Απόκρυψη ανακοίνωσης

Καλώς ήρθατε στην Ελληνική BDSM Κοινότητα.
Βλέπετε το site μας σαν επισκέπτης και δεν έχετε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες που είναι διαθέσιμες για τα μέλη μας!

Η εγγραφή σας στην Online Κοινότητά μας θα σας επιτρέψει να δημοσιεύσετε νέα μηνύματα στο forum, να στείλετε προσωπικά μηνύματα σε άλλους χρήστες, να δημιουργήσετε το προσωπικό σας profile και photo albums και πολλά άλλα.

Η εγγραφή σας είναι γρήγορη, εύκολη και δωρεάν.
Γίνετε μέλος στην Online Κοινότητα.


Αν συναντήσετε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την εγγραφή σας, παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μας.

το μολυβενιο στρατιωτακι και λοιπες αναλαμπες

Συζήτηση στο φόρουμ 'Off Topic Discussion' που ξεκίνησε από το μέλος Georgia, στις 16 Φεβρουαρίου 2008.

  1. Georgia

    Georgia Owned Contributor

    Crave

    [...]

    M: Do you have difficulty in relationships with men?
    Do you have relationships with men?

    ~

    B: The only thing I want to say I've said already and it's a bit fucking tedious to say it again, no matter how true it is, no matter that it's the one unifying thought humanity has.

    ~

    A: And I am shaking, sobbing eith the memory of her, when she loved me, before I was her torturer, before there was no room in me for her, before we misunderstood, in fact the very first moment I saw her, her eyes smiling and full of the sun, and i shudder with grief for that moment which I've been hurtling away from ever since.

    ~

    A: don't say no to me you can't say no to me because it's such a relief to have love again and to lie in bed and be held and touched and kissed and adored and your heart will leap when you hear my voice and see my smile and feel my breath on your neck and your heart will race when I want to see you and I will lie to you from day one and use you and screw you and break your heart because you broke mine first and you will love me more each day until the weight is unbearable and your life is mine and you'll die alone because I will take what i want then walk away and owe you nothing it's always there it's always been there and you cannot deny the life you feel fuck that life fuck that life fuck that life i have lost you now.

    ~

    C: She ceases to continue with the day to day farce of getting through the next few hours in an attempt to ward off the fact tha she doesn't know how to get through the next forty years.

    ~

    C: She's sick to the fucking gills of herself and wishes wishes wishes that something would happen to make her life begin.


    [...]
     
  2. Georgia

    Georgia Owned Contributor

    A Woman’s Life or Nakayama Atsuko


    The wound on Nakayama Atsuko’s right arm was made by her real mother, Shizu, 42, who slashed at her one spring evening when her honorable self was three. Trying to avoid Shizu, who still came after her, brandishing a Bizen Osafune1, she fell off the verandah of the main house, with a thud.

    The wound on Nakayama Atsuko’s head is the one made when she hit a corner of the stepping stone as she fell.

    The butterfly on Nakayama Atsuko’s thigh was tattooed by her stepfather, Sadazô, 51, one summer evening when her honorable self was ten. Sadazô, who tended to become wild when drunk, sent her mother to a distant sake store and schemed to do something with his daughter’s thigh.

    The wound above Nakayama Atsuko’s eye was made when, shaking off her stepfather’s hands and running, she bumped into a pillar.

    The burn on Nakayama Atsuko’s belly was made by her brother, Sadaichi, 16, one autumn evening when her honorable self was fourteen. Sadaichi, who excelled academically, was given free reign at home. He savagely mistreated his sister, who was not blood-related, and once splashed boiling water on her belly.

    The wound on Nakayama Atsuko’s calf was made by a dog who bit her when she ran away, without even putting on simple clogs, and stepped on his tail.

    The wound on Nakayama Atsuko’s left shoulder was made by cousin of the same age, Sachihiko, one winter evening when her honorable self was eighteen. Knife in hand, he importuned her for sex and cut her, along with her clothes.

