη στην κοινωνική ή / και επαγγελματική τους υπόσταση, αναφέρουν ότι νιώθουν πάρα πολύ καλά όταν παραδίδουν τον έλεγχο σε κάποιον άλλο μαζί με τη δυνατότητα να τους ταπεινώσει, ποδοπατήσει ή χρησιμοποιήσει σαν ένα σεξουαλικό παιχνίδι.

    Οι παραπάνω ιδέες βέβαια μπορούν να εφαρμοστούν μόνο αν οι ερευνητές διεισδύσουν βαθιά σε τέτοιες διαδικτυακές κοινότητες χωρίς αναστολές και προκαταλήψεις με βάση πάντα κάποιους κώδικες ηθικής σε σχέση με την έρευνα απόκτησης δεδομένων από διαδικτυακούς τόπους που ήταν σε διαδικασία ανάπτυξης (Σημ. ae1969: το 2000).

    ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Η πλειοψηφία των πράξεων μας στην «καθημερινή ζωή» διαφέρει σημαντικά από την ελευθερία λόγου και διακίνησης ιδεών που παρέχει η «εικονική – διαδικτυακή ζωή». Σε σχέση με το BDSM, η ελευθερία αυτή γίνεται μεγαλύτερη όσο οι συμμετέχοντες έχουν και πιο μεγάλες ανάγκες έκφρασης των σκέψεων, φαντασιώσεων και παθών τους. Η συμμετοχή σε ένα τέτοιο διαδικτυακό χώρο αποτελεί και την πιο κατάλληλη συντροφιά, αφού μια οικογενειακή συνάθροιση ή μια παρέα ασχέτων με το χώρο, σίγουρα δεν είναι σε καμία περίπτωση ένα μέσο αναφοράς των σεξουαλικών φετίχ και επιθυμιών μας.

    Η διαδικτυακή συναναστροφή δεν παύει να περέχει κάποια στοιχεία της καθημερινότητας, αφού και εκεί τα μέλη συναναστρέφονται με απλούς καθημερινούς ανθρώπους μέλη μιας κοινωνίας με κανόνες και νόμους. Αλλά οι περισσότεροι είναι πρόθυμοι – μέσω του γεγονότος ότι έγιναν μέλη του συγκεκριμένου διααδικτυακού τόπου – να ακούσουν οτιδήποτε το κάθε μέλος νιώθει και επιθυμεί. Μάλιστα δεν παραβλέπεται η πιθανότητα της άμεσης επαφής και αναταλλαγής μηνυμάτων για θέματα που κάποιο μέλος δεν θα ήθελε να αναρτήσει δημόσια στο forum που περιλαμβάνεται στο συγκεκριμένο chat room.

    Επιπλέον η έρευνα έδωσε χρήσιμα στοιχεία για την συμπεριφορά των μελών που ανήκουν σε αντίθετα φύλα και σε διαφορετικές ηλικίες και τα οποία αναφέρθηκαν παραπάνω. Γενικά πάντως φάνηκε ότι οι άνδρες νιώθουν πιο άνετα για τις σεξουαλικές προτιμήσεις τους, ενώ οι γυναίκες βρίσκουν τη συμμετοχή τους περισσότερο σαν ένα τόπο όπου μπορούν να εκφράσουν τέτοιου είδους προτιμήσεις που στην κοινωνία μπορούν να θεωρηθούν κατακριτέες.

    ΠΗΓΕΣ

    Ακολουθεί πίνακας πηγών.
     
  4. camera_obscura

    camera_obscura Regular Member

    Σχετικά με το Palandri, M. and Green, L. (2000), Image Management in a Bondage, Discipline, Sadomasochist Subculture: A Cyber-ethnographic Study, Cyberpsychology and Behavior, Vol. 3, Iss. 4

    Η άρση των αναστολών είναι ένα από τα πρώτα συναισθήματα που βιώνει κανείς όταν ανακαλύπτει τον γενναίο νέο κόσμο του διαδικτύου. «Κανείς στο internet δεν ξέρει ότι είσαι σκύλος», κανείς δεν μπορεί στην πραγματικότητα να σε επιτιμήσει, να σε ταπεινώσει ή ακόμα χειρότερα, να σε τιμωρήσει. Προκύπτει έτσι μια συνθήκη παλιμπαιδισμού σε πολύ πρώιμα στάδια, πριν καν τεθούν τα κοινωνικά όρια του «πρέπει» και του «μη». Διακρίνω εκ του προχείρου δύο εκδοχές άρσης των αναστολών:

    1. Γίνομαι κωλόπαιδο, βγάζω τ’ «απωθημένα» μου, τον χειρότερο εαυτό μου, εκδηλώνω όλη μου την καταπιεσμένη επιθετικότητα.
    2. Γίνομαι κάποιος άλλος, μεταμφιέζομαι, ζω σε ένα διαρκές καρναβάλι όπου τα πρόσωπα και τα προσωπεία είναι διαρκώς ρευστά και εναλλάξιμα.

