Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

Τι Κρύβει Η Βεργίνα

Συζήτηση στο φόρουμ 'Off Topic Discussion' που ξεκίνησε από το μέλος savra, στις 2 Μαρτίου 2009.

  1. savra

    savra Guest

    Τι κρύβει η Βεργίνα

    Νέα ερμηνεία για τα πρόσωπα μιας τοιχογραφίας

    ΧΑΡΑ ΚΙΟΣΣΕ | Κυριακή 12 Ιουλίου 1998

    Στο «Χρονικό της Βεργίνας», το βιβλίο όπου ο Μανόλης Ανδρόνικος εξιστορεί την περιπέτεια της θρυλικής ανασκαφής των βασιλικών τάφων, αναφέρει σε ένα σημείο για την απόδοση του βασιλικού τάφου της Μεγάλης Τούμπας στον Φίλιππο: «Την απόδοση στον Φίλιππο τη θεωρούσα πολύ πιθανή, όμως αυτό δεν αποτελούσε κατά την κρίση μου το καίριο σημείο είτε του ευρήματος είτε της ερμηνείας του. Βέβαια, καταλάβαινα πως αυτό ακριβώς το σημείο ήταν το πιο εντυπωσιακό, και αυτό ήταν που θα συγκέντρωνε το ενδιαφέρον ιστορικών και αρχαιολόγων στις επιστημονικές συζητήσεις που θα ακολουθούσαν. Ημουν όμως ήσυχος, γιατί ήξερα πως τα αρχαιολογικά στοιχεία που διέθετα από τις ανασκαφικές παρατηρήσεις μού έδιναν το δικαίωμα να αντικρούσω τις πιθανές αντιρρήσεις (...) Θυμούμαι μάλιστα πως σε φιλική παρατήρηση συναδέλφου πως ήταν ενδεχόμενο να βρεθεί ένας άλλος τάφος που να προσφέρει στοιχεία αναντίρρητα πως ανήκει στον Φίλιππο, η απάντησή μου ήταν πως με χαρά θα αναγνωρίσω το σφάλμα μου και θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω καλύτερα το εύρημα, στηριγμένος πια σε όλα τα στοιχεία της ανασκαφής». Από τότε που ο μεγάλος αρχαιολόγος έγραφε αυτές τις αράδες στο ημερολόγιό του πέρασαν ήδη 20 χρόνια, και σήμερα δεν είναι μαζί μας. Σε αυτό το διάστημα, η έρευνα συνεχίστηκε από την επόμενη γενιά συναδέλφων του, και νέες ερμηνείες έρχονται να προτείνουν μιαν άλλη χρονολόγηση του τάφου από εκείνη που είχε δώσει ο Ανδρόνικος, και κατά συνέπεια και άλλο όνομα για τον βασιλικό νεκρό.

    Ετσι, στο βιβλίο «Οι Τάφοι του Δερβενίου» των Π. Γ. Θέμελη και Γ. Π. Τουράτσογλου που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου με τη δημοσίευση της παλιάς ανασκαφής των τάφων του Δερβενίου, η χρονολόγηση των τάφων τοποθετείται από τους δύο αρχαιολόγους περί τα τέλη του 4ου ή τις αρχές του 3ου π.Χ. αι., και στη συνέχεια, στην κριτική του βιβλίου, ο καθηγητής κ. Μιχάλης Τιβέριος («Το Βήμα», 29.3.1998), σημείωνε ότι «η χρονολόγηση των τάφων στα τέλη του 4ου ή στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., στα χρόνια δηλαδή του Κασσάνδρου, συμπαρασύρει όλα τα ανάλογα ευρήματα που γνωρίζουμε από τον χώρο της Μακεδονίας ως προς τη χρονολόγησή τους. Και ανάμεσα σε αυτά συγκαταλέγουν τους βασιλικούς τάφους της Βεργίνας στις αρχαίες Αιγές».

    Τώρα, μια άλλη αρχαιολόγος, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, κυρία Ολγα Παλαγγιά, με νέα ερμηνεία της περίφημης τοιχογραφίας του κυνηγιού στη φρίζα του βασιλικού τάφου, έρχεται να στηρίξει την άποψη των Θέμελη και Τουράτσογλου, και μάλιστα να αποδώσει τον τάφο στον Φίλιππο τον Αρριδαίο, τον γιο του Φιλίππου Β' και ετεροθαλή αδελφό του Αλεξάνδρου, κατεβάζοντας τη χρονολόγηση κατά δύο περίπου δεκαετίες. Δυστυχώς, σήμερα, ο Μανόλης Ανδρόνικος δεν είναι πια μαζί μας για να ακούσουμε την δική του κρίση στις νέες ερμηνείες, που ωστόσο είναι χρήσιμο να τις γνωρίζουμε, έστω και αν εμείς οι υπόλοιποι δεν είμαστε σε θέση να καταλήξουμε σε οποιοδήποτε συμπέρασμα. Έστω και αν μας «κλέβουν» ένα μέρος του ονείρου, που συνδέεται με το εντυπωσιακό εύρημα ενός μεγάλου αρχαιολόγου και το νεκρό ενός μεγάλου βασιλιά.