    Nakayama Atsuko doesn’t have one small finger because she lost it in slapping the knife away.

    The mark on Nakayama Atsuko’s neck was made by her husband, Masayoshi, 39, who tried to strangle her one summer evening when her honorable self was twenty-eight. The country was in a depression and the company he ran went bankrupt. In despair, he attempted double suicide.

    The vertical wrinkles between Nakayama Atsuko’s eyebrows were chiseled into her flesh as she writhed.

    The wound on Nakayama Atsuko’s back was made one autumn evening when her honorable self, 35, fell down the staircase. Trying to get to the telephone under the staircase, she slipped, and the impact on her back left her breathless.

    Nakayama Atsuko’s sprained ankle resulted from her landing on the floor.

    Nakayama Atsuko is missing a front tooth because her stepsister, Akiko, 32, struck her one winter evening when her honorable self was thirty-nine. She stepped in to mediate Akiko’s quarrel with her husband, and Akiko, blood rushing to her head, hit her.

    For a moment the world turned white for Nakayama Atsuko, but the couple’s quarrel ended without any other damage.

    The dent on Nakayama Atsuko’s head was made by her oldest son, Hideki, 16, one spring evening when her honorable self was forty-five. A problem child, Hideki approached her from behind with a baseball bat. His first blow struck her on the side. His second managed to graze her head.

    Two of Nakayama Atsuko’s ribs were broken in the first blow.

    Nakayama Atsuko’s crooked nose was made one summer evening when her honorable self, 51, grappled with a burglar. He’d come into the newly built house without taking his shoes off, and that gave her extra strength. She valiantly put up a fight and subdued him.

    The entrance of Nakayama Atsuko’s house is decorated with a letter of commendation from the police.

    Nakayama Atsuko’s arms become numb,
    Nakayama Atsuko suffers pain in her hips,
    Nakayama Atsuko has a crooked spine,
    Nakayama Atsuko’s fingers tremble,

    Nakayama Atsuko’s life continues.



    Toshiko Hirata

    (translated by Hiroaki Sato)
     
  3. Georgia

    Georgia Owned Contributor

    ...

    9 ώρες ή Μόνο έτσι


    Ο κόσμος άρχισε να μπαίνει. Κάποιοι ήταν βιαστικοί, είχαν κλείσει κατάστρωμα προφανώς. Οι υπόλοιποι ήταν πιο χαλαροί και χάζευαν τριγύρω, όπως κι εγώ. Καθόμουν δίπλα στην πόρτα, που και που βοηθούσα κάποιον με τις βαλίτσες ή έδινα οδηγίες. Αλλά δεν ήταν αυτή η δουλειά μου. Είχα λίγο χρόνο πριν ξεκινήσουμε και είπα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία αυτή και να γνωρίσω τους ανθρώπους που θα προστάτευα. Κάποια στιγμή παρατήρησα πως οι κοπέλες είχαν βάψει τα νύχια των ποδιών τους με αστεία φωτεινά χρώματα. Προφανώς ήταν η καινούρια μόδα. Βάλθηκα λοιπόν να κοιτάω πλέον χαμηλά, στα πόδια, και να διασκεδάσω με τα πολύχρωμα νυχάκια. Ένα ζευγάρι πόδια μου τράβηξε την προσοχή. Μικρά χαριτωμένα μπλε νυχάκια. Εκείνη την στιγμή δεν σκέφτηκα πόσο αγαπούσε το μπλε χρώμα. Παπουτσάκι καλοκαιρινό, άσπρο με περίπλοκο δέσιμο. Εκείνη την στιγμή δεν σκέφτηκα πόσο λάτρευε την αίσθηση του σκοινιού στο δέρμα της. Ένα μικροσκοπικό τατουάζ στον αστράγαλό της. Εκείνη την στιγμή δεν σκέφτηκα πόσο αγαπούσε τον γάτο μου. Γάμπα γυμνή. Πιο ψηλά.. Γόνατο γυμνό, σημαδεμένο. Αγοράκι. Πιο ψηλά.. Μπουτάκι γυμνό και λίγο πιο πάνω πολύχρωμο ύφασμα καλοκαιρινό. Έσερνε μια λαχανί βαλιτσούλα. Τα πόδια σταμάτησαν. Σήκωσα το βλέμμα μου και την είδα.
    Να με κοιτάει.
    Το βλέμμα της μου ζητούσε να την βοηθήσω.
    Το δικό μου της ζητούσε να είχε μάθει για να μπορεί να θυμηθεί.
    Ανασήκωσε το δεξί της φρύδι όπως ήξερα οτι συνήθιζε να κάνει και εγώ χαμογέλασα στραβά. Την βοήθησα με την βαλίτσα και την είδα να γυρίζει και να με κοιτά περίεργα ενώ προχωρούσε.
    Δεν το περίμενα.
    Ίσως το είχα ξεχάσει.
    Σοκαρίστηκα, δεν το είχα ποτέ συνειδητοποιήσει.
    Όταν θα την αναγνώριζα ενώ εκείνη οχι.
    Ήταν αναμενόμενο.
    Δεν μπορούσα να κάτσω άλλο εκεί.
    Κατέβηκα κάτω έχοντας ενα σωρό σκέψεις στο μυαλό μου. Ναι ή οχι;
    Πιθανότητες.
    Πιθανές απαντήσεις.
    Πιθανές καταλήξεις.
    Τι θέλω;
    Εκείνη ή εγώ;
    Ή εμείς;