    Δεν είναι εύκολο να διακρίνουμε μεταξύ φαντασίωσης και ανικανοποίητης επιθυμίας. Χωρίς να είμαι απόλυτη, θα έλεγα ότι η εκδοχή του «κωλόπαιδου» προσεγγίζει περισσότερο την ανικανοποίητη επιθυμία και η εκδοχή του «ντόμινο» την φαντασίωση.

    Η φαντασίωση τείνει να εκλαμβάνεται «πονηρά», αμέσως μόλις ακουστεί σαν λέξη. Στον λόγο του λιμανιού, όταν πετάξεις αυτή τη λέξη ο ορισμός στενεύει εξαιρετικά προκαλώντας συνενοχικά γελάκια και σκουντήγματα: φαντασίωση είναι μια σειρά σκέψεων αμιγώς σεξουαλικού περιεχομένου, οι οποίες είναι «βρώμικες», «ανήκουστες», «απαράδεκτες» και σε κάθε περίπτωση μη εφαρμόσιμες, αλλά που κατά κάποιον περίεργο τρόπο μας καυλώνουν.

    -Όχι, δεν είναι αυτό η φαντασίωση. Η φαντασίωση είναι μια κρίσιμη και εξαιρετικά χρήσιμη ψυχολογική λειτουργία που κινητοποιείται από πολύ πρώιμα στάδια της ζωής (για την ακρίβεια, από τότε που είμαστε σε θέση να συμβολίζουμε) και μας βοηθά πάρα μα πάρα πολύ να δομήσουμε ταυτότητα. Η απόσταση μεταξύ του παιδικού superman από τον ενήλικο άξιο master δεν είναι τόσο μεγάλη όσο μπορεί να νομίζουμε. Αντανακλά σε μεγάλο βαθμό όχι μόνο την εσωτερίκευση, αλλά και την διαπραγμάτευση των ορίων ώσπου να βρούμε ένα δυναμικό σημείο ισορροπίας στο οποίο νιώθουμε ταυτισμένοι με αυτό που αποκαλούμε «εαυτό» μας. Συνεπώς, η αξία της φαντασίωσης δεν είναι όντως στην πραγματοποίησή της, αλλά στην ίδια την ευχέρεια του υποκειμένου να την βιώνει ως ένα βαθμό ανενοχικά (τελείως ανενοχικά δεν γίνεται, γιατί μόλις γίνει αυτό η φαντασίωση έχει επιτελέσει τον σκοπό της και εξανεμίζεται ή τροποποιείται). Για το τι μπορεί να σημαίνει έλλειψη ευχέρειας για φαντασίωση επισημαίνω για παράδειγμα τις φρικαλεότητές του μεσαίωνα με την πλήρη δαιμονοποίηση του σεξ στο όνομα της θρησκείας, και τη μοιραία συνακόλουθη όσμωση σεξ και θρησκείας ως έμμεση αποσυμπίεση της ανάγκης για φαντασίωση.

    Η φαντασίωση λοιπόν είναι καλή και άγια, και να χαιρόμαστε ο καθένας τις δικές του. Στο δίκτυο ωστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται καθώς η φαντασίωση βγαίνει από τα αυστηρά προσωπικά, δηλαδή αμιγώς ψυχολογικά όρια της ατομικής συνείδησης και κοινωνείται σε άλλους. Μια κοινοποιημένη, πόσο δε μάλλον κοινή φαντασίωση δεν είναι πια μόνο (αν είναι και καθόλου) φαντασίωση, αλλά μεταπλάθεται σε κάτι άλλο: είναι ήδη μια δράση. Είναι άλλο το να σκέφτομαι ότι με μαστιγώνουν εφτά κουρσάροι ενώ είμαι αλυσοδεμένη στο κατάρτι, κι άλλο να το λέω αυτό σε κάποιον άλλον με σκοπό να τον καυλώσω, να τον κάνω να με επιθυμήσει, να με καυλώσει με τη σειρά του, κ.ο.κ. Εδώ όμως θέλω την προσοχή σας για μια λεπτή διάκριση. Ε καλά, θα μου πείτε, σιγά τα ωα, οι εραστές το κάνουν αυτό όλη την ώρα. Ναι λοιπόν, είναι κι αυτό μια δράση, την οποία όμως δεν θα πραγματευτώ εδώ καθώς ξεφεύγει από το θέμα της έρευνας την οποία σχολιάζω. Μιλάω για τη δράση που περιορίζεται στην γραπτή (άντε, βία και οπτικοακουστική, πάντως σε κάθε περίπτωση απομακρυσμένη) αλληλεπίδραση. Όπως θα αναφέρω και παρακάτω, προσπαθώ να καταδείξω την προβληματική φύση του να φαντασιώνεσαι με την πισινή των ευήκοων ώτων αλλά με «mani puliti».

