Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Ποιήματα

Συζήτηση στο φόρουμ 'Τέχνη' που ξεκίνησε από το μέλος Ricardo, στις 22 Απριλίου 2006.

  1. gaby_m

    gaby_m ahinsā Premium Member Contributor

    Life is short, though I keep this from my children.
    Life is short, and I’ve shortened mine
    in a thousand delicious, ill-advised ways,
    a thousand deliciously ill-advised ways
    I’ll keep from my children. The world is at least
    fifty percent terrible, and that’s a conservative
    estimate, though I keep this from my children.
    For every bird there is a stone thrown at a bird.
    For every loved child, a child broken, bagged,
    sunk in a lake. Life is short and the world
    is at least half terrible, and for every kind
    stranger, there is one who would break you,
    though I keep this from my children. I am trying
    to sell them the world. Any decent realtor,
    walking you through a real shithole, chirps on
    about good bones: This place could be beautiful,
    right? You could make this place beautiful.
    Good Bones
    Maggie Smith
     
  2. gaby_m

    gaby_m ahinsā Premium Member Contributor

    Δευτέρα Οδύσσεια

    Οδύσσεια δευτέρα και μεγάλη,
    της πρώτης μείζων ίσως. Αλλά φευ
    άνευ Ομήρου, άνευ εξαμέτρων.

    Ήτο μικρόν το πατρικόν του δώμα,
    ήτο μικρόν το πατρικόν του άστυ,
    και όλη του η Ιθάκη ήτο μικρά.

    Του Τηλεμάχου η στοργή, η πίστις
    της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
    οι παλαιοί του φίλοι, του λαού
    του αφοσιωμένου η αγάπη,
    η ευτυχής ανάπαυσις του οίκου
    εισήλθον ως ακτίνες της χαράς
    εις την καρδίαν του θαλασσοπόρου.

    Και ως ακτίνες έδυσαν.

    Η δίψα
    εξύπνησεν εντός του της θαλάσσης.
    Εμίσει τον αέρα της ξηράς.
    Τον ύπνον του ετάραττον την νύκτα
    της Εσπερίας τα φαντάσματα.
    Η νοσταλγία τον κατέλαβε
    των ταξιδίων, και των πρωινών
    αφίξεων εις τους λιμένας όπου,
    με τί χαράν, πρώτην φοράν εμβαίνεις.

    Του Τηλεμάχου την στοργήν, την πίστιν
    της Πηνελόπης, του πατρός το γήρας,
    τους παλαιούς του φίλους, του λαού
    του αφοσιωμένου την αγάπην,
    και την ειρήνην και ανάπαυσιν
    του οίκου εβαρύνθη.
    Κι έφυγεν.

    Ότε δε της Ιθάκης αι ακταί
    ελιποθύμουν βαθμηδόν εμπρός του
    κι έπλεε προς δυσμάς πλησίστιος,
    προς Ίβηρας, προς Ηρακλείους Στήλας,—
    μακράν παντός Αχαϊκού πελάγους,—
    ησθάνθη ότι έζη πάλιν, ότι
    απέβαλλε τα επαχθή δεσμά
    γνωστών πραγμάτων και οικιακών.
    Και η τυχοδιώκτις του καρδιά
    ηυφραίνετο ψυχρώς, κενή αγάπης.

    [1894]
    Κ. Π. Καβάφης. 1993. Κρυμμένα ποιήματα (1877;–1923). Επιμ. Γ. Π. Σαββίδης. Αθήνα: Ίκαρος.
     