    Κατέβηκα κάτω έχοντας ενα σωρό σκέψεις στο μυαλό μου.
    Τι να κάνω;
    Πάει καιρός.
    Υπάρχει λόγος;
    Μπορεί να καταλήξει κάπου αυτό;
    Και μετά;
    Εκείνη; Θα το ήθελε; Τι θα ήθελε;
    Ναι ή οχι;

    Αφού ξεκινήσαμε αποφάσισα να πάω να την βρω.
    Όχι να της μιλήσω ακόμα, να την δω. Να είμαστε μαζί. Να την ακούσω να μιλάει, να γελάει, να την δω. Να είμαστε στον ίδιο χώρο, κοντά, να αναπνέουμε μαζί.

    Μήπως είναι λάθος;
    Για 'κείνη.

    Την κοιτάω να γελάει με τις φίλες της και να χαζεύει την θάλασσα. Πιάνεται από τα κάγκελα και σκύβει κάτω και η καρδιά μου πιάνεται.

    Αλλά δεν έχω το δικαίωμα.

    Τόσο ήρεμη και ξέγνοιαστη, δεν πρέπει να της το χαλάσω.
    Αλλά δεν γίνεται, δεν μπορώ. Πονάω.

    Δεν έχει μαζί της την λαχανί βαλιτσούλα, οπότε υποθέτω πως είναι σε καμπίνα.

    Παίρνω μια βαθειά ανάσα, κλείνω τα μάτι και της γυρίζω την πλάτη.
    Κατεβαίνω στο γραφείο και ρωτάω.
    Α... Μ...
    Στο 24.

    Πάω στην καμπίνα μου. Είναι πολύ βασανιστικό, ακόμα δεν είμαι σίγουρος.
    Νομίζω πως θα το ήθελε.
    Μέχρι και την τελευταία στιγμή, το ήθελε.

    Μετά τα πράγματα άλλαξαν, βρήκε κάποιον που την αγαπούσε και τον οποίο μπορούσε να αγαπά.

    Έκανα πίσω.

    Γδύνομαι και μπαίνω στο μπάνιο. Δεν μπορώ να με κοιτάξω στον καθρέφτη.
    Ανοίγω το νερό. Κρύο. Συγκεντρώνομαι. Αποφασίζω.
    Βγαίνω από το μπάνιο έτοιμος.
    Ντύνομαι και ανεβαίνω πάλι πάνω.
    Στο 24.