    Συνεπώς διατηρώ μεγάλες επιφυλάξεις όταν κάποιος μου λέει ότι μπαίνει στο δίκτυο για να εκφράσει τις φαντασιώσεις του. Αυτό που πιστεύω ότι συμβαίνει είναι πιθανότατα ένα από τα παρακάτω: α) οι φαντασιώσεις του τού είναι αφόρητες, τις βιώνει με έντονα συγκρουσιακό τρόπο, και αναζητά λύτρωση στη μαρτυρία των άλλων ότι δεν είναι μόνος, β) δεν πρόκειται περί φαντασιώσεων, αλλά περί ανικανοποίητων επιθυμιών που δεν βρίσκουν προσήκουσα έκφραση.

    Θεωρώ και τις δύο αυτές πιθανότητες δυνάμει επικίνδυνες για την ψυχική υγεία του υποκειμένου, για λόγους που βαριέμαι να αναλύσω εδώ αλλά και που θα κουράσουν άσκοπα. Αρκούμαι να επισημάνω ότι η «σχάση του διαδικτύου» μπορεί να καταστεί πολύ προβληματική. Ως σχάση του διαδικτύου εννοώ τα όσα έχουν να κάνουν με τον διαχωρισμό πραγματικής / «κανονικής» ζωής και εικονικής / διαδικτυακής. Η προσωπικότητα καλό είναι να νοείται ως συνεχής και να εκφράζεται όσο το δυνατόν με συνεχείς τρόπους σε πείσμα της μεταμοντέρνας εποχής μας που επιτάσσει τον κατακερματισμό, κι όχι με αποκομμένες μεταξύ τους διεξόδους. Αν η αγαπητή maribel είχε βαρεθεί τον άντρα της καλά θα έκανε να τον παρατήσει ή / και να βρει έναν (BDSM, kinky, ότι γουστάρει) εραστή – τον υδραυλικό, τον συνάδελφο ή την διαδικτυακή γνωριμία. Αλλά πραγματικό εραστή, όχι να κάθεται να βαυκαλίζεται με διαδικτυακές περσόνες μέσα στον περιχαρακωμένο χωροχρόνο του tea time.

    Καθένας μας έχει πολύ πιο σημαντικά πράγματα να ασχοληθεί από το αν θα κρύψει αρκετά επιτυχημένα από τους διαδικτυακούς του «φίλους» ότι είναι σκύλος, κι από τους οικείους του ότι κάποιοι out there νομίζουν ότι δεν είναι σκύλος. Για παράδειγμα, καλό θα ήταν να αναρωτηθεί αν πράγματι είναι σκύλος, αν το να είναι σκύλος είναι καλό, κακό ή τ’ ανάμεσό τους, αν επιθυμεί πραγματικά να αποτινάξει τη σκυλίσια του φύση, αν εκτός από σκύλος είναι και κάτι άλλο που θέλει να το πραγματώσει εξίσου, κτλ κτλ. Ε, τώρα αν όλ’ αυτά ακούγονται υπερβολικά μπίζιλα, υπάρχει και η λύση του off, δηλαδή του χέρι πονεί, χέρι κόβει. Κοντά στο νου κι η γνώση.

    Όσο δε για το μακροσκελές των εμβριθών μου αναλύσεων, δεν θα κάτσω να απολογηθώ όπως έχει καταστεί παράδοση. Και μην σας περάσει καν από το νου ούτε καν σαν αχνό παράπονο, γιατί θεωρώ ότι έχω γίνει δεξιοτέχνης της συμπύκνωσης και δεν θέλετε να δείτε τι μπορεί να σημαίνει μακροσκελής ανάλυση, ΟΚ;  
     
  5. ae1969

    ae1969 Regular Member

    Εννοείται ότι ξεκινώντας κάποιος να κάνει μια έρευνα, ποτέ δεν ξέρει που θα καταλήξει και βέβαια είναι πολύ πιθανό τα αποτελέσματα να μην απαντούν ικανοποιητικά τα ερευνητικά ερωτήματα. Επιπλέον η κάθε έρευνα μπορεί να χάσει μέρος της αντικειμενικότητάς της από παράγοντες όπως οι αντιλήψεις του ερευνητή, η επιλογή του δείγματος, οι κοινωνικές συνθήκες και τα "ήθη" στη γεωγραφική περιοχή που ζει το δείγμα, κοινωνικοοικονομικά στοιχεία και βέβαια ο χρόνος που έχει πραγματοποιηθεί.

