Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ερωτική Ποίηση

Συζήτηση στο φόρουμ 'Τέχνη' που ξεκίνησε από το μέλος espimain, στις 18 Δεκεμβρίου 2016.

  1. espimain

    espimain Contributor

    Άραγε πώς γεννιέται
    από ένα τίποτα η επιθυμία;
    Πώς η επιθυμία γίνεται έρωτας,
    ο έρωτας πώς αλλάζει
    σε μακρινή ανάμνηση
    Άραγε πώς μπορεί
    η ανάμνηση να σβήνει
    μες στο τίποτα;

    Τίτος Πατρίκιος,
    Κυκλικό (Λυσιμελής Πόθος)
     
  2. iolanda

    iolanda Contributor

    Ερωτικό γράμμα, της Σύλβια Πλαθ.

    Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
    Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
    αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δεν μ` ενοχλούσε,
    να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια
    δεν είναι ότι μ` έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι—
    ούτε ότι μ` άφησες να στηλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
    στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
    κατανόησης της κυανότητας, ή των αστεριών

    Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα : ένα φίδι
    κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
    στον λευκό υετό του χειμώνα—
    όπως οι γείτονές μου, δε μπορώ να χαρώ
    με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
    μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν
    το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάματα,
    άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
    αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
    Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

    Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
    Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
    και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη
    διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
    πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρω.
    Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
    Έλαμπα, με γυάλινα – λέπια, και ξεδιπλώθηκα
    Να εκρεύσω απ` τον εαυτό μου, σαν υγρό
    Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
    Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.

    Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
    Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
    Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν Μαρτιάτικο κλαδί:
    Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.
    Από πέτρα σε σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
    Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
    πλέοντας στον αέρα μες την καμιζόλα της ψυχής μου
    καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.

    Μετάφραση: Κατερίνα Ηλιοπούλου, Ελένη Ηλιοπουλου
     
  3. iolanda

    iolanda Contributor

    ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

    "Αυθαιρεσίες"

    Μου άρεσε που μου ‘ λεγε στον έρωτα

    λέξεις σε γλώσσα απρόσιτη για μένα

    λέξεις που αυθαίρετα τους έδινα

    όλες τις σημασίες που θα ‘ θελα να έχουν.
     
  4. iolanda

    iolanda Contributor

    Τζιοκόντα Μπέλι "Διατρέχοντάς σε".

    Θέλω τη σάρκα σου να δαγκώνω,
    σάρκα αλμυρή και όλο ρώμη,
    ξεκινώντας απ´τα όμορφα τα μπράτσα σου,
    ίδια με κλαδιά ερυθρίνας,
    να συνεχίζω προς το στήθος αυτό που τα όνειρά μου τ’ ονειρεύονται
    αυτό το στήθος-σπηλιά όπου το πρόσωπό μου κρύβω
    ανασκαλεύοντας την τρυφεράδα,
    αυτό το στήθος που τύμπανα αντηχεί και ζωή συνεχή.
    Εκεί για κάμποσο να μένω
    μπλέκοντας τα χέρια μου
    στο δασάκι αυτό από θάμνους που βλασταίνουν,
    απαλό και μαύρο κάτω απ’ το γυμνό μου δέρμα,
    να συνεχίζω ύστερα στον αφαλό
    προς το κέντρο εκείνο απ’ όπου ξεκινάς να γαργαλιέσαι,
    και ολοένα να σε δαγκώνω, να σε φιλώ,
    ώσπου εκεί να φτάνω,
    στο μικρό εκείνο μέρος
    -κρυφό και μυστικό-
    που χαίρεται στην παρουσία μου
    που προχωρά για να μ’ υποδεχτεί
    και προς εμένα προελαύνει
    με όλην του τη δύναμη την πυρωμένη, ανδρική.
    Ύστερα στα πόδια σου να κατεβαίνω
    στέρεα σαν τις πεποιθήσεις σου τις αντάρτισσες,
    τα πόδια αυτά που το ανάστημά σου ορθώνουν
    που σε φέρνουνε σε μένα
    και εμένα συγκρατούν,
    που τα πλέκεις τη νύχτα στα δικά μου
    τα απαλά και θηλυκά.
    Τα πέλματά σου να φιλώ, έρωτά μου,
    που τόσο, δίχως μου, τους μένει να διαβούν
    και πάλι πίσω ν’ ανεβαίνω, σκαλί το σκαλί,
    ώσπου τα χείλη να πιέζω στα δικά σου,
    ώσπου όλη να γεμίζω απ’ το σάλιο, την ανάσα τη δική σου,
    ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις
    με τη δύναμη του ιλίγγου
    και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου
    σαν θάλασσα ανήμερη,
    ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι
    στων σεντονιών πάνω την άμμο.
    [Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη]
     