  3. Ceinwen

    Ceinwen

    Να με καίω
    να με γεννάω
    ξανά και ξανά
    μέχρι να
    σου κάνω
    κόσμε
    Να σε καίω
    να σε γεννάω
    ξανά και ξανά
    μέχρι να
    μου κάνεις
    κόσμε

    Σακατεμένος μαύρος φοίνικας
    Δημήτρης Γκιούλος
     
  4. gaby_m

    gaby_m ahinsā Premium Member Contributor

    Όσοι καμιά φορά από την Πρέβεζα περνάτε και στην υγρή κουφόβρασι στα καφενεία κάθεσθε να πιήτε έναν καφέ, ή ένα γλυκό του κουταλιού να φάτε, βαπόρι περιμένοντας ή κάποιο λεωφορείο, ακούοντας βοήν φωνών και συζητήσεων, ήχους ζαριών και επικλήσεις αυτών που σκύβουν επάνω από τα τάβλια, την μοίρα μάταια προσπαθώντας με τέχνη να παραμερίσουν, τα πούλια ζωηρά χτυπώντας, φιλώντας στις χούφτες των τα ζάρια, κουνώντας τα με δύναμιν και τέλος φωνάζοντας, καθώς τα ρίχνουν με ζέσιν ελπιζόντων: «Ντόρτια!... Δυάρες!... Εξάρες!...» όσοι, λέγω, σε αυτά τα καφενεία κάθεσθε, στη ζέστη του καλοκαιριού, την ώρα που φέρνετε στα χείλη σας το δροσερό ποτήρι, ή, μέσα στο ψύχος του χειμώνα τον αχνιστόν καφέ, προσμένοντας κάποιαν υπουργικήν απόφασιν, μετάθεσιν, ή κάποιο κέλευσμα ανεξιχνίαστον της Μοίρας, όσοι στα καφενεία της Πρεβέζης κάθεσθε, προσμένοντας τις οίδε τι – μην τον ξεχνάτε.
    Σε όλους τους τέτοιους καφενέδες – Πρεβέζης, Αθήνας, Πατρών – πάντα η ψυχή του πλανάται, όπως και εις τα στυγνά γραφεία τόσων νομαρχιών και υπουργείων, όπου ο ποιητής σε όλον του τον βίον, τις μέρες του εν μέσω τρομεράς ανίας μετρούσε σαν κομπολόϊ βαρετό, αυτός που έσφυζε εν τούτοις – ω, ειρωνεία – από θεσπέσια οράματα, για πράγματα που ο κόσμος ο πολύς, ο κόσμος ο κοντόφθαλμος ή και ο χυδαίος, χίμαιρες ή ουτοπίες τα ονομάζει. Διότι, αναμφιβόλως, ο ποιητής αυτός επάλλετο από τοιαύτα οράματα και αν έλεγε ο ίδιος ότι ιδανικά δεν είχε – είχε, μα από σεμνότητα ή απαλότητα ψυχής ή φοβον, ντρεπόταν να τα περιγράψη, ντρεπόταν να τα πη ή να τα ονομάση, αφού ήσαν όλα εδεμικά και πίστευε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε, παρά μονάχα στα οράματά του τ’ απόκρυφα να τα εκφράση, να τα φθάση, ωσάν να ήτο κατηραμένος, κολασμένος ο νέος αυτός, ο τόσον (έξω απ’ την πράξιν την στερνήν και ίσως μέσα σε αυτήν) ο τόσον πολύ εν τη ουσία ευλογημένος.
    Ω, ναι, πάντα σε τέτοια μέρη – Κρανίου τόπος, Γολγοθάς, ή χώρες της Στυγός – πάντα η ψυχή του θα πλανάται. Και θα πλανάται πάντα σαν του αδικοσκοτωμένου την ψυχή, που την δικαίωση ζητεί, σε όλα αυτά τα μέρη, καθώς και στα γραφεία εκείνα, όπου ο ποιητής αυτός, πίσω από σωρούς εγγράφων δημοσίου (βουνά υψηλά του χαρτοβασιλείου) και εμπρός στην ειδεχθή του κόσμου υποκρισίαν, νυχθημερόν ο ποιητής διαβιών, παρά