    Για παράδειγμα στην παραπάνω έρευνα (#15), η κύρια ερευνήτρια είχε κάποια προσωπική σχέση με το αντικείμενο που μπορεί να παραμόρφωνε την οπτική της γωνία, η έρευνα έγινε αποκλειστικά σε Αγγλοσαξωνικές χώρες (ΗΠΑ, Αυστραλία) και επιπλέον ίσως το 2000, η εμπειρία της διαδικτυακής επικοινωνίας να μην είχε τα χαρακτηριστικά που έχει 10 χρόνια μετά με το πλήρες άνοιγμα του Διαδικτύου (τουλάχιστον στον Ανεπτυγμένο Κόσμο). Και γι' αυτό δεν αποκλείεται να έχουν γίνει και επιπλέον έρευνες για το αντικείμενο. Αν βρω κάτι σίγουρα θα επανέλθω - άλλωστε υπάρχει πολύ πράγμα εκεί που έχω πρόσβαση, χρόνος πολύς για την περίληψη - μετάφραση δεν υπάρχει. Μάλιστα φοβάμαι ότι ίσως κάποια πράγματα να τα έχω αποδώσει με τη δική μου αντίληψη και γι' αυτό διαθέτω (από την αρχή) τα πλήρη άρθρα σε κάθε ενδιαφερόμενο.

    Σίγουρα πολλά από όσα εξέφρασε η camera obscura, με βρίσκουν σύμφωνο, αλλά για να μη με βαρεθείτε (σε κάποιο ήδη κουραστικό νήμα), είπα απλώς να παραθέσω το πρωτογενές υλικό χωρίς να παίρνω θέση.
     
  6. kati

    kati Regular Member

    Απάντηση: Re: Ακαδημαϊκή Έρευνα και (BD)SM

    Ισχυρίζεσαι τότε οτι δεν υπάρχει υγιής (και ακίνδυνος για το υποκείμενο) τρόπος έκφρασης των φαντασιώσεων μέσω του διαδικτύου;

    Θέλεις να το αναλύσεις λίγο αυτό;  
     
    Last edited: 4 Νοεμβρίου 2010
  7. ae1969

    ae1969 Regular Member

    Επειδή αυτό τον καιρό πέφτει πολύ BDSM στη δουλειά και δεν έχω καταφέρει να βάλω μπροστά κάποιο από τα 6 - 7 επιπλέον άρθρα που έχω μαζέψει, αντιγράφω ένα μικρό και κάπως γενικό κομμάτι περί φαντασιώσεων από ΤΑ ΝΕΑ της 18.11.2010. Και μένω με την ελπίδα να καταφέρω να φτιάξω καμιά από τις δικές μου περιλήψεις μέχρι τα Χριστούγεννα.

    Οι φαντασιώσεις ανάλογα με το φύλο
    Της Εύης Κυράνα
    Η Εύη Κυράνα είναι ψυχολόγος υγείας, ειδικευμένη σε θέματα σχέσεων και σεξουαλικών δυσλειτουργιών, συνεργάτιδα του Κέντρου Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

    Διαφέρουν οι ερωτικές φαντασιώσεις γυναικών και ανδρών; Και ποια επίδραση έχουν οι φαντασιώσεις στη σεξουαλική μας ζωή; Τα στοιχεία των έως τώρα μελετών, έχουν τις απαντήσεις.

    Μια ανασκόπηση (Leitenberg & Henning, 1995) των μελετών που ερεύνησαν τις σεξουαλικές φαντασιώσεις ανδρών και γυναικών κατέληξε στο ότι το περιεχόμενο των φαντασιώσεων των δύο φύλων διαφέρει αρκετά. Οι άνδρες φαντασιώνονται περισσότερο το να κάνουν κάτι σε μια γυναίκα, ενώ οι γυναίκες να τους κάνουν κάτι.

    Οι φαντασιώσεις των ανδρών είναι περισσότερο οπτικές ή σαρκικές, ενώ των γυναικών περιλαμβάνουν συναισθήματα. Οι άνδρες συχνότερα από τις γυναίκες φαντασιώνονται σεξουαλικές πράξεις στις οποίες συμμετέχουν περισσότερα από δύο πρόσωπα. Οι γυναίκες είναι πιο πιθανό να φαντασιώνονται τον εαυτό τους σε ρόλο υποταγής, ενώ οι άνδρες σε ρόλο κυριαρχίας.

    Σύμφωνα με τους Leitenberg & Henning, αυτό συμβαίνει διότι η υποταγή στη φαντασία της γυναίκας υποδηλώνει πως ο άνδρας τη θέλει πολύ. Αντίστοιχα, η κυριαρχία στη φαντασίωση του άνδρα υποδηλώνει ότι η γυναίκα έλκεται τόσο, που αδυνατεί να του αντισταθεί.

    Μια άλλη μελέτη (Zurbriggen & Yost, 2004) έδειξε ότι οι άνδρες εστιάζουν περισσότερο στην αίσθηση ότι παρέχουν ευχαρίστηση στη γυναίκα, ενώ οι γυναίκες στην αίσθηση προσωπικής ικανοποίησης. Επιπλέον, ενώ το 98% των ανδρών και το 80% των γυναικών φαντασιώνονται πρόσωπα εκτός του / της συντρόφου τους, το 50% πιστεύει πως η απιστία είναι απαράδεκτη ακόμη και όταν συμβαίνει μόνο στη φαντασίωση (Hicks & Leitenberg, 2001).