    Κάθομαι στην άκρη του διαδρόμου και περιμένω.

    Λίγο μετά, πριν το φαγητό, την βλέπω να έρχεται.
    Μόνη της.

    Συνειδητοποιώ πως δεν είχα σκεφτεί καθόλου το τι θα έκανα με τις φίλες της. Ευτυχώς δεν πειράζει.

    Την αφήνω να κλείσει την πόρτα πίσω της και πλησιάζω. Μετράω ως το 10 και χτυπάω.

    Ανοίγει.
    Με κοιτά απορημένη.
    Από την φόρμα φαίνεται οτι ανήκω στο πλήρωμα, αλλά τι;

    Δεν με ρωτάει κάτι. Τι θέλω. Με κοιτάει και περιμένει.
    Ποτέ της δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.
    Δεν θέλω να γίνει έτσι.

    Δεν σκέφτομαι πως γίνεται να μην έχει καταλάβει ακόμα.

    Δεν σκέφτομαι.


    (δεν θυμάμαι καν πως με φώναζε)


    Αγάπη μου;
    Το αναγνωρίζει. Το χείλη της μισανοίγουν και τα μάτια της υγραίνονται. Προχωράω μέσα στο δωμάτιο και κλείνω την πόρτα πίσω μου.

    Περιμένω.
    Ανοίγω τα χέρια μου.
    Περιμένω.

    Κάνει βήματα προς τα πίσω και κάθεται στο κρεββάτι.
    Με κοιτάει.

    Πάω μπροστά της και γονατίζω.
    Τυλίγω τα χέρια μου γύρω της.
    Την σφίγγω μέσα στην αγκαλιά μου.

    Δεν ανταποκρίνεται. Ούτε αφήνεται ούτε με αγκαλιάζει.

    Την ξέρω.
    Ξέρω τι σκέφτεται.
    Είναι τόσο εγωίστρια.
    Και τόσο σκληρή.
    Αλλά δεν νομίζω πως θα προσπαθήσει να με πληγώσει. Με αγαπά. Και εξάλλου, δάκρυσε.


    Δεν μιλάει.
    Παραμένει ακίνητη.
    Είμαι κι εγώ εγωιστής. Συνεχίζω να την σφίγγω πάνω μου. Χώνω το πρόσωπό μου στο στήθος της και παίρνω μια βαθειά ανάσα.

    Πόσο καιρό το περίμενα αυτό.

    Σηκώνομαι πάνω και την σηκώνω.
    Την αγκαλιάζω και συνεχίζει να είναι απούσα.

    Δεν μπορώ.

    Σκύβω και την φιλάω στον λαιμό. Την χαϊδεύω με τα χείλη μου, με την γλώσσα μου.
    Ανατριχιάζει.
    Αλλά η ανάσα της μένει σταθερή.
    Κάνω λίγο πίσω και την κοιτάζω.
    Κοιτάζει κάπου δίπλα από τον ώμο μου.
    Αδιάφορη.
    Θα μπορούσε να έχει κλειστά τα μάτια της αλλά οχι. Δεν θα έκανε ποτέ κάτι που θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως απόλαυσω.
    Επέλεξε.
    Το ίδιο έκανα κι εγώ.
    Δεν πειράζει.
    Ας χαθεί ετσι.
    Έτσι κι αλλιώς, τι άλλο;
    Τι παραπάνω;
    Τίποτε.
    Είναι πολύ νωρίς για εκείνη, πολύ αργά για εμένα.
    Την αγαπώ.