την σκωπτικήν που κάποτε τον έπιανε μανίαν, με οίστρον σεραφεικόν και εξαίσιον τους ουρανούς της απολύτου αθωότητος ωραματίζετο. Και ίσως να έβλεπε εκ νέου ο ποιητής τα όνειρα των παιδικών του χρόνων, εις μίαν υπέρτατην προσδοκίαν νοσταλγών την άλλην εκείνην Εδέμ, την της ενδομητρίου ζωής, που εγνώρισε εις την κοιλίαν της μητρός του, πριν γεννηθή, πριν να κοπή ο ομφάλιος λώρος, επιθυμών, ίσως, να βρη εκ νέου τας ηδονάς των μη ορατών πλασμάτων, των αγεννήτων την ευδαιμονίαν επιζητών, την ύπαρξιν εν τη ανυπαρξία, που την ωνόμαζε ο ποιητής «μηδέν» (ίσως, εννοών την ένωσίν του με το Παν, ίσως ποθών μίαν αρραγή υπερατομικήν αθανασίαν) επιδιώκων την επιστροφήν του εις την καθολικήν, την αδιαφοροποίητον ύπαρξιν εκ της οποίας προήλθε, αναζητών τον όλβον των μακάρων στην χλωρασιά της μάνας γης, ένθα πάσα οδύνη απέδρα.
    Μη πήτε λοιπόν ποτέ, ότι ο ποιητής αυτός δεν είχε ιδανικά, και την ύστατην πράξιν του δειλίαν μη την πήτε, μα πάντοτε να ενθυμήσθε, ιδίως όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες και βλέπετε κάποιον κατάκοπον εις την σκιάν των να κοιμάται, πάντα να ενθυμήσθε ότι αυτό που λέγεται Ειμαρμένη από δρόμους πολλούς μας έρχεται και προς σημεία απροσδόκητα συχνά πηγαίνει. Και να ενθυμήσθε πάντα τις πιστολιές εκείνες (τον Μαγιακόβσκη να ενθυμείσθε, τον Τρακλ, Εσσένιν και Κρεβέλ), τις πιστολιές εκείνες, που τις καρδιές τρυπούν και τις φωνές σωπαίνουν, πάντα να τις ενθυμήσθε, ό,τι και αν λεν, ό,τι και αν γράφουν οι εφημερίδες που τόσα και τόσα λεν – ως παραδείγματος χάριν: «Υπό συνθήκας αυτόχρημα δραματικάς, ο Κ.Κ. δημόσιος υπάλληλος εξ Αθηνών, μετατεθείς εις Πρέβεζαν εσχάτως, έθεσε τέρμα εις την ζωήν του... Στο Λύκειο των Ελληνίδων εδόθη χθες μέγας χορός∙ αι νεανίδες του Λυκείου, φέρουσαι εθνικάς ενδυμασίας, εξετέλεσαν Ελληνικούς χορούς∙ το φόρεμα της κυρίας Μ... από οργκαντί με ντεκολτέ πολύ μεγάλο ήτο απεριγράπτου ωραιότητος... Ο πρόεδρος της κυβερνήσεως εδέχθη χθες τον πρεσβευτήν της Ιαπωνίας... Οι φορτοεκφορτωταί της Ερμουπόλεως απήργησαν... Ευρέθη νέον φάρμακον κατά της σπειροχαίτης... Εις οίκον κακόφημον του Πειραιώς, ο εκδορεύς Ιωάννης Ν... κατέσφαξε την ιερόδουλον Αναστασίαν Χ... μητέρα τριών τέκνων».
    Μη πήτε, λοιπόν, ποτέ, ότι ο νέος αυτός δεν είχε ιδανικά, διότι έσκυψε πολύ στο χείλος των αβύσσων (όπως αυτοί που κυνηγούν στα αλπικά βουνά, στην άκρη-άκρη των κρημνών τα εντελβάϊς), ακούων με φρίκην από υψηλά τους στόνους και τας οιμωγάς της Οικουμένης, ενώ, μεσ’ στην ψυχή του αντηχούσαν ίσως νεροσυρμαί κρυστάλλινοι και ήχοι θεσπέσιοι των Παραδείσων. Λόγια μη πήτε που να ισοδυναμούν με ψόγον ή με