  5. Arioch

    Arioch Μαϊμουτζαχεντίν Premium Member Contributor

    Νίκος Καββαδίας

    Fata Morgana

    Θὰ μεταλάβω μὲ νερὸ θαλασσινὸ
    στάλα τὴ στάλα συναγμένο ἀπ᾿ τὸ κορμί σου
    σὲ τάσι ἀρχαῖο, μπακιρένιο ἀλγερινό,
    ποὺ κοινωνοῦσαν πειρατὲς πρὶν πολεμήσουν.

    Στρείδι ὠκεάνιο ἀρραβωνίζεται τὸ φῶς.
    Γεύση ἀπὸ φλούδι τοῦ ροδιοῦ, στυφὸ κυδώνι
    κι ὁ ἄρρητος τόνος, πιὸ πικρὸς καὶ πιὸ στυφός,
    ποὺ ἐναποθέτανε στὰ βάζα οἱ Καρχηδόνιοι.

    Πανὶ δερμάτινο ἀλειμμένο μὲ κερί,
    ὀσμὴ ἀπὸ κέδρο, ἀπὸ λιβάνι, ἀπὸ βερνίκι,
    ὅπως μυρίζει ἀμπάρι σὲ παλιὸ σκαρὶ
    χτισμένο τότε στὸν Εὐφράτη στὴ Φοινίκη.

    Χόρτο ξανθὸ τρίποδο σκέπει μαντικό.
    Κι ἕνα ποτάμι μὲ ζεστή, λιωμένη πίσσα,
    ἄγριο, ἀκαταμάχητο, ἀπειλητικό,
    ποτίζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ σ᾿ ἀγαπῆσαν.

    Rosso romano, πορφυρὸ τῆς Δαμασκός,
    δόξα τοῦ κρύσταλλου, κρασὶ ἀπ᾿ τὴ Σαντορίνη.
    Ὁ ἀσκὸς νὰ ρέει, κι ὁ Ἀπόλλωνας βοσκὸς
    νὰ κολυμπάει τὰ βέλη του μὲ διοσκορίνη.

    Σκουριὰ πυροχρωμη στὶς μνῆμες τοῦ Σινᾶ.
    Οἱ κάβες τῆς Γερακινῆς καὶ τὸ Στρατόνι.
    Τὸ ἐπίχρισμά του ἅγια σκουριὰ ποὺ μᾶς γερνᾶ,
    μᾶς τρέφει, τρέφεται ἀπὸ μᾶς, καὶ μᾶς σκοτώνει.

    Καντήλι, δισκοπότηρο χρυσό, ἀρτοφόρι.
    Ἅγια λαβίδα καὶ ἱερὴ ἀπὸ λαμινάρια.
    Μπροστὰ στὴν Πύλη δύο δαιμόνοι σπαθοφόροι
    καὶ τρεῖς Ἀγγέλοι μὲ σπασμένα τὰ κοντάρια.

    *

    Ποῦθ᾿ ἔρχεσαι; Ἀπ᾿ τὴ Βαβυλώνα.
    Ποῦ πᾶς; Στὸ μάτι τοῦ κυκλῶνα.
    Ποιὰν ἀγαπᾶς; Κάποια τσιγγάνα.
    Πῶς τὴ λένε; Φάτα Μοργκάνα.

    Πάντα οἱ κυκλῶνες ἔχουν γυναικεῖο
    ὄνομα. Εὔα ἀπὸ τὴν Κίο.
    Ἡ μάγισσα ἔχει τρεῖς κόρες στὸ Ἀμανάτι
    καὶ ἡ τέταρτη εἶν᾿ ἕν᾿ ἀγόρι μ᾿ ἕνα μάτι.