    Την φέρνω πάλι πάνω μου και με το ένα χέρι την κρατάω κολλημένη στο σώμα μου. Με το άλλο την χαϊδεύω.
    Στα μαλλιά, την πλάτη, την μέση, τον κώλο.
    Την χουφτώνω.
    Απαλά, έντονα, δυνατά.
    Την χαϊδεύω στον σβέρκο, τον λαιμό.
    Την γυρίζω και φέρνω το χέρι μου μπροστά της.
    Την χαϊδεύω δυνατά.
    Της σηκώνω τα χέρια ψηλά και της βγάζω το φόρεμα.
    Την σπρώχνω λίγο απαλά προς το κρεββάτι.
    Κάθεται στην άκρη και περιμένει. Δεν κάνει κάτι. Δεν με κοιτά.
    Κοιτάζει στον τοίχο πίσω μου. Ποτέ στο πάτωμα.

    Βγάζω τα παπούτσια και την φόρμα μου.
    Ανεβαίνω στο κρεββάτι, από πίσω της.
    Κάθομαι και την τραβάω επάνω μου με την πλάτη της προς τα εμένα.
    Της χαϊδεύω το στήθος, την κοιλιά, το στέρνο, τον λαιμό, τα μπούτια, το πρόσωπό της.
    Την φιλάω στον λαιμό και την γυρίζω προς τα εμένα.
    Την βγάζω τα παπούτσια και το εσώρουχο.
    Μένω κι εγώ εντελώς γυμνός.

    Την φιλάω στο στόμα.
    Πολύ.
    Αργά.
    Αργά.

    Την ξαπλώνω στο κρεββάτι και έρχομαι από πάνω της.
    Της ανοίγω τα πόδια και ξαπλώνω πάνω της απαλά.
    Την φιλάω και την χαϊδεύω παντού.

    Δεν μπορώ.

    Μου έρχεται να βάλω τα κλάμματα.

    Δεν ξέρω τι να κάνω.
    Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω.
    Δεν ξέρω τι πρέπει να κάνω.

    Τίποτα δεν είναι σωστό, τίποτα δεν ήταν σωστό από την αρχή, τόσους μήνες πιο πριν.
    Εγω φταίω.

    Είναι λάθος, για εκείνη.

    Τουλάχιστον αυτή την φορά.
    Που ήταν κάτι διαφορετικό.
    Κάτι σημαντικό.
    Κάτι ξεχωριστό.

    Είναι άδικο, για εκείνη.

    Εγώ φταίω, γιατί προσπαθώ να την τιμωρησω;

    Αυτό κάνω;

    Δεν ξέρω.

    Σηκώνομαι από πάνω της και ξαπλώνω πλάι της.
    Δεν ξέρω τι θέλει, αν το θέλει και είναι απλά εγωίστρια, αν δεν το θέλει, αν την πονάω.

    Την αγκαλιάζω.
    Εάν δεν το θέλει δεν είναι τόσο σκληρό.
    Εάν το θέλει θα ήταν ανυπόφορο το αντίθετο.

    Τι να της πω;
    Τόσο ξαφνικό και για εκείνη.

    Μπορεί να μην θέλει, μπορεί να μην ξέρει, μπορεί να μην μπορεί, μπορεί να μην πρέπει ούτε εκείνη.

    Έρχεται πιο κοντά μου.

    Κλαίει.

    Χώνεται στην αγκαλιά μου. Βολεύεται και κουρνιάζει όπως έπρεπε να μπορεί και να πρέπει να κάνει.

    Απαλά, βάζει το πρόσωπό της στον λαιμό μου και με μυρίζει.

    Προσπαθεί να κρατήσει κάτι από εμένα.

    Για όταν τελειώσουν αυτές οι εννιά ώρες.




    " [...]
    Σε έχω τόσο ονειρευτεί που τα χέρια μου συνηθισμένα
    να αγκαλιάζουν την σκιά σου
    να σταυρώνουν πάνω στο στήθος μου δεν θα λύγιζαν
    στο περίγραμμα του σώματός σου, ίσως.
    [...] "​
     
  4. Georgia

    Georgia Owned Contributor




    Άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα στο δωμάτιο.