καταδίκην, δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη, διότι η Πρέβεζα, όπου και αν βρίσκεσθε, πάντα κοντά σας θάναι. Και πάντα θα σας φοβερίζη, με καταχνιές, κουφόβρασι, με σπίτια που καταρρέουν, με τοίχους λεπρούς, με σκύλους ισχνούς και ψωραλέους, με ανθρώπους και κώνωπας ανωφελείς, με ελονοσίαν, με φυματίωσιν, με αιμοπτύσεις και φρικτήν αβάσταχτην ανίαν, με κάτι σαν πτώσιν λαιμητόμου σε νεκρικήν σιγήν, με κάτι σαν να εκσπερματίζης δίχως να έχης οργασμόν, με κάτι σαν περμαγκανάτ ή στύψι στον αέρα, με κάτι σαν άγονες γραμμές και αναμονές, με φράσεις ως οι ακόλουθες: «Ο κύριος Νομάρχης έρχεται... Δεν έρχεται... Ο κύριος Νομάρχης με το λαντώ του καταφθάνει!...» και με βαθειά, βαρειά μελαγχολία, καρδιοσπαράχτρα θλίψι, που φθάνει ως τους ουρανούς, πενθίμου καπνού τολύπη, πότε αργά, πότε γοργά, σαν σιγανού ή γρήγορου θανάτου λύπη, την ώρα που της καρδιάς, εν ακαρεί, ή με ανεπαισθήτως φθίνοντα βραδύ ρυθμό, σβήνουν για πάντα οι κτύποι.
    Μη πήτε λοιπόν ποτέ λόγον κακόν δια τον νέον αυτόν που εις την Πρέβεζαν εχάθη. Ήτο σπουδαίος ποιητής, που από τρίχα μόλις θα έψαλλε τους οργασμούς της γης και όλους τους έρωτας των άστρων, αν Μοίρα σκληρή δεν έστεφε το μέτωπόν του με βαθυπράσινον κισσόν που εκόπη από τάφους, μα που και έτσι είναι κισσός, φυτό σπαρμένο απ’ τους θεούς, όπως και η δάφνη.
    Μην τον ξεχνάτε λοιπόν τον νέον αυτόν, το κάθετον τούτο λάβαρον της θλίψεως και του θανάτου, τον νέον αυτόν που εις τας ακτάς τους Αμβρακικού απέπτη, τον άσπρον άγγελον με τα κατάμαυρα πτερά μην τον ξεχνάτε, και, ακόμη, να τον αγαπάτε. Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο Κώστας Καρυωτάκης.
    Ανδρέας Εμπειρίκος
    Ποιητική συλλογή "Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλέες" (1964)
    "Μνημόσυνον σε μαύρο μείζον, με βαθυπράσινους κισσούς, για έναν άνθρωπο που εις την Πρέβεζαν εχάθη"

    Σαν σήμερα, στις 21 Ιουλίου 1928, έβαλε τέλος στη ζωή του ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης, σε ηλικία 32 χρονών.
     
  5. gaby_m

    gaby_m ahinsā Premium Member Contributor



    Στα καλντερίμια συζητούν
    ως το πρωί γειτόνοι
    μα σκοτεινιάζει ο καιρός
    και στις καρδιές νυχτώνει

    Άλλος για Χίο τράβηξε πήγε
    κι άλλος για Μυτιλήνη
    κι άλλος στης Σύρας τα στενά
    αίμα και δάκρυα πίνει

    Σε πανηγύρι και γιορτή
    απ’ την Αγιά Μαρκέλλα
    σ’ αγόρασα χρυσή κλώστη
    και κόκκινη κορδέλα

    Άλλος για Χίο τράβηξε πήγε
    κι άλλος για Μυτιλήνη
    κι άλλος στης Σύρας τα στενά
    αίμα και δάκρυα πίνει

    Μάνος Ελευθερίου (1972)
    Σαν σήμερα, στις 22 Ιουλίου 2018, πέθανε ο Μάνος Ελευθερίου.