    Η παλαιότερη άποψη που υποστήριζε o Φρόυντ, αλλά και άλλοι ερευνητές, ότι οι άνθρωποι φαντασιώνονται όταν δεν ικανοποιούνται σεξουαλικά, φαίνεται ότι δεν επαληθεύεται στις σύγχρονες μελέτες (Davidson & Hoffman 1986, Hariton & Singer 1974, Person, Terestman, Myers, Goldberg, & Borenstein 1992).

    Οι σύγχρονες μελέτες δείχνουν ότι τα πρόσωπα που φαντασιώνονται συχνά είναι πιο ενεργά και ικανοποιημένα σεξουαλικά (Haavio - Mannila & Konnula 1997). Πολλές μελέτες έχουν δείξει πως οι φαντασιώσεις μπορούν να εξυπηρετήσουν πολλούς σκοπούς, ανάμεσα στους οποίους είναι το να αυξήσουν τη διέγερση και την έλξη μεταξύ των δύο φύλων, και να οδηγήσουν σε οργασμό.

    Ωστόσο, φαντασιώσεις που περιλαμβάνουν κοινωνικά ή ηθικά ανεπίτρεπτες σεξουαλικές συμπεριφορές, ενδέχεται να δημιουργήσουν ενοχές, με αποτέλεσμα την εμφάνιση σεξουαλικών προβλημάτων.
     
  8. ae1969

    ae1969 Regular Member

    Σε άλλο νήμα υπήρξε ένα ευγενικό αίτημα του vautrin σχετικά με την έρευνα του Kinsey περί σεξουαλικής ζωής των Αμερικανών.

    Δυστυχώς αν και την βρήκα, το Journal of Sexual Medicine είναι κλειδωμένο και έτσι μπορώ να δω μόνο τα abstracts. Και δεν ανοίγει το pdf ούτε μέσω Athens login ούτε χρησιμοποιώντας Institution login.

    Παραθέτω κάποιες πληροφορίες μήπως τα καταφέρει και το βρει (ξεκλειδώσει ή τον ενδιαφέρει και το πληρώσει για να το αποκτήσει) κάποιος.

    Sexual behavior in the United States: Results from a national probability sample of men and women ages 14-94.

    Authors: Herbenick, Debby, Center for Sexual Health Promotion, Indiana University, Bloomington, IN, US - Reece, Michael, Center for Sexual Health Promotion, Indiana University, Bloomington, IN, US - Schick, Vanessa, Center for Sexual Health Promotion, Indiana University, Bloomington, IN, US - Sanders, Stephanie A., Center for Sexual Health Promotion, Indiana University, Bloomington, IN, US - Dodge, Brian, Center for Sexual Health Promotion, Indiana University, Bloomington, IN, US - Fortenberry, J. Dennis, Center for Sexual Health Promotion, Indiana University, Bloomington, IN, US

    Source: Journal of Sexual Medicine, Vol 7(Suppl 5), Oct, 2010. pp. 255-265.
    Page Count: 11
    Publisher: United Kingdom: Wiley-Blackwell Publishing Ltd.
    ISSN: 1743-6095 (Print) // 1743-6109 (Electronic)

    Abstract:
    Introduction: Despite a demonstrated relationship between sexual behaviors and health, including clinical risks, little is known about contemporary sexual behavior.
    Aims: To assess the rates of sexual behavior among adolescents and adults in the United States.
    Methods: We report the recent (past month, past year) and lifetime prevalence of sexual behaviors in a nationally representative probability sample of 5,865 men and women ages 14 to 94 in the United States (2,936 men, 2,929 women).
    Main Outcome Measures: Behaviors assessed included solo masturbation, partnered masturbation, giving and receiving oral sex, vaginal intercourse, and anal intercourse.
    Results: Masturbation was common throughout the lifespan and more common than partnered sexual activities during adolescence and older age (70+). Although uncommon among 14- to 15-year olds, in the past year 18.3% of 16- to 17-year-old males and 22.4% of 16- to 17-year-old females performed oral sex with an other-sex partner. Also in the past year, more than half of women and men ages 18 to 49 engaged in oral sex. The proportion of adults who reported vaginal sex in the past year was highest among men ages 25-39 and for women ages 20-29, then progressively declined among older age groups. More than 20% of men ages 25-49 and women ages 20-39 reported anal sex in the past year. Same-sex sexual behaviors occurring in the past year were uncommonly reported.
    Conclusions: Men and women engage in a diverse range of solo and partnered sexual behaviors throughout the life course. The rates of contemporary sexual behavior provided in this report will be valuable to those who develop, implement, and evaluate programs that seek to improve societal knowledge related to the prevalence of sexual behaviors and to sexual health clinicians whose work to improve sexual health among the population often requires such rates of behavior.
     
    Last edited: 30 Νοεμβρίου 2010
  9. ae1969

    ae1969 Regular Member

    Λοιπόν βρέθηκε λίγος χρόνος και αξιώθηκα να ετοιμάσω ένα ακόμα αρθράκι (το μικρότερο από όσα είναι στην αναμονή).