    Το βασιλικό κυνήγι
    Παλιά, λοιπόν, στην Ασσυρία του 8ου και του 7ου αι. π.Χ., υπήρχε το έθιμο του βασιλικού κυνηγιού, ενός τελετουργικού κυνηγιού που διοργανωνόταν σε κήπους που ονομάζονταν παράδεισοι. Επρόκειτο για κήπους τεχνητούς, ένα είδος βοτανικών κήπων όπου υπήρχαν διάφορα δένδρα από διαφορετικούς τόπους και όπου φύλασσαν άγρια ζώα, κάπρους, αρκούδες, λιοντάρια και ελάφια, ζώα άγρια που δεν ζουν ποτέ μαζί, φερμένα από διαφορετικά κλίματα και τόπους. Σύμφωνα με την ασσυριακή παράδοση, ο βασιλιάς κυνηγούσε εκεί λιοντάρια και στην Ασσυριακή Συλλογή του Βρετανικού Μουσείου υπάρχει παράσταση όπου βγάζουν από ένα κλουβί το λιοντάρι για να το κτυπήσει ο βασιλιάς, ενώ σε άλλη παράσταση υπάρχει σκηνή κατά την οποία ο βασιλιάς κάνει σπονδές επάνω στο νεκρό ζώο. Αυτό το έθιμο του βασιλικού κυνηγιού μέσα σε έναν τεχνητό ζωολογικό και βοτανικό κήπο υιοθετήθηκε αργότερα από τους Πέρσες.

    Οι Πέρσες εμπλούτισαν την ιδέα με το έφιππο κυνήγι, που το συναντάμε πρώτη φορά στην περσική αυτοκρατορία, κατά τα κλασικά χρόνια, τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. σε πολλά επιτύμβια μνημεία ευγενών με θέμα το κυνήγι του πάνθηρα, του κάπρου ή και της αρκούδας, αλλά όχι του λιονταριού που παρέμεινε αποκλειστικό βασιλικό τελετουργικό θήραμα. Οι σατράπες, π.χ., που ήταν ευγενείς αλλά δεν είχαν βασιλικό χρίσμα, βλέπουμε σε παραστάσεις πως κυνηγούσαν άλλα ζώα, όχι όμως λιοντάρια. Χαρακτηριστικό είναι το ανάγλυφο στο μαυσωλείο της Αλικαρνασσού με τον σατράπη της Καρίας, Μαυσώλο, ο οποίος κυνηγάει πάνθηρα, και στο μνημείο των Νηρηίδων του σατράπη της Λυκίας έχουμε παράσταση κυνηγιού αρκούδας. Αντίθετα, στη Σιδώνα της Φοινίκης, όπου οι Πέρσες διατήρησαν τον θεσμό της βασιλείας, έχουν βρεθεί σε σαρκοφάγους του 4ου αι. π.Χ. παραστάσεις με κυνήγι λιονταριού.
    Την ίδια εποχή, δηλαδή κατά τον 5ο και 4ο αι. π.Χ., εμφανίζεται και στην Ελλάδα το λιοντάρι αλλά μόνο σε σχέση με τον Ηρακλή, και στο τέλος του 4ου αι. φθάνουμε να έχουμε έφιππο βασιλικό κυνήγι λιονταριού στην παράσταση της τοιχογραφίας της Βεργίνας. Κατά την κυρία Παλαγγιά, το έθιμο εισήχθη στην Ελλάδα από τον ίδιο τον Αλέξανδρο, ο οποίος φορούσε τη λεοντοκεφαλή επισημαίνοντας έτσι ότι είναι απόγονος του Ηρακλή, και έχοντας κυνηγήσει στους παραδείσους της Περσίας έφερε τη μόδα του κυνηγιού με λιοντάρι πίσω στην Ελλάδα. Υπάρχει μάλιστα βάσει μαρτυριών τέτοιο κυνήγι του Αλεξάνδρου στη Σιδώνα, όπου κινδύνεψε από το θηρίο και τον έσωσε ο Κρατερός. Στη σαρκοφάγο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υπάρχει σκηνή βασιλικού κυνηγιού, όπου ο Αλέξανδρος κυνηγάει λιοντάρι μαζί με τον βασιλέα της Σιδώνας.