    Το έκανε για όλους τους λάθος λόγους. Αλλά εκείνον δεν τον ενδιέφερε, και εκείνη το έκανε για όλους τους λάθος λόγους.

    Δεν είπαν πολλά πράγματα. Μόνο τα λίγα που χρειάζονται για να νιώσουν ανθρώπινοι και μόνο.

    Γδυνόταν ενώ εκείνος την κοίταζε κι ετοιμαζόταν.

    Στάθηκε στην μέση του δωματίου, κάτω από τους γάτζους.

    Τέντωσε τα χέρια της ψηλά και μισάνοιξε τα πόδια της. Έγειρε πίσω το κεφάλι. Έκλεισε τα μάτια και άρχισε να ζαλίζεται. Άφησε την ζάλη να απλωθεί και ένοιωσε το σώμα της να χαλαρώνει.

    Ένιωσε τον αέρα γύρω της να μετακινείται και τα χέρια του να αγγίζουν τους καρπούς της και να τους σπρώχνουν να χαμηλώσουν.

    Χωρίς να ανοίξει τα μάτια της κατέβασε τα χέρια και άνοιξε το στόμα της.

    Πέρασε την πετονιά από την τρύπα στην γλώσσα της και την έδεσε ασφαλίζοντάς την.

    Έκοψε την πετονιά στο ύψος τους στήθους της και έδεσε στην άκρη της ένα βαρίδι ώστε η γλώσσα της να τραβιέται και να κρέμεται έξω από το στόμα της.

    Την άφησε λίγο έτσι μέχρι να προσπαθήσει μια φορά να καταπιεί. Δεν τα κατάφερε και τα σάλια άρχισαν να κυλούν.

    Πέρασε την πετονιά από τις τρύπες στις ρώγες τις και τις έδεσε σφικτά μαζί.

    Έκοψε την πετονιά στο ύψος του μουνιού της.

    Με μια βελόνα πέρασε την πετονιά δυο φορές σε κάθε χείλος του μουνιού της και τα έδεσε σφικτά μαζί.
    Την πίεσε στους ώμους για να γονατίσει.
    Γονάτισε κι εκείνος μπροστά της.

    Πήρε μια λεπτή βελόνα και της έκλεισε τα μάτια. Έπιασε το πάνω της χείλος και την πέρασε από το κέντρο του. Μια ακόμη λίγο πιο δεξιά και μια λίγο πιο αριστερά.Τις έβγαλε και τις ξαναπέρασε από το ίδιο σημείο αρκετές φορές. Κάθε τόσο την καθάριζε από το αίμα για να μπορεί να στοχεύσει καλύτερα.

    Πέρασε την πετονιά από την τρύπα στο διάφραγμα της μύτης της και μετά συμμετρικά στις τρύπες στο χείλος της και τα έδεσε μαζί.

    Πήρε στα χέρια του την πετονιά με το βαρίδι που κρεμόταν από την γλώσσα της και την πέρασε γύρω από την πετονιά ανάμεσα στις ρώγες της.

    Σηκώθηκε.
    Άνοιξε το φερμουάρ του.
    Έβγαλε έξω τον πούτσο του.
    Την έπιασε από τα μαλλιά και της τράβηξε το κεφάλι προς τα πίσω.
    Έφτυσε πάνω στην γλώσσα της.
    Ακούμπησε τον πούτσο του πάνω της και άρχισε να τον τρίβει. Μετά τον έσπρωξε μέσα στο στόμα της.
    Άρχισε να της γαμάει το στόμα δυνατά και βίαια.
    Την έβλεπε να υποφέρει, να σφίγγει τα μάτια της, το χείλος της να τραβιέται και να τσιτώνει, οι πληγές να τρέχουν όλο και πιο πολύ αίμα, να μουγκρίζει.
    Συνέχισε να της γαμάει το στόμα μέχρι την στιγμή που ένοιωσε οτι ήθελε να τελειώσει. Τραβήχτηκε.