    Tomassilli, J. C., Golub, S. A., Bimbi, D. S., Parsons, J. T. (2009), Behind Closed Doors: An Exploration of Kinky Sexual Behaviours in Urban Lesbian and Bisexual Women, Journal of Sex Research, Vol. 46, Iss. 5, pp. 438-445
    Μετάφραση περίληψης: ae1969

    ΕΙΣΑΓΩΓΗ

    Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 347 γυναικών αστικής περιοχής εκ των οποίων οι 289 ομοφυλόφιλες και οι 58 αμφιφυλόφιλες σχετικά με τη συμπεριφορά τους απέναντι σε τέσσερες kinky ερωτικές συμπεριφορές: bondage / κυριαρχία, σαδομαζοχισμό, επιδειξιομανία μέσω φωτογραφήσεων / βιντεοσκοπήσεων και «παιχνίδια» ασφυξίας / ελέγχου αναπνοής. Τα ευρήματα της έρευνας σε γενικές γραμμές έδειξαν ότι πάνω από το 40% όσων έλαβαν μέρος είχαν τουλάχιστον μία από τις παραπάνω εμπειρίες και το 25% είχαν βιώσει περισσότερες από μία. Γενικά οι τάσεις ήταν μεγαλύτερες στις αμφιφυλόφιλες. Οι λευκές γυναίκες είχαν μεγαλύτερα ποσοστά συμμετοχής σε πρακτικές bondage / κυριαρχίας από ότι οι έγχρωμες, ενώ οι νεώτερες σε ηλικία είχαν μεγαλύτερη συμμετοχή σε φωτογραφική / βιντεοσκοπική επιδειξιομανία και «παιχνίδια» ασφυξίας / ελέγχου αναπνοής, ενώ όσο μικρότερες ήταν οι συμμετέχουσες κατά την πρώτη τους ομοφυλοφιλική εμπειρία τόσο μεγαλύτερα τα ποσοστά συμμετοχής σε μία από τις παραπάνω συμπεριφορές.

    Η έρευνα ξεκίνησε από το γεγονός ότι οι συμπεριφορές των παραπάνω κατηγοριών γυναικών δεν είχαν μελετηθεί εμπειρικά. Οι ερευνητές δίνουν αποδέχονται τον ορισμό του Nichols (2006), ο οποίος ορίζει τη kinky σεξουαλική συμπεριφορά ως περιλαμβάνουσα ένα ή παραπάνω από τα ακόλουθα: παιχνίδια ανταλλαγής δύναμης μέσω κυριαρχίας / υποταγής, παιχνίδια ρόλων, επιβολή και υποδοχή πόνου και ταπείνωσης, bondage, αποκοπή αισθήσεων, χρήση «μη-σεξουαλικών» αντικειμένων για σεξουαλικές πράξεις και φετιχιστική χρήση αντικειμένων και πρακτικών.

    ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΥΠΟΒΑΘΡΟ ΚΑΙ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΟ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΕΡΓΟ

    Οι Kinsey, Pomeroy, Martin και Gebhard σε δύο έρευνες το 1953 και 1966 είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το 4% των γυναικών με εμπειρίες αυνανισμού φαντασιώνονταν σαδομαζοχιστικές πρακτικές, ενώ το 12% των γυναικών και το 22% των ανδρών ένιωθαν ερωτική έγερση σκεφτόμενοι ή παρακολουθώντας σαδομαζοχιστικές πρακτικές. Οι ίδιοι καταμέτρησαν ότι οι υπόλοιπες kinky συμπεριφορές «ενδιέφεραν» πολύ περισσότερο τους άνδρες παρά τις γυναίκες. Πιο πρόσφατα, οι Janus και Janus (1993) καταμέτρησαν ότι το 14% των ανδρών και 11% των γυναικών συμμετείχαν σε σαδομαχιστικές πρακτικές, το 11% και των δύο φύλων συμμετείχαν σε πρακτικές bondage / κυριαρχίας ενώ υπήρχαν και ποσοστά ανάμεσα στο 5 και το 7% και για τα δύο φύλα σχετικά με επιβολή και υποβολή ταπείνωσης και σεξουαλικές πρακτικές με ούρα. Άλλες έρευνες κατέδειξαν ότι η πλειοψηφία των συμμετεχόντων σε πρακτικές (BD)SM είναι απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης σε σχετικά καλή οικονομική και επαγγελματική κατάσταση, χωρίς ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα ενώ ξεκίνησαν να εξασκούν τέτοιες πρακτικές προς τα τέλη της δεύτερης και αρχές της τρίτης δεκαετίας της ζωής τους.