    Ο Αλέξανδρος φαίνεται πως κατάλαβε αμέσως το νόημα και τον συμβολισμό του κυνηγιού αυτού, και ο Πλούταρχος σημειώνει πως του άρεσε να διοργανώνει τέτοια κυνήγια, όπου πήγαινε. Ετσι, στη Βαβυλώνα, ξέρουμε ότι είχε δικά του λιοντάρια που φύλασσε σε βοτανικούς κήπους για τα κυνήγια του. Ο Αλέξανδρος, με άλλα λόγια, δημιούργησε μια μόδα με το κυνήγι λιονταριού που επικράτησε στην Ελλάδα και μετά τον θάνατό του, και βλέπουμε κατά την περίοδο της διαμάχης για τη διαδοχή του πως όσοι την διεκδικούσαν επεδίωκαν να συμμετάσχουν σε κάποια απεικόνιση κυνηγιού λιονταριού μαζί του. Ο πιο γνωστός από όλους ήταν ο Κρατερός, ο οποίος μάλιστα προτού ακόμη πάρει την εξουσία του στρατού στα χέρια του, φρόντισε και ανήγειρε μνημείο αφιερωμένο στους Δελφούς, όπου φαίνεται μαζί με τον Αλέξανδρο να κυνηγούν λιοντάρι.

    Τα πρόσωπα της παράστασης
    Στην τοιχογραφία, έχουμε κυνήγι λιονταριού σε παράδεισο, σε τεχνητό ζωολογικό κήπο δηλαδή, συνεχίζει πάντοτε η κυρία Παλαγγιά, όπου συνυπάρχουν ζώα από διαφορετικά περιβάλλοντα, ζαρκάδια, αρκούδα, κάπρος, σκυλιά, και βεβαίως λιοντάρι. Το περίεργο με αυτή την τοιχογραφία είναι η ημιτελής παράστασή της. Στο δεξιό άκρο, μια μορφή κυνηγάει με δίχτυ, αλλά δεν υπάρχει ζώο, παρά το ότι σε όλη τη σύνθεση παρατηρούμε ομάδες κυνηγών γύρω από κάποιο ζώο. Ίσως η τοιχογραφία είναι αντίγραφο κάποιου έργου σε ξύλο που προέρχεται από τις Αιγές, ή την Πέλλα, και κατά τη «μεταφορά» του θέματος στην τοιχογραφία παραλήφθηκε ένα μέρος της. Αυτός ο κυνηγός στο δεξιό άκρο ίσως δεν είναι Ελληνας, γιατί έχει δέρμα πιο σκούρο από τους άλλους και λεπτό μουστάκι. Γενικά, έχει παράξενη και ξενική φυσιογνωμία και εξωτικό κάλυμμα της κεφαλής. Ισως είναι Ινδός, ή ανήκει σε κάποιον από τους λαούς που κατέλαβε ο Αλέξανδρος, και είναι πιθανόν αυτή η μορφή να μας δίνει το στίγμα ότι το κυνήγι δεν γίνεται στην Ελλάδα, αλλά στη Βαβυλώνα, ή την Περσία. Ξέρουμε, άλλωστε, ότι το 324 π.Χ. ο στρατός του Μ. Αλεξάνδρου είχε μειωθεί κατά πολύ από Μακεδόνες και άλλους Έλληνες, και αναγκάσθηκε ο Αλέξανδρος να στρατολογήσει Ινδούς και Πέρσες και άνδρες από άλλες φυλές, ενώ δημιούργησε και άγημα από ευγενείς εκείνων των λαών, στους οποίους περιέλαβε και τον αδελφό της Ρωξάνης.