    Ψάρια ποὺ πετᾶν μέσα στὴν ἄπνοια,
    ὄστρακα, λυσίκομες κοπέλες,
    φίδια τῆς στεριᾶς καὶ δέντρα σάπια,
    ἄρμπουρα, τιμόνια καὶ προπέλες.

    Νά ῾χαμε τὸ λύχνο τοῦ Ἀλαδίνου
    ἢ τὸ γέρο νάνο ἀπ᾿ τὴν Καντόνα.
    Στείλαμε τὸ σῆμα τοῦ κινδύνου
    πάνω σὲ ἄσπρη πέτρα μὲ σφεντόνα.

    Δαίμονας γεννᾶ τὴ νηνεμία.
    Ξόρκισε, Allodetta, τ᾿ ὄνομά του.
    Λούφαξεν ὁ δέκτης τοῦ ἀσυρμάτου,
    καὶ φυλλομετρᾶ τὸν καζαμία.

    Ὁ ἄνεμος κλαίει. Σκυλὶ στὰ λυσσιακά του.
    Γειὰ χαρά, στεριά, κι ἀντίο, μαστέλο.
    Γλίστρησε ἡ ψυχή μας ἀπὸ κάτου,
    ἔχει καὶ στὴν κόλαση μπορντέλο.
     
  6. Invisible Ypsilon

    Invisible Ypsilon Regular Member

     

    Αργύρης Χιόνης
     
  7. espimain

    espimain Contributor

    Προσπέκτους

    Κώστας Τριπολίτης

    Φαντάζομαι τις έγχρωμες
    γυαλιστερές γυναίκες
    στον τελευταίο τους χορό
    μ `ένα στο χέρι κέρμα

    Μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ
    τα ρούχα τους να σκίζουν
    και ρίγος να διαπερνά
    το αμείλικτο τους δέρμα

    Απρόσιτες στον πύργο τους
    έχοντας δραπετεύσει
    για μια συνάντηση κρυφή
    με κάποιον εραστή τους

    Στης θάλασσας των ηδονών
    βουλιάξαν το βελούδο
    και βρέθηκαν αιχμάλωτες
    μες στην κοιλιά του κήτους

    Ναι, λάμπουνε φωσφορικά
    νιώθοντας στο κορμί τους
    ενός παράφρονα θεού
    να τους χαϊδεύουν χάδια

    Λικνίζονται στα δάπεδα
    λύνοντας το σπασμό τους
    κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά
    βγαίνουν υγρά διαμάντια

    Κυνηγημένες μάγισσες
    χωρίς την πυρκαγιά τους
    μιλώντας με ακατάληπτες
    περίπλοκες διαλέκτους

    Ωραίες αλλοπρόσαλλες
    και απομακρυσμένες
    ίδιες με αυτά τα μανεκέν
    που βλέπω στα προσπέκτους

    Το υπόκωφο τραγούδι τους
    κρατά φυλακισμένο
    μες στο βυθό του Ιωνά
    τη σάρκινη μεμβράνη

    Αυτή που τις παγίδεψε
    σε ηλιοτροπίων τόπους
    και που το κάθε ανόητο
    κορίτσι δεν τις πιάνει

    Φαντάζομαι τις έγχρωμες
    γυαλιστερές γυναίκες
    στον τελευταίο τους χορό
    μ’ ένα στο χέρι κέρμα

    Να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ
    να με περιγελάνε
    κι όλο να μου επιστρέφουν
    το ματαιωμένο σπέρμα



     
  8. espimain

    espimain Contributor

  9. espimain

    espimain Contributor

    ΜΙΚΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
    Τὸ Κορμὶ καὶ τὸ Σαράκι
    μπατιρημένο κουρεῖο
    Σάββατο βράδυ
    χωρὶς δουλειὰ
    μπατιρημένο κορμὶ
    Σάββατο βράδυ
    χωρὶς ἔρωτα

    τὸ φιλὶ
    ἑνώνει πιὸ πολὺ
    ἀπ᾿ τὸ κορμὶ
    γι᾿ αὐτὸ τὸ ἀποφεύγουν
    οἱ πιὸ πολλοὶ