    Βέβαια το περισσότερο υλικό σχετικά με τις γυναίκες βασίστηκε σε θεωρητικές εργασίες (Moser, 1988 – Queen, 1996 – Connolly, 2006 – Matthews 2006), οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες του (BD)SM ξεκινούν να ασκούν τέτοιες πρακτικές σε νεαρή ηλικία, νιώθουν ικανοποιημένες από τη συμμετοχή τους σε αυτές, έχουν ανώτερη μόρφωση, είναι συνήθως ανύπαντρες και χωρίς ψυχοπαθολογικά προβλήματα όπως αναφέρονται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Ένωση (4η έκδοση Διαγνωστικού και Στατιστικού Οδηγού).

    Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι περισσότερες από τις προγενέστερες έρευνες είχαν τον περιορισμό ότι τα δείγματά τους δήλωναν συνειδητά την προτίμησή τους προς kinky συμπεριφορές και δεν εξέφραζαν το «γενικό πληθυσμό», τα δείγματα ήταν συνήθως πολύ μικρά, αφορούσαν κυρίως ετεροφυλόφιλους, ενώ το (BD)SM απετέλεσε απλώς ένα απλό στοιχείο σε γενικές έρευνες σχετικά με τις σεξουαλικές προτιμήσεις που είχαν ομοφυλόφιλες και αμφιφυλόφιλες γυναίκες (Bailey, Farquhar, Owen και Whittaker, 2003 – Califia, 1979).

    ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ

    Στη συγκεκριμένη έρευνα χρησιμοποιήθηκαν οι παραδοχές ότι οι συμμετέχουσες είχαν απόλυτα υποκειμενική γνώση του τι θεωρείται (BD)SM και τι όχι, δεν ήταν γνωστό εκ των προτέρων ότι εξασκούσαν πρακτικές των τεσσάρων προς διερεύνηση κατηγοριών, με τυχαίο δημογραφικό δείγμα και με χρήση ερωτηματολογίου στο οποίο οι συμμετέχουσες συμπλήρωσαν σε ιδιωτικό χώρο και με απόλυτη εχεμύθεια. Το δείγμα επελέχθη τυχαία κατά τη διάρκεια δύο event που είχαν οργανωθεί από ομοφυλοφιλικά club.

    Για να μετρηθεί η ενασχόληση του δείγματος με kinky σεξουαλικές πρακτικές, η βασική ερώτηση αφορούσε τη συμμετοχή τους σε μία από τις τέσσερεις προαναφερθείσες κατηγορίες χωρίς να δίνονται ορισμοί και επεξηγήσεις για αυτές. Υπήρχε επίσης ένας αριθμός από δημογραφικές ερωτήσεις σχετικά με την ηλικία, την ομοφυλοφιλία και αφιλοκαλία, το είδος σχέσης που είχαν τη στιγμή της έρευνας, το εισόδημα, την εκπαίδευση, την ανθρώπινη φυλή στην οποία ανήκαν καθώς και την ηλικία που άρχισαν να έχουν ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της έρευνας σε γενικές γραμμές ήταν αρκετά κοντά σε αυτά του γενικού γυναικείου πληθυσμού της πόλης της Νέας Υόρκης, όπου έγινε η έρευνα.

    ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ – ΑΝΑΛΥΣΗ

    Η βασική περίληψη των αποτελεσμάτων της έρευνας είναι η παρακάτω:

    • Το 44% είχε συμμετάσχει σε μία από τις τέσσερεις πρακτικές προς έρευνα, ενώ το 25% είχε εμπειρίες από πρακτικές περισσότερες της μίας κατηγορίας.
    • Οι αμφιφυλόφιλες γυναίκες παρουσίασαν αυτή τη συμπεριφορά 2,4 φορές περισσότερο από τις ομοφυλόφιλες.
    • Οι αμφιφυλόφιλες γυναίκες παρουσίασαν συμμετοχή σε επιδειξιομανία μέσω φωτογραφήσεων / βιντεοσκοπήσεων 2,9 φορές περισσότερο από τις ομοφυλόφιλες.
    • Τα δύο προηγούμενα αποτελέσματα μπορούν να εξηγηθούν τόσο μέσω της πιθανότητας συμμετοχής σε μία από τις παραπάνω πρακτικές μέσω κάποιας σχέσης των αμφιφυλόφιλων γυναικών με άτομο του άλλου φύλου όσο και λόγω ότι η «επιλογή» της αμφιφυλοφιλίας έγινε από «ανάγκη» περισσότερης «ποικιλίας» στις σεξουαλικές σχέσεις τους οπότε και οι kinky επιλογές είναι επίσης πιθανότερες. Αυτό βέβαια είναι έναυσμα για μια μελλοντική έρευνα σχετικά με το αν οι γυναίκες έχουν διαφορετική συμπεριφορά κατά τις ετεροφυλικές σε σχέση με τις ομοφυλοφιλικές συνευρέσεις.
    • Οι λευκές γυναίκες είχαν συμμετοχή σε πρακτικές bondage / κυριαρχίας 1,9 φορές περισσότερο από ότι οι έγχρωμες.
    • Δεν υπήρξαν σημαντικές διαφοροποιήσεις στα ποσοστά σε σχέση με το εισόδημα, τη μόρφωση και τη σχέση που είχαν οι συμμετέχουσες κατά την περίοδο της έρευνας.
    • Σε σχέση με το αν οι ερωτώμενες θεωρούν συνειδητά ότι συμμετείχαν σε πρακτικές SM όταν βίωναν κάποια / κάποιες από τις άλλες τρεις εμπειρίες, το 55% απάντησε αρνητικά (58% όσων είχαν συμμετοχή σε επιδειξιομανία μέσω φωτογραφήσεων / βιντεοσκοπήσεων, 49% όσων είχαν συμμετοχή σε πρακτικές bondage / κυριαρχίας και το 33% όσων συμμετείχαν σε «παιχνίδια» ασφυξίας / ελέγχου αναπνοής). Το παραπάνω εύρημα έρχεται σε αντιδιαστολή με τη «γενική» παραδοχή ότι τα bondage / κυριαρχία, η επιδειξιομανία μέσω φωτογραφήσεων / βιντεοσκοπήσεων και τα «παιχνίδια» ασφυξίας / ελέγχου αναπνοής αποτελούν μέρος του σαδομαζοχισμού. Αντίθετα τα παραπάνω ποσοστά υποδεικνύουν ότι το δείγμα είχε αντικρουόμενες απόψεις επί του ζητήματος.
    • Γενικά οι συμμετέχουσες σε μία ή περισσότερες από τις τέσσερεις εμπειρίες ήταν πιο νέες σε ηλικία από το μέσο όρο του δείγματος, λόγω του ότι η συντριπτική πλειοψηφία όσων είχαν συμμετοχή σε επιδειξιομανία μέσω φωτογραφήσεων / βιντεοσκοπήσεων ήταν νεώτερες. Αφαιρώντας αυτή την εμπειρία, δεν υπάρχει σημαντική ηλικιακή διαφοροποίηση. Η νεώτερη ηλικία των συμμετεχουσών σε επιδειξιομανία μέσω φωτογραφήσεων / βιντεοσκοπήσεων μπορεί να οφείλεται στη μεγάλη εξάπλωση του διαδικτύου και της ψηφιακής τεχνολογίας φωτογράφησης / βιντεοσκόπησης και την μεγαλύτερη εξοικείωση με αυτά των νεώτερων σε σχέση με τις μεγαλύτερες σε ηλικία.
    • Η συμμετοχή σε «παιχνίδια» ασφυξίας / ελέγχου αναπνοής επίσης πιθανόν να οφείλεται στην καλύτερη ενημέρωση για αυτά και την κατάρριψη των σχετικών ταμπού.
    • Η έρευνα έδειξε ξεκάθαρα όσο μικρότερες ήταν οι συμμετέχουσες κατά την πρώτη τους ομοφυλοφιλική εμπειρία τόσο μεγαλύτερα τα ποσοστά συμμετοχής σε μία από τις παραπάνω συμπεριφορές.
    • Η συμμετοχή στις τρεις από τις παραπάνω πρακτικές έγινε σχετικά γρήγορα μετά την πρώτη ομοφυλοφιλική εμπειρία. Εξαίρεση απετέλεσε ο σαδομαζοχισμός, όπου όσες είχαν τη σχετική εμπειρία είχαν σχετικά μακροχρόνιες ομοφυλοφιλικές εμπειρίες.
    • Τα αποτελέσματα της έρευνας αντικρούουν σε γενικές γραμμές την τάση που έχουν τόσο το Φεμινιστικό όσο το Λεσβιακό Κίνημα στις ΗΠΑ, ότι οι kinky συμπεριφορές των περισσοτέρων γυναικών προκύπτουν από την ανδρική επικυριαρχία στην Κοινωνία με αποτέλεσμα γυναίκες που συμμετέχουν σε πρακτικές (BD)SM να μην είναι αποδεκτές από τα αντίστοιχα κινήματα, έστω και αν αυτή η τάση έχει υποχωρήσει τα τελευταία χρόνια.

    ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

    Η διεξαγωγή της έρευνας είχε κάποιους περιορισμούς καθώς το δείγμα αφορούσε γυναίκες μέλη ομοφυλοφιλικών club που δεν είχαν ενδοιασμό συμμετοχής σε κάποιο οργανωμένο event, δεν υπήρχαν ερωτήσεις σχετικές με άλλα φετίχ και kinky πρακτικές, ενώ φάνηκε ότι δεν υπάρχουν ξεκάθαρα όρια σχετικά με το είναι και τι δεν είναι SM.

    Οι ερευνητές θεωρούν αναγκαία την πραγματοποίηση κάποιας περαιτέρω έρευνας όπου θα υπάρχει και διάκριση ανάμεσα σε γυναίκες με «κυριαρχικό» ρόλο σε σχέση με άλλες με «υποτακτικό» ρόλο, καθώς και αναλυτικότερο διαχωρισμό στα δημογραφικά χαρακτηριστικά.

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Ακολουθεί η αναγραφή πηγών.