    Στην τοιχογραφία, όμως, και το ίδιο το τοπίο έχει ιδιαιτερότητες. Δεν υπάρχουν φοίνικες, και τα δένδρα είναι μεσογειακά, ή ελληνικά. Από τον Θεόφραστο γνωρίζουμε πως ο Αλέξανδρος, επτά χρόνια προτού πεθάνει, είχε αναθέσει στον Αρταλο να φυτέψει στη Βαβυλώνα έναν παράδεισο με πλατύφυλλα δένδρα, που ευδοκιμούν στην Ελλάδα για να προστατεύονται από τον ήλιο οι κυνηγοί. Το κεντρικό πρόσωπο της εικόνας είναι, όπως υποστήριξε από την αρχή ο Μανόλης Ανδρόνικος, ο Αλέξανδρος. Βρίσκεται στο κέντρο, είναι πλαισιωμένος με δύο δένδρα, και έφιππος. Γνωρίζουμε από τον Αρριανό ότι το έφιππο κυνήγι ήταν γνωστό στην Ελλάδα ήδη από την εποχή του Φιλίππου, ο οποίος το εισήγαγε από την Περσία την οποία θαύμαζε για τη δομή της αυτοκρατορίας της. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι είχε δημιουργήσει και τον θεσμό των βασιλικών παίδων, γιων δηλαδή ευγενών, ηλικίας 10 έως 18 ετών, τους οποίους έπαιρνε στην υπηρεσία του, τους είχε συνεχώς κοντά του και φρόντιζε να εκπαιδεύονται στις πολεμικές τέχνες και τη διοίκηση, και τους είχε πάντοτε κοντά του στο κυνήγι. Με αυτούς, η κυρία Παλαγγιά ταυτίζει τις γυμνές μορφές των νέων που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά της τοιχογραφίας.
    Η ταύτιση της κεντρικής μορφής με τον Αλέξανδρο στηρίζεται και σε άλλους λόγους, πάντοτε κατά την ίδια. Φοράει πορφυρό χιτώνα, χρώμα βασιλικό, που υιοθέτησε αφού κατέλαβε την Περσία. Ο χιτώνας του είναι περσικός, και στο κάτω μέρος διπλός, ενώ τα υποδήματά του είναι μακεδονικά. Ο Αλέξανδρος φοράει στεφάνι από φύλλα στην κεφαλή, πράγμα που δείχνει ότι έχει ήδη θεοποιηθεί και βρίσκεται σε ιερό χώρο. Ομως, αν και στο κέντρο της παράστασης, ο Αλέξανδρος παραμένει απομακρυσμένος και ένας άλλος βασιλιάς με πορφυρό χιτώνα κοιτάζει κατάματα το λιοντάρι και είναι έτοιμος να το σκοτώσει. Και ο δεύτερος αυτός βασιλιάς είναι έφιππος, φοράει λεοντή και είναι ψηλότερος από όλους τους άλλους, ακόμη και από τον Αλέξανδρο. Και η κυρία Παλαγγιά συνεχίζει: «Εχουμε στοιχεία πως όσο ζούσε ο Αλέξανδρος και περίπου ένα χρόνο προτού πεθάνει είχε χρίσει βασιλέα της Βαβυλώνας τον ετεροθαλή αδελφό του, Φίλιππο τον Αρριδαίο, για τον οποίον έτρεφε μεγάλη αγάπη. Το ενδιαφέρον όμως πρέπει να εντοπισθεί και σε μια άλλη μορφή αυτής της παράστασης. Σε έναν πεζό κυνηγό, που είναι σχεδόν έτοιμος και αυτός να κτυπήσει το λιοντάρι. Ο πεζός βρίσκεται ανάμεσα σε δύο βασιλιάδες, πράγμα που δεν θεωρώ τυχαίο, και φοράει πορφυρή καυσία και χλαμύδα. Είναι το τρίτο πρόσωπο στη σύνθεση που είναι ντυμένο με πορφύρα. Είναι γνωστό ότι, όταν γύρισε ο Αλέξανδρος από την Ινδία, έδινε στους φίλους του πορφυρές χλαμύδες και καυσίες ως δείγμα εξαιρετικής τιμής. Επομένως, έχουμε εδώ έναν πολύ σημαντικό Μακεδόνα, ίσως εταίρο, πρόσωπο δηλαδή που διατηρεί στενή σχέση με τον βασιλιά. Και αυτό το πρόσωπο πλησιάζει το λιοντάρι».

    Σύμφωνα με αυτή την άποψη, αν δεχθούμε ότι η τοιχογραφία απεικονίζει ένα βασιλικό κυνήγι με τον Αλέξανδρο και τον αδελφό του τον Αρριδαίο στη Βαβυλώνα, τον οποίον ο Αλέξανδρος είχε χρίσει βασιλέα, ξέρουμε ότι λίγο προτού πεθάνει ο Αλέξανδρος το 323 π.Χ., ήρθε στη Βαβυλώνα ο Κάσσανδρος, ο αδελφός του Αντιπάτρου, για να προσπαθήσει να μεταπείσει τον Αλέξανδρο να μην ανακαλέσει τον πατέρα τους που βρισκόταν στη Μακεδονία. Ο Κάσσανδρος είχε δύο ακόμη αδελφούς, οι οποίοι ήταν βασιλικοί παίδες του Αλεξάνδρου: ο ένας ήταν ο Ιόλαος ο οινοχόος του και ο άλλος λεγόταν Φίλιππος. Αυτοί συνόδευαν πάντοτε τον Αλέξανδρο στα κυνήγι και κατείχαν και οι δύο εξαιρετική θέση στην Αυλή του. Ισως βρίσκονται ανάμεσα στους γυμνούς νέους στο αριστερό άκρο της τοιχογραφίας. «Πάντως, αν δεχθούμε ότι η τοιχογραφία έγινε στον τάφο του Φιλίππου του Αρριδαίου, τον οποίον διαδέχθηκε ο Κάσσανδρος αφού σκότωσε τον γιο του Αλεξάνδρου, Αλέξανδρο Δ΄, η μορφή του πεζού κυνηγού θα μπορούσε να ταυτισθεί μαζί του. Γνωρίζουμε ότι ο Κάσσανδρος, μετά τη δολοφονία του Αρριδαίου από την Ολυμπιάδα και τη μάχη που δόθηκε για τη διαδοχή, νικητής πια έδωσε εντολή να σκοτώσουν την Ολυμπιάδα και ξέθαψε τον νεκρό Αρριδαίο, τον οποίο έθαψε το 317 π.Χ. με μεγάλες τιμές. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι ο Αρριδαίος, ο οποίος, αν και δεν ήταν στρατηλάτης και έπασχε από κάποια ασθένεια που δεν τον εμπόδιζε ωστόσο να ιππεύει, ήταν εξαιρετικά αγαπητός στους Μακεδόνες που τον θεωρούσαν νόμιμο γιο του Φιλίππου, ενώ ασφαλώς ρόλο θα έπαιξε και η αγάπη που έτρεφε γι' αυτόν και ο ίδιος ο Αλέξανδρος. Πιστεύω, λοιπόν, ότι αυτή η τοιχογραφία τοποθετήθηκε στον τάφο από τον Κάσσανδρο, ο οποίος τον ξανάθαψε μαζί με τη γυναίκα του την Ευρυδίκη, κατά το μακεδονικό έθιμο, σύμφωνα με το οποίο ο νέος βασιλιάς έθαβε με τιμές τον προηγούμενο. Αν είναι έτσι, τότε η τοιχογραφία, η οποία είναι εξαιρετικής τέχνης, είναι παράλληλα και ένα είδος πολιτικής προπαγάνδας του Κασσάνδρου, ο οποίος φροντίζει και τοποθετεί τον εαυτό του πεζό, απαρνούμενος τα ξενόφερτα περσικά έθιμα, ανάμεσα σε δύο βασιλείς, φέροντας πορφυρή καυσία και χλαμύδα. Αν, λοιπόν, τελικά η ερμηνεία της τοιχογραφίας είναι σωστή, τότε η χρονολόγηση του τάφου Β' της Μεγάλης Τούμπας θα πρέπει να τοποθετηθεί στο 317 π.Χ., κάπου 19 χρόνια μετά τον θάνατο του Φιλίππου Β'».