    Την σήκωσε όρθια και έβγαλε το βαρίδι από την πετονιά που κρεμόταν από την γλώσσα της.

    Έπιασε την άκρη της και την κατέβασε χαμηλά, πολύ χαμηλά.
    Άφτασε το μουνί της κι εκείνη έγειρε όσο πιο πολύ μπροστά μπορούσε.
    Έδεσε την πετονιά σε εκείνη που κρατούσε τα μουνόχειλά της δεμένα μεταξύ τους και την έβαλε να γονατίσει.
    Πήγε από πίσω της, γονάτισε και μπήκε μέσα της.
    Απότομα.
    Βαθειά.

    Άρχισε να την γαμάει δυνατά.
    Να μην μπορεί να δει αλλά να φαντάζεται το μουνί της να ματώνει, τα μουνόχειλά της να τραβιούνται, την γλώσσα της να πονάει, το στόμα της να γεμίζει αίμα.

    Τελείωσε σχεδόν αμέσως.
    Έμεινε λίγο μέσα της και μετά τραβήχτηκε.
    Ήρθε μπροστά της και έκοψε την πετονιά της γλώσσα της.

    Την σήκωσε και την έφερε κάτω από τους γάτζους.

    Της επέτρεψε να ανοίξει τα μάτια της αν θέλει και πήγε στο μέσα δωμάτιο.

    Γύρισε με το σκοινί.


    Έπιασε τα χέρια της και έδεσε τους καρπούς της μεταξύ τους.
    Πέρασε το σκοινί από τον κεντρικό γάτζο και το τράβηξε μέχρι να τεντωθεί το σώμα της, να πατάει με τις μύτες των δακτύλων της στο πάτωμα, να χάνει την ισορροπία της.

    Την άλλη άκρη τους σκοινιού την πέρασε γύρω από την μέση της και την έσφιξε.

    Πήρε ενα μικρότερο κομμάτι σκοινιού και έδεσε τους αστραγάλους της μαζί.

    Έκανε πίσω.

    Ήταν υπέροχο.

    Το αίμα από το στόμα της είχε κυλήσει στο σαγόνι, τον λαιμό, το στέρνο, το στήθος της.
    Το αίμα από το μουνί της έφτανε είχε κυλήσει ως τα γόνατά της.

    Το σώμα της τεντωμένο έκανε το δέρμα της διάφανο και μπορούσε να διακρίνει κόκκαλα και φλέβες.

    Πήρε το μαστίγιο και την πλησίασε.

    Της έριξε μια απαλή στον ποπό.
    Η αίσθηση του δέρματος από τις ουρές την έκανε να ανατριχιάσει.
    Της έριξε μια πιο δυνατή και μια πιο δυνατή και μια πιο δυνατή.

    Σιγά σιγά άρχισε να την μαστιγώνει δυνατά στον κώλο, στα μπούτια, την πλάτη.
    Εκείνη αντιδρούσε. Κουνιόταν, τραβιόταν, προσπαθούσε να ξεφύγει.
    Αλλά δεν φώναξε.

    Έριξε κάτω το μαστίγιο και έπιασε το crop.
    Τις έριξε μερικές δοκιμαστικές στο στήθος και του μουνί.
    Μετά μια δυο δυνατές. Απότομα.

    Βαρέθηκε.

    Πήρε την βελόνα και πέρασε από δυο κομμάτια βελονιά στις άκρες του κάτω χείλους της. Τις πέρασε πίσω από το σβέρκο της και τις έδεσε γύρω από τον λαιμό της σφικτά.

    Έβγαλε την πετονιά από την τρύπα της γλώσσας της και έκοψε εκείνη που έσφιγγε τις ρώγες της.
    Ελευθέρωσε τα μουνόχειλά της και τα χείλη της.


    Και μετά...


    Και μετά...


    ...
     
    Last edited by a moderator: 17 Απριλίου 2014