    τὸ γατί μου
    δὲ χορταίνει μόνο μὲ χάδια
    θέλει καὶ φαΐ
    τὸ κορμί μου
    δὲ χορταίνει μόνο μὲ φαΐ
    θέλει καὶ χάδια

    ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἀφηρημένα οὐσιαστικὰ
    πειράζει νὰ ἑξαιρέσουμε τὴ μοναξιά;

    ἀφαίρεσε τὴ νύχτα ἀπ᾿ τὰ μάτια σου –
    πῶς νὰ παλέψω μόνος με τοὺς δυό σας;

    ἡ νύχτα εἶναι παγερὴ
    καὶ μ᾿ ἔχεις στήσει
    μὲ γέλασες
    μὲ γέρασες

    μὴν καταργεῖτε τὴν ὑπογεγραμμένη
    ἰδίως κάτω ἀπὸ τὸ ὠμέγα
    εἶναι κρῖμα νὰ ἐκλείψει
    ἡ πιὸ μικρὴ ἀσέλγεια
    τοῦ ἀλφαβήτου μας

    κάθε φορὰ ποὺ νομίζω πὼς σ᾿ ἔχω στὸ χέρι
    βλέπω πόσο ὁ ἔρωτας εἶναι ἀχειροποίητος

    ἔλαιον θέλω καὶ οὐ θυσίαν
    κι ἐμεῖς ποὺ θυσιαστήκαμε;
    κι ἐμεῖς ποὺ δὲ λαδώσαμε;

    ἔχτισα τὸν παράδεισό μου
    μὲ τὰ ὑλικὰ τῆς κόλασής σου

    θυσίασα τὸν ὕπνο μου κυρία
    γιὰ νὰ διαβάσω τὰ ποιήματά σας
    κι ἐκεῖνα μ᾿ ἀποκοίμησαν

    Θανάση γιατί ἔκοψες τὸ ἄλφα ἀπὸ μπροστά;
    γιὰ ἕνα γράμμα χάνεις τὴν ἀθανασία

    τὰ πρόβατα ἀπήργησαν
    ζητοῦν καλύτερες συνθῆκες σφαγῆς

    «ὅταν πεθάνω, νὰ μὲ θάψτε στὸ χωριό» –
    θέλουν νὰ τιμήσουν μὲ τὸ πτῶμα τους
    τὴν πατρίδα ποὺ ἀρνήθηκαν μὲ τὸ σῶμα τους

    ὡραῖα ἑρμηνεύεις τὰ τραγούδια
    ἂς δοῦμε πῶς τὰ καταφέρνεις καὶ στὰ παρατράγουδα

    καὶ τί δὲν κάνατε γιὰ νὰ μὲ θάψετε
    ὅμως ξεχάσατε πὼς ἤμουν σπόρος

    μιὰ γυναῖκα στὸ δρόμο
    μαλώνει τὸ παιδάκι της
    «δε θὰ πᾶμε στὸ σπίτι;
    θὰ σὲ κρεμάσω ἀνάποδα»
    γύρισα κι εἶδα τὸ μικρό:
    ἤτανε κιόλας κρεμασμένο

    ἡ νύχτα μὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτοὺς τοὺς δρόμους;
    ἢ αὐτοὶ οἱ δρόμοι μὲ ὁδήγησαν στὴ νύχτα;

    γιὰ τὸ πέτσινο σακάκι σου
    ποὺ σὲ κάνει τόσο ὡραῖο
    ἔχασε τὴ ζωή του ἕνα ζῷο
    καὶ κοντεύω νὰ τὴ χάσω κι ἐγώ


    Ντίνος Χριστιανόπουλος
     
  10. espimain

    espimain Contributor

    Ἐπικίνδυνη Μοναξιά
    Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
    ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
    ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.

    Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
    κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
    θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
    μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με
    ».

    καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
    οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.


    Ντίνος Χριστιανόπουλος
     
  11. espimain

    espimain Contributor

    Ἀναστολή
    Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
    ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
    ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
    μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
    στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
    γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
    γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
    ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.

    (ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)
    Ντίνος Χριστιανόπουλος