    Ο αμύθητος πλούτος και τα ταπεινά αγγεία
    Κατά την κυρία Παλαγγιά, δύο ακόμη στοιχεία που προκύπτουν από τα ευρήματα του τάφου στηρίζουν την άποψη αυτή. Το ένα είναι η ύπαρξη μεγάλης ποσότητας χρυσού στα κτερίσματα και τις σαρκοφάγους και το άλλο, δύο αττικά αγγεία που βρέθηκαν ανάμεσα στα κτερίσματα. Λέει σχετικά με αυτό: «Γνωρίζουμε από τον Αρριανό πως ο Αλέξανδρος στην Ινδία μιλώντας προς τους άνδρες του είχε αναφερθεί στον πλούτο που απέκτησαν από τις κατακτήσεις τους, θυμίζοντάς τους ταυτόχρονα ότι ξεκίνησε την εκστρατεία φτωχός "παραλαβών παρά του πατρός χρυσά μεν και αργυρά εκπώματα ολίγα, τάλαντα δε ουδέ εξήκοντα εν τοις θησαυροίς, χρεών δε οφειλόμενα υπό Φιλίππου ες πεντακόσια τάλαντα, δανεισάμενος επί τούτοις αυτός άλλα οκτακόσια". Ετσι, λοιπόν, μπορεί πιο εύκολα να εξηγηθεί η συσσώρευση του χρυσού και του αμύθητου πλούτου κατά την περίοδο μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου, όταν ο πλούτος από την εκστρατεία γέμισε στην κυριολεξία τη Μακεδονία με χρυσάφι». Τέλος, ένα ακόμη στοιχείο που στηρίζει την άποψη για τη χρονολόγηση του τάφου περί τα τέλη του 4ου π.Χ. αι. είναι και τέσσερα αττικά αγγεία (αλατοδοχεία) που βρέθηκαν στον τάφο της Μεγάλης Τούμπας και που πανομοιότυπά τους βρέθηκαν και στους τάφους του Δερβενίου. Καθώς τα αγγεία αυτά είναι αττικά, οι αρχαιολόγοι δέχονται τη χρονολόγηση που δίνεται σε ανάλογα ευρήματα της αρχαίας αγοράς της Αθήνας, σύμφωνα με την οποία χρονολογούνται από το 320 έως το 280 π.Χ. Ετσι, καταλήγει η κυρία Παλαγγιά, τα τρία αυτά στοιχεία (κυνήγι λιονταριού, που έφθασε στην Ελλάδα μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου από τους διαδόχους του, μυθικός πλούτος κτερισμάτων σε χρυσό, και τα αττικά αγγεία) συγκλίνουν στην υπόθεση ότι η χρονολόγηση του τάφου Β΄ της Μεγάλης Τούμπας θα πρέπει ίσως να εξετασθεί υπό το φως των νέων δεδομένων. Το θέμα είναι βέβαια καθαρά αρχαιολογικό, και εμείς οι υπόλοιποι πολύ λίγα μπορούμε να πούμε εκτός του ότι η απουσία του Μανόλη Ανδρόνικου σε αυτό το πρόβλημα, που ανακύπτει γίνεται τώρα περισσότερο αισθητή, και το εύρος της απόψεώς του απουσιάζει.

    Reference: TO BHMA - ΞΞΉ κρύβΡι Ξ· ΒΡργίνα






    Είχε δίκιο ο Ανδρόνικος

    Διάλογος για την τοιχογραφία της Βεργίνας

    Χ. ΣΑΑΤΣΟΓΛΟΥ-ΠΑΛΙΑΔΕΛΗ | Κυριακή 26 Ιουλίου 1998

    Οσοι πήραμε μέρος στην ανασκαφή της Μεγάλης Τούμπας στη Βεργίνα, και συνεχίζουμε την έρευνα στον αρχαιολογικό της χώρο, βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με ένα εξαιρετικά σημαντικό εύρημα, αλλά και με τις επιπτώσεις του, καθώς η τόλμη του Μανόλη Ανδρόνικου να το αντιμετωπίσει σφαιρικά ήταν φυσικό να προκαλέσει τις αναμενόμενες αντιδράσεις. Οι διαφορετικές απόψεις δεν αναιρούν ούτε τη γνώση ούτε την επιστημοσύνη του και η φυσική απουσία του δεν ανέστειλε ούτε την ανασκαφική δραστηριότητα ούτε την επιστημονική δράση μας στη Βεργίνα. Το κοινό, όμως, που διάβασε τις απόψεις της κ. Παλαγγιά στο άρθρο της κυρίας Κιοσσέ («Το Βήμα της Κυριακής», 12.8.98) για την τοιχογραφία του μεγάλου τάφου της Βεργίνας, ίσως πραγματικά ένιωσε ότι του «κλέβουν ένα μέρος του ονείρου».
    Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Η άποψη της κ. Παλαγγιά δεν είναι, κατ' αρχήν, νέα. Πρώτη, το 1980, η αμερικανίδα αρχαιολόγος Phyllis Lehmann αμφισβήτησε την απόδοση του μνημείου στον Φίλιππο Β', αντιπροτείνοντας την ταύτιση του νεκρού του θαλάμου με τον Φίλιππο Γ' Αρριδαίο, και εγκαινιάζοντας έτσι έναν επιστημονικό διάλογο που συνεχίζεται ως σήμερα. Ο Μανόλης Ανδρόνικος είχε πολλές φορές την ευκαιρία να απαντήσει αμέσως στις περισσότερες από αυτές, εκθέτοντας ακόμη αναλυτικότερα τα επιχειρήματα που τον οδηγούσαν στην προτεινόμενη απόδοση.

    Από τη θέση του μελετητή της τοιχογραφίας, μπορώ να καταθέσω με βεβαιότητα πως λιγοστές από τις παρατηρήσεις της συναδέλφου ανταποκρίνονται στα εικονογραφικά στοιχεία της παράστασης, επηρεάζοντας, ως ένα βαθμό, και τις ερμηνείες της. Ο νεαρός Αλέξανδρος, για παράδειγμα, στο μέσον της τοιχογραφίας, φορεί ελληνικότατο, πορφυρό ­ καθότι διάδοχος ­ χιτωνίσκο και όχι χιτώνα ανατολίτικο, επηρεασμένο από την περσική ενδυμασία, ενώ ο ώριμος, θριαμβευτικός, γενειοφόρος ιππέας, που ετοιμάζεται να σκοτώσει (χωρίς λεοντή) το λιοντάρι, δεν μπορεί να ταυτισθεί με τον Φίλιππο Γ' τον Αρριδαίο, όπως πρότεινε η συνάδελφος, καθώς γνωρίζουμε πως ήταν μόλις δύο χρόνια μεγαλύτερος από τον Αλέξανδρο. Επιπλέον, ανήμπορος για έντονη δραστηριότητα, μπορούσε, ενδεχομένως, να ιππεύει, μάλλον όμως αδυνατούσε να κυνηγά.

    Ο κυνηγός με το δίχτυ δεν έχει μουστάκι, είναι πράγματι μελαψός (όπως συνήθως αποδίδονται στα περισσότερα ζωγραφικά έργα της αρχαιότητας οι ανδρικές μορφές), αλλά δεν είναι Ινδός ή Πέρσης. Η ιδιόμορφη ενδυμασία του (ίσως η διφθέρα των αρχαίων πηγών, που φορούσαν οι άνθρωποι της υπαίθρου) μάλλον τον ταυτίζει με νεαρό, αμούστακο, ηλιοκαμένο, ορεσίβιο Μακεδόνα, επειδή δεν υπάρχουν ενδυματολογικά παράλληλα που να ερμηνεύουν την καταγωγή του, κυρίως όμως επειδή κανένα εικονογραφικό στοιχείο της παράστασης δεν παραπέμπει στην Ανατολή. Το κυνήγι της τοιχογραφίας διαδραματίζεται στον ευρωπαϊκό χώρο, προφανώς, κάπου στη Μακεδονία παραπέμποντας σε ένα γεγονός που προηγείται της εκστρατείας του Αλεξάνδρου και ενισχύοντας έτσι τη χρονολόγηση του τάφου πριν από τον θάνατό του. (Τεχνητοί παράδεισοι, μεταφυτευμένα πλατύφυλλα δένδρα, μελαψοί μυστακοφόροι και άλλα συναφή δεν συμβάλλουν στην κατανόηση της παράστασης.)

    Δεν κατανοώ, κατ' αρχήν, τις υποθέσεις που ερμηνεύουν ορισμένα πολιτισμικά στοιχεία των αρχαίων Μακεδόνων, ως αποτελέσματα της εκστρατείας του Αλεξάνδρου στην Ανατολή, όταν είναι γνωστή από τον Ηρόδοτο η σχέση τους με τους Πέρσες, ήδη από τα τέλη του 6ου π.Χ. αι. Τέτοιοι θεσμοί, όπως το βασιλικό κυνήγι, για παράδειγμα, θα μπορούσαν να εισαχθούν (αν τελικά εισήχθησαν) στη μακεδονική αυλή πολύ νωρίτερα από τον Αλέξανδρο. Λιοντάρια, άλλωστε, υπήρχαν στη Μακεδονία πριν από τα τέλη του 4ου π.Χ. αι., όπως μαρτυρεί ο Ξενοφώντας στον Κυνηγετικό του και ο Παυσανίας στην Περιήγησή του, περιγράφοντας τον γνωστό άθλο του Θεσσαλού Πουλυδάμαντα, που είχε σκοτώσει με τα χέρια του, ως νέος Ηρακλής, ένα λιοντάρι στον Ολυμπο, στα τέλη του 5ου π.Χ. αι. Το κυνήγι τους ήταν γνωστό στον βορειοελλαδικό χώρο τουλάχιστον από τα χρόνια του βασιλιά Αρχελάου (413-399 π.Χ.), που εξέδωσε νομίσματα με λιοντάρι στην πίσω πλευρά, το οποίο δαγκώνει σπασμένο δόρυ (σαφής μαρτυρία για κυνήγι λιονταριού στη Μακεδονία ήδη από τα τέλη του 5ου π.Χ. αι.). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει πως ο ίδιος βασιλιάς δολοφονήθηκε κατά τη διάρκεια ενός προφανώς ανάλογου κυνηγιού.
    Τον σημαντικό ρόλο του κυνηγιού για τη μακεδονική κοινωνία τον αντανακλά ανάγλυφα η περίπτωση του Κασσάνδρου, που, μη έχοντας ως τα τριάντα πέντε του κατορθώσει να σκοτώσει κάπρο χωρίς δίχτυ, ήταν ταπεινωτικά αναγκασμένος να μετέχει στα συμπόσια της μακεδονικής αυλής, καθισμένος και όχι ανακεκλιμένος, όπως οι άλλοι συμποσιαστές.

    Η τοιχογραφία με το κυνήγι στην πρόσοψη του μεγάλου τάφου της Βεργίνας υπήρξε σαφώς πολιτική επιλογή εκείνου που φρόντισε με τόση επιμέλεια για την ταφή του νεκρού. Ο Κάσσανδρος δύσκολα θα διάλεγε ένα θέμα που ως τα 35 του μάλλον θα προσπαθούσε να ξεχάσει. Είναι εντελώς απίθανο, επομένως, να τον αναγνωρίσουμε σε κάποια από τις μορφές της τοιχογραφίας, όπως προτείνει η κ. Παλαγγιά, σε μια ετεροχρονισμένη και ανακριβή σχέση με το κυνήγι. Αντίθετα, ο νεαρός Αλέξανδρος είχε κάθε λόγο ­ στους ταραγμένους μήνες που ακολούθησαν τη δολοφονία του πατέρα του και τη δική του ανάρρηση στον θρόνο ­ να επιλέξει ένα τέτοιο θέμα, που τον εικόνιζε, μαζί με τον νεκρό βασιλιά, σε μια κατ' εξοχήν σημαντική ­ για τη μακεδονική αυλή ­ δραστηριότητα.

    Αν από την ερμηνεία της τοιχογραφίας προκύπτει ένα ακόμη επιχείρημα για την ταύτιση του νεκρού με τον Φίλιππο Β', λυπούμαι να διαπιστώνω συνεχώς πως ­ ακόμη και ανεξάρτητα από την ερμηνεία της ­ όσοι από τους συναδέλφους αμφισβήτησαν την άποψη του Μανόλη Ανδρόνικου (ανάμεσά τους συγκαταλέγεται τώρα η κ. Παλαγγιά) δεν έλαβαν σοβαρά υπόψη τους το μέγιστο, κατά τη γνώμη μου, λογικό και αρχαιολογικό του επιχείρημα: η πρωτογενής ταφή που καταγράψαμε κατά τη διάρκεια της ανασκαφής δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να αποδοθεί στον Φίλιππο Γ', που εξετάφη από τον Κάσσανδρο, αρκετούς μήνες αργότερα από τον θάνατό του, για να ξαναταφεί (δευτερογενώς) μαζί με τη γυναίκα του, Ευρυδίκη, στις Αιγές.

    Φαίνεται πως ο επιστημονικός διάλογος συχνά συγκροτείται από μοναχικούς μονολόγους, που κινούνται παράλληλα, χωρίς πουθενά να συναντώνται. Μοναχικά κείμενα, για μοναχικά περιοδικά, που απευθύνονται σε μοναχικούς αναγνώστες.

    Εντέλει, είμαστε όλοι εκτεθειμένοι στην κρίση της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας.
    Το ευρύ κοινό μπορεί, εν τω μεταξύ, να διαφυλάσσει το όνειρό του.

    Η κυρία Χρυσούλα Σαατσόγλου-Παλιαδέλη είναι επίκουρος καθηγήτρια της Κλασικής Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μέλος της Ανασκαφής στη Βεργίνα. Επιστολή της υπεύθυνης των ανασκαφών

    Σχετικά με το δημοσίευμα της έγκριτης εφημερίδας σας της 12.7.98 για τη Βεργίνα και την ερμηνεία της τοιχογραφίας του κυνηγιού στη πρόσοψη του τάφου του Φιλίππου, θα μου επιτρέψετε να εκφράσω την έκπληξη και την απορία μου για την εμφανώς ελλιπή πληροφόρηση ως προς το θέμα και την εκτίμηση της Βεργίνας σήμερα. Με δεδομένο ότι τόσο η υπογράφουσα δημοσιογράφος όσο και γενικότερα η εφημερίδα σας διακρίνεστε για την έγκυρη και ελεγμένη γνώση των θεμάτων, δεν κατανοώ την έλλειψη των πληροφοριών στην παρουσίαση του θέματος. Δεν αναφέρομαι στις απόψεις της συναδέλφου, αφού σέβομαι και υπερασπίζομαι το δικαίωμα της έκφρασης της γνώμης, και μάλιστα της επιστημονικής, ελεύθερα. Μόνο στην περίπτωσή μας πρέπει να θυμίσω ότι ανάλογες απόψεις είχαν διατυπωθεί και ζώντος του Μ. Ανδρόνικου, ο οποίος μάλιστα έδωσε και ορισμένες απαντήσεις ­ αν δεν κάνω λάθος, από τις στήλες της εφημερίδας σας. Πιθανώς στο αρχείο σας έχετε την απάντηση. Δεν θα σταθώ στο επιστημονικό μέρος, γιατί πιστεύω ότι οι επιστημονικές συζητήσεις δεν γίνονται στις εφημερίδες. Ως προς το κενό όμως της ενημέρωσής σας, οφείλω μερικές πληροφορίες. Πρόσφατα η συνάδελφος κυρία Χρ. Παλιαδέλη παρέδωσε την τελική δημοσίευση της μελέτης της για την τοιχογραφία, μέρος της γενικής δημοσίευσης των βασιλικών τάφων. Συγχρόνως τελειώνει προσεχώς η μελέτη για τα πήλινα και μετάλλινα αγγεία των ίδιων τάφων, ενώ νομίζω ότι είναι γνωστό στους κύκλους των αρχαιολόγων η μελέτη του κ. Π. Φάκλαρη για τα όπλα.

    Πιθανώς γνωρίζετε, τέλος, ότι στη Βεργίνα συνεχίζεται το ερευνητικό και εκπαιδευτικό έργο, όπως γινόταν από τον Γ. Μπακαλάκη και τον Μ. Ανδρόνικο και όπως το παρέλαβε και εκείνος από τον Κ. Ρωμαίο. Οι στόχοι του έργου είναι αυτοί που ορίστηκαν όσο ακόμη ζούσε ο Μ. Ανδρόνικος και αφορούν στη μελέτη και στη δημοσίευση των ανακαλυφθέντων μνημείων, των οποίων τα πνευματικά δικαιώματα διατηρούμε, καθώς και στη συνέχιση της έρευνας του αρχαιολογικού χώρου της Βεργίνας.

    Η ομάδα των αρχαιολόγων - συνεργατών του Μ. Ανδρόνικου, κάτω από την ευθύνη του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, συνεχίζει το μακροχρόνιο έργο του στη Βεργίνα, έργο που αποτελεί και τη βάση για την αντίστοιχη δράση της Πολιτείας και του ΥΠΠΟ στον ίδιο τόπο.
    Υπεύθυνοι απέναντι στους μαθητές μας και στην Πολιτεία, αλλά και στον δάσκαλό μας, έχοντας όχι μόνο συνείδηση αλλά και εμπειρία της σημασίας του έργου, αποδίδουμε βαθμιαία την εργασία αυτή και τα μνημεία κατ' αρχάς στην επιστημονική κοινότητα και στη συνέχεια με νηφάλιο λόγο στο ευρύ κοινό. Ελπίζουμε ότι τα μέσα ενημέρωσης και ο Τύπος θα συμπαρασταθούν στην προσπάθεια αυτή με ανάλογο προς το παρελθόν ζήλο.


    Με τιμή Η Διευθύντρια της Ανασκαφής της Βεργίνας Σ. Δρούγου Καθηγήτρια Κλασικής Αρχαιολογίας ΑΠΘ

    Reference: TO BHMA - ΕίχΡ δίκιο ΞΏ Ξ‘Ξ½Ξ΄ΟΟŒΞ½ΞΉΞΊΞΏΟ‚
     
    Last edited by a moderator: 2 Μαρτίου 2009